Sylvia Plath, Τρία Ποιήματα

Στὸν Γύψο

Ποτὲ δὲν θὰ ξεφύγω! Ἔχω διπλασιαστεῖ καὶ εἶμαι δύο τώρα:
Μιὰ ὁλοκαίνουρια κατάλευκη καὶ ἡ παληὰ ὠχρή,
Ἀλλὰ ἡ κατάλευκη εἶναι ἀνώτερη ἀναμφίβολα 
Δὲν ἔχει ἀνάγκες, εἶναι μία ἀληθινὴ ἁγία.
Στὴν ἀρχὴ τὴ μισοῦσα, δὲν εἶχε προσωπικότητα –
Ξάπλωνε μαζί μου στὸ κρεββάτι σὰν νεκρὴ
Καὶ μὲ τρόμαζε, διότι τὸ σχῆμα της ἀντέγραφε ἀκριβῶς τὸ δικό μου.

Μόνο ποὺ ἐκείνη ἦταν κατάλευκη καὶ ἄθραυστη καὶ ὑγιής.
Μιὰ βδομάδα ἔκανα νὰ κοιμηθῶ, ἦταν τόσο παγωμένη.
Τὴν κατηγοροῦσα γιὰ τὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν ἀπαντοῦσε.
Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὴν ἠλίθια συμπεριφορά της!
Τὴν χτυποῦσα κι αὐτὴ ἔμενε ἀκίνητη, φιλειρηνικὴ μέχρι τέλους.
Ὥσπου ἀντιλήφθηκα πὼς αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἦταν νὰ τὴν ἀγαπῶ:
Καὶ τότε ἄρχισε νὰ ζεσταίνεται, καὶ κατάλαβα τὰ πλεονεκτήματά της.

Χωρὶς ἐμένα, δὲν θὰ ὑπῆρχε, κι ἔτσι προφανῶς ἦταν εὐγνώμων.
Τῆς ἔδωσα ψυχή, κι ἀναδύθηκα ἀπὸ μέσα της σὰν τριαντάφυλλο
ποὺ ἀναδύεται ἀνθισμένο ἀπὸ ἕνα φτηνὸ πορσελάνινο βάζο.
Κι ὅλα τὰ μάτια ἦσαν καρφωμένα ἐπάνω μου
Ὄχι στὴ λευκότητα καὶ στὴν ὀμορφιά της, ὅπως πίστευα στὴν ἀρχή.
Υἱοθέτησα ἔναν τόνο ὑπεροπτικῆς ἀνωτερότητας ἀπέναντί της καὶ τὸ δέχτηκε –
 Φἀνηκε σχεδὸν ἀμέσως πὼς εἶχε νοοτροπία σκλάβας.

Δὲν μὲ ἐνοχλοῦσε νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, καὶ ἡ ἴδια τὸ λάτρευε.
Τὸ πρωὶ μὲ ξυπνοῦσε νωρίς, ἀντανακλώντας τὸν ἥλιο
Στὸν ἐκπληκτικὰ λευκὸ κορμό της καὶ ἀναπόφευκτα παρατηροῦσα
Πόσο κόσμια καὶ ἤρεμη καὶ ὑπομονετικὴ ἦταν:
Ὅσο ἤμουν ἀδύναμη, μὲ φρόντιζε σὰν τὴν καλύτερη νοσοκόμα,
Συγκρατοῦσε τὰ κόκκαλά μου στὴ θέση τους μέχρι νὰ δέσουν.
Μὲ τὸν καιρό, ἡ φιλία μας ἔγινε σφοδρότερη.

Δὲν ἐφάρμοζε πιὰ σὰν ἐκμαγεῖο ἐπάνω μου, ἦταν ἐπιφυλακτική.
Ἔνοιωθα μάλιστα ὅτι μὲ ἐπέκρινε ἄθελά της,
Σὰν νὰ τὴν πρόσβαλαν οἱ συνήθειές μου κατὰ κάποιον τρόπο.
Ἄφηνε ἀνοιχτὰ τὰ παράθυρα κι ἔμπαινε ρεῦμα, γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀφηρημένη.
Καὶ τὸ δέρμα μου μὲ ἔτρωγε καὶ ξεφλούδιζε σιγὰ σιγὰ
Μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν μὲ φρόντιζε ἐπαρκῶς.
Καὶ τότε κατάλαβα ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα: νόμιζε πὼς ἦταν ἀθάνατη.

Ἤθελε νὰ μὲ ἐγκαταλείψει, νόμιζε πὼς ἦταν ἀνώτερη,
Καὶ πὼς τὴν ἔκρυβα ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ μοῦ κρατοῦσε κακία –
Ποὺ χαράμιζε τὶς μέρες της φροντίζοντας μιὰ μισοπεθαμένη!
Καὶ στὰ κρυφὰ ἄρχισε νὰ εὔχεται νὰ πεθάνω.
Ὕστερα κάλυπτε τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια μου, μὲ κάλυπτε ὁλόκληρη,
Καὶ φοροῦσε τὸ πρόσωπό μου ὅπως μιὰ σαρκοφάγος
φοράει τὸ πρόσωπο τοῦ Φαραώ, δὲν εἶναι ὅμως παρὰ χῶμα καὶ νερό.

Δὲν ἤμουν καθόλου σὲ θέση νὰ τὴ διώξω.
Μὲ φρόντιζε τόσο καιρὸ ποὺ ἤμουν πιὰ σχεδὸν ἀνάπηρη –
Εἷχα ξεχάσει πλέον πῶς νὰ περπατάω, πῶς νὰ κάθομαι.
Κι ἔτσι πρόσεχα πολὺ καὶ προσπαθοῦσα νὰ μὴν τὴν ἀναστατώνω
Καὶ νὰ μὴν διατρανώνω πρόωρα πὼς θὰ τὴν ἐκδικηθῶ.
Ζοῦσα μαζί της σὰν νὰ ζοῦσα μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ φέρετρο!
Ἐντούτοις, δὲν μποροῦσα χωρὶς αὐτήν, κι ἂς μὲ στεναχωροῦσε.

Σκεφτόμουν μερικὲς φορὲς πὼς θὰ δραπετεύαμε μαζί –
Στὸ κάτω κάτω, ἦταν σὰν νὰ ἤμασταν παντρεμένες, ἤμασταν τόσο δεμένες.
Τώρα καταλαβαίνω πὼς μόνο ἡ μιὰ ἀπὸ τὶς δυό μας μπορεῖ νὰ γλιτώσει.
Μπορεῖ αὐτὴ νὰ εἶναι ἁγία, κι ἐγὼ νὰ εἶμαι ἄσχημη καὶ τριχωτή,
Ἀλλὰ σύντομα θὰ ἀντιληφθεῖ πὼς αὐτὸ δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία.
Συλλέγω δυνάμεις, μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς μέρες θὰ τὰ καταφέρω χωρὶς ἐκείνην,
Καὶ θὰ ἀφανιστεῖ μέσα στὸ κενὸ τότε, καὶ θ᾽ἀρχίσω νὰ τῆς λείπω.

Ἡ Λάζαρος

Τὰ κατάφερα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μιὰ φορὰ
τὸ πετυχαίνω.

Ἕνα θαῦμα πραγματικό, τὸ δέρμα μου
λαμπρὸ σὰν λαμπατὲρ τῶν ναζί,
τὸ πόδι μου

ἕνα μπιμπελό.
Τὸ πρόσωπό μου ἔξοχο ἑβραίικο λινὸ
χωρὶς χαρακτηριστικά, κενό.

