Πέτρος

Τὸ πρῶτο ποὺ πρόσεξα ἦταν τὸ μπλουζάκι ποὺ φοροῦσε, ἕνα ἐφαρμοστὸ μακὸ μπλουζάκι, φούξια ἢ κάποιο ἀντίστοιχο πολὺ ἔντονο, πολὺ φωτεινὸ χρῶμα, ποὺ μοιραῖα τραβοῦσε ὅλα τὰ βλέμματα, ἰδιαίτερα μάλιστα καθὼς διασταυρωθήκαμε σὲ ἕνα σκοτεινὸ σοκάκι στὰ Φηρά, ὅπου δὲν ὑπῆρχαν φῶτα καὶ χρώματα, γύρισα καὶ τὸν κοίταξα, ὄχι μόνο στὸν θώρακα ποὺ φωσφόριζε ἀλλὰ καὶ στὸ πρόσωπο, κατάματα, καὶ μὲ κοίταξε κι αὐτός, μὲ περιέργεια ἴσως γιὰ τὴν ἀδιακρισία τοῦ βλέμματός μου, καὶ δὲν μιλήσαμε, ἀλλὰ τὰ μάτια του, τὰ μάτια του ἦσαν τὰ πιὸ φωτεινὰ μάτια ποὺ ἔχω δεῖ ποτέ, στὸ τέλος ἔβγαλα ἕνα τσιγάρο καὶ τοῦ ζήτησα ἀπὸ ἀμηχανία φωτιὰ κι ἐκεῖνος μοῦ ἄναψε μὲ ἕναν ἀναπτήρα zippo κι ὕστερα συνέχισε ὁ καθένας τὸν δρόμο του καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ νύχτα, κάθε βράδυ στὸ νησί, ὅπου κι ἂν πήγαινα, ἔψαχνα μάταια νὰ ξαναβρῶ τὸ πρόσωπο αὐτὸ μὲ τὰ βαθιὰ πράσινα μάτια, κι ἀκόμα κι ὅταν ἐπέστρεψα στὴν Ἀθήνα, κάθε φορὰ ποὺ περπατοῦσα σὲ σκοτεινὸ δρόμο τὴ νύχτα, σταματοῦσα κάθε δυὸ βήματα καὶ κοίταζα τριγύρω μήπως καραδοκεῖ πουθενά, ἀλλὰ δὲν τὸν ξαναεῖδα σὲ κανέναν σκοτεινὸ δρόμο, μέρα μεσημέρι τὸν εἶδα, ἕξι μῆνες μετά, καταχείμωνο, ὡς ἐκ θαύματος μέσα σὲ ἕνα λεωφορεῖο στὰ Πατήσια καὶ φοροῦσε ἕνα χακὶ παλτὸ καὶ μαῦρο κασκὸλ χοντρὸ καὶ μαῦρο σκουφί, μόνο τὰ μάτια  του φαίνονταν, ἀλλὰ ἔφταναν, τὰ μάτια του ἀναγνώρισα, τὰ μάτια του θυμήθηκα, καὶ τὸν πλησίασα καὶ τοῦ μίλησα καὶ τοῦ εἶπα σὲ θυμᾶμαι ἐσένα, ἤσουν τὸ καλοκαίρι στὴ Σαντορίνη, καὶ φυσικὰ ἐκεῖνος δὲν μὲ θυμόταν, τί νὰ θυμηθεῖ, καμμιὰν ἀξιομνημόνευτη ἔνταση δὲν εἶχε ποτὲ τὸ παρουσιαστικό μου, παρ᾽ὅλα αὐτὰ πιάσαμε τὴν κουβέντα, ὕστερα κατεβήκαμε μαζὶ ἀπὸ τὸ λεωφορεῖο, πήγαμε καὶ ἤπιαμε μπίρες σὲ ἕνα καφενεῖο στὴν ὁδὸ Ἀχαρνῶν, ὅπου οἱ θαμῶνες ἦσαν κατὰ κύριο λόγο ἑξηντάρηδες ποὺ ἔπαιζαν πρέφα, ἐκεῖ ὁ Πέτρος δὲν μοῦ μίλησε σχεδὸν καθόλου γιὰ τὸν ἑαυτό του, νομίζω τὸ μόνο ποὺ ἔμαθα γι᾽αὐτὸν ἦταν τὸ ὄνομά του καὶ πὼς στὴ Σαντορίνη ἔμεινε μόνο δύο μέρες, δὲν ξέρω γιὰ τί μιλούσαμε, μείναμε ὅμως ὧρες στὸ καφενεῖο, ἤπιαμε δεκάδες μπίρες κι ὅταν φύγαμε εἶχε πιὰ βραδιάσει, δὲν χωριστήκαμε