ξεσκαρτάρισμα

Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπεῖχα ἀπὸ τὰ λογοτεχνικὰ πράγματα: δὲν παρακολουθοῦσα ἐκδόσεις καὶ ἐκδηλώσεις, διάβαζα ἐλάχιστα καινούρια πράγματα, ἀγνοοῦσα ὀνόματα καὶ βραβεῖα. Κάποια στιγμὴ ἀντιλήφθηκα πόσο πίσω εἶχα μείνει καὶ προσπάθησα νὰ κερδίσω τὸν χαμένο χρόνο διαβάζοντας σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ποιήματα ποὺ εἶχαν ἐκδοθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια, μῆνες ἢ καὶ ἡμέρες, παρακολουθώντας σχεδὸν ὅλα τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ πηγαίνοντας σὲ ὅσες πρόφταινα ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἐκδηλώσεις (παρουσιάσεις βιβλίων, ἀναγνώσεις, καὶ τὰ ὅμοια). Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κατάφερα μὲ αὐτὸν τὸν ἐπίπονο καὶ δαπανηρὸ τρόπο νὰ ἀνακαλύψω τρεῖς τέσσερις ποιήτριες καὶ ποιητὲς ποὺ γράφουν καλά. Τρεῖς τέσσερις βέβαια δὲν εἶναι πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λίγο. Ἐνδέχεται, ἂν συνέχιζα τὸ ἴδιο βιολὶ ἐπὶ δυὸ τρία χρόνια ἀκόμη, νὰ ἀνακάλυπτα κι ἄλλους τρεῖς τέσσερις˙ καὶ αὐτὸ θὰ ἦταν κέρδος σημαντικό.

Δυστυχῶς, ὅμως, τὸ σῶμα μου μὲ πρόδωσε: παρὰ τὰ ἰσχυρὰ ἀντιεμετικὰ ποὺ κατανάλωνα σὲ ἐπικίνδυνες ποσότητες κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιπέτειας, δὲν μπόρεσα νὰ καταπνίξω τὴν ἀηδία ποὺ μοῦ προξενοῦσαν ὅσα πιεζόμουν νὰ διαβάζω: ὄχι μόνο τὰ ἄφθονα μέτρια ἢ ἀκόμη καὶ ἄθλια ποιήματα ἀλλὰ καί, κυρίως, τὰ χαμερπῆ ἐγκώμια μὲ τὰ ὁποῖα ξεπλήρωναν οἱ δημιουργοί τους χρέη πρὸς ἀλλήλους.

Μοῦ πῆρε καιρό, ἀλλὰ βρῆκα τελικά, νομίζω, μιὰ πιὸ ἀσφαλὴ μέθοδο γιὰ νὰ ἀνακαλύπτω καλὰ ποιήματα. Ἡ μέθοδος αὐτὴ δὲν μὲ ὑποβάλλει στὸ μαρτύριο τῆς ἀκατανίκητης ἀηδίας, καὶ φαίνεται, ὣς τώρα τοὐλάχιστον, πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀνάγνωση τοῦ χυλοῦ ποὺ συστηματικὰ διακινεῖται καὶ διαφημίζεται στοὺς λογοτεχνικοὺς κύκλους. Τὰ βήματα ποὺ ἀκολουθῶ εἶναι μετρημένα καὶ συγκεκριμένα:

  1. Ἀναζητῶ ἀπὸ τὰ βιβλιογραφικὰ δελτία τοῦ ἄμοιρου biblionet ποιητικὰ βιβλία γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω ἀκούσει οὔτε διαβάσει τίποτα
  2. Ψάχνω τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας ἢ τοῦ ποιητῆ στὸ google νὰ δῶ πόσες καὶ ποιές ἐφημερίδες, πόσες καὶ ποιές ἱστοσελίδες, καθὼς καὶ πόσα καὶ ποιά λογοτεχνικὰ ἢ λογοτεχνίζοντα ἔντυπα ἔσπευσαν νὰ δημοσιεύσουν ἐπαίνους λίγο πρὶν ἢ λίγο μετὰ τὴν ἔκδοση
  3. Ψάχνω τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας ἢ τοῦ ποιητῆ στὸ facebook καὶ ἐὰν τὸ βρῶ, ἐλέγχω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐν λόγῳ ποιήτρια ἢ ὁ ἐν λόγῳ ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ εἰκονικὰ σέβη του σὲ ἐπιφανεῖς τῆς ποιήσεως καὶ τῆς κριτικῆς
  4. Ψάχνω στὴ diavgeia.gov.gr καὶ στὴν ἐφημερίδα τῆς κυβέρνησης νὰ δῶ μήπως ὁ/ἡ δημιουργὸς ἔχει ἀθέμιτα διοριστεῖ σὲ καμμιὰ κρατικὴ θεσούλα ἢ μήπως ἔχει λάβει τίποτα ἐπιχορηγήσεις γιὰ διοργάνωση ποιητικῶν ἢ ἄλλων ἐκδηλώσεων τῆς συμφορᾶς

Ἐφόσον τὸ ὑπὸ ἔρευνα βιβλίο δὲν ἔχει λάβει, ἅμα τῇ ἐκδόσει του, πλῆθος ἐπαινετικὲς κριτικὲς στὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ κοινωνικῆς δικτύωσης˙ ἐφόσον ὁ ποιητὴς ἢ ἡ ποιήτρια δὲν θαυμάζει ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια τοὺς ἐπιφανεῖς τῆς λογοτεχνίας μας˙ καὶ ἐφόσον ὁ ποιητὴς ἢ ἡ ποιήτρια δὲν ἐξαργυρώνει τὸν ποιητικό του/της οἶστρο στὰ ταμεῖα τῆς ψευδώνυμης ἀριστερῆς κυβέρνησης, προχωρῶ στὸ ἑπόμενο βῆμα μὲ μεγάλη αἰσιοδοξία: ἀναζητῶ τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο καὶ τὸ ξεφυλλίζω.

