fake literature

 

[ἕξι αὐθαίρετες σημειώσεις ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὴ Μιτσίκο Κακουτάνι]

1. Ἡ ζωὴ ἑνὸς λογοτεχνήματος δὲν ξεκινᾶ μὲ τὴ γραφή του, ἀλλὰ μὲ τὴ δημοσιοποίησή του. Ἡ διαπραγμάτευση ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ καταλήξει στὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς γραπτοῦ ὡς λογοτεχνήματος ξεκινᾶ μὲ τὴ δημοσιοποίησή του.

2. Ἡ ἐπιτυχὴς ἔκβαση τῆς διαπραγμάτευσης δὲν εἶναι ποτὲ δεδομένη. Ἐξαρτᾶται, δέ, ἀπὸ πλῆθος παραμέτρων οἱ ὁποῖες θεωρεῖται ὅτισυμπεριλαμβάνουν ἀξιολογήσεις τοῦ ἴδιου τοῦ κειμένου, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε συμπεριλαμβάνουν καὶ ἄλλες, ἄσχετες μὲ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο.

3. Ἡ διαπραγμάτευση γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς κειμένου ὡς λογοτεχνήματος εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴ διαπραγμάτευση γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς κειμένου ὡς εἴδησης. 

3.1. Εἴδηση εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ διατείνεται ὅτι περιγράφει ἕνα πραγματικὸ γεγονὸς καὶ ποὺ διαδίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια κανάλια ἐπικοινωνίας.  

3.2. Λογοτέχνημα εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ διατείνεται ὅτι ἔχει αἰσθητικὴ ἀξία καὶ ποὺ διαδίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια κανάλια ἐπικοινωνίας.

3.1.1. Ἐὰν ἐπινοήσω ἕνα γεγονός, τὸ καταγράψω σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ δὲν διαδώσω τὸ κείμενο, τὸ κείμενό μου δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ «εἴδηση».  Ἑπομένως, μιὰ πλαστὴ εἴδηση δὲν εἶναι εἴδηση μέχρι νὰ κυκλοφορήσει καὶ νὰ διαδοθεῖ ὡς εἴδηση.

3.2.1. Ὁμοίως, ἕνα πλαστὸ λογοτέχνημα δὲν εἶναι λογοτέχνημα μέχρι νὰ κυκλοφορήσει καὶ νὰ διαδοθεῖ ὡς λογοτέχνημα.

3.1.2. Τὴν εὐθύνη μιᾶς πλαστῆς εἴδησης τὴν ἔχουν ἑπομένως τὰ «ἁρμόδια κανάλια» ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαδίδεται καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ τὴν ἐπινόησε. 

3.2.2. Ὁμοίως, τὴν εὐθύνη ἑνὸς πλαστοῦ λογοτεχνήματος τὴν ἔχουν τὰ «ἁρμόδια κανάλια» ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαδίδεται καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ τὸ συνέθεσε.

3.3. Οἱ πραγματικὲς εἰδήσεις ἐξ ὁρισμοῦ ἀκυρώνουν τὶς πλαστές, ἐφόσον διαψεύδουν τὰ ἐπινοημένα γεγονότα τὰ ὀποῖα περιγράφουν οἱ πλαστὲς εἰδήσεις.  Ἡ πλαστὴ εἴδηση μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἐπιβιώσει μόνο ἐὰν ἡ διάδοσή της εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τῆς διάδοσης τῶν γνήσιων εἰδήσεων.

3.4. Ὁμοίως, τὰ γνήσια λογοτεχνήματα ἀκυρώνουν τὰ πλαστά, ἐφόσον διαψεύδουν τὶς ἀντιλήψεις περὶ αἰσθητικῆς ἀξίας τὶς ὁποῖες ἐνσωματώνουν τὰ πλαστὰ λογοτεχνήματα. Τὸ πλαστὸ λογοτέχνημα μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἐπιβιώσει, μόνο ἐὰν ἡ διάδοσή του εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τῆς διάδοσης τῶν γνήσιων λογοτεχνημάτων.

3.5. Ὁ μηχανισμὸς διάδοσης πλαστῶν εἰδήσεων εἶναι γκαιμπελικός: στόχος τῆς διάδοσης τοῦ πλαστοῦ εἶναι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἐν τέλει ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων ποὺ διαχώριζαν τὸ πλαστὸ ἀπὸ τὸ γνήσιο.

