Louise Glück, Ὀκτὼ Πεζὰ Ποιήματα

Θεωρία τῆς Μνήμης

Πρὶν πολλὰ πολλὰ χρόνια, πρὶν γίνω βασανισμένος καλλιτέχνης, προσβεβλημένος ἤδη ἀπὸ πόθο ἀλλὰ ἀνίκανος νὰ σχηματίσω δεσμοὺς διαρκείας, πολὺ καιρὸ πρὶν ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἤμουν ἔνδοξος ἡγεμὼν καὶ εἶχα ξανακατακτήσει, κομμάτι κομμάτι, μιὰ ὁλόκληρη χώρα – ἔτσι μοῦ δήλωσε μιὰ μάντισσα ποὺ ἐξέτασε τὴν παλάμη μου. Βλέπω σπουδαῖα πράγματα ἐμπρός σου, εἶπε, ἢ ἴσως πίσω σου, δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι σίγουρη. Παρ᾽ὅλα αὐτά, πρόσθεσε, τί σημασία ἔχει; Αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν εἶσαι παρὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τοῦ κρατάει τὸ χέρι μιὰ μάντισσα. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ὑποθέσεις καὶ ὄνειρα.

Οὐτοπία 

Ὅταν σταματήσει τὸ τραῖνο, εἶπε ἡ γυναίκα, πρέπει νὰ ἀνέβεις. Μὰ πῶς θὰ ξέρω, ρώτησε τὸ κορίτσι, ἂν εἶναι τὸ σωστὸ τραῖνο; Θὰ εἶναι τὸ σωστὸ τραῖνο, εἶπε ἡ γυναίκα, ἐπειδὴ εἶναι ἡ σωστὴ στιγμή. Ἕνα τραῖνο προσέγγιζε τὸν σταθμό˙ σύννεφα γκρίζου καπνοῦ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν καμινάδα. Εἶμαι τόσο τρομαγμένη, σκέφτεται τὸ κορίτσι, καὶ ἁρπάζει τὶς κίτρινες τουλίπες ποὺ θὰ δώσει στὴ γιαγιά της. Τοῦ ἔχουν πλέξει τὰ μαλλιά σὲ σφιχτὲς κοτσίδες γιὰ νὰ μὴ λυθοῦν στὸ ταξίδι. Ὕστερα, χωρὶς λέξη, ἀνεβαίνει στὸ τραῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἔνας παράξενος ἦχος, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ γλώσσα ὅπως αὐτὴ ποὺ μιλάει τὸ κορίτσι, ἀλλὰ  μοιάζει πιὸ πολὺ μὲ θρῆνο ἢ στεναγμό.

Ἀπαγορευμένη Μουσικὴ

Ἡ ὀρχήστρα ἔπαιζε ἤδη ἀρκετὴ ὥρα, καὶ εἶχε περάσει τὸ andante, τὸ scherzoκαὶ τὸ pocoadagio, καὶ ὁ πρῶτος φλαουτίστας εἶχε γείρει τὸ κεφάλι στὸ ἀναλόγιό του, καθὼς ἤξερε ὅτι δὲν θὰ τὸν χρειάζονταν μέχρι αὔριο, καὶ ἦρθε ἡ σειρὰ ἑνὸς κομματιοῦ στὴν παρτιτούρα ποὺ τὸ ἔλεγαν ἡ ἀπαγορευμένη μουσική, διότι ὁ συνθέτης εἶχε δώσει ὁδηγίες νὰ μὴν παίζεται. Ἔπρεπε, ὅμως, νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ μὴν παίζεται, κι ἂν ἤθελε ὁ μαέστρος ἂς ἔκανε μιὰ παύση. Ἀπόψε, ὅμως, ἀποφασίζει ὁ μαέστρος, πρέπει νὰ παιχθεῖ – διψάει νὰ γίνει διάσημος. Ὁ φλαουτίστας ξυπνάει ἀπότομα. Κάτι καινούριο φτάνει στὰ αὐτιά του, κάτι ποὺ δὲν ἔχει ἀκούσει ποτὲ πρίν. Ὁ ὕπνος κόβεται. Ποῦ βρίσκομαι τώρα, σκέφτεται. Καὶ μετὰ τὸ ἐπανέλαβε, σὰν γέρος ξαπλωμένος στὸ πάτωμα ἀντὶ γιὰ τὸ κρεββάτι του. Ποῦ βρίσκομαι τώρα; 

Τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο

Ἕνας ἡλικωμένος συγγραφέας εἶχε τὴ συνήθεια νὰ γράφει τὴ λέξη ΤΕΛΟΣ σὲ μιὰ κενὴ σελίδα πρὶν ξεκινήσει νὰ γράφει τὶς ἱστορίες του, καὶ μετὰ συνήθιζε νὰ παίρνει μιὰ δέσμη σελίδες, χαρακτηριστικὰ λεπτὴ τὸν χειμώνα ποὺ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας διαρκοῦσε λίγο, καὶ συγκριτικὰ μεγαλύτερη τὸ καλοκαίρι ποὺ ἡ σκέψη του ξαναγινόταν χαλαρὴ καὶ συνειρμική, διασταλτικὴ σὰν τὴ σκέψη τῶν νεαρῶν. Ἀσχέτως τοῦ ἀριθμοῦ τους, τοποθετοῦσε αὐτὲς τὶς σελίδες πάνω ἀπὸ τὴν τελευταία, ὥστε νὰ τὴν κρύβουν. Μόνο τότε τοῦ ἐρχόταν ἡ ἱστορία, ἀπέριττη καὶ ἐξευγενισμένη τὸν χειμώνα, πιὸ ἐλεύθερη τὸ καλοκαίρι. Μὲ αὐτὴ τὴ μέθοδο εἶχε γίνει διάσημος, σπουδαῖος.

