Sylvia Plath – μιὰ ἀντίφαση

Ὑπάρχει μιὰ ἀνάγνωση τῆς ποίησης τῆς Πλάθ ποὺ στηρίζεται κατὰ βάση στὶς συνθῆκες τοῦ βίου καί, κυρίως, τοῦ θανάτου της. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι, βεβαίως, βιογραφικὴ καὶ «ψυχολογική», καὶ θυμίζει τὴν ἀφελῶς  χαρακτηριζόμενη ὡς φροϋδικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀπὸ τὸν Μαλάνο. Ἐντούτοις, ἀποτελεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες τὴν πιὸ δημοφιλὴ ἀνάγνωση, μιὰ ἀνάγνωση ποὺ κυριαρχεῖ, πιστεύω, ὄχι μόνο ἐνισχυόμενη  ἀπὸ τὴ δημοσίευση τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἡμερολογίων τῆς ποιήτριας ποὺ ὤθησε καὶ ὠθεῖ πολλοὺς νὰ ἀναζητοῦν ἀφετηρίες καὶ ἑρμηνεῖες τῶν ποιημάτων τῆς Πλὰθ σὲ περιστατικὰ τῆς ζωῆς της, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ζωὴ τῆς ποιήτριας περιλαμβάνει πράγματι κάποια ἀπὸ τὰ στοιχεῖα πού, καθὼς διευκολύνουν τὴν κατάταξη τῆς Πλὰθ στοὺς «καταραμένους» ποιητές, συγκινοῦν τὶς πιὸ εὐαίσθητες ψυχὲς (ὄχι ὅμως ἀπαραιτήτως καὶ τὰ πιὸ κοφτερὰ μυαλὰ) ἀνάμεσα στοὺς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης: τὴν ψυχικὴ νόσο, τὶς ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες αὐτοκτονίες ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν αὐτοχειρία, σὲ νεαρὴ μάλιστα ἡλικία, τῆς ποιήτριας. 

Καὶ ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ ἀντίφαση: πενήντα τόσα χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Ariel, ἡ Πλὰθ θεωρεῖται πλέον ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ποιήτριες τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἔχουν γραφτεῖ ἑκατοντάδες βιβλία καὶ χιλιάδες ἄρθρα καὶ διατριβὲς γιὰ τὴν ποίησή της, ἡ ἐπίδρασή της εἶναι τέτοια ὥστε νὰ μὴν μᾶς ἐκπλήσσουν ἰσχυρισμοὶ σὰν τῆς Rose[1] ὅτι ἡ Πλὰθ ἔχει στοιχειώσει τὴ σύγχρονη κουλτούρα, παρ᾽ὅλα αὐτὰ οἱ ἀναγνώσεις τῆς ποίησής της ποὺ δὲν στηρίζονται καὶ δὲν ἀναφέρονται στὴ ζωή της ἢ στὸ θάνατό της εἶναι ἐλάχιστες. Ἡ ἴδια ἡ ποίηση τῆς Πλάθ, δηλαδὴ ἡ δομή καὶ ἡ τεχνική της, παίζει τρίτο ἢ τέταρτο ρόλο μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ὀρυμαγδὸ ἀναφορῶν στὴ ζωή της, ποὺ δὲν περιορίζεται, ὅπως θὰ περίμενε κανείς, στὴν πὸπ κουλτούρα, ἀλλὰ κυριαρχεῖ καὶ στὴν φιλολογικὴ ἔρευνα. Ἡ τελευταία, κατατάσσοντας μὲ παραπλανητικὴ εὐκολία τὴν Πλὰθ στοὺς «ἐξομολογητικοὺς» ποιητές, δεδομένου μάλιστα ὅτι ὑπῆρξε μαθήτρια τοῦ Λόουελ, θεωρεῖ ὅτι νομιμοποιεῖται νὰ διαβάζει καὶ νὰ ἑρμηνεύει κάθε στίχο της μὲ βάση πληροφορίες ἁλιευμένες ἀπὸ ποικίλες βιογραφικὲς πηγές, δημοσιευμένες καὶ μή. Δὲν φαίνεται νὰ ἐνδιαφέρει ὅτι ἡ μαθητεία τῆς Πλὰθ στὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση συνέπεσε μὲ τὴν πρώιμη περίοδο τῆς ποίησής της, στὴν ὁποία οἱ ἴδιοι μελετητὲς δυσκολότερα ἀνιχνεύουν βιογραφικὰ στοιχεῖα, οὔτε ὅτι ἡ ἴδια ἀποκήρυξε θεαματικὰ τὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση καὶ μιλοῦσε γιὰ ἕνα διαφορετικὸ ποιητικὸ σχέδιο[2], οὔτε ὅτι τὰ ὥριμα ποιήματά της ἀπομακρύνονται προγραμματικὰ ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο βίωμα ἐπιδιώκοντας νὰ μιλήσουν γιὰ καθολικότερα καὶ (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ:) σημαντικότερα ζητήματα.

Ἡ ἐπίδραση τῆς Πλὰθ στοὺς σύγχρονους ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ἀπὸ τὸ 1970 καὶ μετὰ εἶναι, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, τεράστια, τόσο στὸν ἀγγλόφωνο κόσμο ὅσο καὶ ἀλλοῦ, ἀκόμη καὶ στὴν ἑλληνικὴ ποίηση. Καὶ ἐδῶ, ὅμως, ἡ ἴδια ἀντίφαση παρατηρεῖται: μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις (π.χ. τὴν ποίηση τοῦ Ἀλέξη Τραϊανοῦ ἤ, ἐν μέρει, τῆς Νανᾶς Ἠσαΐα), ἡ ἐπίδραση αὐτὴ εἶναι ἐπιφανειακή, σχεδὸν ἀποκλειστικὰ (καὶ συνήθως κάλπικα) θεματολογική, καὶ ἑπομένως ἀρνητική.

Οἱ τεχνικὲς ποὺ ἀνέπτυξε ἢ ἀξιοποίησε ἡ Πλὰθ δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν ἀπασχολήσει ἰδιαίτερα τοὺς μελετητές της, οὔτε νὰ ἔχουν γίνει ἀντιληπτὲς ἀπὸ τοὺς ὑποτιθέμενους ἀκολούθους ποὺ «μαθήτευσαν» στὴν ποίησή της:  ἡ περίτεχνη ἀξιοποίηση ἠχητικῶν σχημάτων  ποὺ ὑπογραμμίζουν ἢ ὑπονομεύουν αὐτὸ ποὺ (φαίνεται ὅτι) δηλώνεται ξεπέφτει σὲ τυχαία χρήση ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὁμοιοκαταληξιῶν˙ ἡ ἀναβίωση τῆς τεχνικῆς τῶν «μεταφυσικῶν» ποιητῶν ποὺ χτίζουν μιὰ συνεκτικὴ μεταφορὰ ἢ ἀλληγορία ἡ ὁποία διέπει κλιμακούμενη ὁλόκληρο τὸ ποίημα ξεπέφτει σὲ πληθωρισμὸ τυχαίων σχημάτων λόγου καὶ «ὑπερρεαλιστικὴ ἐπίδραση»˙ ἡ ἀνοικειωτικὴ ἐκτεταμένη χρήση τοῦ δραματικοῦ μονολόγου σὲ ὕφος καθημερινῆς ὁμιλίας μὲ θεματολογία κάθε ἄλλο παρὰ καθημερινὴ ξεπέφτει σὲ συγγραφὴ μονολόγων ποὺ ἀπηχοῦν φτηνὰ τηλεοπτικὰ σήριαλ.

Ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ θεματικὴ τῆς ὥριμης ποίησης τῆς Πλάθ, τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη χειρότερα[3]: ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιθυμίας μὲ φαινομενικὴ ἀφορμὴ ἕνα περιστατικὸ νοσηλείας, οἱ μελετητὲς ψάχνουν νὰ βροῦν ποιά ἀκριβῶς νοσηλεία της τὴν «ἐνέπνευσε» καὶ κατὰ πόσον ἡ ἔκβαση τῆς νοσηλείας ἦταν εὐτυχής, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοί της γράφουν ποιηματάκια σχετικὰ μὲ τὸν πόνο τῆς σκωληκοειδίτιδας˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴν ἀδυνατότητα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ ὑποκειμένου, οἱ μελετητὲς μετρᾶνε σὲ πόσα ἠλεκτροσὸκ ὑποβλήθηκε καὶ πόσες συνεδρίες ἔκανε μὲ τὴν ψυχοθεραπεύτριά της, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν στιχάκια γιὰ πόνους ψυχῆς καὶ θανάσιμες ἐρωτικὲς ἀπογοητεύσεις˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴ γέννα καὶ τὸν θάνατο ὡς ὄψεις τῆς ἴδιας ἀνθρώπινης κατάστασης, οἱ μελετητὲς καταγράφουν πῶς καὶ ποῦ γέννησε τὸ κάθε της παιδὶ καὶ πόσο εὔκολη ἢ δύσκολη ἦταν ἡ κάθε γέννα, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν θρήνους γιὰ παιδάκια ποὺ πέθαναν. 

Δυστυχῶς, ἡ πιὸ ὠφέλιμη ἄσκηση πάνω στὴν ποίηση τῆς Πλὰθ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοκιμάσουν τόσο οἱ μελετητὲς ὅσο καὶ οἱ ποιητὲς φαίνεται πὼς εἶναι πλέον ἀδύνατη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς δημοφιλίας τῆς ποιήτριας. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ θὰ στηριζόταν στὴ μελέτη τῆς ποίησής της χωρὶς καμμιὰ ἀναφορὰ στὸ ὄνομά της, χωρὶς κἂν τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας νὰ ἀποκαλύπτεται κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μελέτης. Ἀλλὰ καθὼς ὅλοι λίγο πολὺ ἔχουν ἀκουστὰ καὶ τὰ ποιήματά της καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο καὶ τὸν θάνατο τῆς ποιήτριας, ἡ εὐκαιρία αὐτὴ ἔχει χαθεῖ: εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ διαβάζουμε τὴν Πλὰθ ὑπὸ τὴν παραμορφωτικὴ σκιὰ τοῦ μύθου της.


1. Rose, Jacqueline, The Haunting of Sylvia Plath (Bath: Virago, 1991)

2. Συνέντευξη στὸν Peter Orr: I think that personal experience is very important, but certainly it shouldn’t be a kind of shut-box and mirror-looking, narcissistic experience.  Στὸ Peter Orr, ed., The Poet Speaks: Interviews with Contemporary Poets (London: Routledge & Kegan Paul, 1966), σ. 169.

3. Τὰ τρία παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν ἀφοροῦν διαδοχικὰ τὰ ποιήματα In Plaster, Lady Lazarus καὶ Edge, ποὺ μετέφρασα πρόσφατα ἐδῶ.

fake literature

 

[ἕξι αὐθαίρετες σημειώσεις ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὴ Μιτσίκο Κακουτάνι]

1. Ἡ ζωὴ ἑνὸς λογοτεχνήματος δὲν ξεκινᾶ μὲ τὴ γραφή του, ἀλλὰ μὲ τὴ δημοσιοποίησή του. Ἡ διαπραγμάτευση ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ καταλήξει στὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς γραπτοῦ ὡς λογοτεχνήματος ξεκινᾶ μὲ τὴ δημοσιοποίησή του.

2. Ἡ ἐπιτυχὴς ἔκβαση τῆς διαπραγμάτευσης δὲν εἶναι ποτὲ δεδομένη. Ἐξαρτᾶται, δέ, ἀπὸ πλῆθος παραμέτρων οἱ ὁποῖες θεωρεῖται ὅτισυμπεριλαμβάνουν ἀξιολογήσεις τοῦ ἴδιου τοῦ κειμένου, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε συμπεριλαμβάνουν καὶ ἄλλες, ἄσχετες μὲ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο.

3. Ἡ διαπραγμάτευση γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς κειμένου ὡς λογοτεχνήματος εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴ διαπραγμάτευση γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς κειμένου ὡς εἴδησης. 

3.1. Εἴδηση εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ διατείνεται ὅτι περιγράφει ἕνα πραγματικὸ γεγονὸς καὶ ποὺ διαδίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια κανάλια ἐπικοινωνίας.  

3.2. Λογοτέχνημα εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ διατείνεται ὅτι ἔχει αἰσθητικὴ ἀξία καὶ ποὺ διαδίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια κανάλια ἐπικοινωνίας.

3.1.1. Ἐὰν ἐπινοήσω ἕνα γεγονός, τὸ καταγράψω σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ δὲν διαδώσω τὸ κείμενο, τὸ κείμενό μου δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ «εἴδηση».  Ἑπομένως, μιὰ πλαστὴ εἴδηση δὲν εἶναι εἴδηση μέχρι νὰ κυκλοφορήσει καὶ νὰ διαδοθεῖ ὡς εἴδηση.

3.2.1. Ὁμοίως, ἕνα πλαστὸ λογοτέχνημα δὲν εἶναι λογοτέχνημα μέχρι νὰ κυκλοφορήσει καὶ νὰ διαδοθεῖ ὡς λογοτέχνημα.

3.1.2. Τὴν εὐθύνη μιᾶς πλαστῆς εἴδησης τὴν ἔχουν ἑπομένως τὰ «ἁρμόδια κανάλια» ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαδίδεται καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ τὴν ἐπινόησε. 

3.2.2. Ὁμοίως, τὴν εὐθύνη ἑνὸς πλαστοῦ λογοτεχνήματος τὴν ἔχουν τὰ «ἁρμόδια κανάλια» ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαδίδεται καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ τὸ συνέθεσε.

3.3. Οἱ πραγματικὲς εἰδήσεις ἐξ ὁρισμοῦ ἀκυρώνουν τὶς πλαστές, ἐφόσον διαψεύδουν τὰ ἐπινοημένα γεγονότα τὰ ὀποῖα περιγράφουν οἱ πλαστὲς εἰδήσεις.  Ἡ πλαστὴ εἴδηση μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἐπιβιώσει μόνο ἐὰν ἡ διάδοσή της εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τῆς διάδοσης τῶν γνήσιων εἰδήσεων.

3.4. Ὁμοίως, τὰ γνήσια λογοτεχνήματα ἀκυρώνουν τὰ πλαστά, ἐφόσον διαψεύδουν τὶς ἀντιλήψεις περὶ αἰσθητικῆς ἀξίας τὶς ὁποῖες ἐνσωματώνουν τὰ πλαστὰ λογοτεχνήματα. Τὸ πλαστὸ λογοτέχνημα μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἐπιβιώσει, μόνο ἐὰν ἡ διάδοσή του εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τῆς διάδοσης τῶν γνήσιων λογοτεχνημάτων.