3.6. Ὁ μηχανισμὸς διάδοσης πλαστῶν λογοτεχνημάτων εἶναι γκαιμπελικός: στόχος τῆς διάδοσης τοῦ πλαστοῦ εἶναι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἐν τέλει ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων ποὺ διαχώριζαν τὸ πλαστὸ ἀπὸ τὸ γνήσιο.

3.5.1. Γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικά, τὰ κανάλια διάδοσης πλαστῶν εἰδήσεων ὀφείλουν νὰ ἀποκλείουν τὶς γνήσιες εἰδήσεις, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν κριτηρίων τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἐπιτυχὴς διάδοση τῶν πλαστῶν εἰδήσεων προϋποθέτει, ἑπομένως, τὸν ἀποκλεισμό, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπαξίωση, τῶν γνήσιων εἰδήσεων.

3.6.1. Ὁμοίως, γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικά, τὰ κανάλια διάδοσης πλαστῶν λογοτεχνημάτων ὀφείλουν νὰ ἀποκλείουν τὰ γνήσια λογοτεχνήμτα, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐκφυλισμὸς τῶν αἰσθητικῶν κριτηρίων.  Ἡ ἐπιτυχὴς διάδοση τῶν πλαστῶν λογοτεχνημάτων προϋποθέτει, ἑπομένως, τὸν ἀποκλεισμό, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπαξίωση, τῶν γνήσιων λογοτεχνημάτων.

3.5.2. Τὰ ἁρμόδια κανάλια διάδοσης εἰδήσεων ἔχουν ἀλλάξει δραματικὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη: ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Web 2.0, καὶ ἰδιαίτερα τοῦ κοινωνικοῦ διαδικτυακοῦ ἱστοῦ, ἔχει ὁδηγήσει σὲ μιὰ κατάσταση ὅπου εἰδήσεις μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε χρήστη τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, νὰ διαδοθοῦν ἀστραπιαῖα, καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς ὡς εἰδήσεις χωρὶς ἡ ἀρχική τους καταγωγὴ νὰ εἶναι ἀνιχνεύσιμη. Παραφράζοντας τὸν McLuhan, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πὼς ἡ διάδοση εἶναι ἡ εἴδηση. Τὰ παλαιὰ κανάλια (ἐφημερίδες, ραδιοφωνικὰ καὶ τηλεοπτικὰ δίκτυα) ἐξαφανίζονται ἢ μεταλλάσσονται, ἐνσωματώνοντας τὸν κοινωνικὸ ἱστό, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ κοινωνικὸς διαδικτυακὸς ἱστὸς νὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν παραγωγὸς καὶ διακινητὴς τῶν εἰδήσεων.

3.6.2. Ὁμοίως, τὰ ἁρμόδια κανάλια διάδοσης λογοτεχνημάτων ἔχουν ἐπίσης ἀλλάξει δραματικὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη. Λογοτεχνήματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε, νὰ διαδοθοῦν ἀστραπιαῖα καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὰ ὡς τέτοια, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνιχνεύσιμος κανένας μηχανισμὸς αἰσθητικῆς τους ἀξιολόγησης, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ τίθεται κἂν τὸ αἴτημα τῆς αἰσθητικῆς τους ἀξιολόγησης. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ διάδοση εἶναι ἡ λογοτεχνία, ἡ διαδικασία καὶ τὸ ἀποτέλεσμά της ταυτίζονται. Τὰ παλαιὰ κανάλια διάδοσης (ἐκδότες, λογοτεχνικὰ περιοδικὰ) ἐξαφανίζονται ἢ μεταλλάσσονται, ἐνσωματώνοντας καὶ καθρεφτίζοντας τὸν κοινωνικὸ διαδικτυακὸ ἱστό, ὥστε ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁ ἱστὸς νὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν παραγωγὸς καὶ διακινητὴς τῆς λογοτεχνίας.

