Γελοῖοι ἔρωτες

Ἔγραψε ἐκεῖνο τὸ ἰδιαίτερο βιβλίο σὲ κατάσταση παραφορᾶς. Μέρα νύχτα ἔγραφε, ἔσβηνε, ξανάγραφε. Μείνανε στὸ τέλος καμιὰ εἰκοσαριὰ ποιήματα ποὺ πίστευε πὼς αἰχμαλώτιζαν ὅλο του τὸ πάθος. Τὰ τύπωσε σὲ πολυτελὲς χαρτί. Ὕστερα διέγραψε ἐπιμελῶς κάθε ἴχνος τους ἀπὸ τὸν ὑπολογιστή. Παρέδωσε τὸ μοναδικὸ ἀντίτυπο στὸν ἄντρα ποὺ εἶχε ἐμπνεύσει ὅλο ἐκεῖνο τὸ πάθος.  Μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς θὰ τὸν συγκινήσει ἐπιτέλους. Ἐκεῖνος, ἀσφαλῶς, δὲν τὸ διάβασε, οὔτε θὰ τὸ διαβάσει ποτέ. Κατέληξε στὶς ἑρπύστριες κάποιου ἀπορριματοφόρου. Τὸ ἴδιο, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, βράδυ.

Πέρασαν χρόνια. Θυμήθηκε τὸν ἄντρα ἐκεῖνον βλέποντας ἕνα χυδαῖο σήριαλ στὴν τηλεόραση. Θυμήθηκε τὸ πρόσωπό του, τὴ φωνή του, τὶς κινήσεις του. Θυμήθηκε τὴ διάψευση καὶ τὴ θλίψη. Καὶ ἀπόρησε, καθὼς ἦταν πιὰ σαφὲς ὅτι ὁ ἄξεστος ἐκεῖνος ἄντρας ποτὲ δὲν ὑπῆρξε ἀξιέραστος.

Ἀπὀ τὰ ποιήματα δὲν μπόρεσε νὰ θυμηθεῖ οὔτε στίχο. Ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ εἶχε σημασία, καθὼς εἶχαν περάσει πιὰ τὰ χρόνια καὶ τίποτε δὲν εἶχε σημασία. Μιὰ νομοτελειακὴ αἴσθηση γελοιότητας περιέβαλλε πλέον τόσο τὶς ἀναμνήσεις ὅσο καὶ τὶς ἀπώλειες.

Limbo

ἔρχεται καὶ φεύγει
σὰν πνοὴ ἀνέμου

δὲν ξέρω ποτὲ
ἂν εἶναι ἐδῶ
ἂν ἦταν ἐδῶ πρὶν λίγο
ἂν ἔχει φύγει
ἂν ἦρθε ποτὲ

δὲν ρωτῶ
εἶδες κάτι
ἄκουσες κάτι

κρατῶ κρυφὴ
τὴν πιθανότητα
αὐτῆς τῆς παραίσθησης
ἢ αὐτῆς τῆς παρουσίας

τὸ βλέμμα μου βέβαια
δὲν ἑστιάζει ὅπως κάποτε πιὰ

γι᾽αὐτὸ συχνὰ
φορῶ μαῦρα γυαλιὰ


ὅσο μπορῶ
κρατῶ κρυφὴ
τὴν ἀρρώστια

Τρία ποιήματα ἀπὸ τὸ Ἑρπετὸ

Αἰωνιότητα


Βγαίνω τὶς νύχτες μόνο
ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει
συρρικνωμένος
μὲ ζαρωμένο πρόσωπο
εἶναι ψέμματα ὅσα λένε
πὼς ἐπιτίθεμαι
ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἀφήνομαι
περπατῶ ἀργὰ καὶ ἄσκοπα
καὶ περιμένω.