Τράβα τὰ σάβανα 
ἐχθρέ μου.
Σὲ τρομάζω;

Κοίτα τὴ μύτη μου, τὶς κόγχες τῶν ματιῶν, τὰ πάλλευκα δόντια.
Μὴν ἀνησυχεῖς, ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θὰ χαθεῖ
ἡ σάπια δυσωδία τῆς ἀνάσας μου.

Ὅπου νἆναι οἱ σάρκες 
ποὺ κατέφαγε ὁ τάφος
θὰ ξαναφυτρώσουν στὸ κορμί μου.

Καὶ τότε θὰ χαμογελῶ.
Εἶμαι μόλις τριάντα χρονῶν
κι ὅπως οἱ γάτες πεθαίνω ἑφτὰ φορές.

Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος ὑπ᾽ ἀριθμὸν τρία.
Ἄχ, πόσο μὲ κουράζει
ν᾽ ἀφανίζομαι κάθε δέκα χρόνια 

νὰ γίνομαι μύρια κομμάτια.
Καὶ ὁ φιλοθεάμων ὄχλος μασουλώντας στραγάλια
σπρώχνεται νὰ δεῖ

πῶς τραβώντας ἀπὸ πάνω μου τὰ σάβανα μὲ γδύνουν,
ὁ ὄχλος τρέχει νὰ θαυμάσει τὸ μεγάλο στριπτήζ.
Κυρίες καὶ κύριοι

ἰδού, νά τὰ χέρια μου
κι ἐδῶ τὰ γόνατά μου!
Εἶμαι πετσὶ καὶ κόκκαλο βεβαίως

ἀλλὰ παραμένω ἴδια κι ἀπαράλλαχτη.
Δέκα χρονῶν ἤμουν τὴν πρώτη φορὰ – 
ἦταν ἀτύχημα τότε.

Τὴ δεύτερη προσπάθησα
νὰ ἐπιμείνω, νὰ μὴν ξαναγυρίσω στὴ ζωή.
Σκλήρυνα σὰν βράχος, 

ἔγινα στρείδι κι ἔκλεισα
καὶ μὲ φώναζαν καὶ μὲ ξαναφώναζαν καὶ πάσχιζαν 
σὰν νἆταν πέρλες τὰ σκουλήκια στὸ κουφάρι μου νὰ τὰ ξεκολλήσουν.

Εἶναι τέχνη ὁ θάνατος
ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα.
Ἐγὼ πεθαίνω ἐξαιρετικὰ

πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν κόλαση
πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν ἀλήθεια.
Χωρὶς ἀμφιβολία, ἔχω χάρισμα.

Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις σὲ μιὰ φυλακή.
Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις καὶ νὰ μένεις ἐκεῖ.
Τὸ δύσκολο εἶναι ἡ ἐντυπωσιακὴ

ἐπιστροφὴ στὸ φῶς τῆς ἡμέρας
στὸν ἴδιο τόπο, στὸ ἴδιο πρόσωπο, στὴν ἴδια βίαιη
ἐνθουσιώδη κραυγή:

«θαῦμα!»
ποὺ μὲ ἐξαντλεῖ.
Θὰ σᾶς κοστίσει λοιπὸν ἂν θέλετε

ἀπὸ κοντὰ νὰ δεῖτε τὶς πληγές μου, θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε ν᾽ἀκούσετε τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μου,
θὰ πληρώσετε εἰσιτήριο!

Κι ἀκόμη πιὸ ἀκριβά, πανάκριβα θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε μιὰ λέξη μου, ἕνα ἄγγιγμά μου,
μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα μου

μιὰ τούφα ἀπ᾽τὰ μαλλιά μου, ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα μου.
Ἔτσι ἀκριβῶς, γιατρέ μου,
ἔτσι, ἐχθρέ μου.

Ἐγὼ εἶμαι τὸ πιὸ σπουδαῖο σου δημιούργημα
τὸ πιὸ πολύτιμο
τὸ ἁγνὸ χρυσό σου βρέφος

ποὺ κλαίει καθὼς λιώνει στὴν πυρά.
Καίγομαι ἤδη, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα
Καθόλου δὲν ὑποτιμῶ τὴν προσεκτική σου φροντίδα.

Ἔγινα στάχτη
Ποὺ συδαυλίζεις καὶ σκαλίζεις
Σάρκες, κόκκαλα, ὅλα τέφρα πιά.

Τ᾽ἀπομεινάρια μου: λίγο σαπούνι
μιὰ βέρα
κι ἕνα δόντι χρυσό.

Θεέ, Ἑωσφόρε,
φυλαχθεῖτε
φυλαχθεῖτε!

Μέσ᾽ἀπὸ τὴν τέφρα ξαναγεννιέμαι
τὰ πορφυρὰ μαλλιά μου ἀνεμίζω
καὶ τοὺς ἀνθρώπους καταβροχθίζω.

Ἄκρο

Ἡ γυναίκα ἔχει κατακτήσει τὴν τελειότητα.
Τὸ νεκρό της

σῶμα φορᾶ τὸ χαμόγελο τῆς ἐπιτυχίας,
ἠ αὐταπάτη μιᾶς ἀρχαίας ἀναγκαιότητας κυλάει

ἀνάμεσα στοὺς παπύρους ποὺ σχηματίζει ὁ χιτώνας της,
τὰ γυμνά της

πόδια μοιάζει σὰν νὰ λένε:
Φτάσαμε ὣς ἐδῶ, τελείωσε.

Πεθαμένα παιδιὰ σὲ στάση ἐμβρυική, σὰν ἄσπρα ἑρπετά,
πλάι σὲ μικρὲς

κανάτες γάλα, κενὲς πιά.
Τὰ παίρνει 

καὶ τὰ μαζεύει μέσα στὸ σῶμα της, ὅπως τὸ ρόδο
μαζεύει τὰ πέταλά του ὅταν ὀ κῆπος

παγώνει καὶ ξεχύνονται ἀρώματα
ἀπὸ τοὺς γλυκοὺς ψηλοὺς λαιμοὺς τῶν νυχτολούλουδων.

Ἡ σελήνη δὲν ἔχει λόγο νὰ λυπᾶται,
παρατηρεῖ μέσ᾽ ἀπὸ τὸν ὀστέινο μανδύα της.

Τὰ ἔχει συνηθίσει αὐτὰ τὰ πράγματα.
Τὰ μαῦρα της τρίζουν καὶ σέρνονται.

animalia paradoxa: τὸ πρόσωπο

Μὲ μιὰν ἐπιδέξια κίνηση, ἕναν ἑλιγμὸ
ἀφήνω τὸ ἄρρωστο σῶμα μου πίσω.

Κρατῶ μόνο τὸ κεφάλι –
εἶμαι πλέον μία ἀσώματος κεφαλή.

Eὐφρόσυνη ἦταν ἡ ἐγκατάλειψη,
εὐπρόσδεκτος ὁ ἀποχωρισμός.

Ἀσύστολα τώρα
ἀκκίζομαι
ἐρωτεύομαι
παραδίνομαι.

Τὸ βλέμμα μου σαγηνεύει
τὰ φιλιά μου αἰχμαλωτίζουν.

Ἀλλεπάλληλοι ἐραστὲς
μὲ κρατοῦν ὁλόκληρο στὰ δυό τους χέρια
πότε μπροστὰ στὰ πρόσωπά τους
πότε στὸ λαιμὸ
πότε στὸ στέρνο
καὶ πρόθυμα πάντα ἀνασπάζομαι
μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ
θαυμάζω καὶ ἀγαλλιῶ.

Ἀδιάφορος γιὰ τὸ ἀπὸν σῶμα.