Ἐργαζόταν κατὰ προτίμηση σὲ ἕνα δωμάτιο χωρὶς ρολόγια, καὶ ἄφηνε τὸ φῶς νὰ τοῦ πεῖ πότε τελείωνε ἡ ἡμέρα. Τὸ καλοκαίρι, ἤθελε τὸ παράθυρο ἀνοιχτό. Πῶς θὰ μποροῦσε, ὅμως, καὶ τὸ καλοκαίρι νὰ μπαίνει χειμωνιάτικος ἀέρας στὸ δωμάτιο; Ἔχεις δίκηο, φώναξε στὸν ἀέρα, αὐτὸ ἀκριβῶς μοῦ ἔλειπε, αὐτὴ ἡ ἀποφασιστικότητα, αὐτὴ ἡ σκαιότητα, αὐτὴ ἡ ἔκπληξη – ἄχ, ἂν μποροῦσα νὰ τὸ καταφέρω αὐτό, θὰ ἤμουν θεός! Καὶ ξάπλωνε στὸ κρύο πάτωμα τοῦ γραφείου του καὶ παρακολουθοῦσε τὸν ἀέρα ποὺ ἀνακάτευε τὶς σελίδες, μπερδεύοντας τὶς γραμμένες καὶ τὶς ἄγραφτες, καὶ τὸ τέλος ἀνάμεσά τους.

 Ἕνα διακεκομμένο ταξίδι 

Τελικὰ οἱ σκάλες ἦσαν πιὸ δύσκολες ἀπὸ ὅ,τι περίμενα κι ἔτσι κάθησα, ἂς ποῦμε, στὴ μέση τῆς διαδρομῆς. Δίπλα στὰ σκαλιὰ ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο παράθυρο καὶ περνοῦσα τὴν ὥρα παρατηρώντας τὰ μικρὰ δράματα καὶ τὶς μικρὲς κωμωδίες ποὺ ἐκτυλίσσονταν ἔξω στὸν δρόμο, ἂν καὶ δὲν ἔβλεπα κανέναν γνωστό μου ἐκεῖ ἔξω, κανέναν, σὲ κάθε περίπτωση, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε οἱ ἴδιες οἱ σκάλες χρησιμοποιοῦνταν, ἀπὸ ὅσο μποροῦσα νὰ δῶ. Πρέπει νὰ σηκωθεῖς, ἀγόρι μου, εἶπα στὸν ἑαυτό μου. Καθὼς αὐτὸ φαινόταν ἀδύνατο, ἔκανα ὅ,τι καλύτερο μποροῦσα στὴ δεδομένη περίσταση: ἔπεσα νὰ κοιμηθῶ, μὲ τὸ κεφάλι καὶ τὰ χέρια μου στὸ πάνω σκαλὶ καὶ τὸ σῶμα μου ζαρωμένο στὸ κάτω. Λίγη ὥρα μετά, ἕνα κοριτσάκι ἐμφανίστηκε στὴν κορυφὴ τῆς σκάλας, κρατώντας τὸ χέρι μιᾶς ἡλικιωμένης γυναίκας. Γιαγιά, εἶπε τὸ κοριτσάκι, εἶναι ἕνας πεθαμένος στὶς σκάλες! Πρέπει νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ κοιμηθεῖ, εἶπε ἡ γιαγιά. Πρέπει νὰ τὸν προσπεράσουμε ἥσυχα. Βρίσκεται σὲ ἐκεῖνο τὸ στάδιο τῆς ζωῆς ὅπου οὔτε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχὴ οὔτε ἡ πρόοδος πρὸς τὸ τέλος μοιάζει ἀνεκτή˙ ἑπομένως, ἔχει ἀποφασίσει νὰ σταματήσει, ἐδῶ, μὲς στὴ μέση, μολονότι ἐμποδίζει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐμᾶς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ χάνουμε τὶς ἐλπίδες μας˙ καὶ στὴ δική μου ζωή, συνέχισε, ὑπῆρξε μιὰ τέτοια στιγμή, ἂν καὶ συνέβη πρὶν πολὺ καιρό. Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἄφησε τὴν ἐγγονή της νὰ προπορευθεῖ, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ μὲ προσπεράσουν χωρὶς νὰ μὲ ἐνοχλήσουν.

Θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω ὁλόκληρη τὴν ἱστορία της, διότι μοῦ φάνηκε, ὅπως περνοῦσε, δυνατὴ γυναίκα, ἕτοιμη νὰ ἀπολαύσει τὴ ζωή, καὶ συγχρόνως εὐθυτενής, χωρὶς ψευδαισθήσεις. Ἀλλὰ σύντομα ἄρχισαν νὰ ψιθυρίζουν, ἢ ἀπομακρύνθηκαν. Ἄραγε θὰ τὸν βροῦμε ὅταν ἐπιστρέψουμε, ρώτησε τὸ κορίτσι χαμηλόφωνα. Ὣς τότε θὰ ἔχει φύγει πρὸ πολλοῦ, εἶπε ἡ γιαγιά της, θὰ ἔχει τελειώσει τὴν ἀνάβαση ἢ τὴν κατάβαση, ὅ,τι ἀπὸ τὰ δύο κι ἂν ἐπιχειρεῖ. Ἂς τὸν ἀποχαιρετήσω τώρα, λοιπόν, εἶπε τὸ κοριτσάκι. Καὶ γονάτισε στὸ ἀποκάτω σκαλί,  ψάλλοντας μιὰ προσευχὴ τὴν ὁποία ἀναγνώρισα, ἦταν ἑβραϊκὴ νεκρώσιμη δέηση. Κύριε, ψιθύρισε, ἡ γιαγιά μου λέει ὅτι δὲν εἶστε νεκρός, σκέφτηκα ὅμως πὼς αὐτὴ ἡ προσευχὴ θὰ παρηγορήσει τὸν τρόμο σας, καὶ δὲν θὰ εἶμαι ἐδῶ νὰ τὴν ψάλω τὴν κατάλληλη ὥρα.

Ὅταν τὴν ξανακούσετε, εἶπε, ἴσως οἱ στίχοι νὰ εἶναι λιγότερο τρομακτικοί, ἂν θυμηθεῖτε πῶς τοὺς πρωτακούσατε, τραγουδισμένους ἀπὸ ἕνα κοριτσάκι.

Τὸ ἄλογο καὶ ὁ ἀναβάτης

Ἦταν μιὰ φορὰ ἕνα ἄλογο, καὶ πάνω του ἕνας ἀναβάτης. Φαινόταν τόσο ὄμορφος κι αὐτὸς καὶ τὸ ἄλογο ὅπως τοὺς φώτιζε ὁ φθινοπωρινὸς ἥλιος καθὼς πλησίαζαν τὴν ξένη πόλη! Οἱ ἄνθρωποι συνωθοῦνταν στοὺς δρόμους ἢ φώναζαν ἀπὸ τὰ παράθυρα. Γρηὲς κάθονταν  καὶ παρατηροῦσαν ἀνάμεσα σὲ γλάστρες. Ἀλλὰ ἂν ἔψαχνε κανεὶς νὰ βρεῖ κανένα ἄλλο ἄλογο ἢ ἄλλον ἀναβάτη, μάταια θὰ ἔψαχνε. Φίλε μου, εἶπε τὸ ζῶο, γιατί δὲν μὲ ἐγκαταλείπεις; Μόνος, θὰ βρεῖς τὸν δρόμο σου ἐδῶ. Ἄν, ὅμως, σὲ ἐγκατέλειπα, εἶπε ὁ ἄλλος, θὰ σήμαινε πὼς ἀφήνω πίσω μου ἕνα κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ τὸ κάνω αὐτὸ ἐφόσον δὲν γνωρίζω ποιό κομμάτι εἶσαι;

Ἕνα ἔργο μυθοπλασίας

Ὅταν, μετὰ ἀπὸ πολλὲς νύχτες, γύρισα τὴν τελευταία σελίδα, μὲ κατέκλυσε μιὰ θλίψη. Ποῦ εἶχαν πάει ὅλοι, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ φαίνονταν τόσο πραγματικοί; Γιὰ νὰ ξεχαστῶ, ἀποφάσισα νὰ κάνω ἕναν νυχτερινὸ περίπατο˙ἐνστικτωδῶς, ἄναψα τσιγάρο. Στὸ σκοτάδι, τὸ τσιγάρο ἔφεγγε σὰν φωτιὰ ποὺ ἄναψε κάποιος ἐπιζῶν. Ἀλλὰ ποιός θὰ μποροῦσε νὰ διακρίνει αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὴ τὴ μικρὴ κουκκίδα ἀνάμεσα στὰ ἄπειρα ἀστέρια; Στάθηκα λίγο στὸ σκοτάδι, μὲ τὸ τσιγάρο νὰ φέγγει καὶ νὰ μικραίνει, ἡ κάθε εἰσπνοὴ ὑπομονετικὰ νὰ μὲ καταστρέφει. Πόσο μικρὸ ἦταν, πόσο σύντομο. Σύντομο, ναί, σύντομο, ὅμως ἦταν μέσα μου πιά, ἐκεῖ ὅπου ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν τὰ ἀστέρια.