3.5. Ὁ μηχανισμὸς διάδοσης πλαστῶν εἰδήσεων εἶναι γκαιμπελικός: στόχος τῆς διάδοσης τοῦ πλαστοῦ εἶναι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἐν τέλει ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων ποὺ διαχώριζαν τὸ πλαστὸ ἀπὸ τὸ γνήσιο.

3.6. Ὁ μηχανισμὸς διάδοσης πλαστῶν λογοτεχνημάτων εἶναι γκαιμπελικός: στόχος τῆς διάδοσης τοῦ πλαστοῦ εἶναι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἐν τέλει ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων ποὺ διαχώριζαν τὸ πλαστὸ ἀπὸ τὸ γνήσιο.

3.5.1. Γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικά, τὰ κανάλια διάδοσης πλαστῶν εἰδήσεων ὀφείλουν νὰ ἀποκλείουν τὶς γνήσιες εἰδήσεις, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἐπιτυχὴς διάδοση τῶν πλαστῶν εἰδήσεων προϋποθέτει, ἑπομένως, τὸν ἀποκλεισμό, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπαξίωση, τῶν γνήσιων εἰδήσεων.

3.6.1. Ὁμοίως, γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικά, τὰ κανάλια διάδοσης πλαστῶν λογοτεχνημάτων ὀφείλουν νὰ ἀποκλείουν τὰ γνήσια λογοτεχνήμτα, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν αἰσθητικῶν κριτηρίων.  Ἡ ἐπιτυχὴς διάδοση τῶν πλαστῶν λογοτεχνημάτων προϋποθέτει, ἑπομένως, τὸν ἀποκλεισμό, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπαξίωση, τῶν γνήσιων λογοτεχνημάτων.

3.5.2. Τὰ ἁρμόδια κανάλια διάδοσης εἰδήσεων ἔχουν ἀλλάξει δραματικὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη: ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Web 2.0, καὶ ἰδιαίτερα τοῦ κοινωνικοῦ διαδικτυακοῦ ἱστοῦ, ἔχει ὁδηγήσει σὲ μιὰ κατάσταση ὅπου εἰδήσεις μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε χρήστη τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, νὰ διαδοθοῦν ἀστραπιαῖα, καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς ὡς εἰδήσεις χωρὶς ἡ ἀρχική τους καταγωγὴ νὰ εἶναι ἀνιχνεύσιμη. Παραφράζοντας τὸν McLuhan, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πὼς ἡ διάδοση εἶναι ἡ εἴδηση. Τὰ παλαιὰ κανάλια (ἐφημερίδες, ραδιοφωνικὰ καὶ τηλεοπτικὰ δίκτυα) ἐξαφανίζονται ἢ μεταλλάσσονται, ἐνσωματώνοντας τὸν κοινωνικὸ ἱστό, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ κοινωνικὸς διαδικτυακὸς ἱστὸς νὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν παραγωγὸς καὶ διακινητὴς τῶν εἰδήσεων.

3.6.2. Ὁμοίως, τὰ ἁρμόδια κανάλια διάδοσης λογοτεχνημάτων ἔχουν ἐπίσης ἀλλάξει δραματικὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη. Λογοτεχνήματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε, νὰ διαδοθοῦν ἀστραπιαῖα καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὰ ὡς τέτοια, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνιχνεύσιμος κανένας μηχανισμὸς αἰσθητικῆς τους ἀξιολόγησης, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ τίθεται κἂν τὸ αἴτημα τῆς αἰσθητικῆς τους ἀξιολόγησης. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ διάδοση εἶναι ἡ λογοτεχνία, ἡ διαδικασία καὶ τὸ ἀποτέλεσμά της ταυτίζονται. Τὰ παλαιὰ κανάλια διάδοσης (ἐκδότες, λογοτεχνικὰ περιοδικὰ) ἐξαφανίζονται ἢ μεταλλάσσονται, ἐνσωματώνοντας καὶ καθρεφτίζοντας τὸν κοινωνικὸ διαδικτυακὸ ἱστό, ὥστε ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁ ἱστὸς νὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν παραγωγὸς καὶ διακινητὴς τῆς λογοτεχνίας.

4. Οἱ διαδικασίες κατασκευῆς consensus ὡς πρὸς τὴν ἀξία ἑνὸς λογοτεχνήματος ἢ τὴν ἀλήθεια μιᾶς εἴδησης μέσα στὸν κοινωνικὸ διαδικτυακὸ ἱστὸ εἶναι γρήγορες καὶ ἄγριες. Τὸ μέσον ἐπιβάλλει καὶ ἀξιοποιεῖ ταχεῖες στρατηγικὲς ἀνάγνωσης καὶ ἀπόκρισης. Ἡ κατασκευὴ ἑνὸς προφανοῦς καὶ δυναμικοῦ πλειοψηφικοῦ ρεύματος κατάφασης καὶ ἀποδοχῆς μοιραῖα συμπαρασύρει τοὺς χρῆστες, ἐνῶ τυχὀν διαφωνοῦντες ἐκφοβίζονται, διασύρονται καὶ ἐν τέλει ἀποχωροῦν ἢ ὑποχωροῦν, πραγματοποιώντας τὸ γκαιμπελικὸ ὄνειρο σὲ χρόνο μηδέν: ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις διατυπώνονται σπανίως καὶ κυρίως σὲ ἰδιωτικὲς ἐπικοινωνίες (“inbox”!),  ἐνῶ ἡ δημόσια στάση πολλῶν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐκφράσει ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις ἰδιωτικῶς παραμένει καταφατικὴ πρὸς τὸ διακινούμενο consensus, εἴτε λόγῳ φόβου εἴτε λόγῳ ὑστεροβουλίας.

5. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ ἡ πλαστὴ εἴδηση ἀντικαθιστᾶ τὴ γνήσια, ἡ πλαστὴ λογοτεχνία ἐπίσης ἀντικαθιστᾶ τὴ γνήσια. 

6. Ἡ γνήσια λογοτεχνία, ὅπως καὶ ἡ γνήσια εἴδηση, εἶναι δύσκολο νὰ ἀνακαλυφθεῖ καὶ νὰ διαδοθεῖ ἐν μέσῳ τοῦ γκαιμπελικοῦ κυκεώνα. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀνύπαρκτη, ἔχει ὅμως ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴ διαπραγμάτευση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν ταυτοποίησή της ὡς λογοτεχνίας.

 [πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν bibliothèque]

It would be better if they were alive, and that’s what they were

 

Φαντασθεῖτε ἕνα ἀνθρώπινο ὂν στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του, λίγες στιγμὲς πρὶν τὴ γέννησή του. Δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἀνθρώπινο ὂν ἀκόμη, δὲν ἔχει γεννηθεῖ, δὲν ἔχει ξεκινήσει ἡ ζωή του, εἶναι μέρος ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπινου σώματος ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἀπολύτως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τρέφεται καὶ χάρη στὸ ὁποῖο μεγαλώνει. Ὥσπου ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ τὸ σῶμα τῆς μητέρας δὲν μπορεῖ ἄλλο νὰ φιλοξενήσει τὸ ἔμβρυο, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ θρέψει, ἴσως μάλιστα νὰ ἀρχίσει νὰ τὸ πολεμάει, καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δημιουργεῖται ἡ βιολογικὴ ἀνάγκη τὸ ἔμβρυο νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνασάνει, νὰ γίνει ἀνθρώπινο ὄν. Πρόκειται γιὰ ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἀνάγκη ζωῆς καὶ θανάτου: ὅσο περνάει ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀνάγκη δὲν ἱκανοποιεῖται, τόσο περισσότερο αὐξάνεται ὁ κίνδυνος νὰ πεθάνει ἡ μητέρα ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος νὰ μὴν ζήσει ποτὲ τὸ παιδί.