Καὶ πράγματι, τοὺς τελευταίους μῆνες ἔχω μὲ αὐτὴν τὴν μέθοδο ἀνακαλύψει ἤδη διπλάσια ἀξιόλογα ποιητικὰ βιβλία ἀπὸ ὅσα ἀνακάλυψα μέσα στὸν σωρὸ τῶν ἐπαινουμένων τὰ προηγούμενα τέσσερα πέντε χρόνια. Καὶ τὸ κυριότερο, ἔχει ἠρεμήσει πλέον τὸ πεπτικό μου σύστημα.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

διακειμενικότητα

Συμβαίνει συχνά: διαβάζοντας ἕνα ποίημα διακρίνει κανεὶς ἀμασκάρευτες φράσεις, ἢ καὶ ἐκτενέστερα ἀποσπάσματα, ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄλλα λογοτεχνικὰ ἔργα (συνήθως, ἀλλὰ ὄχι ἀπαραιτήτως, ἔργα ἄλλων ποιητῶν ποὺ ἐκτιμᾶ ὁ ποιητής). Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ διακειμενικὲς σχέσεις δὲν εἶναι καινούριες: ὑπῆρχαν καὶ λειτουργοῦσαν πολὺ πρὶν ἐπινοηθεῖ ὁ ὅρος “διακειμενικότητα” καὶ πολὺ πρὶν ὁ Μπλοὺμ ἐπιχειρήσει νὰ ἐξηγήσει κάποιες ἐκφάνσεις τοῦ φαινομένου μιλώντας γιὰ τὴν ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης: οἱ ἀρχαῖοι λυρικοὶ παραπέμπουν, γιὰ παράδειγμα, διακειμενικὰ στὸν Ὅμηρο, ὁ Παῦλος Σιλεντάριος στὴ Σαπφώ, ὁ Καβάφης στὸν Πλούταρχο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Κάρσον ἀναφέρεται στὸν Κάτουλλο καὶ ἡ Λώρη Ἄντερσον ἀπηχεῖ τὸν Μέλβιλλ.

Στὶς μέρες μας, οἱ διακειμενικὲς ἀναφορὲς εἶναι ἴσως συχνότερες παρὰ ποτέ. Καμμιὰ φορὰ φτάνουν νὰ θεωρηθοῦν λογοκλοπές, ἐνῶ ἀπὸ κάποιους ἀπορρίπτονται συλλήβδην ὡς ἐξυπνακίστικα καμώματα. Κατὰ τὴ γνώμη μου, δὲν εἶναι πάντα ἄδικος οὔτε ὁ ψόγος τῆς λογοκλοπῆς οὔτε ὁ ἀκόμη βαρύτερος, τῆς εὔκολης ἐξυπνάδας. Τὸ πρόβλημα μὲ τὶς διακειμενικὲς ἀναφορὲς εἶναι ὅτι λειτουργοῦν ποιητικὰ τότε μόνο, ὅταν δὲν εἶναι ἀπαραίτητες – ὅταν, δηλαδή, τὸ ποίημα στέκει ἀκόμη καὶ χωρὶς τὶς διακειμενικὲς ἀναφορές, τὸ ποίημα λειτουργεῖ ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἀναγνώστης δὲν ἀναγνωρίζει τὶς πηγές, τὸ ποίημα ἀξίζει, μὲ λίγα λόγια, ἀπὸ μόνο του˙ ἀλλὰ ἂν κανεὶς τύχει νὰ ἀναγνωρίσει τὶς διακειμενικὲς ἀναφορὲς καὶ ἀνατρέξει στὶς πηγὲς τοῦ ποιήματος τότε προστίθεται ἔνα ἀκόμη ἐπίπεδο νοήματος καὶ ὁ διάλογος τοῦ ποιήματος μὲ ἄλλα λογοτεχνικὰ ἔργα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ἢ τὰ ὁποῖα ἀπηχεῖ ἀποκαλύπτει μιὰν ἀκόμη ἑρμηνευτικὴ ἐκδοχή, μιὰν ἀκόμη ποιητικὴ δυνατότητα. Ὁ ἀδαής, ἂς ποῦμε, ἀναγνώστης δὲν ζημιώνεται οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν ἄγνοια τῶν διακειμενικῶν σχέσεων, ὁ ἀναγνώστης ὅμως ποὺ ἀναγνωρίζει καὶ μελετᾶ αὐτὲς τὶς σχέσεις κερδίζει κάτι ἐπιπλέον. Ὁ ποιητὴς μπορεῖ μόνο νὰ ἐλπίζει ὅτι θὰ βρεθοῦν ἀναγνῶστες ποὺ θὰ ἀναγνωρίσουν καὶ θὰ ἀξιοποιήσουν αὐτὴ τὴ διακειμενικότητα, ἀλλὰ δὲν ἀξιώνει, οὔτε ἐπιβάλλει, προτοῦ διαβάσουν τὸ ἔργο του, οἱ ἀναγνῶστες νὰ ἔχουν μελετήσει τὴν παγκόσμια γραμματεία. Ἡ διακειμενικότητα μετατρέπεται σὲ ἕνα πρόσθετο ὅπλο τοῦ ποιητῆ, δὲν χρησιμεύει ἁπλῶς ὼς δεκανίκι ἀτάλαντου ποὺ ἀγωνιᾶ νὰ τὸν ἀποδεχθοῦν καὶ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ (μᾶλλον ἐξίσου ἀτάλαντοι) ὁμότεχνοι.