Τὸ ζευγάρι στὸ πάρκο

Ἕνας ἄντρας περπατάει μόνος στὸ πάρκο καὶ δίπλα του περπατᾶ μιὰ γυναίκα, ἐπίσης μόνη. Πῶς τὸ καταλαβαίνει κανείς; Εἶναι σὰν νὰ ὑπῆρχε μιὰ γραμμὴ ἀνάμεσά τους, σὰν τὶς γραμμὲς στὰ γήπεδα. Ἐντούτοις, ἂν τοὺς φωτογράφιζες θὰ ἔμοιαζαν μὲ παντρεμένο ζευγάρι, ἕνα βάρος ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, βάρος ὅπως καὶ οἱ χειμῶνες ποὺ ἔχουν ὑπομείνει μαζί. Κάποια ἄλλη στιγμή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἄγνωστοι ἕτοιμοι νὰ συναντηθοῦν τυχαῖα. Τῆς πέφτει τὸ βιβλίο της˙σκύβει νὰ τὸ σηκώσει, ἀγγίζει, τυχαῖα, τὸ χέρι του καὶ ἡ καρδιά της ἀνοίγει σὰν παιδικὸ μουσικὸ κουτί. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ κουτὶ ξεπροβάλλει μιὰ μικρὴ ξύλινη μπαλλαρίνα. Ἐγὼ τὸ ἔφτιαξα αὐτό, σκέφτεται ὁ ἄντρας˙ καίτοι στὸ ἴδιο σημεῖο βιδωμένη περιστρέφεται, δὲν παύει νὰ εἶναι χορεύτρια, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα κομμάτι ξύλο. Ἔτσι μᾶλλον ἐξηγεῖται ἡ αἰνιγματικὴ μουσικὴ τῶν δέντρων.

Στὸ τελευταῖο της βιβλίο, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 2014  μὲ τίτλο Πιστὴ καὶ Ἐνάρετη Νύχτα [Faithful and Virtuous Night], ἡ Glück περιλαμβάνει, γιὰ πρώτη φορά, καὶ ὀχτὼ ποιήματα σὲ πεζὸ λόγο, τὰ ὁποῖα μεταφράζονται ἐδῶ. Ἡ ἴδια ἐξηγεῖ, σὲ συνέντευξή της στὴν Elisa Gonzalez τῆς Washington Square Review πῶς τὰ πεζὰ αὐτὰ ποιήματα, λειτουργώντας ὡς κλωβοὶ ἀντήχησης, τὴν βοήθησαν νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ ὑλικό της.  Στὰ ποιήματα αὐτὰ ἀξιοποιοῦνται μὲ ἰδιαίτερη ἀποτελεσματικότητα οἱ τεχνικὲς τῆς ἀποστασιοποίησης καὶ τοῦ χιοῦμορ, ποὺ ἡ ποιήτρια (στὸ δοκίμιό της, American Narcissism,  ἀπὸ τὸ βιβλίο τηςAmerican Originality, Farrar, Straus and Giroux, 2017) θεωρεῖ βασικὰ συστατικὰ μιᾶς ποιητικῆς ποὺ ἐπιχειρεῖ προγραμματικὰ νὰ διαχωρίσει τὸ λυρικὸ ἐγὼ ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, δημιουργώντας μιὰ νέου τύπου, ἐν ψυχρῷ, ἐξομολογητικὴ ποίηση. 

Βεβαίως, ἡ χαρακτηριστικὴ εὐθύτητα καὶ ἡ ἀκριβολόγος ἐκφραστικὴ αὐστηρότητα τῆς Γκλὺκ εἶναι ἐμφανεῖς καὶ σὲ αὐτὰ τὰ ποιήματα, ὅπως καὶ σὲ ὅλο τὸ (ὕστερο) ἔργο της, ἐνῶ βασικὸ θέμα παραμένει ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀποσπασματικότητα, ὡς ὁρίζουσες τοῦ βίου καὶ τῆς θνητότητας, ἀλλὰ καὶ τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας.

[πρώτη δημοσίευση αὐτῆς τῆς μετάφρασης: frear.gr, 23 Ἀπριλίου 2019]

παληὰ ἡμερολόγια, 2008-2018

But this flabby terror…
Nurse, it is a person! It is nerves
.

Robert Lowell,
“The Fat Man In The Mirror”

Μετὰ δέκα ἔτη

Σημαντικὴ ἡ ἐκδήλωση αὔριο, θὰ πρέπει νὰ παραστῶ, ὑποχρεοῦμαι ὡς ἐκ τῆς ἐργασίας μου. Μὲ ἐπισημότητα. Θὰ ἀσφυκτιῶ μὲ τὸ κοστούμι καὶ τὴ γραβάτα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ θυμᾶμαι τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὰ φόρεσα, στὴν Traviataτῶν τεσσαρακοστῶν γενεθλίων μου, εἴχαμε πάει σὲ θέατρο μυθικό, καὶ καμάρωνα τὸν Γιῶργο μου μὲ τὸ λινό του κοστούμι, ἦταν τόσο ὄμορφος καὶ μόνο στὴν εἰκόνα του μπορῶ πιὰ νὰ ἐλπίζω, στὴν ἀνάμνηση αὐτὴ ποὺ αὔριο θὰ ἐξουδετερώσει τὴν ἀσχήμια τῆς ἐπίσημης ἐκδήλωσης, γιατὶ μόνο ἡ μνήμη μπορεῖ νὰ θεραπεύσει, ἔστω προσωρινά, ὅ,τι ζοῦμε. 