 

Δὲν ξέρω ἂν ἔχουν αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπόψη τους οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἀναφέρονται στὰ γραπτά τους μὲ φράσεις ὅπως «τὰ παιδιά μου» καὶ παρομοιάζουν τὴ διαδικασία τῆς γραφῆς μὲ τὴ γέννα, μοῦ φαίνεται ὅμως πὼς συνήθως πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ κοινοτοπία, γνωστὴ ἐδῶ καὶ αἰῶνες, τὴν ὁποία μὲ ἐλαφριὰ καρδιὰ ἐπαναλαμβάνουν οἱ συγγραφεῖς, οἱ ἄκληροι κυρίως, χωρὶς ἀπαραιτήτως νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸ βάρος τῆς παρομοίωσης˙ οἱ κοινοὶ τόποι, ἄλλωστε, συχνὰ ξεχνοῦν τὴν καταγωγή τους περιπλανώμενοι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα. Ἄν, ὅμως, ἐξετάσει κανεὶς πιὸ προσεκτικὰ τὴ διαδικασία τῆς γέννας, καὶ τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ, ἴσως ἀποκαλυφθεῖ μιὰ ἐνδιαφέρουσα, ἐνδεχομένως θεμελιώδης, πτυχὴ τῆς λογοτεχνικῆς δημιουργίας.

 

Δὲν ἀναφέρομαι τόσο στὴν ἀνάγκη τοῦ συγγραφέα, ὅσο στὴν ἀνάγκη τοῦ κειμένου. Ἡ ἀνάγκη τοῦ συγγραφέα («ἔνοιωσα τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὸν ἐσωτερικό μου κόσμο / τὰ συναισθήματά μου / τὴν ἀντίληψή μου γιὰ τὴ ζωή») δὲν ἐνδιαφέρει παρὰ μόνο τοὺς φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς του, δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου: ὁ συγγραφέας ζεῖ καὶ θὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ εἴτε τὸ κείμενο γραφτεῖ εἴτε ὄχι, διότι ὁ συγγραφέας μπορεῖ νὰ κυοφορεῖ τὸ ἔμβρυο τοῦ κειμένου ἐπὶ δεκαετίες καὶ νὰ μὴν τὸ γράφει ποτέ, χωρὶς καμμιὰ τραγικὴ συνέπεια γιὰ τὴ ζωή του. Τὸ κείμενο, ὅμως, ἐνόσῳ κυοφορεῖται, δὲν εἶναι ἀκόμα κείμενο, ὅπως καὶ τὸ ἔμβρυο δὲν εἶναι ἀκόμα βρέφος˙γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τὸ κείμενο δὲν εἶναι κἂν συγκρίσιμο μὲ τὸ ἔμβρυο, καθὼς καμμιὰ νομοτέλεια δὲν προβλέπει πὼς ἀπαραιτήτως θὰ ἐξελιχθεῖ μέσα στὸ μυαλὸ τοῦ συγγραφέα καὶ κάποτε θὰ γεννηθεῖ, δὲν εἶναι δεδομένο πὼς κάποτε θὰ ὑπάρξει, ἡ ζωὴ τοῦ κειμένου δὲν ἔχει δρομολογηθεῖ μὲ φυσικὸ τρόπο, καὶ πολλὰ δυνάμει ἐμβρυακὰ κείμενα δὲν γεννιοῦνται ποτέ, ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη τους νὰ ὑπάρξουν δὲν ἦταν ἐπαρκῶς ἐπείγουσα, ἢ ἴσως ἐπειδὴ ὁ ξενιστής τους ἀποδείχθηκε ἀκατάλληλος.

 

Ἄν, ὅμως, ὑποθέσουμε πὼς ὁ ξενιστὴς-συγγραφέας εἶναι κατάλληλος, τότε τὸ ἐμβρυακὸ κείμενο κυοφορεῖται ὅσο χρειάζεται καὶ κάποια στιγμὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ κειμένου νὰ ὑπάρξει ἀναγκάζει τὸν συγγραφέα νὰ τὸ γεννήσει, καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τὸ προστατεύσει, νὰ τὸ ταΐσει, νὰ τὸ φροντίσει καὶ νὰ τὸ παραδώσει στὸν κόσμο. Οἱ ὑποχρεώσεις τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στὸ κείμενο δὲν σταματοῦν μὲ τὴ γέννηση τοῦ κειμένου, ὅπως καὶ οἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὰ βρέφη τους δὲν σταματοῦν μὲ τὴ γέννα: τὸ ἀνθρώπινο βρέφος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει χωρὶς τὴ φροντίδα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ νεογέννητο λογοτεχνικὸ κείμενο δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὴ φροντίδα τοῦ συγγραφέα, δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ στὸν κόσμο ἀδούλευτο καὶ ἀπεριποίητο.

 

Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ κειμένου νὰ ὑπάρξει ἴσως εἶναι αὐτὸ ποὺ συνήθως περιγράφεται ὡς ἔμπνευση. Δὲν εἶμαι ἀκόμη σίγουρος ἂν ταιριάζει ἡ λέξη «ἀνάγκη» περισσότερο ἀπὸ τὴ λέξη «ἔμπνευση» σὲ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλῶ, σαφῶς πάντως τὰ κείμενα ποὺ δὲν προέκυψαν ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀνάγκη θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ τὰ περιγράψει κανεὶς ὡς ἀνέμπνευστα˙ ὅπως καὶ τὰ κείμενα ποὺ γεννήθηκαν ἀπὸ ἀνάγκη ἀλλὰ μετὰ ἀφέθηκαν στὴ μοίρα τους θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ὡς θνησιγενῆ.

 

[Ὁ τίτλος τοῦ κειμένου προέρχεται ἀπὸ τὸ ποίημα τῆς Πλὰθ “Stillborn”. Τὸ κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque.]

ἐξωστρέφεια καὶ πειραματισμὸς

 

Μὲ ἀφορμὴ μιὰ πρόσφατη συζήτηση περὶ τῆς ἀξίας μιᾶς συγκεκριμένης ποιητικῆς ἐκδήλωσης, ἡ ὁποία περιλάμβανε τὴ δημόσια ἀπαγγελία ποιημάτων σὲ λεωφορεῖα, τέθηκε, ἀπὸ τὴν πλευρὰ κάποιων ἀπὸ τοὺς ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ποὺ συμμετεῖχαν, ἕνα ζήτημα ποὺ νομίζω ὅτι ἀξίζει νὰ συζητηθεῖ περισσότερο: τὸ ζήτημα τῆς ἐξωστρέφειας τῆς ποίησης ὡς ἱκανῆς συνθήκης ποιητικοῦ πειραματισμοῦ˙ συγκεκριμένα, διατυπώθηκε, χωρὶς νὰ συναντήσει σοβαρὸ ἀντίλογο, ἡ ἄποψη  ὅτι ἡ ἐξωστρέφεια (ἐν προκειμένῳ, ἡ δημόσια ἀπαγγελία σὲ ἕνα ἀστικὸ λεωφορεῖο ἐν κινήσει) ἀποτελεῖ ποιητικὸ πειραματισμὸ καὶ διερεύνηση τῶν «ὁρίων» τῆς ποίησης.