Ἔχω τὸ πρόσωπο, τὰ μάτια μου, τὸ στόμα,
ἔχω ὅλα ὅσα χρειάζεται κανεὶς
καθὼς μὲ στοργὴ μὲ σηκώνει ψηλὰ 
καὶ ἀπεγνωσμένα μοῦ μιλάει ὁ τελευταῖος:
ἕνας εὐσταλὴς τριαντάχρονος Ἅμλετ.

Ἀντανακλάσεις: Σ

Κοιτοῦσα στὸ ἴντερνετ μιὰ φωτογραφία τῆς παρτιτούρας τοῦ 4.33. Ἦταν, φυσικά, κενή. Ἐντούτοις, αὐτὸ ποὺ μὲ ἐντυπωσίασε δὲν ἦταν ἡ κενότητα τῆς παρτιτούρας, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της. Γιατί, ἀναρωτήθηκα, ὑπῆρχε παρτιτούρα γιὰ ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο προγραμματικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει παρτιτούρα, καθὼς τὸ νόημά του εἶναι ὁ ἦχος ποὺ προκύπτει, διαφορετικὸς κάθε φορά, κατὰ τὴν ἐκτέλεσή του καὶ ὄχι ὁ ἦχος ποὺ ἔχει σχεδιάσει καὶ ὑπαγορεύει πρὸς τὸν ἐκτελεστὴ ὁ δημιουργός;

Διότι στὸ 4.33 ὑποτίθεται ὅτι ὁ συνθέτης ἔχει περιορίσει τὸν ρόλο του στὸ ἐλάχιστο: ἡ σύνθεση, ἂν μπορεῖ ἀκόμη νὰ ὀνομάζεται ἔτσι, προβλέπει μόνον ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ ἔργου εἶναι τέσσερα λεπτὰ καὶ τριάντα τρία δευτερόλεπτα. Ἡ «παρτιτούρα» ἐν προκειμένω ἐξαντλεῖται στὸν τίτλο, ὡς πρόθεση τὸ ἔργο συμπίπτει μὲ τὸ ὄνομά του: 4.33. Αὐτό, βεβαίως, ποὺ προσλαμβάνει ὁ δέκτης εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴ σιωπή, καὶ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ ἀκουστικό, καίτοι τὸ ἔργο αὐτοσυστήνεται ὡς μουσικὴ σύνθεση σὲ τρία μέρη, ἐνῶ ὁ συνθέτης ἔχει ἰσχυρισθεῖ (καὶ ἔχει ἐπίσης ὑποστηρίξει θεωρητικὰ) ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἤχους ποὺ μοιραῖα ἀκούγονται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς (μὴ) ἐκτέλεσης στὴν αἴθουσα συναυλιῶν.

Ἂν φαντασθοῦμε ἕναν ἀθῶο ἀκροατή, ἐντούτοις, ποὺ προσέρχεται στὴν αἴθουσα συναυλιῶν γιὰ τὴν πρώτη ἐκτέλεση τοῦ ἔργου, χωρὶς νὰ ἔχει πληροφορηθεῖ τίποτε περὶ τοῦ περιεχομένου του ἢ περὶ τῶν προθέσεων τοῦ δημιουργοῦ, θὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἐπιπροσθέτως τῶν ἤχων τῆς αἴθουσας, δομικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου ἀποτελοῦν οἱ συμβάσεις τῆς ἐκτέλεσής του σὲ μιὰ τέτοια αἴθουσα, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀμφίεση τοῦ σολίστα, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀμφίεση τοῦ κοινοῦ, καὶ κυρίως ἡ ἔκπληξη τοῦ κοινοῦ, οἱ ἀντιδράσεις του, οἱ ἐκφράσεις τῶν προσώπων τῶν ἀκροατῶν, ἡ κενὴ ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ σολίστα.

(Τὸ ἔργο ἔχει συζητηθεῖ βεβαίως ἐκτενῶς ἀπὸ τὴν Sontag, στὴν περίφημη Αἰσθητικὴ τῆς Σιωπῆς, τὴν ὁποία μετέφρασε στὰ ἑλληνικὰ ἡ ἀγαπημένη μου, ἂν καὶ μέτρια ποιήτρια, Νανὰ Ἠσαΐα. Ἀλλὰ ἡ Sontag σφάλλει. Καὶ ἡ Ἠσαΐα ἀγνοεῖ. Δὲν πρόκειται γιὰ ἔργο σιωπῆς, ἀκόμη καὶ ἂν ληφθεῖ ὑπόψη ἡ ἀνάλυση τῆς Sontag. Πρόκειται, ἀντιθέτως, γιὰ ἔργο αὐτοσκόπησης.)

Ὁ ὑποψιασμένος, δηλαδὴ ἐνημερωμένος, ἀκροατής, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει λόγους νὰ προσέλθει στὴν αἴθουσα συναυλιῶν: τὸ νόημα τοῦ ἔργου εἶναι δεδομένο˙ ἐφόσον γνωρίζει κανεὶς περὶ τίνος πρόκειται, κατέχει ἤδη τὸ ἔργο.  Παρ᾽ὅλα αὐτά, ὑπάρχουν ἀρκετὲς ἠχογραφήσεις, μὲ πληροφορεῖ ἡ wikipedia, ἀκόμη καὶ διασκευὲς τοῦ ἔργου, καθὼς καὶ διάφορες ἐκδοχὲς τῆς παρτιτούρας, ἐκ τῶν ὁποίων τοὐλάχιστον μία ἀγνοεῖται.

Αὐτὸ ποὺ κυρίως μὲ ἐνδιαφέρει, ὡς ἄνθρωπο ποὺ δὲν σκαμπάζει ἀπὸ μουσική, οὔτε ἀπὸ ζέν, οὔτε ἀπὸ μεταεννοιακὴ τέχνη, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀγνοούμενη παρτιτούρα τοῦ 4.33, διότι μοῦ φαίνεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπώλεια ἐνσωματώνει πολὺ ἐναργέστερα τὸ ἔργο ἀπὸ τὶς παρτιτοῦρες ποὺ σώζονται.

animalia paradoxa: ἁφὴ

Δὲν ξέρει ἂν αὐτὴ ἡ σκόνη στὰ δάχτυλά του
εἶναι ἁπλῶς τὸ χρῶμα ἀπὸ τὰ φτερά μου
ἣ κάτι πιὸ ζωτικῆς σημασίας.

Δὲν ξέρει τώρα ποὺ μὲ ἀπελευθέρωσε
ἂν θὰ καταφέρω ξανὰ νὰ πετάξω νὰ λάμψω 
σὰν οὐράνιο τόξο στὸν ἥλιο
ἢ ἂν ἀνάπηρος θὰ ἐκμετρήσω ἕρποντας.

Ποτὲ δὲν ἀντιστάθηκε στὴν ὀμορφιά.

Οὔτε μικρὸς ὅταν ἔπιανε ἀπὸ τὰ φτερὰ τὶς πεταλοῦδες
οὔτε τώρα ποὺ προσεκτικὰ μὲ τὶς ἄκρες τῶν δαχτύλων
χαϊδεύει ἔκθαμβος τὸ σῶμα μου
έλπίζοντας πὼς θὰ τοῦ παραδοθῶ
πὼς θὰ μείνω στὴν ἀγκαλιά του
ὥσπου νὰ ἑνωθῶ μὲ τὸ χῶμα.

animalia paradoxa: ὅραση

Ἔχω χίλια μάτια
καὶ δὲν κλείνουν ποτέ.

Βλέπω χίλιες εἰκόνες κάθε φορὰ
καὶ συνθέτω.

Μικροσκοπικὲς εἰκόνες
τεμαχισμένης πραγματικότητας.

Ἕνα νύχι ἐδῶ, μιὰ ρώγα ἐκεῖ,
μιὰ κλείδωση πιὸ πέρα.