4. Οἱ διαδικασίες κατασκευῆς consensus ὡς πρὸς τὴν ἀξία ἑνὸς λογοτεχνήματος ἢ τὴν ἀλήθεια μιᾶς εἴδησης μέσα στὸν κοινωνικὸ διαδικτυακὸ ἱστὸ εἶναι γρήγορες καὶ ἄγριες. Τὸ μέσον ἐπιβάλλει καὶ ἀξιοποιεῖ ταχεῖες στρατηγικὲς ἀνάγνωσης καὶ ἀπόκρισης. Ἡ κατασκευὴ ἑνὸς προφανοῦς καὶ δυναμικοῦ πλειοψηφικοῦ ρεύματος κατάφασης καὶ ἀποδοχῆς μοιραῖα συμπαρασύρει τοὺς χρῆστες, ἐνῶ τυχὀν διαφωνοῦντες ἐκφοβίζονται, διασύρονται καὶ ἐν τέλει ἀποχωροῦν ἢ ὑποχωροῦν, πραγματοποιώντας τὸ γκαιμπελικὸ ὄνειρο σὲ χρόνο μηδέν: ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις διατυπώνονται σπανίως καὶ κυρίως σὲ ἰδιωτικὲς ἐπικοινωνίες (“inbox”!),  ἐνῶ ἡ δημόσια στάση πολλῶν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐκφράσει ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις ἰδιωτικῶς παραμένει καταφατικὴ πρὸς τὸ διακινούμενο consensus, εἴτε λόγῳ φόβου εἴτε λόγῳ ὑστεροβουλίας.

5. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ ἡ πλαστὴ εἴδηση ἀντικαθιστᾶ τὴ γνήσια, ἡ πλαστὴ λογοτεχνία ἐπίσης ἀντικαθιστᾶ τὴ γνήσια. 

6. Ἡ γνήσια λογοτεχνία, ὅπως καὶ ἡ γνήσια εἴδηση, εἶναι δύσκολο νὰ ἀνακαλυφθεῖ καὶ νὰ διαδοθεῖ ἐν μέσῳ τοῦ γκαιμπελικοῦ κυκεώνα. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀνύπαρκτη, ἔχει ὅμως ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴ διαπραγμάτευση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν ταυτοποίησή της ὡς λογοτεχνίας.

 [πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν bibliothèque]

It would be better if they were alive, and that’s what they were

 

Φαντασθεῖτε ἕνα ἀνθρώπινο ὂν στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του, λίγες στιγμὲς πρὶν τὴ γέννησή του. Δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἀνθρώπινο ὂν ἀκόμη, δὲν ἔχει γεννηθεῖ, δὲν ἔχει ξεκινήσει ἡ ζωή του, εἶναι μέρος ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπινου σώματος ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἀπολύτως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τρέφεται καὶ χάρη στὸ ὁποῖο μεγαλώνει. Ὥσπου ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ τὸ σῶμα τῆς μητέρας δὲν μπορεῖ ἄλλο νὰ φιλοξενήσει τὸ ἔμβρυο, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ θρέψει, ἴσως μάλιστα νὰ ἀρχίσει νὰ τὸ πολεμάει, καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δημιουργεῖται ἡ βιολογικὴ ἀνάγκη τὸ ἔμβρυο νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνασάνει, νὰ γίνει ἀνθρώπινο ὄν. Πρόκειται γιὰ ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἀνάγκη ζωῆς καὶ θανάτου: ὅσο περνάει ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀνάγκη δὲν ἱκανοποιεῖται, τόσο περισσότερο αὐξάνεται ὁ κίνδυνος νὰ πεθάνει ἡ μητέρα ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος νὰ μὴν ζήσει ποτὲ τὸ παιδί.

 

Δὲν ξέρω ἂν ἔχουν αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπόψη τους οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἀναφέρονται στὰ γραπτά τους μὲ φράσεις ὅπως «τὰ παιδιά μου» καὶ παρομοιάζουν τὴ διαδικασία τῆς γραφῆς μὲ τὴ γέννα, μοῦ φαίνεται ὅμως πὼς συνήθως πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ κοινοτοπία, γνωστὴ ἐδῶ καὶ αἰῶνες, τὴν ὁποία μὲ ἐλαφριὰ καρδιὰ ἐπαναλαμβάνουν οἱ συγγραφεῖς, οἱ ἄκληροι κυρίως, χωρὶς ἀπαραιτήτως νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸ βάρος τῆς παρομοίωσης˙ οἱ κοινοὶ τόποι, ἄλλωστε, συχνὰ ξεχνοῦν τὴν καταγωγή τους περιπλανώμενοι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα. Ἄν, ὅμως, ἐξετάσει κανεὶς πιὸ προσεκτικὰ τὴ διαδικασία τῆς γέννας, καὶ τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ, ἴσως ἀποκαλυφθεῖ μιὰ ἐνδιαφέρουσα, ἐνδεχομένως θεμελιώδης, πτυχὴ τῆς λογοτεχνικῆς δημιουργίας.