Ὁμολογῶ ὅτι προσωπικὰ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω πῶς καὶ γιατί μιὰ πρωτοβουλία ποὺ ἀφορᾶ τὴν παρουσίαση ἢ τὴν ἐπικοινωνία ἑνὸς ἤδη ὑπάρχοντος καὶ δημοσιευμένου ποιητικοῦ ἔργου θὰ μποροῦσε νὰ περιγραφεῖ ὡς πειραματισμὸς ἢ διερεύνηση τῶν ὁρίων τῆς ποίησης. Δὲν εἶμαι ἀφελής, οὔτε ἀγράμματος, ἀντιλαμβάνομαι ἑπομένως ὅτι ἂν μιλούσαμε γιὰ ἕνα ἔργο σὲ ἐξέλιξη, ἕνα ἔργο ποὺ δημιουργεῖται διαμορφώνεται μέσα σὲ μιὰ διαδικασία ἐπιτελεστική, συμμετοχικὴ καὶ ἐπικοινωνιακή, τότε πιθανὸν νὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι ἐπαναδιαπραγματεύεται στὴ διάρκεια τῆς διαδικασίας τὰ ὅρια τῆς ποίησης ὡς πράξης, ἀκόμη δὲ καὶ ὅτι πειραματίζεται πάνω στὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ποίησης. Βεβαίως, οὔτε σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση θὰ κόμιζε γλαύκα εἰς Ἀθήνας, γνωστὰ πράγματα εἶναι αὐτά, ἀλλὰ ἴσως θεωροῦνται ἀκόμη πειραματικὰ σὲ κάποιους κύκλους.

Ἐφόσον, ὅμως, περιγράφεται ὡς πειραματισμὸς καὶ διερεύνηση τῶν ὁρίων τῆς ποίησης μιὰ ἐκδήλωση δημόσιας παρουσίασης ἢ ἐπικοινωνίας ἑνὸς ἔργου ἤδη τελειωμένου καὶ ἐκδομένου, τότε μοῦ φαίνεται πὼς εἴτε ὑπάρχει κάποια σύγχυση εἴτε θὰ πρέπει νὰ διευρυνθεῖ (ἐπικίνδυνα, κατὰ τὴν ἄποψή μου) ὁ ὁρισμὸς τῆς ποίησης (καὶ ὁποιασδήποτε καλλιτεχνικῆς πράξης).

Ἡ σύγχυση συνίσταται στὸ ὅτι παρουσιάζονται ὡς ἐκφάνσεις τῆς ποιητικῆς τέχνης ὄχι μόνο ἡ δημιουργία τοῦ ποιητικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ ἡ χρήση τοῦ τελειωμένου ποιητικοῦ ἔργου στὴ συνέχεια καὶ ὁρίζεται ὡς ποιητικὴ δημιουργία ὄχι μόνο ἡ παραγωγὴ τοῦ ποιήματος ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσίασή του, ἡ ἐπικοινωνία του, ἀκόμη καὶ τὸ marketing τοῦ ποιητικοῦ προϊόντος. Δὲν ἔχω, φυσικά, καμμιὰ ἀντίρρηση ὅτι ὑπάρχει σαφῶς περιθώριο περαιτέρω ἀξιοποίησης ἑνὸς ποιητικοῦ ὑλικοῦ μέσα ἀπὸ δράσεις ἐπιτελεστικές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐνδέχεται νὰ προκύψει, καὶ μερικὲς φορὲς προκύπτει πράγματι, ἕνα νέο ἔργο, προφανῶς ὑβριδικό, μὲ στοιχεῖα τόσο ποιητικὰ ὅσο καὶ παραστατικῶν τεχνῶν. Καὶ ἐδῶ ἔχει ἐπίσης ὑπάρξει πειραματισμός, συχνὰ γόνιμος, ποὺ διερευνᾶ ὅμως ὄχι τὰ ὅρια τῆς ποίησης, ἀλλὰ τὰ σημεῖα διεπαφῆς τῶν τεχνῶν μεταξύ τους καὶ τῶν τεχνῶν μὲ τὴν πραγματικότητα. Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ περιπτώσεις ὅπου ἡ ποίηση γράφεται ἐξαρχῆς μὲ σκοπὸ νὰ ὑπηρετήσει μιὰ τέτοια ἐπιτελεστικὴ παρουσίαση, ὅπως ὑπάρχουν (ἰδίως στοὺς πραγματικὰ συντηρητικοὺς κύκλους) καὶ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ φύση αὐτῆς τῆς προγραμματισμένης νὰ ἐπιτελεσθεῖ ποίησης: κάποιοι θὰ ἀμφισβητοῦσαν, ἂς ποῦμε, ὅτι εἶναι ποίηση ἀκόμη καὶ τὸ Landfall τῆς Laurie Anderson ἢ τὸ Just after sunset τῆς Anne Clark. Ἐντούτοις, ἐν προκειμένῳ, δὲν πρόκειται γιὰ ἐπιτελεστικὴ ἀνάγνωση, οὔτε γιὰ performance βασισμένη σὲ ἕνα εὐλύγιστο ποιητικὸ σῶμα.

Εἶναι πιθανό, ὅμως, ἐπίσης, νὰ μὴν ὑπάρχει σύγχυση, ἀλλὰ ἁπλῶς ἡ ἀντίληψή μου γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης νὰ εἶναι ἀσφυκτικὰ στενή. Ποίηση, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος, δὲν εἶναι μόνο ἡ σύλληψη καὶ ἡ παραγωγὴ ἑνὸς κειμένου, ἀλλὰ μὲ εὐρεία ἔννοια, περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ κείμενο παρουσιάζεται στοὺς ἀποδέκτες, καὶ τὴν ἐπικοινωνία τὴ σχετικὴ μὲ τὸ κείμενο, καὶ τὴν ὅποια ἐπιτέλεσή του καὶ ὅ,τι μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ κανείς, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει κάποια ἔστω ἔμμεση σχέση ἂν ὄχι μὲ ἕνα κείμενο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ποιητικό, τοὐλάχιστον μὲ κάποια ποιητικὴ ἰδέα,ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτή˙ μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἐξωστρέφεια ποὺ περιέγραψα ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἴδια μέρος τῆς ποιητικῆς δημιουργίας. Μιὰ τέτοια διεύρυνση τῶν ὁρίων τῆς ἔννοιας ποίηση δὲν τὴν θεωρῶ ἐντελῶς ἀθέμιτη, ἀλλὰ ὁμολογῶ πὼς δὲν μοῦ φαίνεται χρήσιμη. Καὶ ἐννοῶ ὅτι δὲν τὴν θεωρῶ ἀξιολογικὰ χρήσιμη, καθὼς κριτήρια γιὰ τὴν ἀξιολόγηση μιᾶς τέτοιας ἐπιθετικὰ συγκρητικῆς μορφῆς τέχνης θὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ συμφωνηθοῦν, ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν καταλήγαμε σὲ κάποιου εἰδους consensus, καὶ πάλι δὲν θὰ ἤμασταν ἀξιολογικὰ ἀσφαλεῖς, ἐφόσον τὰ ὅρια θὰ μποροῦσαν καὶ πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ διευρυνθοῦν, ὥστε ἡ ἀξιολόγηση διηνεκῶς νὰ ἀκυρώνεται. Μὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, δὲν ξέρω πῶς θὰ μποροῦσε ὁποιοσδήποτε νὰ κρίνει ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἔργο εἶναι νεοτερικὸ καὶ πειραματικὸ ἢ παληὸ καὶ τετριμμένο, ἂν συνιστᾶ ἕνα βῆμα μπροστὰ ἢ ἕνα ἢ περισσότερα βήματα πίσω, καθὼς ὁ κανόνας μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἦταν θεμιτὸ νὰ συγκριθεῖ μπορεῖ νὰ ἐλαστικοποιεῖται ἢ νὰ μεταλλάσσεται κατὰ τὸ δοκοῦν.