Συντροφικότητα

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς εἶσαι θλιμμένος. Ὁ σύντροφός σου σὲ ξέρει καλά, βλέπει τὴ θλίψη στὰ μάτια σου παρὰ τὸ βεβιασμένο χαμόγελο ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν προστατεύσει, θλίβεται καὶ αὐτός, κάθεστε ἀμίλητοι καὶ δυστυχεῖς καὶ ἡ θλίψη τοῦ ἑνὸς ἐπιτείνει τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου˙ σὲ ἕναν διηνεκὴ βρόχο, ποὺ σᾶς σφίγγει καὶ σᾶς ἀπειλεῖ ἕως ὅτου ξεσπάει ἔνας ἀπολύτως ἄδικος καβγάς, ποὺ ὁδηγεῖ προφανῶς σὲ συμφιλιωτικὴ συνουσία˙ μετὰ τὸν ὀργασμό, ἐπιστρέφετε καὶ οἱ δύο στὴν προτεραία θλίψη, λίγο βαθύτερη κάθε φορά. Δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο, λοιπόν,  πὼς ἡ συντροφικότητα συμβάλλει στὴν εὐτυχία μας.

Ἀθροιστικὴ Κεφαλαλγία

Ἀνοίγω τὰ μάτια καὶ βλέπω ἕνα ποτήρι γεμᾶτο ὣς τὸ χεῖλος μὲ νερό. Θαυμάζω γιὰ λίγο τὴν τέλεια διαφάνεια καὶ ἁπλώνω τὸ χέρι νὰ πιάσω τὸ ποτήρι καὶ νὰ τὸ φέρω στὸ στόμα μου. Τότε ὅμως ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ποτήρι, ὑπάρχει ἁπλῶς τὸ νερό, τὸ ὁποῖο στέκεται ἐντελῶς παράδοξα σὲ σχῆμα ποτηριοῦ καὶ παριστάνει ὅτι πράγματι περιβάλλεται ἀπὸ ἕνα διαφανὲς ποτήρι. Μόλις τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ νοητὸ ποτήρι, ἡ ἰσορροπία τοῦ νεροῦ διαταράσσεται. Τὸ νερὸ χύνεται μισὸ στὸ χέρι μου καὶ μισὸ στὸ κομοδίνο. Τὸ βιβλίο ποὺ ἔχω ἀκουμπήσει στὸ κομοδίνο γίνεται μούσκεμα. Πρόκειται γιὰ τὸ Μέρες καὶ Νύχτες Χωρὶς Σημασία, ποὺ ἔχω χάσει ἐδῶ καὶ χρόνια.

Ξυπνῶ ἔντρομος καὶ διψασμένος. Στὸ κομοδίνο μου ὑπάρχει ἕνα ποτήρι καὶ ἕνα κουτὶ δυνατὰ παυσίπονα. Παρ᾽ὅλα αὐτὰ δὲν τολμῶ νὰ ἁπλώσω τὸ χέρι καὶ νὰ πιῶ. Βουτάω μὲ μιὰν ἀπότομη κίνηση τὰ παυσίπονα, σηκώνομαι καὶ τρέχω στὴν κουζίνα ὅσο πιὸ ἀθόρυβα μπορῶ, μὴν ξυπνήσει αὐτὸς ποὺ κοιμᾶται μαζί μου. Γεμίζω ἕνα ποτήρι νερὸ καὶ παίρνω δύο χάπια. Σὲ εἴκοσι λεπτὰ ὁ πόνος θὰ ἔχει περάσει καὶ θὰ μπορέσω νὰ ξανακοιμηθῶ.

Ὁ πόνος, ὅπως καὶ ὁ ἐφιάλτης, δὲν μοιράζεται.

Γαλάζιος Ἄγγελος

Ἀνασφαλὴς κοινὸς τόπος. Γεράσαμε προώρως, Ἰωάννη: φιλοτεχνοῦμε ὅ,τι μποροῦμε καὶ ἁγιογραφοῦμε ἀκούραστα (καίτοι κουραστικὰ) καλλίπυγους νεαροὺς μὲ δυνατοὺς μηροὺς καὶ ἀνεπίλυτες ἀντιστίξεις. Ἐδῶ καὶ αἰῶνες εἶναι γνωστὸ ὅτι δὲν ἔχουν τὸν χρόνο, οὔτε τὴν διάθεση, νὰ ἀπολαύσουν τὶς καθηλώσεις μας. Παρ᾽ὅλα αὐτά, ἀγαπητὲ Ἰωάννη, δὲν φταίει ὅτι ὁ ImmanuelRathδὲν γνώριζε τὰ ἐπικείμενα, ἀλλὰ ὅτι ἦταν ἐξ ὁρισμοῦ ἀνάπηρος καὶ ἀπροστάτευτος. Ἔτσι εἴμαστε ὅλοι, ἀτελεῖς καὶ ἀπροστάτευτοι, καὶ οἱ εὐεπίφοροι νεαροί, καὶ οἱ φιλόκαλοι μεσήλικες.

Ἐπανέκδοση

Μπορεῖ ἀκόμη νὰ συμβεῖ. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ συμβαίνει νὰ ἀκοῦν ξαφνικὰ τὰ εἰκοσάχρονα κάποιο παληὸ τραγούδι ἐπειδὴ μόλις βγῆκε σὲ remix, μπορεῖ νὰ σοῦ συμβεῖ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ εἰκοσάχρονα νὰ γκρεμίσει τὸν πολυετὴ κυνισμὸ τῆς ἐρωτικῆς λυσιτέλειας καὶ νὰ σὲ ὁδηγήσει πάλι στὸν πολυδαίδαλο δρόμο τῶν ἀτελέσφορων ραντεβοῦ˙ καὶ νὰ ἀνυπομονεῖς γιὰ τὴν ἑπόμενη συνάντηση˙ καὶ νὰ ἀδημονεῖς ὄχι γιὰ τὴν κατάκτηση τοῦ γυμνοῦ σώματος, ἀλλὰ γιὰ ἕνα φιλὶ στὸ στόμα.