Χρειάζεται χρόνο ὁ ἀργός μου ἐγκέφαλος
γιὰ νὰ συνθέσει τὸ πάζλ.

Καὶ καθὼς καίγονται ἕνα ἕνα τὰ μάτια μου 
σὰν πίξελ σὲ παληὲς ὀθόνες

σὲ ὑποθέσεις μᾶλλον στηρίζεται ἡ ὅρασή μου
ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια.

Στὰ εἴκοσί μου εἶχαν ἤδη χαθεῖ
στοιχεῖα τῶν περιγραμμάτων.

Στὰ τριάντα μου ἐκτεταμένα κενὰ
καταλάμβαναν τὶς ἐνδιάμεσες ἐπιφάνειες.

Στὰ σαράντα τὰ νεκρὰ σημεῖα ἔφταναν σχεδὸν
τὸ μισὸ τοῦ κάθε εἰδώλου.

Πλέον διακρίνω μόνο τὰ ἀκαταμάχητα
αὐτὰ ποὺ αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν ἀφήνουν τὸ βλέμμα νὰ καεῖ.

Διὰ τῆς μνήμης ὅλα τ᾽ ἄλλα
ἀνασυγκροτῶ καθὼς φθείρεται τὸ σῶμα καὶ ἀποσύρεται

κι ἂς ἐπιμένει τὸ χάρμα τῶν λίγων ὀφθαλμῶν ποὺ μοῦ μείνανε
νὰ μὲ βασανίζει προσηλωμένο σὲ ὅσα ἔφυγαν.

Louise Glück, Ὁ Μελαγχολικὸς Γραμματέας

Εἶχα ἕναν γραμματέα, ἦταν ὅμως μελαγχολικός,
τόσο μελαγχολικὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴ δουλειά του.
Ἦταν ἐπιφορτισμένος νὰ ἀνοίγει τὰ λιγοστά μου γράμματα,
καὶ νὰ συντάσσει ἀπαντήσεις σὲ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀπαντηθοῦν,
ἀφήνοντας στὸ τέλος ἕνα κενὸ γιὰ τὴν ὑπογραφή μου
καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπογραφή μου, νὰ βάζει τὰ ἀρχικά του,
μιὰ τυπικότητα πού, στὴν ἀρχή, διεκπεραίωνε μὲ πολλὴ περηφάνια. 
Ὅποτε χτυποῦσε τὸ τηλέφωνο, ἔπρεπε νὰ λέει
πὼς ὁ ἐργοδότης του ἦταν ἀπασχολημένος ἐκείνη τὴ στιγμή
καὶ νὰ ρωτάει ἂν ἤθελαν νὰ ἀφήσουν κάποιο μήνυμα.

Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες, ἦρθε νὰ μοῦ μιλήσει.
Ἀφεντικό, μοῦ εἶπε (ἔτσι μὲ ἀποκαλοῦσε),
δὲν σοῦ εἶμαι πιὰ χρήσιμος˙ πρέπει νὰ μὲ διώξεις.
Καὶ παρατήρησα ὅτι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ πράγματά του
καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγει, ἂν καὶ ἦταν νύχτα
καὶ χιόνιζε. Τὸν λυπήθηκε ἡ ψυχή μου.
Κοίτα, τοῦ εἶπα, ἐφόσον δὲν διεκπεραιώνεις τὰ λίγα σου καθήκοντα,
τί ἄλλο μπορεῖς νὰ κάνεις γιὰ μένα; Καὶ μοῦ ἔδειξε τὰ μάτια του,
ποὺ ἦσαν γεμάτα δάκρυα. Μπορῶ νὰ κλαίω, εἶπε.
Τότε θὰ πρέπει νὰ κλάψεις γιὰ μένα, τοῦ εἶπα,
ὅπως ὁ Χριστὸς ἔκλαψε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Δίσταζε, ὅμως.
Ἡ ζωή σου εἶναι ἀξιοζήλευτη, εἶπε˙
τί θὰ πρέπει νὰ σκέφτομαι ὅταν κλαίω; 
Καὶ τοῦ εἶπα πόσο ἄδειες ἦσαν οἱ μέρες μου
καὶ ὁ χρόνος, ποὺ τελείωνε,
καὶ πόσο ἀσήμαντα ἦσαν τὰ ἐπιτεύγματά μου,
καὶ καθὼς μιλοῦσα εἶχα τὴν παράδοξη αἴσθηση
πὼς γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ αἰσθανόμουν κάτι
γιὰ κάποιο ἄλλο ἀνθρώπινο ὄν –

Στεκόταν ἐντελῶς ἀκίνητος.
Εἶχα ἀνάψει τὴ φωτιὰ στὸ τζάκι˙
θυμᾶμαι τοὺς ἀνακουφισμένους ἀναστεναγμοὺς
τῶν ξύλων ποὺ πέθαιναν –

Ἀφεντικό, εἶπε, ἔδωσες
νόημα στὴν ὀδύνη μου.

Ἡ στιγμὴ ἦταν παράξενη.
Ἡ ὅλη συζήτηση φαινόταν ἐντελῶς ψεύτικη
καὶ συγχρόνως βαθιὰ εἰλικρινής, λέξεις ὅπως ἄδειος καὶ ἀσήμαντος
ἦταν σὰν νὰ εἶχαν ξυπνήσει κάποιο συναίσθημα στὴ μνήμη μου
ποὺ εἶχε τώρα προσκολληθεῖ στὴν παρούσα κατάσταση
καὶ στὸ πρόσωπο αὐτὸ μπροστά μου.

Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε.  Τὰ δάκρυά του ἔλαμπαν
κοκκινόχρυσα στὸ φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ὕστερα ἔφυγε.

Ἔξω ἔπεφτε τὸ χιόνι,
τὸ τοπίο μεταλλασσόταν σὲ μιὰ σειρὰ
ἀπὸ κοινότοπες γενικεύσεις
διάστικτες ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ αἰνιγματικὰ
σχήματα ἐκεῖ ὅπου εἶχε μετατοπιστεῖ τὸ χιόνι.
Ὁ δρόμος ἦταν λευκός, ὅλα τὰ δέντρα ἦσαν λευκά –
Ἐπιφανειακὲς ἀλλαγές, ἀλλὰ μήπως αὐτὲς δὲν εἶναι οἱ μόνες
ποὺ βλέπουμε ποτέ;

ἐπύλλιον

καὶ σὺ μέν, ὦ Ὑμέναιε, γάμων μολπαῖον ἀοιδὰν
ἐς θρήνων γοερὸν φθέγμα μεθηρμόσαο


Ἤμουν μοναχικὸ παιδί, δὲν εἶχα φίλους, δὲν ἔβγαινα 
ἀπὸ τὸ σπίτι παρὰ μόνο γιὰ νὰ πάω στὸ σχολεῖο,
κι ἐκεῖ ὅμως προσπαθοῦσα νὰ εἶμαι μόνος, δὲν μιλοῦσα
στ᾽ ἄλλα παιδιά, δὲν ἔτρεχα, δὲν ἔπαιζα, δὲν τραγουδοῦσα,
ἡ μαμά μου ἔλεγε πάντα «καλύτερα, ἀγόρι μου, 
νὰ μὴν ἔχεις πολλὰ πολλά, δὲν ξέρεις τί σόι παιδιὰ εἶναι, 
ἂν θὰ σὲ κοροϊδέψουν, ἂν θὰ σὲ πειράξουν, μόνος σου
καλύτερα, θὰ εἶσαι πιὸ ἀσφαλὴς» κι ἐγὼ ὑπάκουα,
ἂν καὶ δὲν φοβόμουν πὼς θὰ μὲ πειράξουν τὰ ἄλλα παιδιά,
οὔτε γνώριζα γιατί θὰ ἤθελαν νὰ μὲ κοροϊδέψουν,
ἁπλῶς ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ μὴν κάνω φίλους, καὶ πάντα
ἤμουν ὀκνηρὸς καὶ διάλεγα ὅ,τι δὲν ἤθελε κόπο.
Ἔτσι συνέχισα καὶ στὰ ὕστερα παιδικά μου χρόνια,
πιστὸς στὶς βολικὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, τῆς ἥσσονος
πάντα προσπαθείας ὁπαδός, ἄλλωστε εἶχε πιὰ γίνει
ἀκόμη δυσκολότερο νὰ ἐπιχειρήσω φιλίες 
νὰ συνάψω, ἐφόσον ὅλοι γύρω μου μὲ ἤξεραν πιὰ
ὡς ἐρημίτη, ποὺ δὲν ἀπολάμβανε συναναστροφὲς
καὶ συνάφειες˙ δὲν μὲ πλησίαζαν, οὔτε μοῦ μιλοῦσαν.