ἐντούτοις, πήραμε μαζὶ ἕνα ἄλλο λεωφορεῖο καὶ πήγαμε σὰν νὰ τὸ εἴχαμε συμφωνήσει στὸ σπίτι του στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, μιὰ παληὰ διπλοκατοικία μὲ αὐλή, ὁ Πέτρος ξεκλείδωσε, ἔβαλε χέβυ μέταλ μουσικὴ νὰ παίζει δυνατά, ἔβγαλε τὰ ροῦχα του καὶ μοῦ εἶπε «γδύσου κι ἐσύ, κάνει ζέστη ἐδῶ» καὶ πράγματι τὸ σπίτι του ἦταν ἀπροσδόκητα ζεστό, ὅπως κάποια πέτρινα σπίτια σὲ χωριὰ μὲ τεράστιες σόμπες πετρελαίου, μείναμε λοιπὸν καὶ οἱ δύο μὲ τὰ μποξεράκια, καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση πόσο λευκὸ καὶ ἄτριχο ἦταν τὸ στέρνο του, ἡ τριχοφυία του ξεκινοῦσε ξαφνικὰ ἀπὸ τὸν ἀφαλὸ μὲ μιὰ στενὴ μαύρη γραμμὴ νὰ κατεβαίνει στὸ ὑπογάστριο, καὶ πρέπει τὸ βλέμμα μου νὰ καρφώθηκε μὲ ἀσυνήθιστη ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ δικά μου μέτρα ἀδιακρισία στὸ ὑπογάστριό του, γιατὶ μὲ ρώτησε γελώντας «θέλεις νὰ δεῖς καὶ τὸ ὑπόλοιπο;» καὶ ἔβγαλε περιχαρὴς τὸ μποξεράκι του πρὶν ἀπαντήσω, καὶ φυσικὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελα, ἤθελα νὰ τὸν δῶ ὁλόκληρο, ὁλόγυμνο, νὰ τὸν θαυμάσω, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔφτανε αὐτό, πέταξα λοιπὸν κι ἐγὼ τὸ ἐσώρουχό μου καὶ πήγαμε στὸ κρεββάτι, ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ μὲ φιλάει καὶ νὰ μὲ χαϊδεύει, τὸν σταμάτησα, «φῶτα,» εἶπα, «ἄναψε τὰ φῶτα», γιατὶ ἡ ἀνάγκη μου νὰ βλέπω τὰ μάτια του ὑπερνικοῦσε τὴ ντροπή μου γιὰ τὸ πλαδαρὸ κορμί μου, καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔνοιωσα πὼς τὸ σῶμα μου, τὸ σῶμα μου, ὄχι τὰ ἄλλα μου θέλγητρα, αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶχα μάθει νὰ ζῶ, ὄχι τὸ μυαλό μου, οὔτε ὁ τρόπος ποὺ μιλοῦσα, πρώτη φορὰ ἔνοιωσα πὼς τὸ σῶμα μου μόνο του μποροῦσε νὰ ἐξάψει τὸν πόθο, διότι ὁ Πέτρος δὲν ἤξερε τίποτα γιὰ μένα, δὲν εἶχα κἂν προσπαθήσει νὰ τὸν σαγηνεύσω, γνωριζόμασταν λίγες μόνο ὧρες, καὶ ὅμως τὸ χέρι του ἦταν ἤδη στὸν ποῦτσο μου, ἐπίμονο καὶ ἀποτελεσματικό, ἐνῶ τὰ μάτια του περιπλανιοῦνταν μὲ ἐπιδοκιμασία στὸ σῶμα μου καὶ τὸ πιὸ ἐκπληκτικὸ ἦταν πὼς τὸ δικό  του σῶμα ἀνταποκρινόταν θεαματικὰ στὰ ἐρεθίσματα αὐτὰ τῆς ὅρασης