Τὸ πράγμα γίνεται, ὅμως, ἀκόμη πιὸ ἐνδιαφέρον ἂν κανεὶς ἐξετάσει τὰ ἴδια τὰ κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν ἔναυσμα, βάση ἢ τοὐλάχιστον (ἂν μή τι ἄλλο) τμῆμα τοῦ ποιητικοῦ ἔργου μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια. Ἐὰν ὁ δημιουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρεῖ ὅτι τὸ ἔργο περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται εἶναι ποιητικὸ καὶ ἐπίσης ἰσχυρίζεται ὅτι μὲ τὶς ποικίλες δράσεις ποὺ τὸ συνοδεύουν ἢ τὸ συναποτελοῦν πειραματίζεται καὶ διερευνᾶ τὰ ὅρια τῆς ποίησης, προσωπικὰ θὰ περίμενα ὅτι ὑπάρχει κάπου (καὶ) κάποιο κείμενο καὶ ὅτι τεκμήρια αὐτοῦ τοῦ πειραματισμοῦ καὶ αὐτῆς τῆς διερεύνησης ὑπάρχουν (καὶ) στὸ κείμενο. Διότι ἂν στὸ κείμενο δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω καμμιὰ πρόθεση πειραματισμοῦ μὲ ὁτιδήποτε, τότε προσωπικὰ ὁποιεσδήποτε δηλώσεις τοῦ δημιουργοῦ περὶ ἐπαναδιαπραγμάτευσης τῶν ὁρίων τῆς ποίησης μὲ ἀφήνουν παγερὰ ἀδιάφορο. Γιὰ τὴν δική μου ἀντίληψη τῆς ποίησης, ἡ δουλειὰ τοῦ δημιουργοῦ εἶναι πρωτίστως ἡ παραγωγὴ τοῦ ποιητικοῦ κειμένου˙ ἡ (πάντα εὐπρόσδεκτη) ἐπαναδιαπραγμάτευση τοῦ ἀντικειμένου καὶ τῶν ὅρων τῆς ποίησης τεκμηριώνεται πρωτίστως στὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ κείμενο˙ὁ (πάντα εὐπρόσδεκτος, ἂν καὶ πολὺ σπανίως πιὰ πρωτοποριακὸς) πειραματισμὸς ἀφορᾶ πρωτίστως τὸ κείμενο: τὴ γλώσσα, τὴ δομή, τὴ μορφή, τὸ θέμα, τὴν πραγμάτευση τοῦ θέματος.

Ἀκόμη κι ἔτσι, ὅμως, καὶ μὲ δεδομένη τὴ δική μου προσωπικὴ προτίμηση γιὰ ποιητικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα πράγματι ἐπαναδιαπραγματεύονται τοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς τους, δὲν διατείνομαι ὅτι τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν πειραματίζονται θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ἀρνητικά, οὔτε βεβαίως ὅτι αὐτὰ ποὺ πειραματίζονται θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ἀπαραιτήτως θετικά. Αὐτό, ὅμως, ποὺ (μὲ) ἐνοχλεῖ εἶναι οἱ ὑπερφίαλες δηλώσεις περὶ νεοτερικότητας, πειραματισμοῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς, ποὺ δὲν ὑποστηρίζονται ἀπὸ τεκμήρια τῆς ποιητικῆς πράξης. Τέτοιες δηλώσεις φτάνουν μάλιστα νὰ μὲ ἐξοργίζουν ὅταν τὶς συνοδεύουν ἄκομψοι ὑπαινιγμοὶ ὅτι οἱ δημιουργοὶ ποὺ ἐπιλέγουν νὰ καταπιάνονται μὲν μὲ τὴν ποίηση ἀλλὰ δὲν ἐπιδοκιμάζουν καὶ δὲν συμμετέχουν σὲ ἐξωστρεφεῖς δράσεις αὐθαίρετα ταυτοποιημένες μὲ τὸν πειραματισμὸ ἀρνοῦνται ipso facto νὰ δοκιμάσουν τὰ ὅρια τῆς ποιητικῆς τέχνης, ἀντιστέκονται στὸν πειραματισμό, καὶ πιθανῶς δὲν κατανοοῦν ὅτι ἡ ποίηση ἐξελίσσεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μᾶλλον οἱ ἴδιοι ἔχουν μείνει πίσω, ἔχουν μείνει στάσιμοι, εἶναι, σὰν νὰ λέμε, συντηρητικοί.

Ὁ συντηρητισμός, ὅπως ἔχω ξαναγράψει, καὶ ὅπως, πιστεύω, ἔχω σαφῶς ὑπονοήσει παραπάνω, χαρακτηρίζει τὴν ποιητικὴ πράξη ἡ ὁποία συμμορφώνεται προγραμματικὰ μὲ τὰ γοῦστα καὶ τὶς προτιμήσεις τοῦ μικρόκοσμου ποὺ κρατᾶ κάθε φορὰ τὰ ἡνία τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου. Ἡ ἀπαιτηση γιὰ συμμόρφωση, δέ, εἶναι τρομακτικὸ πὼς συχνὰ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴ γραφὴ τοῦ δημιουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴ δημόσια στάση καὶ συμπεριφορά του, ἀκόμη καὶ τὴν ταυτότητά του!

Καὶ πάντως, γιὰ νὰ ἐπανέλθω ἐν συντομίᾳ στὴν ἀφορμὴ αὐτῆς τῆς συζήτησης, ποιητικὲς «δράσεις» σχεδιασμένες καὶ διενεργούμενες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, μὲ θεσμικὲς πλάτες, ἐκδηλώσεις δηλαδὴ ποὺ πραγματοποιοῦνται ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ μὲ τὴ χρηματοδότηση δημόσιων ὀργανισμῶν ἢ ἰλλουστρασιὸν ἱδρυμάτων πολιτισμοῦ  εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθεῖ κανεὶς πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπαναδιαπραγματευθοῦν τὰ ὅρια ὁποιασδήποτε τέχνης. Εὔλογο εἶναι, ἀντιθέτως, ὅτι τέτοια φοβερὰ προστασία θὰ ἐμπνεύσει δυσπιστία στοὺς ἀποδέκτες τοῦ διαβήματος ὅσο ἀφορᾶ τὶς ἀνατρεπτικὲς ἢ πειραματικὲς προθέσεις τῶν συμμετεχόντων.

 

περὶ τοῦ ἐλέους

 

Κυκλοφόρησε, λοιπόν, τὸ «Ἔλεος», τὸ τρίτο μου ποιητικὸ βιβλίο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες.