Χαίρεσαι ἐνδομύχως, νοιώθεις σὰν δεκαεφτὰ ἐτῶν, κι ὔστερα θυμᾶσαι πόσο καταθλιπτικὴ ἦταν αὐτὴ ἡ ἡλικία, πόση κατατονία ἔφεραν ὅλες αὐτὲς οἱ μάταιες ἀναμονές, καὶ κυρίως πόσο μακρόπνοες ὑπῆρξαν οἱ ἐπιπτώσεις τους. Καὶ ἐπιστρέφεις τρέχοντας ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ξέφυγες, στὴ σοφία τῆς ἡλικίας σου.

Στοιχήματα

Ποτὲ δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε μὲ βεβαιότητα ποιός παίζει τὰ ἐρωτικὰ παιγνίδια στὰ ὁποῖα συμμετέχουμε καὶ ποιός ἁπλῶς ἀκολουθεῖ, δηλαδὴ ποιός εἶναι ὁ εὐειδὴς παίκτης ποὺ μοιράζει τὰ χαρτιὰ καὶ ποιός δυστυχὴς ἁπλῶς ποντάρει. Ὅταν, ὅμως, εἶναι κανεὶς σχεδὸν σίγουρος ὅτι ποντάρει καὶ δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογὴ παρὰ νὰ ἡττηθεῖ, τότε εἶναι σαφὲς ὅτι ἔχουν ἀλλάξει οἱ κανόνες καὶ ὅτι ὁ εὐειδὴς παίκτης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄγεται καὶ φέρεται. Ἡ κατάληξη, ὡστόσο, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ ἴδια˙ τὸ παιγνίδι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι στημένο˙ἡ ἧττα ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι βέβαιη.

Παράσιτο

Γιὰ φαντάσου!

Ξαφνικὰ διαπιστώνεις πὼς ἔχεις τὴν ἱκανότητα μιᾶς κάποιας ἐπικοινωνίας μὲ τὰ παράσιτα ποὺ κατοικοῦν στὸ σῶμα σου. Καὶ καθὼς τὰ  κοιτάζεις μὲ καθηλωτικὴ ἀηδία, ἕνα ἀπὸ αὐτὰ γυρίζει καὶ σοῦ λέει μὲ ὅλο του τὸ θράσος: «ἔ! ἐσύ! ἐσὺ ποὺ παρασιτεῖς μέσα μου, ἐσὺ ποὺ χωρὶς ἐμένα θὰ εἶχες σαπίσει! ντροπή σου!»

Καὶ παραδόξως, σκέφτεσαι πὼς δίκηο ἔχει ἀσφαλῶς, καὶ ντρέπεσαι.

Ταξίδι Ἐπαγγελματικὸ

Ἡμιθανὴς μετὰ ἀπὸ ἀδιάκοπες συναναστροφὲς τεσσάρων ἡμερῶν, ἐπιστρέφομαι ἀεροπορικῶς σὰν ἀπωλεσθὲν δέμα ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ξεκίνησα. Μὲ τὴν αἴσθηση πὼς στὴν πραγματικότητα δὲν ταξίδεψα, ἁπλῶς τοποθετήθηκα σὲ ἕναν θάλαμο βασανιστηρίων ἐπὶ τέσσερα εἰκοσιτετράωρα ἕως ὅτου οἱ τοῖχοι γύρω μου γκρεμίστηκαν. Καὶ τότε μὲ εἶδαν ξανὰ κοντά τους οἱ δικοί μου, ταλαίπωρο ἀλλὰ μᾶλλον ζωντανό, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁλοκλήρωναν τὴν ἀγρυπνία καὶ ξεκινοῦσαν γιὰ τὴν ταφή μου in absentia.

Ἀπήλογος

Ἐπιστρέφοντας στὸ παληὸ ἐκεῖνο ἡμερολόγιο γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ εἶχα ἐγκαταλείψει πρὸ καιροῦ, ξαναδιάβασα τὰ ἤδη γνωστὰ κείμενα καὶ διαπίστωσα ὅτι ἐδῶ καὶ δέκα σχεδὸν χρόνια δὲν ἔχει οὐσιωδῶς ἀλλάξει τίποτε, καίτοι μεσολάβησαν τόσες καταστροφές. Ἐξίσου ἀσφυκτικὸς ὁ ἐθισμός, ἐξίσου σφοδρὴ ἡ ἐπιθυμία. Βέβαια τώρα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ τὸ ἐπικείμενο τέλος. Ἀλλὰ οὔτε τότε ὑπῆρχε. Ἁπλῶς τότε ἐπρόκειτο ἁπλῶς γιὰ τὸ τέλος μιᾶς συναναστροφῆς, μιᾶς συνουσίας. Ἐνῶ τώρα.