Ἀλλὰ στὰ χρόνια ποὺ μεσολάβησαν, ἐνῶ ἐγὼ πιστά,
σταθερὰ συμμορφωνόμουν, μὲ ὅλο καὶ πιὸ λίγο κόπο
στὶς γνωστὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, ἐκείνη παραδόξως,
(ἢ ἴσως ὄχι, καθὼς τὰ συνηθίζουν αὐτὰ οἱ γονεῖς,
ἀλλάζουν τοὺς κανόνες διαρκῶς, γιὰ νὰ μὴν εἶσαι ποτὲ 
καλὸ παιδί) ἀναθεωροῦσε τὶς παληὲς ἀπόψεις της
κι ἔφτασε μάλιστα νὰ μὲ παρακινεῖ νὰ κάνω φίλους,
μὲ ἀγωνία προφανῶς γιὰ τὴν κοινωνικοποίησή μου
ποὺ εἶχε τόσο ἀργήσει ὥστε φαινόταν ἀδύνατη.
Συμμορφώθηκα καὶ πάλι, ὀκνὸς μὲν ἀλλὰ καὶ πρόθυμος
πάντοτε νὰ παραστήσω πὼς τῆς κάνω τὴ χάρη ὥστε
μὲ στάχτη στὰ μάτια νὰ μὲ ἀφήνει στὴν ἡσυχία μου,
καὶ στὰ δεκατρία μου εἶχα ἤδη πολλὲς ἱστορίες 
νὰ τῆς διηγηθῶ γιὰ τοὺς φίλους μου καὶ γιὰ τὶς ζωές τους, 
ἱστορίες ἀληθινὲς κυρίως, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ
διανθισμένες μὲ λεπτομέρειες ἐπινοημένες
κωμικὲς συνήθως, ποὺ στόχευαν στὴν ἀληθοφάνεια
ἀλλὰ καὶ στὴν τέρψη τῆς μοναδικῆς μου ἀκροάτριας.


Πάντως, εἶχα καταφέρει πράγματι νὰ δημιουργήσω
ἕναν πολὺ μικρὸ κύκλο οἰονεὶ φίλων: δύο ἀγόρια 
καὶ τρία κορίτσια˙ μιλούσαμε συχνὰ στὸ τηλέφωνο, 
μερικὲς φορὲς πηγαίναμε καὶ βόλτα ἢ στὸ σινεμά, 
πολὺ σπανιότερα πήγαινα στὰ σπίτια τους τὰ βράδια,
ἀλλὰ στὴ μαμὰ ἔλεγα πὼς βρισκόμασταν καθημερινὰ
σχεδόν, καὶ πήγαινα μόνος  μου μεγάλες βόλτες στὸ πάρκο
ὅπου παρατηροῦσα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρωτεύονταν.


Ποτέ, θυμᾶμαι, δὲν  ἐρχόταν κάποιος φίλος στὸ σπίτι μου.
Δὲν ἔφταιγε πὼς ντρεπόμουν γιὰ τὴ λειψή μου οἰκογένεια,
δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε αὐτό, τὸ δήλωνα μάλιστα σ᾽ὅλους,
ἔλεγα δὲν ἔχω πατέρα ἐγώ, εὐτυχῶς ἔφυγε 
καὶ τὸ ἐννοοῦσα, μ᾽ ἄρεσε αὐτὴ ἡ παραφωνία.
Ντρεπόμουν, ὅμως, γιὰ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι, γιὰ τὸ γεγονὸς
ὅτι μέναμε σὲ προσφυγικό, εἴχαμε μωσαϊκὸ
στὸ πάτωμα, δὲν ὑπῆρχε ἀσανσέρ. Κι ἔτσι ἀπέφευγα
νὰ καλέσω φίλους καὶ συμμαθητὲς γιὰ νὰ διαβάσουμε
ἤ, τὸ πιθανότερο, νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ παίξουμε.


Ὅταν, ἑπομένως, ξαφνικὰ στὰ δεκατέσσερα, εἶπα
στὴ μαμὰ πὼς θὰ ἐρχόταν ὁ Βασίλης τὸ ἀπόγευμα
ἐξεπλάγη, πρώτη φορὰ φίλος τοῦ γιοῦ της στὸ σπίτι της,
χάρηκε πολύ, εἶχε μιὰν ἀπόδειξη πιὰ πὼς δὲν ἤμουν
μονόχνωτος, οὔτε ἀποσυνάγωγος, μὰ φαινόταν πὼς
ὑπῆρχαν συνομήλικοί μου ποὺ μοῦ ἔκαναν παρέα˙
ἔφτιαξε λοιπὸν τυρόπιττα καὶ κέικ καὶ πῆγε καὶ πῆρε
ἀναψυκτικά, κι ὕστερα χτενίστηκε καὶ στολίστηκε, 
ὥστε νὰ ὑποδεχθεῖ καθὼς πρέπει τὸν καλό μου φίλο,
ἀνυποψίαστη πὼς ἡ παρουσία της, ἔστω κατὰ
τὴν ὑποδοχή, ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἀνεπιθύμητη
ἀλλὰ καὶ ντροπιαστική. Δὲν τῆς εἶπα, ἐντούτοις, τίποτα, 
δὲν θέλησα νὰ τῆς χαλάσω τὴ χαρά, ἐξάλλου εἶχα
ἤδη συμβιβασθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Βασίλης
θὰ μὲ λυπόταν ἔτσι κι ἀλλιῶς, πιθανότατα μάλιστα
θὰ αἰσθανόταν καὶ κάποια ἀποστροφὴ ἀντικρίζοντας
τὸν περιβάλλοντα χῶρο, καὶ πόσο παραπάνω κακὸ 
θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἡ χαρωπὴ μαμὰ στὴν εἴσοδο;


