λέξεις

Προσπαθῶ νὰ μὴν εἶμαι κατηγορηματικὸς ὅταν μιλῶ γιὰ τὴν ποίηση, δεδομένου ὅτι ἕνα “αἱρετικὸ” καλὸ ποίημα μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὶς ἀπόψεις μας περὶ τοῦ τί εἶναι ποίηση. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται μᾶλλον αὐτονόητο ὅτι τὸ βασικὸ ὑλικὸ τῆς ποίησης εἶναι οἱ λέξεις˙ ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ἀφετηρία εἶναι μιὰ ἰδέα, ἢ μιὰ εἰκόνα, καὶ σὲ πεῖσμα διάφορων βραχύβιων μεταντανταϊστικῶν πειραματισμῶν, ἡ ποίηση συνεχίζει νὰ γράφεται μὲ λέξεις.

 

Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει οὔτε ὅτι ὑπάρχουν λέξεις ποιητικὲς καὶ λέξεις λιγότερο ποιητικές, οὔτε βέβαια ὅτι χρησιμοποιώντας κάποιες συγκεκριμένες λέξεις, ἢ λέξεις ἑνὸς συγκεκριμένου ὕφους, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξασφαλίσει ὅτι αὐτὸ ποὺ γράφει εἶναι πράγματι ποίημα. Καὶ ὅμως, διαβάζοντας κανεὶς ποιητικὲς συλλογὲς ἀνθρώπων ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν τὰ τελευταῖα δέκα – εἴκοσι χρόνια, ἀνακαλύπτει μὲ ἔκπληξη ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τεκμαίρεται ὅτι πιστεύουν πὼς ὑπάρχει κάποιου εἴδους “ποιητικὸ λεξιλόγιο” ποὺ ὀφείλουν νὰ χρησιμοποιοῦν ὥστε νὰ γίνουν δεκτοὶ στὴν παρέα τῶν ποιητῶν. Στὶς πραγματικὰ κακὲς περιπτώσεις, ποὺ εὐτυχῶς σπανίζουν, τὸ ποιητικὸ αὐτὸ λεξιλόγιο θυμίζει κακὴ ποίηση τῶν ἀρχῶν τοῦ προηγούμενου αἰώνα: ἀφουγκράστηκα, καθάριος, ἐντός μου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Στὶς λιγότερο κακὲς περιπτώσεις, τὸ λεξιλόγιο δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως παλαιικό, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι καθημερινό, συχνὰ μάλιστα δὲν εἶναι κἂν γνώριμο στὸν μέσο ἀναγνώστη: ἐπιστρατεύονται λέξεις σπάνιες, λόγιας πάντα καταγωγῆς, ποὺ ἀναπόφευκτα θὰ ὁδηγήσουν πολλοὺς ἀναγνῶστες στὰ λεξικὰ ἢ στὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἀνάγνωσης.

 

Ὅποτε ἔχω ἐκφράσει ἀντιρρήσεις γιὰ τέτοιες γλωσσικὲς ἐπιλογὲς σὲ φίλους ποὺ προσπαθοῦν νὰ γράψουν ποιήματα (καὶ ποὺ τὰ καταφέρνουν, οἱ περισσότεροι, νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εὔνοια τῶν ὁμοτέχνων καὶ τῶν ἀξιολύπητων, κατὰ κανόνα, κριτικῶν μας), οἱ ἀπαντήσεις τους πάντα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν παραδοχὴ ὅτι ἡ ποίηση δὲν προορίζεται γιὰ τὸν “μέσο” ἀναγνώστη, ἀλλὰ γιὰ τὸν καλλιεργημένο, γιὰ τὸν “ἐπαρκή”, γιὰ τὸν ἐπαΐοντα. Οἱ σπάνιες, λόγιες λέξεις αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ δουλειὰ κάνουν: τρομάζουν ὅσους ἀναγνῶστες δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς, τοὺς ἀποκλείουν, ἀλλὰ συγχρόνως τοὺς ἐκβιάζουν νὰ παραδεχθοῦν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἀνεπάρκειά τους καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν ἡττημένοι τὴν ἀνωτερότητα τῆς ποίησης τοῦ συγκεκριμένου ἀκατανόητου γιὰ τοὺς πολλοὺς ποιητῆ˙ οἱ ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἀναγνωρίζουν ἕναν ὅμοιό τους, ἕναν ἀδελφό τους, ἕναν μορφωμένο, μὲ πλούσιο, ποὺ λένε καὶ οἱ δάσκαλοι, λεξιλόγιο, καὶ χαίρονται καὶ καλωσορίζουν τὸν νέο ποιητὴ στὴν παρέα τῶν ἐραστῶν καὶ τῶν δημιουργῶν τῆς ποίησης.