 

Δὲν ἀναφέρομαι τόσο στὴν ἀνάγκη τοῦ συγγραφέα, ὅσο στὴν ἀνάγκη τοῦ κειμένου. Ἡ ἀνάγκη τοῦ συγγραφέα («ἔνοιωσα τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὸν ἐσωτερικό μου κόσμο / τὰ συναισθήματά μου / τὴν ἀντίληψή μου γιὰ τὴ ζωή») δὲν ἐνδιαφέρει παρὰ μόνο τοὺς φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς του, δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου: ὁ συγγραφέας ζεῖ καὶ θὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ εἴτε τὸ κείμενο γραφτεῖ εἴτε ὄχι, διότι ὁ συγγραφέας μπορεῖ νὰ κυοφορεῖ τὸ ἔμβρυο τοῦ κειμένου ἐπὶ δεκαετίες καὶ νὰ μὴν τὸ γράφει ποτέ, χωρὶς καμμιὰ τραγικὴ συνέπεια γιὰ τὴ ζωή του. Τὸ κείμενο, ὅμως, ἐνόσῳ κυοφορεῖται, δὲν εἶναι ἀκόμα κείμενο, ὅπως καὶ τὸ ἔμβρυο δὲν εἶναι ἀκόμα βρέφος˙γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τὸ κείμενο δὲν εἶναι κἂν συγκρίσιμο μὲ τὸ ἔμβρυο, καθὼς καμμιὰ νομοτέλεια δὲν προβλέπει πὼς ἀπαραιτήτως θὰ ἐξελιχθεῖ μέσα στὸ μυαλὸ τοῦ συγγραφέα καὶ κάποτε θὰ γεννηθεῖ, δὲν εἶναι δεδομένο πὼς κάποτε θὰ ὑπάρξει, ἡ ζωὴ τοῦ κειμένου δὲν ἔχει δρομολογηθεῖ μὲ φυσικὸ τρόπο, καὶ πολλὰ δυνάμει ἐμβρυακὰ κείμενα δὲν γεννιοῦνται ποτέ, ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη τους νὰ ὑπάρξουν δὲν ἦταν ἐπαρκῶς ἐπείγουσα, ἢ ἴσως ἐπειδὴ ὁ ξενιστής τους ἀποδείχθηκε ἀκατάλληλος.

 

Ἄν, ὅμως, ὑποθέσουμε πὼς ὁ ξενιστὴς-συγγραφέας εἶναι κατάλληλος, τότε τὸ ἐμβρυακὸ κείμενο κυοφορεῖται ὅσο χρειάζεται καὶ κάποια στιγμὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ κειμένου νὰ ὑπάρξει ἀναγκάζει τὸν συγγραφέα νὰ τὸ γεννήσει, καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τὸ προστατεύσει, νὰ τὸ ταΐσει, νὰ τὸ φροντίσει καὶ νὰ τὸ παραδώσει στὸν κόσμο. Οἱ ὑποχρεώσεις τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στὸ κείμενο δὲν σταματοῦν μὲ τὴ γέννηση τοῦ κειμένου, ὅπως καὶ οἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὰ βρέφη τους δὲν σταματοῦν μὲ τὴ γέννα: τὸ ἀνθρώπινο βρέφος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει χωρὶς τὴ φροντίδα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ νεογέννητο λογοτεχνικὸ κείμενο δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὴ φροντίδα τοῦ συγγραφέα, δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ στὸν κόσμο ἀδούλευτο καὶ ἀπεριποίητο.