Τὰ ποιήματα ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ διακειμενικότητά τους καὶ προϋποθέτουν τὴν εὐρυμάθεια τοῦ ἀναγνώστη (ἢ ἐνίοτε καὶ τηλεπαθητικὲς ἱκανότητες, διότι καμμιὰ φορὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀνακαλυφθεῖ ἡ διακειμενικὴ ἀναφορὰ εἶναι νὰ διαβάσει κανεὶς τὸν νοῦ τοῦ ποιητῆ) ἀποκαλύπτουν ἀσφαλῶς πολλὰ γιὰ τὶς ἀναγνωστικὲς συνήθειες τοῦ ποιητῆ ἢ γιὰ τὴν ἀνάγκη του νὰ τὸν θαυμάζουν ὡς ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων, δυστυχῶς ὅμως ἀποκαλύπτουν ἐπίσης καὶ τὴν ποιητική του ἀποτυχία. Ἐξάλλου, τὴν ἐποχὴ τοῦ google (συμπεριλαμβανομένων τῶν google books) καὶ τῆς wikipedia, εἶναι προφανέστερο παρὰ ποτὲ ὅτι ἡ ἐπίδειξη μιᾶς φαινομενικῆς εὐρυμάθειας δὲν δηλώνει οὔτε κἂν γνώση, πόσο μᾶλλον εὐαισθησία, ἔφεση γιὰ γράμματα ἢ ποιητικὸ ταλέντο.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ξετσιπωσιὰ

Θαυμάζω τοὺς ποιητὲς ποὺ μεταφράζουν ποιήματα καὶ τὰ μεταφράζουν καλά. Εἶναι λίγοι, ἐλάχιστοι. Καὶ σπουδαῖοι.
Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν ἐπίσης πολλοί, ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στοὺς νέους ποιητές, ποὺ χωρὶς νὰ γνωρίζουν καλὰ καλὰ τὴ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου, θεωροῦν πὼς εἶναι ἴσως ἱερή τους ὑποχρέωση νὰ μεταφράσουν ἢ νὰ ξαναμεταφράσουν γιὰ χάρη μας ποιήματα τὰ ὁποῖα τοὺς σημάδευσαν ἤ, ἔστω, ἐπηρέασαν αὐτοὺς καὶ τὴ γενιά τους˙ φαντάζονται, ὑποθέτω πὼς ὡς νέοι Σεφέρηδες θὰ πρέπει νὰ τιμήσουν κι αὐτοὶ τοὺς ποιητικούς τους προγόνους τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ νὰ ἐπιδείξουν τὴν μεταφραστική τους δεξιοτεχνία ἐπὶ τοῦ corpus τῆς Σέξτον ἢ τοῦ Λάρκιν, γιὰ παράδειγμα.

Ἀλλὰ ὁ Σεφέρης, ὅσες ἀντιρρήσεις καὶ ἂν ἔχει κανεὶς γιὰ τὶς μεταφράσεις του, εἶναι προφανὲς ὅτι ἂν μή τι ἄλλο καταλάβαινε τί διάβαζε. Οἱ ποιητὲς στοὺς ὁποίους ἀναφέρομαι, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, φαίνεται δὲν διαθέτουν οὔτε γνώση ἀλλὰ οὔτε καὶ στοιχειώδεις ἱκανότητες κατανόησης κειμένου (πόσο μᾶλλον ποιήματος) στὴν ξένη γλώσσα ἀπὸ τὴν ὁποία μὲ περισσὴ ἀλαζονεία μεταφράζουν, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ προϊὸν τοῦ μόχθου τους νὰ εἶναι σχεδὸν πάντα ἀκατανόητο καὶ συχνὰ κωμικό: δὲν καταλαβαίνουν, ἂς ποῦμε, ποιό εἶναι τὸ ὑποκείμενο ἑνὸς ρήματος καὶ ἐπινοοῦν δικό τους, δὲν καταλαβαίνουν τὴ χρήση μιᾶς πρόθεσης καὶ μεταφράζουν ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων, δὲν καταλαβαίνουν κάποια λέξη καὶ ἁπλῶς ἐπιλέγουν τὴν πρώτη τυχαία ἀντίστοιχη ποὺ θὰ βροῦν στὴ μηχανὴ μετάφρασης τοῦ google.

Αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι κωμικὸ σὲ αὐτὴ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ μᾶλλον θλιβερὸ καὶ ἀνησυχητικὸ εἶναι πὼς δὲν ἀντιλαμβάνονται κἂν ὅτι τὸ μεταφρασμένο ποίημα ποὺ ἐν συνεχείᾳ δημοσιεύουν – σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πρωτότυπο – δὲν διαβάζεται, δὲν βγάζει νόημα, δὲν στέκει. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι ἐδῶ σὲ ἐπιλογὲς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σχετίζονται μὲ τὸ ρυθμό, τὴ μουσικότητα, καὶ τὰ ὅμοια, μιλῶ γιὰ προφανεῖς ἀσυνταξίες, βαρβαρισμούς, ἀκυριολεξίες, ποὺ ὅμως κανεὶς δὲν φαίνεται νὰ προσέχει, οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ ποιητές, οὔτε ὁ ἑσμὸς τῶν φίλων τους ποὺ ἐπαινοῦν τὶς ἀριστουργηματικὲς αὐτὲς μεταφράσεις μὲ τὴν ἴδια ξετσιπωσιὰ μὲ τὴν ὁποία ἐπαινοῦν καὶ τὶς ἀριστουργηματικὲς ποιητικὲς συνθέσεις τῆς παρέας τους.

Ἐδῶ καὶ καιρὸ δὲν τρέφω, βεβαίως, καμμιὰ ἐλπίδα πὼς κάποτε θὰ ἀποκαλυφθεῖ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀθλιότητα. Ἁπλῶς διασκεδάζω πλέον καὶ γελῶ, δυνατὰ συνήθως καὶ ἀδιάκριτα.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἡ ὡραία μούχλα

Πολὺ συχνὰ ὅταν παρακολουθῶ μιὰ κινηματογραφικὴ ταινία δυσκολεύομαι. Δὲν ξέρω ἂν τὸ πρόβλημα ὀφείλεται στὴν ἐλαττωματική μου ὅραση, σὲ κάποια ἀδιάγνωστη διάσπαση προσοχῆς, ἢ σὲ κάτι ἄλλο ἀκόμη πιὸ δυσοίωνο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μοῦ συμβαίνει εἶναι ὅτι μοῦ διαφεύγουν σκηνές. Τὶς βλέπω, πιθανόν, ἀλλὰ δὲν ἐγγράφονται, δὲν ἀντιλαμβάνομαι δηλαδὴ τί ἔχω δεῖ, μερικὲς φορὲς μάλιστα δὲν ἀντιλαμβάνομαι κἂν ὅτι ἔχω δεῖ κάτι. Ὁ ἥρωας, ἂς ποῦμε, ἀγοράζει κάτι ἀπὸ ἕνα κατάστημα καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δεῖ τί ἀγόρασε ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι μπῆκε σὲ κάποιο κατάστημα.

Δυστυχῶς γιὰ μένα, σχεδὸν πάντα ἀποδεικνύεται στὴ συνέχεια ὅτι οἱ φαινομενικὰ μικρὲς λεπτομέρειες ποὺ δὲν ἔχω δεῖ ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι εἶδα ἀποτελοῦν δομικὰ στοιχεῖα τῆς ἀφήγησης, σημαντικὲς παραμέτρους τοῦ θέματος ποὺ πραγματεύεται ἡ ταινία, ὅπως ἐπίσης καὶ χαρακτηριστικὲς ἐκφάνσεις τοῦ ὕφους τοῦ σκηνοθέτη. Χωρὶς αὐτὲς τὶς χαμένες σκηνὲς ἡ παρακολούθηση τῆς ταινίας γίνεται ὅλο καὶ δυσχερέστερη, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀδύνατη, καθὼς ἐκπυρσοκροτοῦν ὅλα τὰ τσεχωφικὰ πιστόλια ποὺ ἔχουν κρυφὰ ἀπὸ μένα συσσωρευτεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ταινίας!

Ἴσως αὐτὴ ἡ ἀναπηρία μου νὰ εὐθύνεται γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ἀναγνώστης ἀπολαμβάνω περισσότερο αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ στεροῦμαι ὡς θεατὴς ταινιῶν. Ὡς ἀναγνώστης προσέχω κάθε φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικό, ἐγγράφω κάθε ὑπόνοια συμβάντος, ἀναπλάθω κάθε εἰκόνα ποὺ ὁ συγγραφέας ἔχει κάνει τὸν κόπο νὰ περιγράψει˙ πάντα μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ τὰ χρειαστῶ ὅλα αὐτὰ στὴ συνέχεια, ὅτι μεγάλως θὰ μοῦ χρησιμεύσουν στὴν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ κειμένου. Καὶ ἐνίοτε, δικαιώνομαι.