Ὁ Βασίλης ἦρθε, πράγματι, στὴν ὥρα του, καὶ μάλιστα
χαμογέλασε στὴ μαμά, τὴν συνεχάρη γιὰ τὸ κέικ
καὶ γενικὰ ἦταν εὔχαρις καὶ προσηνής, ἦταν ὅπως 
ἀκριβῶς εἶχε ἐλπίσει ἡ μαμά μου ὅτι θὰ ἦταν.
Καθησυχασμένη, λοιπόν, μᾶς ἄφησε ἐπιτέλους μόνους,
ἔκλεισα ἀμέσως καὶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου πίσω της
καὶ τότε διαπίστωσα μὲ τρόμο πὼς δὲν εἶχα ἰδέα,
παρὰ τὴν μεγάλη μου ἐπιθυμία νὰ συναντήσω 
τὸν ἀγαπημένο μου φίλο μακρυὰ ἀπ᾽ τὰ βλέμματα
τῶν ἀντιπαθῶν καὶ φιλοπερίεργων συμμαθητῶν μας,
ἐπιθυμία τόσο ἐπείγουσα ὥστε νὰ ὁπλιστῶ
μὲ τὸ θάρρος νὰ τὸν δεχθῶ στὸν ἀπαγορευμένο χῶρο,
δὲν εἶχα ἰδέα τί θὰ μπορούσαμε ἐκεῖνος κι ἐγὼ
νὰ ποῦμε ἢ νὰ κάνουμε τώρα ποὺ βρισκόμασταν τόσο
κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἄγνωστων ἐπιθυμιῶν μας.
Διότι ἐπίγνωση, βεβαίως, ἢ ἔστω συναίσθηση,
ὑπῆρχε ἐκατέρωθεν πὼς δὲν ἦταν ἀθώα οὔτε
ἡ πρόσκληση ἀλλὰ οὔτε ἡ πρόθυμη ἀποδοχή της.
Ἐντούτοις, τώρα ποὺ ὅλα φαίνονταν νὰ βαίνουν κατ᾽εὐχήν,
χάθηκε κι ἡ ἐπίγνωση, χάθηκε καὶ ὁ στόχος. Καθόμουν
ἁπλῶς πλάι του στὸ μονό μου κρεββάτι καὶ κοιτοῦσα
τὸ μωσαϊκὸ στὸ πάτωμα χωρὶς νὰ τοῦ λέω λέξη. 


Πέρασαν ἴσως ἕνα δυὸ λεπτὰ κι ἄρχισα νὰ ἱδρώνω,
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
κάτι νὰ πῶ μοῦ ἔκοβε καὶ τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
ὁ Βασίλης, ὅμως, εὐτυχῶς, παρέμεινε ἀπτόητος 
καὶ χαμογελαστὸς καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἤμουν πιὰ βέβαιος
πὼς θὰ πεθάνω ἢ θὰ φύγει τρέχοντας ἀπὸ τὸ σπίτι
τοῦ τρελλοῦ, «θέλεις νὰ παλέψουμε;» μὲ ρώτησε κι ἔβγαλε
πρὶν ἀπαντήσω τὸ μπλουζάκι του κι ἔμεινα ἔκπληκτος
νὰ κοιτάζω τὸ γυμνὸ στέρνο του, νὰ περιεργάζομαι
τὴν ἁμυδρὴ τριχοφυία ποὺ μόλις εἶχε ἐμφανισθεῖ
στὸ στομάχι του, μιὰ λεπτὴ γραμμὴ ποὺ διέκοπτε ξαφνικὰ
ἡ φόρμα του κρύβοντας τὴ συνέχεια τῆς διαδρομῆς της
μὲ μιὰ σεμνοτυφία ἀναπόφευκτα ἐρεθιστικὴ 
ποὺ σχεδὸν ἀμέσως προξένησε ἐμφανεῖς ἀντιδράσεις
στὸ σῶμα μου. Βιαστικά, γιὰ νὰ μὴν προσέξει τὴν ἀλλαγή, 
ἔβγαλα κι ἐγὼ τὴ μπλούζα μου καὶ πέσαμε στὸ κρεββάτι 
σὰν ζῶα˙ παλεύαμε, βαριανασαίναμε καὶ ξέραμε
καὶ οἱ δύο πιὰ γιὰ ποιό λόγο συναντηθήκαμε καὶ τί
ἀκριβῶς ἐσήμαινε ἡ πάλη αὐτὴ τῶν σωμάτων μας,
κι ἂς περιοριστήκαμε στὴν ἀθώα ἐξερεύνηση
τῶν ἐπιδράσεων τῆς ἁφῆς, τῆς ἐπαφῆς καὶ τῆς πίεσης
αὐτή, τὴν πρώτη μας φορὰ μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο.
Ὅταν ἡ ἔνταση πέρασε τὸ ὅριο τοῦ παιχνιδιοῦ,
σὰν συνεννοημένοι σταματήσαμε τὴν ἴδια στιγμὴ
καὶ οἱ δυό, χαμογελάσαμε, χαϊδέψαμε ὁ ἕνας 
τὸν μηρὸ τοῦ ἄλλου καὶ σηκωθήκαμε ἀπ᾽τὸ κρεββάτι.
Ξαναφορέσαμε τὰ μπλουζάκια μας καὶ παίζαμε κάποιο
ἐπιτραπέζιο ὅταν ἡ μαμὰ χτύπησε τὴν πόρτα
καὶ ρώτησε ἂν θέλουμε νὰ μᾶς ἑτοιμάσει βραδινὸ
κι ὁ Βασίλης τῆς εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ φύγει δυστυχῶς,
ἐξάλλου ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀπάντηση περίμενε
καὶ ἡ μαμά μου, δεδομένου ὅτι δὲν εἶχα καλέσει 
τὸν Βασίλη γιὰ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους προετοιμασία
θὰ ἀπαιτοῦσε μία πρόσκληση σὲ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους
διαχείριση, ὁπότε ἀναμενόμενη κι εὐπρόσδεκτη
ἡ ἄρνηση τοῦ Βασίλη, δὲν μὲ κατέβαλε, τοῦ εἶπα
ὅμως κι ἐγὼ «τὴν ἄλλη φορὰ τότε», καὶ μὲ κοίταξε 
στὰ μάτια καὶ συμφώνησε, «ναί, τὴν ἄλλη φορά», κι ἤθελα
νὰ τὸν φιλήσω μὰ φυσικὰ δὲν γινόταν ἐνώπιον
τῆς μαμᾶς καὶ δὲν ἤξερα τότε ἂν θὰ γινόταν ποτὲ
ἀκόμη κι ἂν καμμιὰ μαμὰ δὲν ἦταν παρούσα, ἐντούτοις
ἤμουν ἀφάνταστα χαρούμενος, τὸν ἀποχαιρέτησα
καὶ μόλις ἔκλεισε ἡ ἐξώπορτα, «πολὺ καλὸ παιδὶ»
εἶπε ἡ μαμά μου καὶ συμφώνησα καὶ χαμογέλασα.