Συνήθως ἔρχονται γελώντας
νέοι, στιβαροί,
παίζουν μαζί μου
μοῦ βάζουν τρικλοποδιὲς
πέφτω
δὲν προσπαθῶ νὰ ξανασηκωθῶ
πέφτουν κι αὐτοὶ ἐπάνω μου
γελώντας ἀκόμα
δὲν ἀντιστέκομαι
μπλέκονται τὰ μέλη μας
τὰ σώματα ἑνώνονται ὀδυνηρά.


Ὣς τὸ πρωὶ συνεχίζονται
οἱ λαγνουργίες.


Μὲ τὸ πρῶτο φῶς τοῦ ἥλιου σηκώνομαι.
Χωρὶς ρυτίδες πιὰ
χωρὶς κάματο.
Μὲ γρήγορο βῆμα ἐπιστρέφω
εὐθυτενὴς
σχεδὸν πετώντας
στιβαρὸς
στὴν ὑπόγεια κατοικία μου
τὴ φονική μου αἰωνιότητα νὰ ἀναπαύσω.


Τσίρκο


Ἔβλεπα συχνὰ
αὐτὸ τὸ ἐξαίσιο ὄνειρο:
δούλευα σὲ τσίρκο τοῦ παληοῦ καιροῦ
κι ἑτοιμαζόμουν γιὰ τὴν πρεμιέρα.


Εἶχαν ἤδη μαζευτεῖ πλῆθος
τερατώδεις ἄνθρωποι νὰ μᾶς δοῦν
νὰ μᾶς χλευάσουν.


Στὰ παρασκήνια ἦσαν ὅλοι ὅπως πάντα
φοβισμένοι,
ἡ ἀσώματος κεφαλὴ εἶχε βουβαθεῖ
ἡ γυναίκα μὲ τὰ μούσια ὀδυρόταν
τὸ κοριτσάκι μὲ τὸ κεφάλι μαϊμοῦς ἔτρεμε
τὸ ἀγόρι μὲ τὸ δέρμα φιδιοῦ ξεφλούδιζε.


Ἐγώ, ἐντούτοις,
ἀνυπομονοῦσα ν᾽ἀνέβω στὴ σκηνή.


Βδομάδες τώρα διαφήμιζαν τὸ νούμερό μου
γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορά, διαλαλοῦσαν,
τὸ πιὸ φρικτὸ ἔκτρωμα τοῦ Σιὰμ
ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ ὀχτὼ ἄκρα καὶ τὰ δύο κεφάλια
ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ δύο κορμιὰ
θὰ ἐμφανιστεῖ ἐνώπιόν σας
γυμνὸς ὅπως τὸν γέννησε ἡ μάνα του
θ᾽ἀποκαλύψει τί κρύβει κάτω
ἀπὸ τὰ παντελόνια του.


Ὅταν ἦρθε ἐπιτέλους ἡ σειρά μου
ἔκλαιγαν ὅλοι μὲ λυγμοὺς στὰ παρασκήνια.
Ὁ μεγάλος Σαρτόρι περίμενε ἤδη στὴ σκηνή,
τὰ τύμπανα ἔπαιζαν
οἱ προβολεῖς ἔπεσαν ὅλοι πάνω μου.
Ἔβγαλα χωρὶς καθυστερήσεις τὸν μανδύα μου
ἔκανα μιὰ περιστροφὴ καὶ μιὰ ὑπόκλιση
στὶς κερκίδες ἐπευφημοῦσαν τὰ τέρατα
σκαρφάλωσα στὸ χρυσοποίκιλτο βάθρο τοῦ Σαρτόρι
ξάπλωσα μέσα στὸ κουτὶ
ἔκλεισα τὰ μάτια
καὶ περίμενα νὰ μὲ κόψει
ἤξερα πόσο ἀτζαμὴς ἦταν ὁ ταχυδακτυλουργὸς
ἤξερα πὼς δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ τὰ καταφέρει
καὶ ἀγαλλιοῦσα.