 

Καμμιὰ φορά, βέβαια, οἱ λέξεις ἐκδικοῦνται, τοῦ ἐπίδοξου ποιητῆ τοῦ ξεφεύγουν λάθη στὴν κλίση καὶ στὴ σύνταξη τῶν σπάνιων λέξεων ποὺ ἐπιστράτευσε, ἢ ἀκόμη καὶ ἀστοχίες σημασιολογικές, ἀλλὰ ἡ σύνταξη καὶ ἡ σημασιολογία φαίνεται πὼς δὲν ἔχουν σημασία, οὔτε ἐπιπτώσεις˙ τὸ οὐσιῶδες εἶναι οἱ (κατὰ βάθος ἀνεπαρκεῖς) ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες νὰ θαυμάσουν καὶ νὰ καλοδεχθοῦν, καὶ αὐτοὶ δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τέτοια ψιλὰ γράμματα, ἀκόμη κι ἂν γνωρίζουν γράμματα.

 

Ἄλλοτε πάλι, ἡ ἐμμονικὴ λεξιθηρία δὲν βλάπτει τελικὰ τὸ ποίημα. Ἡ Πλάθ, ἂς ποῦμε, εἶναι γνωστὸ ὅτι ἔγραφε μὲ τὰ λεξικά της ἀνοιχτά. Ἀλλὰ ἐκείνη εἶχε ἐπίσης πάντα ἀνοιχτὰ τὰ μάτια καὶ τὰ αὐτιά της. Καὶ τιθάσευε τὶς λέξεις της, ὥστε οἱ αἰσθήσεις νὰ λειτουργοῦν μέσῳ ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν λέξεων. Ἕνα “αἱρετικὸ” καλὸ ποίημα μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὶς ἀπόψεις μας περὶ τοῦ τί εἶναι ποίηση καὶ τί δὲν εἶναι ποίηση.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἀπήχηση

Μελετῶ τὰ τεκμήρια ποὺ φαντάζομαι ὅτι θὰ ἐξετάσουν οἱ φιλόλογοι τοῦ μέλλοντος ἂν ἀποφασίσουν νὰ γράψουν τὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας τοῦ καιροῦ μας: ἐκδοθέντα βιβλία, κείμενα σὲ εἰδικευμένα περιοδικὰ καὶ ἱστότοπους, παρουσιάσεις καὶ κριτικές, συνεντεύξεις λογοτεχνῶν, βραβεῖα, φεστιβάλ, μεταφράσεις σὲ ξένες γλῶσσες, ἀναφορὲς σὲ ἐφημερίδες, ἱστοσελίδες καὶ περιοδικὰ ποικίλης ὕλης. Σαφῶς διακρίνονται τάσεις καὶ σταθερές, καθὼς τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τεκμήρια εἶναι συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Κάποιοι ποιητὲς ἐμφανίζονται σχεδὸν παντοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι λογικὸ καὶ ἀναμενόμενο, δεδομένου ὅτι ἡ δημοσιότητα εἶναι μεταδοτική. Ὁ φιλόλογος τοῦ μέλλοντος θὰ τοὺς δεῖ θέλοντας καὶ μή, θὰ μετρήσει τὴν ἀπήχησή τους καὶ θὰ τοὺς συμπεριλάβει, σὲ ἁρμοζόντως περίοπτη θέση, στὴν ἱστορία ποὺ θὰ συγγράψει.