καὶ τῆς ἁφῆς, σπαρταροῦσε τὸ σῶμα του, καὶ ὁ ποῦτσος του ἦταν κι αὐτός, σὰν τὸν δικό μου,  ὁλόρθος, σκληρὸς καὶ ἕτοιμος νὰ ἐκραγεῖ καίτοι οὔτε ὁ ἴδιος οὔτε ἐγὼ τολμούσαμε νὰ τὸν ἀγγίξουμε, κι ὄταν ἔγειρα καὶ τοῦ φίλησα τὸ στῆθος πράγματι ἐξερράγη, ἕνας λευκὸς πίδακας χαρᾶς, κι αὐτὴ ἡ ἀθώα καὶ τόσο αὐθόρμητη ἀπόκριση τοῦ σώματός του μὲ κατέκτησε ἐντελῶς καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἤξερα πὼς ἤθελα νὰ περάσω πολλὲς ἀκόμη νύχτες στὸ στενὸ μονὸ κρεββάτι τοῦ Πέτρου, μὲ τὰ φῶτα ἀναμμένα, καὶ πὼς θὰ τὸν ἀκολουθοῦσα ὅπου κι ἂν πήγαινε καὶ θὰ κοιτοῦσα χωρὶς συστολὴ τὰ μάτια του, ὅπου κι ἂν βρισκόμασταν, γιὰ νὰ θυμᾶμαι πῶς αὐτὰ τὰ μάτια μὲ κοιτοῦσαν ὅταν ξαπλώναμε γυμνοί, καὶ πράγματι τὶς ἑπόμενες ἑβδομάδες ἤμασταν ἀχώριστοι, καὶ κάθε φορὰ ποὺ συναντιόμασταν, ἀκόμη κι ὅταν μὲ πήγαινε στὸ φρικτὸ μπὰρ τῶν χεβιμεταλλάδων στὸ Χαλάνδρι καὶ μὲ σύστηνε μὲ τὸ ὄνομα ποὺ σιχαινόμουν, «ὁ Τζώρτζης, τὸ ἀγόρι μου» στοὺς φίλους του, ἀκόμη καὶ τότε αἰσθανόμουν ἀναιδῶς, ἀπροκάλυπτα, σωματικὰ ἐρωτευμένος μὲ τὸν Πέτρο, κι ὅταν κάποτε τσακώθηκε μὲ τὴ μάνα του καὶ καθὼς πίναμε μπίρες μὲ κάτι φίλους του μᾶς εἶπε «θὰ τὴ σφάξω τὴ σκρόφα» κραδαίνοντας μιὰ φαλτσέτα, καὶ οἱ φίλοι του μὲ μιὰ φωνὴ ἀπάντησαν «τῆς ἀξίζει τῆς πουτάνας», δὲν ἔφυγα, ἀντιθέτως, παρὰ τὴν ἔκπληξη καὶ τόν, ἂς τὸ παραδεχθῶ, τρόμο μου, καθὼς ξαφνικὰ συνειδητοποίησα πὼς τὸ ἐννοοῦσε καὶ πὼς ἀναμφίβολα ἦταν ἱκανὸς γιὰ σφαγή, τὸν ἀγκάλιασα καὶ τὸν φίλησα μπροστὰ σὲ ὅλον τὸν κόσμο καὶ τὸν ἀκολούθησα στὸ σπίτι του τὸ ἴδιο βράδυ ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα βράδια καὶ τὸν ἔσφιξα στὴν ἀγκαλιά μου καὶ τὸν ἄφησα νὰ κλάψει ὅσο ἤθελε καὶ κοιμήθηκα μαζί του καὶ τὸ πρωὶ τοῦ ἔφτιαξα καφὲ καὶ τὸν κέρασα τσιγάρο καὶ ὅταν ἔφυγα δὲν εἶχα κανένα σκοπὸ νὰ φύγω γιὰ πάντα, κάθε ἄλλο, «θὰ σὲ πάρω τὸ ἀπόγευμα» τοῦ εἶπα, ἀλλὰ ὁ Πέτρος δὲν ξαναπάντησε στὸ τηλέφωνο, οὔτε τὸ ἀπόγευμα οὔτε τὸ βράδυ, καὶ δὲν ξαναεμφανίστηκε πουθενά, οὔτε κἂν στὸ φρικτὸ μπὰρ τῶν χεβιμεταλλάδων, στὸ σπίτι του δὲν ἔμενε πιὰ κανείς, καὶ κανεὶς δὲν ξέρει τί ἀπέγινε, χάθηκε καὶ δὲν τὸν ξαναεῖδα ποτέ.