Ἔχω μάθει πιά, ἔστω καθυστερημένα, ἔστω τρώγοντας τὰ ἀνοήτως αἰσιόδοξα μοῦτρα μου δυὸ φορές, πῶς παίζεται αὐτὸ τὸ παιχνίδι: ἀποστολὲς ἀντιτύπων σὲ δεκάδες «ἐπιδραστικοὺς» ἀναγνῶστες˙ φιλοφρονήσεις πρὸς ὅλους ὅσοι ἔχουν ὁποιαδήποτε σχέση, ἔστω ἐλάχιστη, μὲ τὴ λογοτεχνία καὶ τὴν ἀγορὰ τῆς λογοτεχνίας˙ ἀποφυγὴ δημόσιων ἐντάσεων, διαφωνιῶν καὶ ἀντιρρήσεων˙ παρακλήσεις σὲ φίλους καὶ γνωστοὺς νὰ «γράψουν κάτι»˙ σύσφιξη (ἤ, στὴν περίπτωσή μου, ἀποκατάσταση) σχέσεων μὲ τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά˙ αὐξημένη συχνότητα παρουσίας σὲ ἐκδηλώσεις ὁμοτέχνων καὶ ὁμοατέχνων˙ καὶ οὕτω καθεξῆς.

Δὲν θὰ τὰ κάνω ὅλα αὐτά, βέβαια, οὔτε αὐτὴ τὴ φορά. Ὄχι μόνο γιατὶ δὲν τὰ καταφέρνω – καὶ δὲν ἀντέχω – ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἔχω (ἐπιτέλους!) καταλήξει ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει κιόλας ἡ «διάδοση τῆς δουλειᾶς μου» σὲ αὐτούς, καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ἐξάλλου, δὲν εἶμαι λογοτέχνης, δὲν θὰ ἔλεγα ποτὲ σὲ κανέναν ὅτι εἶμαι συγγραφέας, λογοτέχνης ἢ (μὴ χειρότερα!) ποιητής. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἐργάζεται σκληρὰ τριάντα χρόνια τώρα (σὲ ἄσχετο μὲ τὴ λογοτεχνία χῶρο), ποὺ τοῦ ἀρέσει νὰ γράφει ποιήματα καὶ ποὺ στὰ μεσοκοπήματά του ἀποφάσισε νὰ τὰ ἐκδώσει κιόλας.

Βεβαίως, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ρωτήσει (καὶ πράγματι, ἀρκετοὶ ἔχουν ρωτήσει κατὰ καιρούς), «μὰ γιατί τὰ ἐκδίδεις ἂν εἶναι ἔτσι;» – καὶ εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀπορία. Τὴν ἀπάντηση δυστυχῶς δὲν τὴν ξέρω καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καὶ ὁ ἴδιος ἔχω ἀναρωτηθεῖ γιατί ἐπιμένω καὶ γιατί παίζω, ἐξ ἀφετηρίας ἡττημένος, ἐν οὐ παικτοῖς. Φοβᾶμαι πὼς ἴσως ἡ μόνη ἀπάντηση εἶναι πὼς ἐξακολουθῶ, παρὰ τὰ πάντα, πάντα νὰ ἐλπίζω πὼς ὑπάρχει κάπου ὁ μοναχικὸς ἀναγνώστης ποὺ λέει ὁ Φωκᾶς, ὁ ὁποῖος μὲ κάποιον τυχαῖο τρόπο θὰ ἀποκτήσει πρόσβαση στὸ βιβλίο καὶ θὰ δικαιώσει, διαβάζοντας, τὸ ἀπονενοημένο διάβημα τῆς ἔκδοσης.

Ἡ ἐλπίδα, τὸ πιὸ βρώμικο ἀπὸ ὅσα μᾶς δόθηκαν μαρτύρια (ποὺ λέει καὶ τὸ «ἔλεος») εἶναι τὸ πραγματικὸ μαρτύριο τοῦ Ταντάλου, φαίνεται: δὲν πεθαίνει. Δυστυχῶς.

καλολογία

Θυμᾶμαι πρὸ δεκαετιῶν, ὅταν πήγαινα ἀκόμα σχολεῖο, στὸ μάθημα τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας μᾶς ἀνέθεταν πολλὲς φορὲς νὰ ἐντοπίσουμε καὶ νὰ ἀναλύσουμε τὰ “καλολογικὰ στοιχεῖα” ἤ, ἂν ἡ καθηγήτρια ἦταν κάπως πιὸ μοντέρνα, τὰ “σχήματα λόγου” στὰ ποιήματα ποὺ συμπεριλαμβάνονταν στὴ διδακτέα ὕλη. Χρήσιμη ἄσκηση, ἂν καὶ συχνὰ στείρα, καθὼς σχεδὸν ποτὲ δὲν προχωροῦσε ἡ ἀναζήτηση, σχεδὸν ποτὲ δὲν ἀναρωτιόμασταν ἂν λειτουργεῖ, καὶ πῶς λειτουργεῖ, μέσα στὸ ποίημα τὸ κάθε σχῆμα λόγου ποὺ μὲ εὐσυνειδησία οἰ λεγόμενοι καλοὶ μαθητὲς ἐντοπίζαμε.

 

Ἡ ποίηση πάντα χρησιμοποιοῦσε καὶ συνεχίζει νὰ χρησιμοποιεῖ σχήματα λόγου – μεταφορὲς κυρίως, καὶ μετωνυμίες. Ἑνίοτε μὲ μεγάλη ἐπιτυχία, ὅπως σὲ κάποια ποιήματα τοῦ John Donne, ὅπου ὁλόκληρο τὸ ποίημα δομεῖται πάνω σὲ μιὰ μεταφορὰ ποὺ ἀναπτύσσεται κλιμακωτά, καὶ μὲ ἔκπληξη ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι κάθε νέα πτυχή της προστίθεται ἁρμονικὰ στὸ ὅλον ἀποκαλύπτοντας ἀπὸ στίχο σὲ στίχο νέες ὁμοιότητες, πρωτοφανεῖς ἀλλὰ ἀπολύτως ἀναγνωρίσιμες, ἀνάμεσα στοὺς δύο ὅρους τῆς μεταφορᾶς.

 

Φαίνεται, ὅμως, πὼς τῶν περισσότερων ποιητῶν οἱ ἀπαιτήσεις σταματοῦν ἐκεῖ ὅπου σταματοῦσαν καὶ οἱ ἀπαιτήσεις κάποιων ἄμουσων φιλολόγων μας στὸ λύκειο: τοὺς ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ καλολογικοῦ στοιχείου, τοὺς ἐνθουσιάζει ἡ στιγμιαία ἔμπνευση˙ ἡ μεταφορά, ὅσο ἐντυπωσιακὴ κι ἂν εἶναι, ἀφήνεται ἐπὶ ξύλου κρεμάμενη, ὡραία ἀλλὰ ἀδιέξοδη, δηλαδὴ τελικὰ ἀνάρμοστη. Ὑπάρχουν μάλιστα καὶ περιπτώσεις ὅπου ἀμέσως ἀκολουθεῖ ἄλλο, ἀνεξάρτητο τοῦ προηγούμενου, σχῆμα λόγου, καὶ ἀκόμη ἕνα στὸν ἑπόμενο στίχο, κι ἕνα στὸν μεθεπόμενο, ὥστε τὸ ποίημα μετατρέπεται σὲ αὐτάρεσκη ἐπίδειξη καλολογικῆς δεξιοτεχνίας – καὶ πέραν αὐτοῦ, τίποτα.