 

Ψάχνω ὕστερα στὸν ὠκεανὸ τῶν τεκμηρίων γιὰ κάποιους σύγχρονους ποιητὲς ποὺ προσωπικὰ ἔχω πολὺ ἀγαπήσει. Μερικούς, εὐτυχῶς, τοὺς ἀνακαλύπτω εὔκολα: ἔχουν σοβαρὲς ἐλπίδες ἐπιβίωσης, λοιπόν. Ἄλλους, ὅμως, πολὺ ἀγαπημένους, δὲν τοὺς βρίσκω πουθενά. Αὐτοὺς ποὺ τὰ βιβλία τους ἀνακάλυψα τυχαῖα σὲ κάποιο ξεχασμένο ράφι ἑνὸς βιβλιοπωλείου, ὅπου ἔμειναν γιὰ λίγες μέρες καὶ μετὰ πολτοποιήθηκαν. Αὐτὰ τὰ βραχύβια βιβλία ἦσαν τὰ μόνα τεκμήρια τῆς ὕπαρξής τους, σὲ ἐλάχιστες ἕως λίγες ἑκατοντάδες ἀντίτυπα τυπωμένα, ἰδίοις συνήθως ἀναλώμασι –  μὲ ὅλες τὶς σημασίες τῆς λέξης. Ἀπήχηση μηδενική, καὶ λήθη ἐξασφαλισμένη. Αὐτοὶ οἱ ποιητὲς θὰ πεθάνουν μόλις πεθάνει καὶ ὁ τελευταῖος ἀναγνώστης ποὺ ἔτυχε (ἢ φρόντισαν) νὰ τοὺς διαβάσει.

 

Κοινότοπο τὸ συμπέρασμα: τὴν ἱστορία, συμεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας, τὴν γράφουν οἱ νικητές. Ἄξιος ὁ μισθός τους.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἀναμηρυκασμὸς

Διαβάζοντας ποιήματα ποὺ γράφονται καὶ ἐκδίδονται τὰ τελευταῖα χρόνια, συνήθως δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀναγνωρίσω διαφορές˙ ὄχι μόνο διαφορὲς ἀνάμεσα στὰ βιβλία τοῦ ἴδιου ποιητῆ (αὐτὸ ἐξάλλου θὰ ἦταν ἴσως ὑπερβολικὴ ἀπαίτηση στὶς περισσότερες περιπτώσεις) ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διαφορὲς ἀνάμεσα σἐ ποιητὲς ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν, ἂς ποῦμε, πρὶν δέκα ἢ εἴκοσι χρόνια καὶ ποιητὲς ποὺ ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὶς μέρες μας. Καὶ δὲν ὑπαινίσσομαι οὔτε ὅτι κλέβουν, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπροκάλυπτης λογοκλοπῆς, οὔτε ὅτι ἀντιγράφουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μὲ τὴν ἔννοια τῆς δημιουργικῆς ἀντιγραφῆς ποιητικῶν τρόπων καὶ ἀτμόσφαιρας τοῦ τύπου Eliot – Laforgue. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀδυνατῶ νὰ διακρίνω ποιό θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖται, καθὼς τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τῆς ποίησης αὐτῆς εἶναι ἁπλῶς ὅτι εἶναι νερουλή, ἀνιαρή, τετριμμένη.