Ἀλλὰ τὴ μεγαλύτερη ἀγαλλίαση σὲ ἀνθρώπους μὲ τὴ δική μου ἀναπηρία τὴν προσφέρει ἕνα συγκεκριμένο εἶδος ποίησης (ἂς τὸ ὀνομάσουμε: καλὴ ποίηση), ὅπου φωτίζονται αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἀσήμαντα περιστατικά, ἢ μᾶλλον ψήγματα περιστατικῶν ἐν προκειμένῳ, ποὺ εὔκολα μᾶς διαφεύγουν στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἀναφέρομαι σὲ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάτι μικρὸ καὶ ἀδιόρατο, ποὺ βλέπουμε συνήθως ἀλλὰ δὲν ἐγγράφουμε, καὶ ἑστιάζουν σὲ αὐτό, τὸ ἀποκαλύπτουν, τοῦ δίνουν τὸν πρῶτο ρόλο καὶ μᾶς ἀναγκάζουν νὰ τὸ βλέπουμε πεντακάθαρα στὸ ἐξῆς, καὶ μάλιστα νὰ τὸ βλέπουμε μὲ τρόπο διαφορετικό, ἰδιαίτερο, μὲ τὸν τρόπο δηλαδὴ ποὺ τὸ συγκεκριμένο κάθε φορὰ ποίημα ἔχει ἀνανοηματοδοτήσει τὴν πραγματικότητά μας.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ ποιήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι τὸ ἀριστουργηματικὸ  «Περιστατικὸ μὲ φίδι» τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ὅπου ὄχι μόνο φωτίζεται ἕνα τέτοιο καθημερινὸ ψῆγμα περιστατικοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης σχολιάζεται καὶ ἡ ἴδια ἡ διαδικασία ἀποκάλυψης καὶ ἀνανοηματοδότησης τῆς πραγματικότητας, ποὺ προσπαθῶ ἐδῶ νὰ περιγράψω ὡς βασικὴ λειτουργία τῆς (καλῆς) ποίησης. Στὸ ἐν λόγῳ ποίημα, ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει ὅτι καθὼς πήγαινε στὴ δουλειά του «πῆρε τὸ μάτι» του ἕνα φίδι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ποὺ ἔμοιαζε «σὰν ἀκαθαρσία ἀνθρώπινη», θέαμα ἀνοίκειο, ἀταίριαστο στὸ ἀστικὸ τοπίο. Οἰ περισσότεροι, κι ἂν τὸ βλέπαμε, θὰ νομίζαμε ὅτι ἦταν κάτι ἄλλο, ἀκαθαρσία ἔστω, θὰ προσπερνούσαμε καὶ θὰ συνεχίζαμε ἀκλόνητοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν στεκόμασταν νὰ τὸ κοιτάξουμε καὶ πιστεύαμε στὰ μάτια μας καὶ ἀναγνωρίζαμε τὸ παρείσακτο φίδι στὸν κόσμο μας, πιθανότατα καὶ πάλι θὰ προσπερνούσαμε τελικὰ καὶ θὰ βιαζόμασταν νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ δουλειά μας.

Τὸ ποίημα τοῦ Φωκᾶ δὲν μᾶς ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τὸ φίδι, ὅμως. Ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει πὼς γιὰ χάρη τοῦ φιδιοῦ ἀνέτρεψε ὅλη τὴ ζωή του, πὼς αὐτὸ τὸ φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικὸ μὲ τὸ φίδι ἄλλαξε τὰ πάντα:

῾Ωστόσο ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη˙ τὸ συμβὰν
Μ’ ἔκανε νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ ὁπουδήποτε πήγαινα
Καὶ νὰ χάσω τὴ δουλειά μου
Γιὰ ἕνα μάθημα σοφό:
Ὅσο σπουδαῖο κι ἂν εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μπροστά μας
Ὑπάρχει πάντα στὰ ἄκρα κάτι
Ποὺ ἀπειλεῖ, πηδώντας στὸ ὀπτικό μας πεδίο,
Κυριολεκτικὰ νὰ κλέψει τὴν παράσταση.

Ἡ (καλὴ) ποίηση, ἀκόμη κι ἂν ἐλλοχεύει ἀνάμεσα σὲ ἀκαθαρσίες ἀνθρώπινες, φροντίζει βεβαίως νὰ ἀποκαλύψει τὸ φίδι ποὺ  ἀπειλεῖ νὰ κλέψει τὴν παράσταση, ἀλλὰ κυρίως μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέψουμε τὴν πραγματικότητά μας ὥστε τὸ φίδι νὰ χωρέσει σὲ αὐτήν. Κατὰ μία ἔννοια, ἡ καλὴ ποίηση εἶναι τὸ φίδι ποὺ κλέβει τὴν παράσταση. Διότι (καὶ πάλι μὲ τὰ λόγια τοῦ Φωκᾶ, ὅπως μοῦ τὰ μετέφερε ἡ κυρία Ἀγγέλα Φωκᾶ), ἡ πραγματικὴ ποίηση εἶναι σὰν τὴ μούχλα: ὅσο καὶ ἂν βάφεις τοὺς τοίχους ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τὴν κρύψεις, ἡ μούχλα θὰ ξαναβγεῖ ἀργὰ ἢ γρήγορα στὴν ἐπιφάνεια και, ἂν μή τι ἄλλο, ἡ ὀσμή της θὰ σὲ ἐξαναγκάσει νὰ στρέψεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὴν δεῖς. Καὶ τότε ἡ ἀντίληψή σου τοῦ χώρου ὅπου βρίσκεσαι θὰ ἀνατραπεῖ.

