animalia paradoxa: pearls

Μοιάζω μὲ στρείδι
μαλακὸ καὶ φιλόξενο
κάτω ἀπὸ τὸ σκληρό μου ὄστρακο.

Δὲν εἶναι γιὰ τὴ διαιώνιση τοῦ εἴδους
ποὺ σᾶς προσεγγίζω.
Μόνος μου διαιωνίζομαι,
ἑρμαφρόδιτος σὰν στρείδι.

Γιὰ τὴν ἀπόλαυση μόνο
γιὰ τὴν ἡδονὴ πρόκειται:
κατὰ βούληση ἀνοίγω τὸ ὄστρακο 
σᾶς δέχομαι στὸ μαλακό μου ὑπογάστριο
καὶ κλείνω
καὶ σφίγγω
καὶ πάλλομαι γύρω σας,
chanaan dans les moiteurs enclos.

Μετὰ τὴν ἐρωτοπραξία
τὸ στρείδι παραμένει περίκλειστο
κι αἰχμάλωτα γιὰ πάντα τῶν ἐραστῶν 
τὰ εὔρωστα μέλη.

Λαμπερὰ μαργαριτάρια πιά.

animalia paradoxa: τὸ πρόσωπο

Μὲ μιὰν ἐπιδέξια κίνηση, ἕναν ἑλιγμὸ
ἀφήνω τὸ ἄρρωστο σῶμα μου πίσω.

Κρατῶ μόνο τὸ κεφάλι –
εἶμαι πλέον μία ἀσώματος κεφαλή.

Eὐφρόσυνη ἦταν ἡ ἐγκατάλειψη,
εὐπρόσδεκτος ὁ ἀποχωρισμός.

Ἀσύστολα τώρα
ἀκκίζομαι
ἐρωτεύομαι
παραδίνομαι.

Τὸ βλέμμα μου σαγηνεύει
τὰ φιλιά μου αἰχμαλωτίζουν.

Ἀλλεπάλληλοι ἐραστὲς
μὲ κρατοῦν ὁλόκληρο στὰ δυό τους χέρια
πότε μπροστὰ στὰ πρόσωπά τους
πότε στὸ λαιμὸ
πότε στὸ στέρνο
καὶ πρόθυμα πάντα ἀνασπάζομαι
μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ
θαυμάζω καὶ ἀγαλλιῶ.

Ἀδιάφορος γιὰ τὸ ἀπὸν σῶμα.

Ἔχω τὸ πρόσωπο, τὰ μάτια μου, τὸ στόμα,
ἔχω ὅλα ὅσα χρειάζεται κανεὶς
καθὼς μὲ στοργὴ μὲ σηκώνει ψηλὰ 
καὶ ἀπεγνωσμένα μοῦ μιλάει ὁ τελευταῖος:
ἕνας εὐσταλὴς τριαντάχρονος Ἅμλετ.

Ἀντανακλάσεις: Σ

Κοιτοῦσα στὸ ἴντερνετ μιὰ φωτογραφία τῆς παρτιτούρας τοῦ 4.33. Ἦταν, φυσικά, κενή. Ἐντούτοις, αὐτὸ ποὺ μὲ ἐντυπωσίασε δὲν ἦταν ἡ κενότητα τῆς παρτιτούρας, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της. Γιατί, ἀναρωτήθηκα, ὑπῆρχε παρτιτούρα γιὰ ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο προγραμματικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει παρτιτούρα, καθὼς τὸ νόημά του εἶναι ὁ ἦχος ποὺ προκύπτει, διαφορετικὸς κάθε φορά, κατὰ τὴν ἐκτέλεσή του καὶ ὄχι ὁ ἦχος ποὺ ἔχει σχεδιάσει καὶ ὑπαγορεύει πρὸς τὸν ἐκτελεστὴ ὁ δημιουργός;

