Ἑτεροπροσωπία, XIII

But how foolish to ask them if they like it
Most certainly they like it because they like what they have
But they might easily like something else

Gertrude Stein

Δὲν ἔχω σπίτι δὲν ἔχω περιουσία
δὲν βλέπω θεοῦ πρόσωπο
δὲν ἔχω πρόσωπο
σωπαίνω δὲν ἔχω πρόσωπο πῶς νὰ πῶ
πῶς νὰ πῶ ἔχω πρόσωπο δὲν σωπαίνω
ἔχω ἕνα ποίημα νὰ πῶ
μὲ τί πρόσωπο νὰ τὸ πῶ
πῶς νὰ πῶ τὸ ποίημα χωρὶς πρόσωπο
τὰ ποιήματα λέρωσαν τὸ πρόσωπό μου
προσέβαλαν τὸ πρόσωπό μου συνιστοῦν
προσβολὴ κατὰ τοῦ προσώπου
ἀπρόσωπος ἴσως νὰ τὸ πῶ
ἢ μὲ ἄλλο πρόσωπο νὰ συνεχίσω
ὑψηλὰ ἱστάμενο πρόσωπο
πράγματι 
στέκεται ἐκεῖ ψηλὰ μὲ παρατηρεῖ
μὲ τί πρόσωπο νὰ τὸ κοιτάξω
δὲν ἔχω πρόσωπο
ἴσως ἕνα ἄλλο πρόσωπο
λέρωσα τὸ πρόσωπό μου
πῶς νὰ σὲ κοιτάξω
μὲ τί πρόσωπο
δὲν ἔχω ἔχω μόνο ἐσένα
κι ἔχω ἕνα ποίημα νὰ σοῦ πῶ
μὲ τί πρόσωπο νὰ τὸ πῶ
νὰ τηλεφωνήσω ἴσως
μὲ κάποιο ἄλλο πρόσωπο ἴσως
νὰ πῶ πὼς δὲν εἶμαι ἐγὼ
νὰ παραλλάξω τὸ πρόσωπο
νὰ παραλλάξω τὴ φωνὴ
νὰ πιστέψεις πὼς κάποιο ἄλλο πρόσωπο
εἶναι πολὺ προσωπικὸ τὸ ποίημα
δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνοίξουν
θὰ σοῦ τὰ πῶ
πρόσωπο μὲ πρόσωπο
νὰ μὴν ἀκούσει ὁ κόσμος
νὰ μὴν ὑποκλέψουν
ἄλλα πρόσωπα μέσα στὸ πλῆθος
δὲν ἔχω σπίτι δὲν ἔχω περιουσία
δὲν βλέπω θεοῦ πρόσωπο
δὲν ἔχω πρόσωπο.

Ἔχω ἐσένα πιστεύω πὼς ἔχω ἐσένα στὸν κόσμο
σὲ ἔχω
ἑπομένως σὲ ἀγαπῶ
ἀγαπῶ προϋποθέτει πὼς ἔχω
ὅποιος ἀγαπᾶ ἔχει
ἔχει
ὅπως λέμε βρέχει
ἀπρόσωπη σύνταξη
βρέχει ἔχει κρύο σήμερα ἔχει ζέστη
ὅποιος ἔχει
δὲν ἔχει πρόσωπο 
ἔχω τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπῶ
ἀπρόσωπη ἔκφραση
κρύβει
νὰ μὴν ἀκούσει ὁ κόσμος
νὰ μὴν ὑποκλέψουν
ἄλλα πρόσωπα μέσα στὸ πλῆθος
τὰ λοιπὰ τὰ λέμε πρόσωπο μὲ πρόσωπο
τὸ ὄνομά του ἂς ποῦμε
ἂς πῶ τὸ ὄνομά του
ἔχω τὸν Γιῶργο δὲν εἶμαι μόνος
ἔχω
προσφιλὲς πρόσωπο
πολὺ κοντινό μου πρόσωπο
τὸ πιὸ κοντινό μου πρόσωπο
σὲ ἀγαπῶ
ἑπομένως σὲ ἔχω
ἀγαπῶ προϋποθέτει πὼς ἔχω
ὅποιος ἔχει ἀγαπᾶ
δὲν ἔχω πρόσωπο
κοινῶς δὲν ἔχω μούρη
μοῦ ἔχουν πέσει τὰ μοῦτρα
μεγάλη μούρη
φαιδρὸ πρόσωπο
σωπαίνω δὲν ἔχω πρόσωπο πῶς νὰ πῶ
πῶς νὰ πῶ ἔχω πρόσωπο δὲν σωπαίνω
ἔχω ἕνα ποίημα νὰ πῶ
μὲ τί πρόσωπο νὰ τὸ πῶ
εἶναι προσωπικὸ
πολὺ προσωπικό.


Ἑτεροπροσωπία, XXXVIII

Δὲν μὲ διεκδικεῖ οὔτε τὸ πρόσωπό μου.
Νανὰ Ἠσαΐα

Ἀπὸ ψηλὰ παρατηρῶ
          πλήρης κενῶν νοημάτων
                                  τὶς κινήσεις μου.
                                           Τὸ σῶμα μου ἀπὸ τὸ σῶμα μου 
                                                                       ἔχει ἀπομακρυνθεῖ.
                                             Δὲν ξέρω ἂν εἶμαι αὐτὸς
                    ποὺ σφαδάζει στὸ κρεββάτι
   κατὰ τὸν πολυπόθητο ὀργασμὸ
            ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἀσφυκτιᾶ 
                      παρατηρώντας τὴν ὀδύνη
                                       τοῦ, ἂς τὸ παραδεχθῶ, ἄλλου.