 

Ἀρέσουν, ἐντούτοις, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα. Θαυμάζονται. Βραβεύονται. Καί, μοιραῖα, ἀναπαράγονται ἀπὸ δεκάδες μωροφιλόδοξους ποιητές. Διότι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Forbidding Mourning τοῦ Donne, ἂς ποῦμε, δὲν ἀπαιτοῦν πολλὰ ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἀπαιτοῦν (καὶ ἐκβιάζουν) μόνο τὸν ἄφωνο θαυμασμό μας γιὰ τὶς ἀλλεπάλληλες καλολογίες τους, τὴν κατάφασή μας ἀπέναντι στὴν προφανὴ δεξιοτεχνία τοῦ δημιουργοῦ τους˙ καὶ τὴν παραίτηση ἀπὸ κάθε ἄλλο αἴτημα. Εὔκολα πράγματα, δηλαδή, ποὺ ἁρμόζουν ἐν τέλει στὴν ἐποχή μας, μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Pound ἀποστρέφεται τὸν σκοτεινὸ ρεμβασμὸ τοῦ ἐσωστρεφοῦς βλέμματος, προκρίνοντας τὴν ταχύτητα καὶ τὴν εὐκολία ἀντὶ τῆς “γλυπτικῆς” τῆς ποίησης.

 

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

λέξεις

Προσπαθῶ νὰ μὴν εἶμαι κατηγορηματικὸς ὅταν μιλῶ γιὰ τὴν ποίηση, δεδομένου ὅτι ἕνα “αἱρετικὸ” καλὸ ποίημα μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὶς ἀπόψεις μας περὶ τοῦ τί εἶναι ποίηση. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται μᾶλλον αὐτονόητο ὅτι τὸ βασικὸ ὑλικὸ τῆς ποίησης εἶναι οἱ λέξεις˙ ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ἀφετηρία εἶναι μιὰ ἰδέα, ἢ μιὰ εἰκόνα, καὶ σὲ πεῖσμα διάφορων βραχύβιων μεταντανταϊστικῶν πειραματισμῶν, ἡ ποίηση συνεχίζει νὰ γράφεται μὲ λέξεις.

 

Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει οὔτε ὅτι ὑπάρχουν λέξεις ποιητικὲς καὶ λέξεις λιγότερο ποιητικές, οὔτε βέβαια ὅτι χρησιμοποιώντας κάποιες συγκεκριμένες λέξεις, ἢ λέξεις ἑνὸς συγκεκριμένου ὕφους, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξασφαλίσει ὅτι αὐτὸ ποὺ γράφει εἶναι πράγματι ποίημα. Καὶ ὅμως, διαβάζοντας κανεὶς ποιητικὲς συλλογὲς ἀνθρώπων ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν τὰ τελευταῖα δέκα – εἴκοσι χρόνια, ἀνακαλύπτει μὲ ἔκπληξη ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τεκμαίρεται ὅτι πιστεύουν πὼς ὑπάρχει κάποιου εἴδους “ποιητικὸ λεξιλόγιο” ποὺ ὀφείλουν νὰ χρησιμοποιοῦν ὥστε νὰ γίνουν δεκτοὶ στὴν παρέα τῶν ποιητῶν. Στὶς πραγματικὰ κακὲς περιπτώσεις, ποὺ εὐτυχῶς σπανίζουν, τὸ ποιητικὸ αὐτὸ λεξιλόγιο θυμίζει κακὴ ποίηση τῶν ἀρχῶν τοῦ προηγούμενου αἰώνα: ἀφουγκράστηκα, καθάριος, ἐντός μου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Στὶς λιγότερο κακὲς περιπτώσεις, τὸ λεξιλόγιο δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως παλαιικό, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι καθημερινό, συχνὰ μάλιστα δὲν εἶναι κἂν γνώριμο στὸν μέσο ἀναγνώστη: ἐπιστρατεύονται λέξεις σπάνιες, λόγιας πάντα καταγωγῆς, ποὺ ἀναπόφευκτα θὰ ὁδηγήσουν πολλοὺς ἀναγνῶστες στὰ λεξικὰ ἢ στὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἀνάγνωσης.

 

Ὅποτε ἔχω ἐκφράσει ἀντιρρήσεις γιὰ τέτοιες γλωσσικὲς ἐπιλογὲς σὲ φίλους ποὺ προσπαθοῦν νὰ γράψουν ποιήματα (καὶ ποὺ τὰ καταφέρνουν, οἱ περισσότεροι, νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εὔνοια τῶν ὁμοτέχνων καὶ τῶν ἀξιολύπητων, κατὰ κανόνα, κριτικῶν μας), οἱ ἀπαντήσεις τους πάντα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν παραδοχὴ ὅτι ἡ ποίηση δὲν προορίζεται γιὰ τὸν “μέσο” ἀναγνώστη, ἀλλὰ γιὰ τὸν καλλιεργημένο, γιὰ τὸν “ἐπαρκή”, γιὰ τὸν ἐπαΐοντα. Οἱ σπάνιες, λόγιες λέξεις αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ δουλειὰ κάνουν: τρομάζουν ὅσους ἀναγνῶστες δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς, τοὺς ἀποκλείουν, ἀλλὰ συγχρόνως τοὺς ἐκβιάζουν νὰ παραδεχθοῦν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἀνεπάρκειά τους καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν ἡττημένοι τὴν ἀνωτερότητα τῆς ποίησης τοῦ συγκεκριμένου ἀκατανόητου γιὰ τοὺς πολλοὺς ποιητῆ˙ οἱ ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἀναγνωρίζουν ἕναν ὅμοιό τους, ἕναν ἀδελφό τους, ἕναν μορφωμένο, μὲ πλούσιο, ποὺ λένε καὶ οἱ δάσκαλοι, λεξιλόγιο, καὶ χαίρονται καὶ καλωσορίζουν τὸν νέο ποιητὴ στὴν παρέα τῶν ἐραστῶν καὶ τῶν δημιουργῶν τῆς ποίησης.

 

Καμμιὰ φορά, βέβαια, οἱ λέξεις ἐκδικοῦνται, τοῦ ἐπίδοξου ποιητῆ τοῦ ξεφεύγουν λάθη στὴν κλίση καὶ στὴ σύνταξη τῶν σπάνιων λέξεων ποὺ ἐπιστράτευσε, ἢ ἀκόμη καὶ ἀστοχίες σημασιολογικές, ἀλλὰ ἡ σύνταξη καὶ ἡ σημασιολογία φαίνεται πὼς δὲν ἔχουν σημασία, οὔτε ἐπιπτώσεις˙ τὸ οὐσιῶδες εἶναι οἱ (κατὰ βάθος ἀνεπαρκεῖς) ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες νὰ θαυμάσουν καὶ νὰ καλοδεχθοῦν, καὶ αὐτοὶ δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τέτοια ψιλὰ γράμματα, ἀκόμη κι ἂν γνωρίζουν γράμματα.

 

Ἄλλοτε πάλι, ἡ ἐμμονικὴ λεξιθηρία δὲν βλάπτει τελικὰ τὸ ποίημα. Ἡ Πλάθ, ἂς ποῦμε, εἶναι γνωστὸ ὅτι ἔγραφε μὲ τὰ λεξικά της ἀνοιχτά. Ἀλλὰ ἐκείνη εἶχε ἐπίσης πάντα ἀνοιχτὰ τὰ μάτια καὶ τὰ αὐτιά της. Καὶ τιθάσευε τὶς λέξεις της, ὥστε οἱ αἰσθήσεις νὰ λειτουργοῦν μέσῳ ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν λέξεων. Ἕνα “αἱρετικὸ” καλὸ ποίημα μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὶς ἀπόψεις μας περὶ τοῦ τί εἶναι ποίηση καὶ τί δὲν εἶναι ποίηση.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]