Ἡ κακὴ ποίηση, θὰ προσέθετα ἐγώ, εἶναι ἡ μπογιὰ μὲ τὴν ὁποία βάφουνε τοὺς τοίχους γύρω μας. Ἀκριβὴ ἐνίοτε, καὶ ἀκριβοπληρωμένη, παραμένει ἐπιφανειακὴ καθὼς  προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἀντὶ νὰ ἀποκαλύπτει, νὰ ἀφομοιωθεῖ ἀντὶ νὰ ἀνατρέπει.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

λύπη

Μόνον διὰ τῆς λύπης: τίτλος συνθετικοῦ ποιήματος, δημοσιευμένου τὸ 1976, τοῦ σπουδαίου Βύρωνα Λεοντάρη. Τὸν τίτλο, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ καταληκτικὸ δίστιχο τοῦ ποιήματος ποὺ τὸν περιέχει, δανείσθηκε ὁ Λεοντάρης ἀπὸ μιὰ ἐπιστολὴ ἑνὸς ἐλάσσονος ποιητῆ τῆς δεκαετίας τοῦ 1880, τοῦ Νίκου Καμπᾶ. Ὁ Καμπὰς ἐξέδωσε μιὰ μόνο ποιητικὴ συλλογὴ σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν. Δημοσίευσε ἐπίσης κάποια ποιήματα σὲ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ σταμάτησε˙ σώπασε. Ἀφήνοντας, ἐν εἴδει σημειώματος ποιητικῆς αὐτοκτονίας, τὴν ἑξῆς αἰτιολογία σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Παλαμά:

“Μὴν ἐλπίσεις παρ’ ἐμοῦ οὔτε στίχους οὔτε ἄλλο τι. Μόνον διὰ τῆς λύπης εἶμαι εἰσέτι ποιητής. Ὅλοι οἱ ἄλλοι παράγοντες ἐξέλιπον”.

Δὲν γνωρίζουμε ποιοί μπορεῖ νὰ ἦσαν οἱ ἄλλοι παράγοντες διὰ τῶν ὁποίων ὁ Καμπὰς θὰ μποροῦσε νὰ συνεχίσει νὰ εἶναι ποιητής. Στὴν περίπτωση του, ἡ λύπη προφανῶς δὲν ἦταν ἐπαρκής. Στὸ ποίημα τοῦ Λεοντάρη, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ ἄλλοι παράγοντες παραλείπονται, καὶ στὴ λύπη ἐπιφυλάσσεται πρωτεύων ρόλος, καθὼς τῆς παραχωρεῖται τὸ ἰδιαίτερο βάρος τῆς κατάληξης ἑνὸς μεγάλου ποιήματος. Ἔτσι, στὰ μαγικὰ χέρια τοῦ Λεοντάρη, φαίνεται ἡ λύπη νὰ μὴν εἶναι πιὰ μιὰ ἀνεπαρκὴς συνθήκη γιὰ τὴν δημιουργία τῆς ποίησης, ἀλλὰ νὰ ἀποκτᾶ τὴ σημασία τῆς ἀναγκαίας προϋπόθεσης τῆς ποιητικῆς πράξης. Ἐνῶ ὁ Καμπὰς σταματάει διότι τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἔχει μείνει εἶναι ἡ λύπη, ὁ Λεοντάρης μοιάζει, ἀντιθέτως, νὰ ἐπιστρατεύει τὴ λύπη ὥστε νὰ συνεχίσει.

Ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ποίησης καὶ τῶν προσπαθειῶν τῶν περισσότερων ἀπὸ ἐμᾶς νὰ γράψουμε κάτι ποὺ νὰ τὴν θυμίζει: ἡ πραγματικὴ ποίηση καταφέρνει νὰ ἀξιοποιήσει τὸ συναίσθημα ποὺ τὴν κινεῖ, τὴ λύπη ἐν προκειμένῳ, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ αὐτὸ τόσο ὥστε νὰ μπορέσει ποιητικὰ νὰ τὸ τιθασεύσει˙ ἡ ersatz ποίηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἔχοντας ἄγνοια τῶν ἀπαιτήσεων ἀλλὰ καὶ τῶν περιορισμῶν της, ὑποκύπτει καὶ καταντᾶ συναισθηματολογία. Ὁ Καμπὰς ἐνδεχομένως ἀναγνώρισε τὸν κίνδυνο, διεῖδε τὴν ἀποτυχία, καὶ σώπασε ἐγκαίρως. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ σιωπή του ἦταν τόσο ἄμεμπτα ἠθικὴ ὅσο αἰσθητικὰ καὶ ἠθικὰ ἀπαράδεκτη εἶναι ἡ διάρροια συναισθηματολογίας τῶν ersatz στιχουργημάτων μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς κατακλύζουν οἱ πολλοί.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliotheque]

ἀποφθεγματικότητα

Συχνὰ συναντάει κανεὶς σὲ ποιήματα ἀποφθεγματικοὺς στίχους˙ μερικὲς φορὲς συμβαίνει μάλιστα τὸ ποίημα νὰ εἶναι ὁλόκληρο ἕνα ἀπόφθεγμα, ποὺ καρφώνεται στὸ χαρτὶ εὐελπιστώντας μὲ τὴν ἴδια εὐθυβολία νὰ καρφωθεῖ καὶ στὸν νοῦ τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νὰ προκαλέσει τὴν εὐπρόσδεκτη ἀπορία καὶ τὸν πολυπόθητο θαυμασμό.