Δὲν ξέρω ἂν ἔφταιγε κάποιος στιγμιαῖος φόβος
ἢ ὁ δικαιολογημένος μου ἐνθουσιασμὸς
πάντα ὅμως ξυπνοῦσα τὴν κρίσιμη στιγμὴ
ποὺ ὁ Σαρτόρι ξεκινοῦσε τὸ πριόνισμα.


Ἀρτιμελὴς κοιμόμουν, ἀρτιμελὴς ξυπνοῦσα
μὲ τὰ ὀχτώ μου ἄκρα καὶ τὰ δύο μου κεφάλια
μὲ τὰ δύο μου κορμιὰ
μὲ τὰ πρόστυχα, αἱματώδη γεννητικά μου ὄργανα
πλῆθος τερατώδεις ἄνθρωποι
μὲ χλεύαζαν
μέσα στὰ ὄνειρα καὶ ἔξω.


Νόσος


Δὲν ἔχω πόδια οὔτε χέρια
μοῦ τὰ κόψανε
ὕστερα ἔχασα τὴ μιλιά μου
ὕστερα τὴν ὅραση.


Ἐλάχιστα εἶναι αὐτὰ
ποὺ μὲ συνδέουν πιὰ μὲ τὸν κόσμο:
ἡ ὄσφρηση, ἡ γεύση
ἡ ἁφὴ ἂν εἶμαι τυχερὸς
κυρίως, ὅμως, τὰ μηχανήματα ποὺ μὲ συντηροῦν
καὶ πληροφοροῦν τοὺς νοσηλευτὲς
γιὰ τὴν κατάστασή μου.


Ἂν καὶ ἡ κατάστασή μου εἶναι δεδομένη
καὶ ἀπαράλλακτη.
Δὲν ξέρω πότε ἀκριβῶς κοιμᾶμαι καὶ πότε ξυπνῶ,
δὲν μετακινοῦμαι,
τὸ μόνο ποὺ μοῦ συμβαίνει
ποὺ πραγματικὰ συμβαίνει
ποὺ ἔχει κάποια σημασία
εἶναι ὅταν ἔρχεται καὶ μὲ ἀγγίζει
ὄχι γιατρὸς οὔτε νοσηλευτὴς
ἀλλὰ κάποιος ποὺ μὲ γνώριζε ἀπὸ παληὰ
καὶ μὲ ἀγαποῦσε μᾶλλον.


Τὶς δικές του θωπεῖες μετρῶ, προσπαθῶ
κάπως νὰ ὑπολογίσω τὸν χρόνο
ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπίσκεψή του ὣς τὴν ἑπόμενη
νὰ δημιουργήσω μιὰ προσδοκία
μιὰν αἰτία
ἀλλὰ μᾶλλον λιγοστεύει καὶ ὁ νοῦς μου
δὲν γνωρίζω ἂν ἔφυγε πρὶν λίγα λεπτὰ
ἢ πρὶν πολλὲς ὧρες
ἂν θὰ ξανάρθει αὔριο
ἢ σὲ λίγο. Εἷμαι, ὅμως, βέβαιος
πὼς θὰ ξανάρθει.


Ἴσως κάποτε ὑπήρξαμε ἐραστὲς
ἴσως καὶ τώρα θὰ μπορούσαμε
ἂν ἀνταποκρινόταν τὸ σῶμα
αὐτὸ τέλος πάντων ποὺ μοῦ ἔμεινε
ἂν μποροῦσα νὰ δῶ τὰ μάτια του
ἂν δὲν ἤμουν ἐδῶ
ἂν δὲν φοβόμασταν τὶς συνέπειες
στὴν κατάστασή μου.


Ἀλλὰ δὲν ἔχω χέρια
δὲν ἔχω μάτια
δὲν ἔχω νοῦ.
Ἀνανταπόδοτες μένουν οἱ θωπεῖες
καίτοι ἐπίμονες, καθημερινές.


Μὲ ἀγαπάει.
Αὐτὴ ἡ προσδοκία μὲ κρατάει.

[πρώτη δημοσίευση στὸ περιοδικὸ Χάρτης, τεῦχος 27, Μάρτιος 2021]