Γελοῖοι ἔρωτες

Ἔγραψε ἐκεῖνο τὸ ἰδιαίτερο βιβλίο σὲ κατάσταση παραφορᾶς. Μέρα νύχτα ἔγραφε, ἔσβηνε, ξανάγραφε. Μείνανε στὸ τέλος καμιὰ εἰκοσαριὰ ποιήματα ποὺ πίστευε πὼς αἰχμαλώτιζαν ὅλο του τὸ πάθος. Τὰ τύπωσε σὲ πολυτελὲς χαρτί. Ὕστερα διέγραψε ἐπιμελῶς κάθε ἴχνος τους ἀπὸ τὸν ὑπολογιστή. Παρέδωσε τὸ μοναδικὸ ἀντίτυπο στὸν ἄντρα ποὺ εἶχε ἐμπνεύσει ὅλο ἐκεῖνο τὸ πάθος.  Μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς θὰ τὸν συγκινήσει ἐπιτέλους. Ἐκεῖνος, ἀσφαλῶς, δὲν τὸ διάβασε, οὔτε θὰ τὸ διαβάσει ποτέ. Κατέληξε στὶς ἑρπύστριες κάποιου ἀπορριματοφόρου. Τὸ ἴδιο, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, βράδυ.

Πέρασαν χρόνια. Θυμήθηκε τὸν ἄντρα ἐκεῖνον βλέποντας ἕνα χυδαῖο σήριαλ στὴν τηλεόραση. Θυμήθηκε τὸ πρόσωπό του, τὴ φωνή του, τὶς κινήσεις του. Θυμήθηκε τὴ διάψευση καὶ τὴ θλίψη. Καὶ ἀπόρησε, καθὼς ἦταν πιὰ σαφὲς ὅτι ὁ ἄξεστος ἐκεῖνος ἄντρας ποτὲ δὲν ὑπῆρξε ἀξιέραστος.

Ἀπὀ τὰ ποιήματα δὲν μπόρεσε νὰ θυμηθεῖ οὔτε στίχο. Ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ εἶχε σημασία, καθὼς εἶχαν περάσει πιὰ τὰ χρόνια καὶ τίποτε δὲν εἶχε σημασία. Μιὰ νομοτελειακὴ αἴσθηση γελοιότητας περιέβαλλε πλέον τόσο τὶς ἀναμνήσεις ὅσο καὶ τὶς ἀπώλειες.

Limbo

ἔρχεται καὶ φεύγει
σὰν πνοὴ ἀνέμου

δὲν ξέρω ποτὲ
ἂν εἶναι ἐδῶ
ἂν ἦταν ἐδῶ πρὶν λίγο
ἂν ἔχει φύγει
ἂν ἦρθε ποτὲ

δὲν ρωτῶ
εἶδες κάτι
ἄκουσες κάτι

κρατῶ κρυφὴ
τὴν πιθανότητα
αὐτῆς τῆς παραίσθησης
ἢ αὐτῆς τῆς παρουσίας

τὸ βλέμμα μου βέβαια
δὲν ἑστιάζει ὅπως κάποτε πιὰ

γι᾽αὐτὸ συχνὰ
φορῶ μαῦρα γυαλιὰ


ὅσο μπορῶ
κρατῶ κρυφὴ
τὴν ἀρρώστια

Rae Armantrout, Ἀπόγειο

Τὸ Φῶς 1

Πῆγε τρεῖς, μόνο δυὸ ὧρες φῶς ἔχουμε ἀκόμη,
νὰ πέφτει λαμπρὸ στὴν ἀχλαδιὰ τοῦ κήπου,
ὅπου μαραίνονται ἤδη κάποια κόκκινα φύλλα.
Καὶ τ᾽ ἄλλα φύλλα στὸ θάμνο ποὺ πιστεύουμε
πὼς εἶναι μᾶλλον φούλι – πῆραν ξανὰ τὸ ἴδιο κίτρινο
χρῶμα ποὺ εἶχαν ὅταν βγῆκαν – θὰ πέσουν ὅπου νἆναι.

Θὰ μοῦ λείψεις πολὺ ὅταν χαθεῖς.
Θὰ μοῦ ἔλειπες ἀκόμη κι ἂν ἀνοιγόκλεινα τὰ μάτια
ἢ ἂν κάποιο βιαστικὸ σύννεφο ἔκρυβε τὸν ἥλιο.
Μοῦ λείπει αὐτὴ ἐδῶ ἡ στιγμὴ
καθὼς ἐξακολουθεῖ νὰ συμβαίνει.

Τὸ Φῶς 2

Ἐκεῖνο τὸ δεντράκι,
μὲ τὰ μαραμένα φύλλα
ἐν μέρει χρυσά, ἐν μέρει
βαθυκόκκινα,  δὲν ἔχει πιὰ
πάρε-δῶσε μὲ κανέναν –
ἄκαμπτο φθάνει στὸ ἀπόγειο
καὶ δὲν δοξάζει κανέναν.

Ὁ χρυσὸς ποὺ γιὰ χάρη του
ἰσοπέδωσαν οἱ δικοί μου τὸν κόσμο –

ἐκεῖ ἐκταμιεύεται.