 

Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ κειμένου νὰ ὑπάρξει ἴσως εἶναι αὐτὸ ποὺ συνήθως περιγράφεται ὡς ἔμπνευση. Δὲν εἶμαι ἀκόμη σίγουρος ἂν ταιριάζει ἡ λέξη «ἀνάγκη» περισσότερο ἀπὸ τὴ λέξη «ἔμπνευση» σὲ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλῶ, σαφῶς πάντως τὰ κείμενα ποὺ δὲν προέκυψαν ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀνάγκη θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ τὰ περιγράψει κανεὶς ὡς ἀνέμπνευστα˙ ὅπως καὶ τὰ κείμενα ποὺ γεννήθηκαν ἀπὸ ἀνάγκη ἀλλὰ μετὰ ἀφέθηκαν στὴ μοίρα τους θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ὡς θνησιγενῆ.

 

[Ὁ τίτλος τοῦ κειμένου προέρχεται ἀπὸ τὸ ποίημα τῆς Πλὰθ “Stillborn”. Τὸ κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque.]

ἐξωστρέφεια καὶ πειραματισμὸς

 

Μὲ ἀφορμὴ μιὰ πρόσφατη συζήτηση περὶ τῆς ἀξίας μιᾶς συγκεκριμένης ποιητικῆς ἐκδήλωσης, ἡ ὁποία περιλάμβανε τὴ δημόσια ἀπαγγελία ποιημάτων σὲ λεωφορεῖα, τέθηκε, ἀπὸ τὴν πλευρὰ κάποιων ἀπὸ τοὺς ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ποὺ συμμετεῖχαν, ἕνα ζήτημα ποὺ νομίζω ὅτι ἀξίζει νὰ συζητηθεῖ περισσότερο: τὸ ζήτημα τῆς ἐξωστρέφειας τῆς ποίησης ὡς ἱκανῆς συνθήκης ποιητικοῦ πειραματισμοῦ˙ συγκεκριμένα, διατυπώθηκε, χωρὶς νὰ συναντήσει σοβαρὸ ἀντίλογο, ἡ ἄποψη  ὅτι ἡ ἐξωστρέφεια (ἐν προκειμένῳ, ἡ δημόσια ἀπαγγελία σὲ ἕνα ἀστικὸ λεωφορεῖο ἐν κινήσει) ἀποτελεῖ ποιητικὸ πειραματισμὸ καὶ διερεύνηση τῶν «ὁρίων» τῆς ποίησης.

Ὁμολογῶ ὅτι προσωπικὰ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω πῶς καὶ γιατί μιὰ πρωτοβουλία ποὺ ἀφορᾶ τὴν παρουσίαση ἢ τὴν ἐπικοινωνία ἑνὸς ἤδη ὑπάρχοντος καὶ δημοσιευμένου ποιητικοῦ ἔργου θὰ μποροῦσε νὰ περιγραφεῖ ὡς πειραματισμὸς ἢ διερεύνηση τῶν ὁρίων τῆς ποίησης. Δὲν εἶμαι ἀφελής, οὔτε ἀγράμματος, ἀντιλαμβάνομαι ἑπομένως ὅτι ἂν μιλούσαμε γιὰ ἕνα ἔργο σὲ ἐξέλιξη, ἕνα ἔργο ποὺ δημιουργεῖται διαμορφώνεται μέσα σὲ μιὰ διαδικασία ἐπιτελεστική, συμμετοχικὴ καὶ ἐπικοινωνιακή, τότε πιθανὸν νὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι ἐπαναδιαπραγματεύεται στὴ διάρκεια τῆς διαδικασίας τὰ ὅρια τῆς ποίησης ὡς πράξης, ἀκόμη δὲ καὶ ὅτι πειραματίζεται πάνω στὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ποίησης. Βεβαίως, οὔτε σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση θὰ κόμιζε γλαύκα εἰς Ἀθήνας, γνωστὰ πράγματα εἶναι αὐτά, ἀλλὰ ἴσως θεωροῦνται ἀκόμη πειραματικὰ σὲ κάποιους κύκλους.

Ἐφόσον, ὅμως, περιγράφεται ὡς πειραματισμὸς καὶ διερεύνηση τῶν ὁρίων τῆς ποίησης μιὰ ἐκδήλωση δημόσιας παρουσίασης ἢ ἐπικοινωνίας ἑνὸς ἔργου ἤδη τελειωμένου καὶ ἐκδομένου, τότε μοῦ φαίνεται πὼς εἴτε ὑπάρχει κάποια σύγχυση εἴτε θὰ πρέπει νὰ διευρυνθεῖ (ἐπικίνδυνα, κατὰ τὴν ἄποψή μου) ὁ ὁρισμὸς τῆς ποίησης (καὶ ὁποιασδήποτε καλλιτεχνικῆς πράξης).