Ἔπεσα ἤρεμος γιὰ ὕπνο, σὰν νἆταν ὅλη μου ἡ ζωὴ 
ὀνειρική, σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα φοβηθεῖ τίποτα,
σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα ἀνησυχήσει γιὰ τίποτα, σὰν 
ποτὲ νὰ μὴν εἶχα πεῖ ψέμματα, γιατὶ δὲν χρειαζόταν.
Τὴ νύχτα, ὅμως, τίποτα δὲν μένει στὴ θέση του, καμμιὰ
ἠρεμία δὲν μένει ἀδιατάρακτη, καὶ δὲν φτουράει
κανεὶς ἐφησυχασμός. Πρὶν περάσει μιὰ ὥρα, ξύπνησα
κάθιδρως. Ξαφνικά, δὲν ἦταν πιὰ σαφῆ καὶ ξεκάθαρα 
τὰ γεγονότα τῆς προηγούμενης μέρας, ἐφιάλτες
εἶχαν καταστρέψει τὴ βεβαιότητά μου, φοβόμουν
νὰ πάω σχολεῖο, φοβόμουν καὶ νὰ σκεφτῶ τὸν Βασίλη, 
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
τὴ σημασία μοῦ ἔκοβε τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
μόλις πῆγε ἑφτὰ ἡ ὥρα φώναξα μὲ βραχνὴ φωνὴ
τὴ μαμά μου, ὑλοποιήθηκε φοβισμένη μπροστά μου,
εἶπα «εἶμαι ἄρρωστος», τὸ θερμόμετρο μ᾽ἐπιβεβαίωσε,
ἡ μαμὰ πῆγε στὴ δουλειά, ἐγὼ ἔμεινα στὸ κρεββάτι
τρέμοντας ἀπὸ φόβο κι ἀπὸ τὸν πυρετό, κοκκαλωμένος,
ἡ μαμὰ τηλεφωνοῦσε κάθε μισὴ ὥρα, ρωτοῦσε
ἂν ἤμουν καλύτερα, ἂν ἔπρεπε νὰ φωνάξει γιατρό,
τὸ σήκωνα καὶ μὲ ὑποκρισία τὴν καθησύχαζα
καὶ θύμωνα μὲ τὴν ἐπιμονή της καὶ μὲ τὸν φόβο μου,
γιατὶ φοβόμουν, ὄχι πὼς ὁ Βασίλης δὲν μὲ ἤθελε,
ἀλλὰ πὼς δὲν θὰ τὸ μάθαινα ποτέ, γιατὶ θὰ πέθαινα
ἐδῶ, μόνος στὸ κρεββάτι μου, ἀπὸ ἀβεβαιότητα.
Ὥσπου τὸ μεσημέρι, στὶς δύο καὶ τέταρτο ἀκριβῶς,
χτύπησε ξανὰ τὸ τηλέφωνο καὶ ἦταν ὁ Βασίλης,
«μᾶς ἔλειψες» μοῦ εἶπε «εἶσαι καλά;» κι ἀμέσως ἔγινα 
καλὰ καὶ τοῦ εἶπα ὅτι βαριόμουν τὸ πρωὶ κι ἔκανα 
τὸν ἄρρωστο καὶ γέλασε καὶ εἶπε «νὰ προειδοποιεῖς
ὅμως, νὰ μὴν ἀνησυχῶ» καὶ γέλασα κι ἐγὼ καὶ εἶπε
«θἄρθω τὸ ἀπόγευμα νὰ σὲ δῶ, ἀφοῦ εἶσαι ἄρρωστος
ὑποτίθεται, ἔχω καὶ δικαιολογία, μὲ θέλεις;»
καὶ τοῦ εἶπα πὼς ἀσφαλῶς τὸν θέλω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ
γνωρίζαμε καὶ οἱ δύο ἀκριβῶς τί σήμαινε «σὲ θέλω»
καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ νὰ ἀκυρωθεῖ.


Ἀκολούθησαν πολλὲς ἀκόμη ἐπισκέψεις, δικές του
καὶ δικές μου, πότε στὸ σπίτι του και πότε στὸ δικό μου,
χωρὶς πιὰ τὸν φόβο τῆς μεταμέλειας καὶ τοῦ χλευασμοῦ,
μὲ τὸ ἴδιο πάντα τελετουργικό: ἀμοιβαία κατ᾽ἀρχὰς 
ἀμηχανία˙ γρήγορο γδύσιμο˙ ἐπίμονο βλέμμα˙
ψεύτικη πάλη ὅπου κανένα σημεῖο τῶν σωμάτων
δὲν ἔμενε ἀνεξερεύνητο˙ τέλος, κοφτὲς ἀνάσες 
μὲ τὰ πρόσωπα κολλημένα καὶ τὰ κορμιὰ ν᾽ἀναρριγοῦν.


Καταλαβαίνετε, πιστεύω, ποιά ἦταν ἡ συνέχεια 
τῆς ἱστορίας μας˙ στερεῖται ἄλλωστε πρωτοτυπίας.
Ἀντιθέτως, θὰ λέγαμε ὅτι μοιάζει μὲ κοινότοπη
ἀμερικάνικη ταινία, ἢ Bildungsroman ἂν εἶναι
κανεὶς ἐπιεικής, πάντως πέρασαν περίπου τρεῖς μῆνες
ὥσπου ὁ Βασίλης κι ἐγὼ νὰ δώσουμε τὸ πρῶτο φιλὶ
στὸ στόμα, ὥσπου νὰ ἐμφανιστεῖ κάποια ἀνησυχία
στὸ βλέμμα τῆς μαμᾶς, ὥσπου δηλαδὴ νὰ καταλάβουμε
ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ περιγράψει κανεὶς
τὰ παιχνίδια μας καὶ μὲ βεβαιότητα νὰ ὀνομάσουμε
τελικὰ ἔρωτα τὶς πράξεις μας, μεταξύ μας ἀσφαλῶς,
καθὼς καὶ οἱ πράξεις καὶ οἱ λέξεις ἦσαν ἐμπιστευτικές,
πάντα μὲ τὴν πόρτα κλειστή, μὲ τὴ μαμὰ νὰ καραδοκεῖ,
μὲ ἐξέλιξη ἀργή, σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μυστική,
ἀναπόδραστη, ἐντούτοις, σὰν τὸ σπέρμα ποὺ ἀναβλύζει
κάθε φορὰ ποὺ δυὸ ἔφηβοι παραδίδονται στὸν πόθο.
Καὶ φυσικά, λίγους ἀκόμη μῆνες μετά, τολμήσαμε
περισσότερα, καταργήθηκε τὸ ἄλλοθι τῆς πάλης
καὶ πιὰ μόλις ἔκλεινε ἡ πόρτα πέφταμε μὲ τὰ μοῦτρα
ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, γδυνόμασταν τελείως, φιλιόμασταν
καὶ σταδιακὰ δοκιμάζαμε ὅλες τὶς στάσεις, τὶς πράξεις
καὶ τὶς κινήσεις ποὺ χαρίζουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἡδονή.


Ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι τέτοιες συνευρέσεις,
καὶ μάλιστα ὅταν σημαίνουν τὸ τέλος τῆς παρθενίας,
ἐντυπώνονται στὸν νοῦ κι ἀφήνουν ἀναμνήσεις δυνατὲς
καὶ ἀνεξίτηλες, ἐναγκαλισμῶν καὶ ὀργασμῶν, ἐγὼ
θυμᾶμαι, παραδόξως, μονάχα τὰ μάτια τοῦ Βασίλη 
πῶς κοίταζαν ἐπίμονα πότε τὰ μάτια μου καὶ πότε
τὴν κλειστὴ πόρτα. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὰ ἐπιτραπέζια,
τὶς μουσικὲς ποὺ ἀκούγαμε, Siouxsie, Cure καὶ Joy Division,
φόρμες γυμναστικῆς, βαμβακερὰ μπλουζάκια, μποξεράκια,
πεταμένα στὸ πάτωμα ἢ στὴν καρέκλα τοῦ γραφείου,
μπλὲ καραβάκια στὰ ξεχασμένα παιδικά μου σεντόνια
καὶ τὸν «θαυμαστὸ κόσμο τῶν ζώων», ποὺ τὸν ξεφυλλίζαμε
ξαπλωμένοι μπρούμυτα στὸ πάτωμα ἐνῶ χαϊδεύαμε
ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ ἀμφίθυμη, κατά τι τολμηρή,
τρυφερότητα στὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας, ἀκριβῶς
ὅπως ὅταν φιλᾶς κάποιον στὸ μάγουλο, ἀλλὰ φροντίζεις
λίγο ν᾽ἀγγίξουν τὰ χείλη σου τὰ δικά του, ἐλάχιστα
νὰ ξεμυτίσει ἡ γλώσσα σου ἀπὸ τὰ χείλη, κοιτώντας
τον συγχρόνως κατάματα, μειδιώντας μὲ προσδοκία. 