                 Αὐτὸς ποὺ σφαδάζει στὸ κρεββάτι
                                 μάχεται μὲ τὸ φάντασμα τῆς ἐγκατάλειψης.
                                                            Ἐκεῖνος ποὺ ἀσφυκτιᾶ
                          πασχίζει νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα.

                                             Ἴσως τελικὰ εἶμαι ἕνας τρίτος
                                                         σὲ μιὰ παράλληλη πραγματικότητα
                                       ποὺ ἀπαθῶς παρατηρεῖ
        ὅλες τὶς ἐκδοχὲς τῆς μορφῆς μου
                     πῶς παραλλάσσεται καθὼς ἐρωτοτροπῶ
                                      πῶς ἐπανέρχεται καθὼς ἀπομονώνομαι.

                                                             Πῶς ἀνατέλλω, ἄλλος κάθε φορὰ             
                                               ἐν μέρει, ἐντούτοις, ἴδιος
                      ἐπαρκῶς ἴδιος ὥστε νὰ ἀποτυπώνεται
      στὸν νοῦ μου ἡ συνέχεια
                 ἡ φρίκη τῆς ταυτότητας
                           ἡ ἀηδιαστικὴ στὸ κεφάλι μου φωνὴ
                                   – δική μου φωνή – νὰ λέει  «εἶσαι ἐσύ, εἶσαι ἐσὺ»
                                                  κι ἐγὼ ποτὲ νὰ μὴ θέλω καθόλου νὰ εἶμαι.

῾Ετεροπροσωπία, XXX

τότε ποὺ σὲ «μαλώνω» γιατὶ δὲν πρόσεχες
Κατερίνα Γώγου


Περνάω ἀπὸ κεῖ 
κάθε πρωὶ καὶ κάθε βράδυ
ἀφήνουνε καμμιὰ φορὰ λουλούδια στὴ γωνία
καὶ πότε οἱ μάνικες τοῦ δήμου πότε ἡ βροχὴ
ξεπλένουνε, ὅσο μποροῦνε, τὸ πλακόστρωτο
μήπως καθαρίσουνε τὸ αἷμα.

Τὴ θυμᾶμαι τὴ νύχτα ἐκείνη
τὸν πυροβολισμό.
Ἄλλος ἦχος, διαφορετικὸς
ὄχι οἱ συνήθεις ἐκρήξεις
ἤξερα πὼς δὲν ἦταν ρίψη
καπνογόνων καὶ δακρυγόνων
ἄλλωστε κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ κλάψει.

Δὲν ἤμουνα μικρὸς
μακρυά, πολὺ μακρυά μου 
ἡ ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν
εἶχα ξανανιώσει ὅμως
καθὼς ἔτρεχα πίσω ἀπὸ τὴν παληὰ Βουλὴ
νὰ ξεφύγω.

Μάταια πέθανε.

Οἱ φίλοι μου δὲν ἦσαν τελικὰ
μαῦρα πουλιὰ
χάθηκαν σὲ μιὰ νύχτα
ὁ ἕνας σύμβουλος στὸ ὑπουργεῖο πολιτισμοῦ
ἡ ἄλλη σὲ διοικητικὰ συμβούλια
ἡ ἄλλη στὴ βουλὴ
χάθηκαν, σοῦ λέω,
ἐξαργυρώθηκαν.

Μάταια πέθανε.

Ἐγώ, βλέπεις, ἀλλιῶς μεγάλωσα.
Ἀπὸ τὴ μιὰ τὸ θέατρο καὶ οἱ ταινίες
οἱ ἀμφίβολες συγκινήσεις τῆς τέχνης
ἀπὸ τὴν ἄλλη τὰ χάπια, τὸ οἰνόπνευμα, οἱ ἔρωτες,
μὲ κάνανε τρυφερό, ἀσύδοτα τρυφερό,
ἔλεγα θὰ περάσει κι αὐτό, 
θὰ τὴν ἀλλάξουμε τὴ ζωή,
καὶ δὲν τὴν ἀλλάξαμε.

Κι ἔτσι φτάσαμε ὣς ἐδῶ
σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀδιανόητη κατάσταση
ὄχι πὼς θὰ ὠφελοῦσε ἂν εἴχαμε νωρίτερα 
τὴ στερνή μας γνώση
ἀλλὰ μᾶλλον θ᾽ ἀποφεύγαμε 
τὰ λόγια τοῦ ἀέρα.
Δὲν θὰ λέγαμε τίποτα.
Ἀγκαλιὰ σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ δρόμου
θὰ περιμέναμε μόνο
τὸν ἄγγελο τοῦ θανάτου.

Ἐδῶ θὰ καταλήγαμε πάλι βέβαια
ἀλλὰ χωρὶς ψεύτικες ἐλπίδες.

Μάταια πέθανε.