Ἡ σύγχυση συνίσταται στὸ ὅτι παρουσιάζονται ὡς ἐκφάνσεις τῆς ποιητικῆς τέχνης ὄχι μόνο ἡ δημιουργία τοῦ ποιητικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ ἡ χρήση τοῦ τελειωμένου ποιητικοῦ ἔργου στὴ συνέχεια καὶ ὁρίζεται ὡς ποιητικὴ δημιουργία ὄχι μόνο ἡ παραγωγὴ τοῦ ποιήματος ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσίασή του, ἡ ἐπικοινωνία του, ἀκόμη καὶ τὸ marketing τοῦ ποιητικοῦ προϊόντος. Δὲν ἔχω, φυσικά, καμμιὰ ἀντίρρηση ὅτι ὑπάρχει σαφῶς περιθώριο περαιτέρω ἀξιοποίησης ἑνὸς ποιητικοῦ ὑλικοῦ μέσα ἀπὸ δράσεις ἐπιτελεστικές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐνδέχεται νὰ προκύψει, καὶ μερικὲς φορὲς προκύπτει πράγματι, ἕνα νέο ἔργο, προφανῶς ὑβριδικό, μὲ στοιχεῖα τόσο ποιητικὰ ὅσο καὶ παραστατικῶν τεχνῶν. Καὶ ἐδῶ ἔχει ἐπίσης ὑπάρξει πειραματισμός, συχνὰ γόνιμος, ποὺ διερευνᾶ ὅμως ὄχι τὰ ὅρια τῆς ποίησης, ἀλλὰ τὰ σημεῖα διεπαφῆς τῶν τεχνῶν μεταξύ τους καὶ τῶν τεχνῶν μὲ τὴν πραγματικότητα. Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ περιπτώσεις ὅπου ἡ ποίηση γράφεται ἐξαρχῆς μὲ σκοπὸ νὰ ὑπηρετήσει μιὰ τέτοια ἐπιτελεστικὴ παρουσίαση, ὅπως ὑπάρχουν (ἰδίως στοὺς πραγματικὰ συντηρητικοὺς κύκλους) καὶ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ φύση αὐτῆς τῆς προγραμματισμένης νὰ ἐπιτελεσθεῖ ποίησης: κάποιοι θὰ ἀμφισβητοῦσαν, ἂς ποῦμε, ὅτι εἶναι ποίηση ἀκόμη καὶ τὸ Landfall τῆς Laurie Anderson ἢ τὸ Just after sunset τῆς Anne Clark. Ἐντούτοις, ἐν προκειμένῳ, δὲν πρόκειται γιὰ ἐπιτελεστικὴ ἀνάγνωση, οὔτε γιὰ performance βασισμένη σὲ ἕνα εὐλύγιστο ποιητικὸ σῶμα.