Ἔτσι περνοῦσαν οἱ βδομάδες, εὐχάριστες καὶ κρυμμένες.
Δὲν εἶχα τότε τὸ χάρισμα νὰ προβλέπω πὼς ἡ χαρὰ
τελειώνει πάντα ξαφνικά, ὅπως πέφτει ἡ γκιλλοτίνα,
κι ἡ ἀμεριμνησία μου ἐνίσχυε τὴν ἀπόλαυση.
Ἦταν ὡραία ἡ συντροφιὰ τοῦ Βασίλη, τὸ σῶμα του
ἦταν ὡραῖο, οἱ συζητήσεις μας, οἱ συναντήσεις μας,
οἱ συνευρέσεις μας ἦσαν ὡραῖες. Δὲν μοῦ πέρασε κἂν
ἀπὸ τὸ μυαλὸ μιὰ Παρασκευὴ ποὺ δὲν τηλεφώνησε,
παρ᾽ὅλο ποὺ τριακόσια τόσα βράδια μοῦ τηλεφωνοῦσε
ἀνελλιπῶς, πὼς συνέβαινε κάτι κακό. Ὑπέφερα
ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν πίστευα πὼς αὐτὴ ἡ παράλειψη
ἀποτελοῦσε προμήνυμα τέλους, καὶ σίγουρα ὄχι
τοῦ τέλους τοῦ ὁποίου ὄντως ἦταν ἡ ἐπισφράγιση.
Τηλεφώνησα τὴν ἑπομένη, βρῆκα τὸν πατέρα του,
ἀκατανόητα μοῦ φάνηκαν ὅσα διεκτραγώδησε:
γιὰ ξαφνικοὺς πόνους στὴ μέση, γενικὴ ἀδυναμία, 
νοσοκομεῖο, ἐξετάσεις, ἄγνωστη ἔκβαση, αὐτὸ 
κυρίως δὲν εἶχε νόημα, ἡ φρικτὴ λέξη «ἔκβαση»
λὲς καὶ μιλούσαμε γιὰ ἀγῶνες, γιὰ μάχες ἢ γιὰ δίκες,
ἐνῶ ἐπρόκειτο σαφῶς περὶ ἐλαφρᾶς ἀσθενείας,
τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νἄχει παιδὶ δεκαπέντε χρονῶν;
Πῆγα, βεβαίως, εὐθὺς στὸ νοσοκομεῖο, δὲν ρώτησα
κἂν ἂν ὑπάρχει ἐπισκεπτήριο καὶ τί ὥρα, πήγαινα
κάθε βράδυ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀκόμα καὶ ὅταν
τὸν μετέφεραν στὴν ἀπομόνωση καὶ μᾶς ἀνάγκαζαν
νὰ φορᾶμε μάσκες κι ἀποστειρωμένες ποδιὲς πρὶν μποῦμε,
ἀκόμα καὶ τότε συνέχισα, πήγαινα κάθε βράδυ
καὶ δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία πὼς ὅλα
αὐτὰ ἦσαν παροδικά, ἕνα δυσάρεστο διάλειμμα
ποὺ θὰ περνοῦσε καὶ θὰ ξεχνιόταν σὲ λίγες ἑβδομάδες.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο τυφλωμένος ἀπὸ ἔρωτα
νὰ ὑποψιαζόμουν ὅτι δὲν ἦταν αἰσιόδοξη
ἡ πρόγνωση, ὅτι δὲν εἶναι παιχνίδι ἡ λευχαιμία.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο ἀδαὴς νὰ ἀμφισβητοῦσα
τὴν ἀναιδὴ βεβαιότητα πὼς οἱ νέοι δὲν πεθαίνουν.
Ἤμουν, ὅμως, νέος, βαριὰ ἐρωτευμένος καὶ ἀδαής.
Καὶ μοιραῖα, ὅπως εἴθισται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις,
λίγες μέρες μετὰ ὁ Βασίλης ἔφυγε˙ κι ὄχι ὅπως
λέμε πὼς φεύγει κάποιος γιὰ νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ, ὄχι!
Ἔφυγε κατὰ τὸν χυδαῖο εὐφημισμὸ ποὺ δηλώνει
τὴν ἀναπόφευκτη καὶ ὁριστικὴ ἀνθρώπινη μοίρα˙
πέθανε, δηλαδή˙ μὲ λόγια ποιητικά, ἀναχώρησε
ἀπὸ τὴ ζωή μου κι ἀπὸ τὴ ζωή˙ ξαφνικὴ ἀρρώστια
κι ἔμεινα πάλι μόνος ὅπως ἤμουν πάντα˙ μ᾽ἕνα πένθος
ὅμως, καινούριο ἀπόκτημα, ἐπίμονο ἀπόστημα,
ποὺ ἐκδηλωνόταν ὄχι τόσο σὰν παράπονο, ἀλλὰ 
μᾶλλον σὰν σύγχυση κι ἀπορία ἐνώπιον τοῦ τέλους,
αὐτῆς τῆς ἀκατανόητης ἀλλὰ μόνιμης διακοπῆς
ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει καὶ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ 
νὰ ἀντέξει. Εἶναι, βλέπετε,  ἀπάνθρωπος ὁ θάνατος
τῶν ἀνθρώπων: καίει τὰ τείχη τοῦ σώματος καὶ διαλύει 
τὰ σπλάχνα τους καὶ σκορπίζει τὶς σκέψεις τους σὲ ἄγνωστο
ἀχαρτογράφητο προορισμό, τὴν κόλαση μᾶλλον,
ὅπου δὲν ὑπάρχουν πιὰ οἱ ἄνθρωποι ὅπως τοὺς ξέραμε,
μὲ καρδιὰ καὶ μὲ σῶμα καὶ ὄργανα ζῶντα κι ἐπείγοντα. 


Σαράντα, σχεδόν, χρόνια μετά, δὲν ἔχω μάθει ἀκόμα
ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ἔχω καταλάβει πῶς δραπετεύει
κανεὶς ἀπ᾽τὸ πένθος,  ἡ ἀνάμνηση τοῦ Βασίλη μένει
πάντα στὴ σκέψη μου, πρώτη σὲ μιὰ μακρὰ πλέον σειρὰ
πεθαμένων μὲ τοὺς ὁποίους κάποτε συνυπήρξαμε,
παίξαμε, ἀνακαλύψαμε, ἑνωθήκαμε κι ὕστερα 
χάθηκαν, καὶ μὲ καθέναν ποὺ χανόταν ἔχανα κι ἐγὼ
λίγη ἀκόμα σιγουριά, λίγη ἀκόμα βεβαιότητα.
Ἐδῶ ποὺ ἔχω φτάσει, εἶναι φυσική μου κατάσταση
ἡ ἀπορία, τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐκπλήξει
γιατὶ τίποτα δὲν περιμένω, τίποτα δὲν γνωρίζω,
τίποτα δὲν προβλέπω˙ τὸ μέλλον δὲν ὑπάρχει, τὸ παρὸν
βαλτώνει, μόνο τὸ παρελθὸν ἐπιβιώνει, ἔγκλειστο
σὲ φρικτὲς ἀναμνήσεις ἀνυποψίαστων ὀνειρικῶν
ἐρώτων, ἐφηβικῶν παιχνιδιῶν, στείρων ἀνακαλύψεων
χωρὶς σημασία. Οἱ καθρέφτες δὲν ξέρω πιὰ τί δείχνουν,
οἱ ἀναμνήσεις δὲν γνωρίζω πόσο εἶναι ἀληθινές,
πόσες λεπτομέρειες ἐπινοήθηκαν καὶ ἀπὸ ποιόν,
ἂν ἦταν ἡ ἀληθοφάνεια ὁ στόχος ἢ ἡ τέρψη, 
κυρίως ποιός ἀστόχησε, ποιός βρέθηκε στὴ θέση αὐτὴ
νὰ μπλέκει ψέμματα μὲ ἀλήθειες, χωρὶς παρὸν καὶ μέλλον.

[Πρώτη δημοσίευση στὸ ἀσσόδυο. Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Μαντεῖο.]