Διότι στὸ 4.33 ὑποτίθεται ὅτι ὁ συνθέτης ἔχει περιορίσει τὸν ρόλο του στὸ ἐλάχιστο: ἡ σύνθεση, ἂν μπορεῖ ἀκόμη νὰ ὀνομάζεται ἔτσι, προβλέπει μόνον ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ ἔργου εἶναι τέσσερα λεπτὰ καὶ τριάντα τρία δευτερόλεπτα. Ἡ «παρτιτούρα» ἐν προκειμένω ἐξαντλεῖται στὸν τίτλο, ὡς πρόθεση τὸ ἔργο συμπίπτει μὲ τὸ ὄνομά του: 4.33. Αὐτό, βεβαίως, ποὺ προσλαμβάνει ὁ δέκτης εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴ σιωπή, καὶ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ ἀκουστικό, καίτοι τὸ ἔργο αὐτοσυστήνεται ὡς μουσικὴ σύνθεση σὲ τρία μέρη, ἐνῶ ὁ συνθέτης ἔχει ἰσχυρισθεῖ (καὶ ἔχει ἐπίσης ὑποστηρίξει θεωρητικὰ) ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἤχους ποὺ μοιραῖα ἀκούγονται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς (μὴ) ἐκτέλεσης στὴν αἴθουσα συναυλιῶν.

Ἂν φαντασθοῦμε ἕναν ἀθῶο ἀκροατή, ἐντούτοις, ποὺ προσέρχεται στὴν αἴθουσα συναυλιῶν γιὰ τὴν πρώτη ἐκτέλεση τοῦ ἔργου, χωρὶς νὰ ἔχει πληροφορηθεῖ τίποτε περὶ τοῦ περιεχομένου του ἢ περὶ τῶν προθέσεων τοῦ δημιουργοῦ, θὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἐπιπροσθέτως τῶν ἤχων τῆς αἴθουσας, δομικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου ἀποτελοῦν οἱ συμβάσεις τῆς ἐκτέλεσής του σὲ μιὰ τέτοια αἴθουσα, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀμφίεση τοῦ σολίστα, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀμφίεση τοῦ κοινοῦ, καὶ κυρίως ἡ ἔκπληξη τοῦ κοινοῦ, οἱ ἀντιδράσεις του, οἱ ἐκφράσεις τῶν προσώπων τῶν ἀκροατῶν, ἡ κενὴ ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ σολίστα.

(Τὸ ἔργο ἔχει συζητηθεῖ βεβαίως ἐκτενῶς ἀπὸ τὴν Sontag, στὴν περίφημη Αἰσθητικὴ τῆς Σιωπῆς, τὴν ὁποία μετέφρασε στὰ ἑλληνικὰ ἡ ἀγαπημένη μου, ἂν καὶ μέτρια ποιήτρια, Νανὰ Ἠσαΐα. Ἀλλὰ ἡ Sontag σφάλλει. Καὶ ἡ Ἠσαΐα ἀγνοεῖ. Δὲν πρόκειται γιὰ ἔργο σιωπῆς, ἀκόμη καὶ ἂν ληφθεῖ ὑπόψη ἡ ἀνάλυση τῆς Sontag. Πρόκειται, ἀντιθέτως, γιὰ ἔργο αὐτοσκόπησης.)

Ὁ ὑποψιασμένος, δηλαδὴ ἐνημερωμένος, ἀκροατής, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει λόγους νὰ προσέλθει στὴν αἴθουσα συναυλιῶν: τὸ νόημα τοῦ ἔργου εἶναι δεδομένο˙ ἐφόσον γνωρίζει κανεὶς περὶ τίνος πρόκειται, κατέχει ἤδη τὸ ἔργο.  Παρ᾽ὅλα αὐτά, ὑπάρχουν ἀρκετὲς ἠχογραφήσεις, μὲ πληροφορεῖ ἡ wikipedia, ἀκόμη καὶ διασκευὲς τοῦ ἔργου, καθὼς καὶ διάφορες ἐκδοχὲς τῆς παρτιτούρας, ἐκ τῶν ὁποίων τοὐλάχιστον μία ἀγνοεῖται.

Αὐτὸ ποὺ κυρίως μὲ ἐνδιαφέρει, ὡς ἄνθρωπο ποὺ δὲν σκαμπάζει ἀπὸ μουσική, οὔτε ἀπὸ ζέν, οὔτε ἀπὸ μεταεννοιακὴ τέχνη, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀγνοούμενη παρτιτούρα τοῦ 4.33, διότι μοῦ φαίνεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπώλεια ἐνσωματώνει πολὺ ἐναργέστερα τὸ ἔργο ἀπὸ τὶς παρτιτοῦρες ποὺ σώζονται.