 

Εἶναι φυσικὸ ὅτι πολλοὶ ποιητὲς βρίσκουν ἑλκυστικὸ τὸν ἀποφθεγματικὸ λόγο: κατ᾽ ἐξοχὴν πυκνὸς καὶ ἐκφραστικός, ἀλλὰ καὶ μὲ σαφὴ τὴν ἀξίωση τῆς καθολικῆς ἀποδοχῆς, ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος φαίνεται νὰ ταιριάζει γάντι στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ποίησης. Ἐπιπλέον, ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος ἐντυπώνεται στὴ μνήμη, ἑπομένως ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ προσφέρει στοὺς ἐπίδοξους ποιητὲς κάτι ἰδιαίτερα πολύτιμο: τὴν προοπτικὴ οἱ ἀναγνῶστες νὰ θυμηθοῦν κάποιους στίχους σὲ ἀνύποπτη στιγμή, καὶ νὰ τοὺς ἐντάξουν σὲ κάποιαν ἐπὶ ἀσχέτου θέματος συζήτησή τους μὲ τὴν τιμητικὴ προσθήκη “ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητής”.

 

Τὸ πρόβλημα, δυστυχῶς, εἶναι ὅτι στὴν ποίηση, ὅπως καὶ σχεδὸν παντοῦ ἀλλοῦ, οἱ εὔκολες λύσεις σπανίως ἀποδεικνύονται ἐπαρκῶς ἀποτελεσματικές. Διότι τὸ ἀπόφθεγμα ἀπὸ μόνο του, ἂν δηλαδὴ δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ  ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς δομῆς τοῦ ποιήματος, ἂν οὔτε προκύπτει ὡς κατάληξη καὶ ἐπισφράγιση οὔτε τίθεται ὡς προϋπόθεση τῆς ποιητικῆς ἐμπειρίας δὲν δικαιώνεται ποιητικά, ὅσο κι ἂν ἀκούγεται πιασάρικο, ὅσο κουραστικὰ κι ἂν ἐπαναλαμβάνεται στὴν λογοτεχνίζουσα ἀλλὰ καὶ στὴν πραγματικὴ ἀγορὰ δίκην ἀτάκας. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ἔτσι μόνο λειτουργεῖ πιὰ ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος στὴν ποίηση, σὰν σλόγκαν ἣ σὰν ἐξυπναδούλα ποὺ κυκλοφορεῖ στὴν ἀγορά, ἀποκομμένος καὶ ἄμουσος, συνοδευόμενος ἀπὸ ὑπομειδιάματα ἀναγνώρισης τῆς εὐστοχίας καὶ τῆς ἑτοιμολογίας του, πρὸς πᾶσαν χρῆσιν.

 

Διότι ὑπάρχει τεράστια ἀπόσταση μεταξὺ τοῦ “ὄττω τις ἔραται […] ἔμμεναι κάλλιστον” τῆς Σαπφοῦς (ἡ ὁποία στὸ κάτω κάτω εἶχε τὴν σεμνότητα νὰ τοῦ προτάξει τὸ λυρικὸ “ἔγω δὲ”) καὶ τοῦ “σπουδαῖο εἶναι αὐτὸ ποὺ ποθεῖ ἡ ψυχή σου” ποὺ ἀκούει κανεὶς στὶς σαπουνόπερες καὶ στὰ λαϊκότροπα τραγούδια τοῦ συρμοῦ. Στὴν πρώτη περίπτωση, αὐτὸ ποὺ κανεὶς ἀγαπᾶ ἐμφανίζεται ὡς ἡ ποιητικὴ ἀπάντηση στὸ προσγειωμένο ἐρώτημα ποὺ θέτει τὸ ποίημα˙ καί, κυρίως, αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ κανεὶς ἀντιδιαστέλλεται μὲ τὴ μαύρη γῆ τῆς ὁποίας τὴ ματαιότητα πολλαπλὰ καὶ ὀδυνηρὰ προϋποθέτει.  Στὴ δεύτερη περίπτωση, τὸ ἀπόφθεγμα εἶναι ἁπλῶς ἕνας passe-partout χρησμός, ποὺ αὐθαίρετα διεκδικεῖ καθολικὴ ἐμβέλεια, χωρὶς τὸ ἀνύπαρκτο ἔτσι κι ἀλλιῶς συγκείμενο νὰ τὸν δικαιολογεῖ ἢ νὰ τὸν δικαιώνει.

 

Ἡ εὔκολη λύση λοιπὸν τοῦ πιασάρικου ποιητικόμορφου σλόγκαν τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐκθέσει τὸν ποιητή, ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀνειλικρίνεια τῆς πρόθεσής του. Διότι ἡ αὐθεντία τοῦ ποιήματος μόνο ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ποίημα ἐκπηγάζει˙ ἂν ἐπιχειρήσεις νὰ τοῦ τὴν ἐπιβάλλεις, κοινῶς νὰ τοῦ τὴν φορέσεις, τὸ ποίημα σὲ ἐκδικεῖται δι᾽ ἐξοστρακισμοῦ.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἐπικαιρικὰ

Στὴν ποίηση δὲν ὑπάρχουν θεματολογικοὶ κανόνες: δὲν ὑπάρχουν θέματα ἐγγενῶς ποιητικὰ καὶ θέματα ἀπαγορευμένα. Τίποτε, λοιπόν, δὲν ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ γράφονται καὶ ποιήματα τῆς ἐπικαιρότητας, ποιήματα ἐμπνευσμένα ἀπὸ ἕνα ἐπίκαιρο γεγονός, ἢ ἀκόμη καὶ ποιήματα ποὺ σχολιάζουν τὰ ἐπίκαιρα γεγονότα. Χρειάζεται, ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς θεματολογίας, ἐντιμότητα˙ καὶ χρειάζεται, ἐπίσης, χρόνος.