[πρώτη δημοσίευση: frear.gr, 7 Νοεμβρίου 2018]

fake literature

 

[ἕξι αὐθαίρετες σημειώσεις ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὴ Μιτσίκο Κακουτάνι]

1. Ἡ ζωὴ ἑνὸς λογοτεχνήματος δὲν ξεκινᾶ μὲ τὴ γραφή του, ἀλλὰ μὲ τὴ δημοσιοποίησή του. Ἡ διαπραγμάτευση ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ καταλήξει στὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς γραπτοῦ ὡς λογοτεχνήματος ξεκινᾶ μὲ τὴ δημοσιοποίησή του.

2. Ἡ ἐπιτυχὴς ἔκβαση τῆς διαπραγμάτευσης δὲν εἶναι ποτὲ δεδομένη. Ἐξαρτᾶται, δέ, ἀπὸ πλῆθος παραμέτρων οἱ ὁποῖες θεωρεῖται ὅτισυμπεριλαμβάνουν ἀξιολογήσεις τοῦ ἴδιου τοῦ κειμένου, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε συμπεριλαμβάνουν καὶ ἄλλες, ἄσχετες μὲ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο.

3. Ἡ διαπραγμάτευση γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς κειμένου ὡς λογοτεχνήματος εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴ διαπραγμάτευση γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς κειμένου ὡς εἴδησης. 

3.1. Εἴδηση εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ διατείνεται ὅτι περιγράφει ἕνα πραγματικὸ γεγονὸς καὶ ποὺ διαδίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια κανάλια ἐπικοινωνίας.  

3.2. Λογοτέχνημα εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ διατείνεται ὅτι ἔχει αἰσθητικὴ ἀξία καὶ ποὺ διαδίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια κανάλια ἐπικοινωνίας.

3.1.1. Ἐὰν ἐπινοήσω ἕνα γεγονός, τὸ καταγράψω σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ δὲν διαδώσω τὸ κείμενο, τὸ κείμενό μου δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ «εἴδηση».  Ἑπομένως, μιὰ πλαστὴ εἴδηση δὲν εἶναι εἴδηση μέχρι νὰ κυκλοφορήσει καὶ νὰ διαδοθεῖ ὡς εἴδηση.

3.2.1. Ὁμοίως, ἕνα πλαστὸ λογοτέχνημα δὲν εἶναι λογοτέχνημα μέχρι νὰ κυκλοφορήσει καὶ νὰ διαδοθεῖ ὡς λογοτέχνημα.

3.1.2. Τὴν εὐθύνη μιᾶς πλαστῆς εἴδησης τὴν ἔχουν ἑπομένως τὰ «ἁρμόδια κανάλια» ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαδίδεται καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ τὴν ἐπινόησε. 

3.2.2. Ὁμοίως, τὴν εὐθύνη ἑνὸς πλαστοῦ λογοτεχνήματος τὴν ἔχουν τὰ «ἁρμόδια κανάλια» ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαδίδεται καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ τὸ συνέθεσε.

3.3. Οἱ πραγματικὲς εἰδήσεις ἐξ ὁρισμοῦ ἀκυρώνουν τὶς πλαστές, ἐφόσον διαψεύδουν τὰ ἐπινοημένα γεγονότα τὰ ὀποῖα περιγράφουν οἱ πλαστὲς εἰδήσεις.  Ἡ πλαστὴ εἴδηση μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἐπιβιώσει μόνο ἐὰν ἡ διάδοσή της εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τῆς διάδοσης τῶν γνήσιων εἰδήσεων.

3.4. Ὁμοίως, τὰ γνήσια λογοτεχνήματα ἀκυρώνουν τὰ πλαστά, ἐφόσον διαψεύδουν τὶς ἀντιλήψεις περὶ αἰσθητικῆς ἀξίας τὶς ὁποῖες ἐνσωματώνουν τὰ πλαστὰ λογοτεχνήματα. Τὸ πλαστὸ λογοτέχνημα μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἐπιβιώσει, μόνο ἐὰν ἡ διάδοσή του εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τῆς διάδοσης τῶν γνήσιων λογοτεχνημάτων.

3.5. Ὁ μηχανισμὸς διάδοσης πλαστῶν εἰδήσεων εἶναι γκαιμπελικός: στόχος τῆς διάδοσης τοῦ πλαστοῦ εἶναι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἐν τέλει ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων ποὺ διαχώριζαν τὸ πλαστὸ ἀπὸ τὸ γνήσιο.

3.6. Ὁ μηχανισμὸς διάδοσης πλαστῶν λογοτεχνημάτων εἶναι γκαιμπελικός: στόχος τῆς διάδοσης τοῦ πλαστοῦ εἶναι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἐν τέλει ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων ποὺ διαχώριζαν τὸ πλαστὸ ἀπὸ τὸ γνήσιο.

3.5.1. Γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικά, τὰ κανάλια διάδοσης πλαστῶν εἰδήσεων ὀφείλουν νὰ ἀποκλείουν τὶς γνήσιες εἰδήσεις, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἐπιτυχὴς διάδοση τῶν πλαστῶν εἰδήσεων προϋποθέτει, ἑπομένως, τὸν ἀποκλεισμό, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπαξίωση, τῶν γνήσιων εἰδήσεων.