Φαίνεται σὰν ὁ ἐπίδοξος ποιητὴς νὰ ἔχει μόλις ξαναδιαβάσει ὀλίγη γενιὰ τοῦ ἑβδομήντα, ὀλίγη γενιὰ τοῦ ὀγδόντα καὶ πολλὰ στιχουργήματα συγχρόνων του δημοσιευμένα σὲ περιοδικὰ καὶ διαδικτυακὲς ἀνθολογίες καὶ ἀμέσως μετὰ νὰ ἔχει κάτσει νὰ γράψει κάτι ποὺ νὰ ἀπηχεῖ τὴ γενικὴ ἀτμόσφαιρα, τοὺς ποιητικοὺς τρόπους καί, μὲ ἀρκετὴ χαλαρότητα καὶ συγκρητικὴ διάθεση, τὴν ὅποια θεματολογία τῶν διαβασμάτων αὐτῶν. Στὴν πραγματικότητα, θέμα δὲν ὑπάρχει, ἀφορμὴ δὲν ὑπάρχει, δὲν ἔχει ὑπάρξει ποτὲ ἀνάγκη νὰ ἐκφρασθεῖ ὁτιδήποτε μὲ τρόπο ποιητικό. Ἔχει ὑπάρξει μόνο μιὰ ποιητικὴ φιλοδοξία, ὑποκινούμενη καὶ ὑποδαυλιζόμενη ἀπὸ τὴν παραγωγὴ τῶν ὁμο(α)τέχνων, μιὰ κυνικὴ ἀντίδραση τοῦ τύπου «γιατί αὐτοὶ καὶ ὄχι ἐγώ;», ἡ ὁποία ἔχει ὁδηγήσει στὴν σύνθεση στίχων ποὺ πάντα κάτι ἀορίστως θυμίζουν, ἐνταγμένων προχείρως σὲ ἕνα σύνολο χωρὶς δομὴ καὶ χωρὶς αἰτία, μὲ σαφὴ ἐντούτοις τὴν πρόθεση τοῦ ἐναρμονισμοῦ μὲ τὸ κυρίαρχο μοντέλο, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ καὶ ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἔνταξη τοῦ δημιουργοῦ στὸν κύκλο τῶν ὁμο(α)τέχνων.

Βεβαίως, μιὰ παρόμοια διαδικασία οἰκείωσης καὶ δημιουργικῆς ἀναπαραγωγῆς ἑνὸς ποιητικοῦ προτύπου θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσες, ὑψηλότατης ποιότητας ποιητικὲς συνθέσεις – καὶ πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει συμβεῖ πολλὲς φορὲς στὴν ποίηση, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ἂν μιλήσουμε γιὰ τὴ σχετικὰ πρόσφατη νεοελληνικὴ ποιητικὴ παραγωγή, στὴν περίπτωση τοῦ Τραϊανοῦ καὶ τῆς Plath ἢ τῆς Μαστοράκη καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀνυπαρξία θέματος καὶ ἡ ἀνυπαρξία ἐναύσματος, εἶναι κυρίως ὅτι τὰ ἀκολουθούμενα πoιητικὰ πρότυπα εἶναι καὶ αὐτὰ ἀπεικάσματα ἀπεικασμάτων, κακέκτυπα συνήθως μιμήσεων ἄλλων ποιημάτων, καὶ ἡ ὅποια στιβαρότητα ὑπῆρχε ἐνδεχομένως στὰ μακρινὰ προπατορικά τους κείμενα ἔχει πλέον, μετὰ ἀπὸ καμμιὰ δεκαριὰ ἀναμηρυκασμούς, ξεθωριάσει. Καὶ ὅμως: αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ θολότητα τοῦ ἀέναου ἀναμηρυκασμοῦ φαίνεται ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν ἀποδοχὴ καὶ τὸν ἐγκωμιασμό.

Δὲν ξέρω ἂν τὸ σύμπτωμα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὶς ἀπολύτως νοσηρὲς διαδικασίες ἔκδοσης καὶ διάδοσης τῆς σύγχρονής μας νεοελληνικῆς ποίησης ἣ ἂν ἀποτελεῖ ἐγγενὲς χαρακτηριστικό της. Αἰσιόδοξος, ἐντούτοις, παρὰ τὰ πάντα, εὐελπιστῶ ὅτι ἡ εἰκόνα εἶνα ψευδής, ὅτι στὴν διάθεση καὶ διάδοση ὀφείλεται, καὶ ὅτι σὲ κάποια (ψηφιακὰ πλέον) συρτάρια κρύβονται τὰ πραγματικὰ ποιήματα τῆς ἐποχῆς.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]