Διότι τὸ “θέμα” ἑνὸς ἀληθινοῦ ποιήματος δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ ἐνδεχομένως ἐμπνέει τὸν ποιητή, ἀλλὰ ἡ στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στὸ γεγονὸς αὐτό: ἡ διαδικασία κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἐξωτερικὸ γεγονὸς μετατρέπεται σὲ βίομμα (κατὰ τὴν εὑρηματικὴ ἀνορθογραφία τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ), ἡ διαδικασία δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὀξὺ βλέμμα τοῦ ποιητῆ συλλαμβάνει τὸ γεγονός, τὸ οἰκειοποιεῖται, καὶ τὸ μετατρέπει σὲ ποιητικὴ πρώτη ὕλη. Ἡ ἐντιμότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ ἐπιβάλλει ὅτι ἡ ποιητικὴ πρώτη ὕλη ἀντλεῖται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιομματικὸ κοίτασμα καὶ ὄχι ἀπὸ μιὰ ἀνεπεξέργαστη πραγματικότητα ποὺ παραμένει ἐξωτερικὴ ἀφήνοντας τὸν ποιητὴ ψυχρό.

Ὁ χρόνος ποὺ πρέπει νὰ διατεθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα εἶναι ὁ χρόνος τῆς ἐπεξεργασίας τῆς πρώτης αὐτῆς ὕλης: ὁ χρόνος ποὺ ἀφιερώνεται, δηλαδή, κατ᾽ ἀνάγκην, στὴν δόμηση τοῦ ποιήματος καὶ στὴν ἀποκρυστάλλωση τῆς μορφῆς του. Καὶ αὐτός, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, εἶναι πολὺς χρόνος καὶ δύσκολος˙ καὶ εἶναι, ἐπίσης, ψυχρὸς χρόνος, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, καὶ πάλι γιὰ λόγους ἐντιμότητας, ἐπιβάλλεται ἡ ἀποστασιοποίηση τοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν συγκίνηση τοῦ βιόμματος ὥστε νὰ γίνει δυνατὸς ὁ μέγιστος βαθμὸς συγκέντρωσης στὰ ἐκφραστικὰ μέσα, ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴν μέγιστα ἀκριβὴ ἀποτύπωση τοῦ βιόμματος αὐτοῦ μὲ ποιητικὸ τρόπο – ἐν θερμῷ, δηλαδὴ ὅσο ἀκόμη βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ βιόμματος, ἐλάχιστοι, νομίζω, ποιητὲς θὰ μποροῦσαν νὰ δομήσουν μὲ ἐπιτυχία καὶ μὲ ἀκρίβεια ἕνα ποίημα.

Μιλῶ, ἑπομένως, γιὰ μιὰ πορεία οἰκείωσης τοῦ γεγονότος κατ᾽ ἀρχὰς καὶ ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὸ βίομμα στὴ συνέχεια˙ γιὰ μιὰ πορεία κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ ποιητὴς μὲ ἐντιμότητα νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν ἰσχυρὴ πιθανότητα ἀποτυχίας εἴτε στὴν πρώτη φάση εἴτε στὴ δεύτερη, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ πρόθυμος νὰ ἐγκαταλείψει τὴν προσπάθεια ἐφόσον τὸ διαφαινόμενο ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ποιητικό, δὲν εἶναι, δηλαδή, εἰλικρινές.

Ἴσως ἡ κύρια δυσκολία ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ποίηση ἐπικαιρικῆς θεματολογίας νὰ εἶναι ἀκριβῶς ὅτι, ἐφόσον τὸ ποίημα δημοσιοποιεῖται ὅσο ἀκόμη ἡ θεματολογία παραμένει ἐπίκαιρη, μᾶλλον δὲν περισσεύει ἀρκετὸς χρόνος ὥστε ἡ διαδικασία τῆς σύνθεσης νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ ἐπιτυχία. Ἄν, δέ, τύχει (ὅπως συχνὰ τυχαίνει) ἡ ἐπικαιρότητα νὰ ἀσκεῖ τὶς δικές της πιέσεις γιὰ τὴν ταχύτερη καὶ μαζικότερη δημοσιοποίηση τῶν ἐν λόγῳ ἐπίκαιρων πονημάτων, καὶ ὁ ποιητὴς διακρίνει (ὅπως συχνὰ διακρίνει) τὴν προοπτικὴ μιᾶς ἐξίσου μαζικῆς ὑποδοχῆς τῶν γραφτῶν του καὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἴδιου, τότε ἡ ἀποτυχία τῶν δημοσιοποιηθέντων δῆθεν ποιημάτων εἶναι τόσο ἀναπόφευκτη ὅσο καὶ ὁ καταποντισμός, ἐν τέλει, τοῦ ποιητῆ, ὅταν τὰ περιρρέοντα θὰ ἔχουν πιὰ ξεχαστεῖ, συμπαρασύροντας στὴ λήθη καὶ τὰ ἀνέντιμα κατασκευάσματα ποὺ παρουσιάστηκαν κάποτε ὡς “ποιήματα ἐποχῆς”.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]