3.6.1. Ὁμοίως, γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικά, τὰ κανάλια διάδοσης πλαστῶν λογοτεχνημάτων ὀφείλουν νὰ ἀποκλείουν τὰ γνήσια λογοτεχνήμτα, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν αἰσθητικῶν κριτηρίων.  Ἡ ἐπιτυχὴς διάδοση τῶν πλαστῶν λογοτεχνημάτων προϋποθέτει, ἑπομένως, τὸν ἀποκλεισμό, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπαξίωση, τῶν γνήσιων λογοτεχνημάτων.

3.5.2. Τὰ ἁρμόδια κανάλια διάδοσης εἰδήσεων ἔχουν ἀλλάξει δραματικὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη: ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Web 2.0, καὶ ἰδιαίτερα τοῦ κοινωνικοῦ διαδικτυακοῦ ἱστοῦ, ἔχει ὁδηγήσει σὲ μιὰ κατάσταση ὅπου εἰδήσεις μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε χρήστη τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, νὰ διαδοθοῦν ἀστραπιαῖα, καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς ὡς εἰδήσεις χωρὶς ἡ ἀρχική τους καταγωγὴ νὰ εἶναι ἀνιχνεύσιμη. Παραφράζοντας τὸν McLuhan, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πὼς ἡ διάδοση εἶναι ἡ εἴδηση. Τὰ παλαιὰ κανάλια (ἐφημερίδες, ραδιοφωνικὰ καὶ τηλεοπτικὰ δίκτυα) ἐξαφανίζονται ἢ μεταλλάσσονται, ἐνσωματώνοντας τὸν κοινωνικὸ ἱστό, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ κοινωνικὸς διαδικτυακὸς ἱστὸς νὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν παραγωγὸς καὶ διακινητὴς τῶν εἰδήσεων.

3.6.2. Ὁμοίως, τὰ ἁρμόδια κανάλια διάδοσης λογοτεχνημάτων ἔχουν ἐπίσης ἀλλάξει δραματικὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη. Λογοτεχνήματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε, νὰ διαδοθοῦν ἀστραπιαῖα καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὰ ὡς τέτοια, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνιχνεύσιμος κανένας μηχανισμὸς αἰσθητικῆς τους ἀξιολόγησης, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ τίθεται κἂν τὸ αἴτημα τῆς αἰσθητικῆς τους ἀξιολόγησης. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ διάδοση εἶναι ἡ λογοτεχνία, ἡ διαδικασία καὶ τὸ ἀποτέλεσμά της ταυτίζονται. Τὰ παλαιὰ κανάλια διάδοσης (ἐκδότες, λογοτεχνικὰ περιοδικὰ) ἐξαφανίζονται ἢ μεταλλάσσονται, ἐνσωματώνοντας καὶ καθρεφτίζοντας τὸν κοινωνικὸ διαδικτυακὸ ἱστό, ὥστε ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁ ἱστὸς νὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν παραγωγὸς καὶ διακινητὴς τῆς λογοτεχνίας.

4. Οἱ διαδικασίες κατασκευῆς consensus ὡς πρὸς τὴν ἀξία ἑνὸς λογοτεχνήματος ἢ τὴν ἀλήθεια μιᾶς εἴδησης μέσα στὸν κοινωνικὸ διαδικτυακὸ ἱστὸ εἶναι γρήγορες καὶ ἄγριες. Τὸ μέσον ἐπιβάλλει καὶ ἀξιοποιεῖ ταχεῖες στρατηγικὲς ἀνάγνωσης καὶ ἀπόκρισης. Ἡ κατασκευὴ ἑνὸς προφανοῦς καὶ δυναμικοῦ πλειοψηφικοῦ ρεύματος κατάφασης καὶ ἀποδοχῆς μοιραῖα συμπαρασύρει τοὺς χρῆστες, ἐνῶ τυχὀν διαφωνοῦντες ἐκφοβίζονται, διασύρονται καὶ ἐν τέλει ἀποχωροῦν ἢ ὑποχωροῦν, πραγματοποιώντας τὸ γκαιμπελικὸ ὄνειρο σὲ χρόνο μηδέν: ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις διατυπώνονται σπανίως καὶ κυρίως σὲ ἰδιωτικὲς ἐπικοινωνίες (“inbox”!),  ἐνῶ ἡ δημόσια στάση πολλῶν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐκφράσει ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις ἰδιωτικῶς παραμένει καταφατικὴ πρὸς τὸ διακινούμενο consensus, εἴτε λόγῳ φόβου εἴτε λόγῳ ὑστεροβουλίας.

5. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ ἡ πλαστὴ εἴδηση ἀντικαθιστᾶ τὴ γνήσια, ἡ πλαστὴ λογοτεχνία ἐπίσης ἀντικαθιστᾶ τὴ γνήσια. 

6. Ἡ γνήσια λογοτεχνία, ὅπως καὶ ἡ γνήσια εἴδηση, εἶναι δύσκολο νὰ ἀνακαλυφθεῖ καὶ νὰ διαδοθεῖ ἐν μέσῳ τοῦ γκαιμπελικοῦ κυκεώνα. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀνύπαρκτη, ἔχει ὅμως ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴ διαπραγμάτευση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν ταυτοποίησή της ὡς λογοτεχνίας.

 [πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν bibliothèque]