[ὁ «Πέτρος» εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ εἴκοσι τέσσερα ἀνακαλυπτήρια ποὺ συμπεριλαμβάνονται στὸ Ἑρπετό μου]

Louise Glück, Μιὰ ἀνάμνηση

Ὑπέφερα ἀπὸ μιὰ νόσο

τῆς ὁποίας τὰ αἴτια ποτὲ δὲν προσδιορίστηκαν

ἂν καὶ μοῦ ἦταν ὅλο καὶ πιὸ δύσκολο νὰ συνεχίσω νὰ ὑποκρίνομαι

ὁμαλότητα, καλὴ ὑγεία ἣ χαρὰ τῆς ζωῆς –

Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς ἤθελα νὰ κάνω παρέα μόνο μὲ ὅσους ἦσαν σὰν ἐμένα

Ἔψαχνα παντοῦ νὰ τοὺς βρῶ, κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια

καὶ δὲν ἦταν καθόλου εὔκολο

καθὼς ἦσαν ὅλοι κρυμμένοι ἢ μεταμφιεσμένοι.

Στὸ τέλος ὅμως βρῆκα κάποιους ὁμοίους μου

καὶ πότε πότε πήγαινα περίπατο

στὸ ποτάμι μὲ ὅποιον εὐκαιροῦσε

καὶ τοῦ μιλοῦσα μὲ μιὰ εἰλικρίνεια ποὺ εἶχα σχεδὀν ξεχάσει —

Ἐντούτοις, τὶς περισσότερες φορὲς σωπαίναμε, προτιμούσαμε

τὸ ποτάμι ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε —

Στὶς ὄχθες χόρευε τὸ χορτάρι μὲ τὸ φθινοπωρινὸ ἀεράκι.

Καὶ μοῦ θύμιζε, νόμιζα, ἕνα τοπίο

ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία, ἀλλὰ

δὲν ὑπῆρχε ποτάμι στὴν παιδική μου ἡλικία,

μόνο σπίτια καὶ κῆποι. Ὁπότε τὸ πιθανότερο εἶναι

πὼς ἐπέστρεφα στὸν καιρὸ ἐκεῖνο

πρὶν ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, στὴ λήθη, ἴσως

αὐτὸ νὰ ἦταν τελικὰ τὸ ποτάμι ποὺ θυμόμουν.

Γελοῖοι ἔρωτες

Ἔγραψε ἐκεῖνο τὸ ἰδιαίτερο βιβλίο σὲ κατάσταση παραφορᾶς. Μέρα νύχτα ἔγραφε, ἔσβηνε, ξανάγραφε. Μείνανε στὸ τέλος καμιὰ εἰκοσαριὰ ποιήματα ποὺ πίστευε πὼς αἰχμαλώτιζαν ὅλο του τὸ πάθος. Τὰ τύπωσε σὲ πολυτελὲς χαρτί. Ὕστερα διέγραψε ἐπιμελῶς κάθε ἴχνος τους ἀπὸ τὸν ὑπολογιστή. Παρέδωσε τὸ μοναδικὸ ἀντίτυπο στὸν ἄντρα ποὺ εἶχε ἐμπνεύσει ὅλο ἐκεῖνο τὸ πάθος.  Μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς θὰ τὸν συγκινήσει ἐπιτέλους. Ἐκεῖνος, ἀσφαλῶς, δὲν τὸ διάβασε, οὔτε θὰ τὸ διαβάσει ποτέ. Κατέληξε στὶς ἑρπύστριες κάποιου ἀπορριματοφόρου. Τὸ ἴδιο, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, βράδυ.

Πέρασαν χρόνια. Θυμήθηκε τὸν ἄντρα ἐκεῖνον βλέποντας ἕνα χυδαῖο σήριαλ στὴν τηλεόραση. Θυμήθηκε τὸ πρόσωπό του, τὴ φωνή του, τὶς κινήσεις του. Θυμήθηκε τὴ διάψευση καὶ τὴ θλίψη. Καὶ ἀπόρησε, καθὼς ἦταν πιὰ σαφὲς ὅτι ὁ ἄξεστος ἐκεῖνος ἄντρας ποτὲ δὲν ὑπῆρξε ἀξιέραστος.

Ἀπὀ τὰ ποιήματα δὲν μπόρεσε νὰ θυμηθεῖ οὔτε στίχο. Ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ εἶχε σημασία, καθὼς εἶχαν περάσει πιὰ τὰ χρόνια καὶ τίποτε δὲν εἶχε σημασία. Μιὰ νομοτελειακὴ αἴσθηση γελοιότητας περιέβαλλε πλέον τόσο τὶς ἀναμνήσεις ὅσο καὶ τὶς ἀπώλειες.