Εἶναι πιθανό, ὅμως, ἐπίσης, νὰ μὴν ὑπάρχει σύγχυση, ἀλλὰ ἁπλῶς ἡ ἀντίληψή μου γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης νὰ εἶναι ἀσφυκτικὰ στενή. Ποίηση, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος, δὲν εἶναι μόνο ἡ σύλληψη καὶ ἡ παραγωγὴ ἑνὸς κειμένου, ἀλλὰ μὲ εὐρεία ἔννοια, περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ κείμενο παρουσιάζεται στοὺς ἀποδέκτες, καὶ τὴν ἐπικοινωνία τὴ σχετικὴ μὲ τὸ κείμενο, καὶ τὴν ὅποια ἐπιτέλεσή του καὶ ὅ,τι μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ κανείς, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει κάποια ἔστω ἔμμεση σχέση ἂν ὄχι μὲ ἕνα κείμενο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ποιητικό, τοὐλάχιστον μὲ κάποια ποιητικὴ ἰδέα,ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτή˙ μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἐξωστρέφεια ποὺ περιέγραψα ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἴδια μέρος τῆς ποιητικῆς δημιουργίας. Μιὰ τέτοια διεύρυνση τῶν ὁρίων τῆς ἔννοιας ποίηση δὲν τὴν θεωρῶ ἐντελῶς ἀθέμιτη, ἀλλὰ ὁμολογῶ πὼς δὲν μοῦ φαίνεται χρήσιμη. Καὶ ἐννοῶ ὅτι δὲν τὴν θεωρῶ ἀξιολογικὰ χρήσιμη, καθὼς κριτήρια γιὰ τὴν ἀξιολόγηση μιᾶς τέτοιας ἐπιθετικὰ συγκρητικῆς μορφῆς τέχνης θὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ συμφωνηθοῦν, ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν καταλήγαμε σὲ κάποιου εἰδους consensus, καὶ πάλι δὲν θὰ ἤμασταν ἀξιολογικὰ ἀσφαλεῖς, ἐφόσον τὰ ὅρια θὰ μποροῦσαν καὶ πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ διευρυνθοῦν, ὥστε ἡ ἀξιολόγηση διηνεκῶς νὰ ἀκυρώνεται. Μὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, δὲν ξέρω πῶς θὰ μποροῦσε ὁποιοσδήποτε νὰ κρίνει ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἔργο εἶναι νεοτερικὸ καὶ πειραματικὸ ἢ παληὸ καὶ τετριμμένο, ἂν συνιστᾶ ἕνα βῆμα μπροστὰ ἢ ἕνα ἢ περισσότερα βήματα πίσω, καθὼς ὁ κανόνας μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἦταν θεμιτὸ νὰ συγκριθεῖ μπορεῖ νὰ ἐλαστικοποιεῖται ἢ νὰ μεταλλάσσεται κατὰ τὸ δοκοῦν.

Τὸ πράγμα γίνεται, ὅμως, ἀκόμη πιὸ ἐνδιαφέρον ἂν κανεὶς ἐξετάσει τὰ ἴδια τὰ κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν ἔναυσμα, βάση ἢ τοὐλάχιστον (ἂν μή τι ἄλλο) τμῆμα τοῦ ποιητικοῦ ἔργου μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια. Ἐὰν ὁ δημιουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρεῖ ὅτι τὸ ἔργο περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται εἶναι ποιητικὸ καὶ ἐπίσης ἰσχυρίζεται ὅτι μὲ τὶς ποικίλες δράσεις ποὺ τὸ συνοδεύουν ἢ τὸ συναποτελοῦν πειραματίζεται καὶ διερευνᾶ τὰ ὅρια τῆς ποίησης, προσωπικὰ θὰ περίμενα ὅτι ὑπάρχει κάπου (καὶ) κάποιο κείμενο καὶ ὅτι τεκμήρια αὐτοῦ τοῦ πειραματισμοῦ καὶ αὐτῆς τῆς διερεύνησης ὑπάρχουν (καὶ) στὸ κείμενο. Διότι ἂν στὸ κείμενο δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω καμμιὰ πρόθεση πειραματισμοῦ μὲ ὁτιδήποτε, τότε προσωπικὰ ὁποιεσδήποτε δηλώσεις τοῦ δημιουργοῦ περὶ ἐπαναδιαπραγμάτευσης τῶν ὁρίων τῆς ποίησης μὲ ἀφήνουν παγερὰ ἀδιάφορο. Γιὰ τὴν δική μου ἀντίληψη τῆς ποίησης, ἡ δουλειὰ τοῦ δημιουργοῦ εἶναι πρωτίστως ἡ παραγωγὴ τοῦ ποιητικοῦ κειμένου˙ ἡ (πάντα εὐπρόσδεκτη) ἐπαναδιαπραγμάτευση τοῦ ἀντικειμένου καὶ τῶν ὅρων τῆς ποίησης τεκμηριώνεται πρωτίστως στὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ κείμενο˙ὁ (πάντα εὐπρόσδεκτος, ἂν καὶ πολὺ σπανίως πιὰ πρωτοποριακὸς) πειραματισμὸς ἀφορᾶ πρωτίστως τὸ κείμενο: τὴ γλώσσα, τὴ δομή, τὴ μορφή, τὸ θέμα, τὴν πραγμάτευση τοῦ θέματος.

Ἀκόμη κι ἔτσι, ὅμως, καὶ μὲ δεδομένη τὴ δική μου προσωπικὴ προτίμηση γιὰ ποιητικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα πράγματι ἐπαναδιαπραγματεύονται τοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς τους, δὲν διατείνομαι ὅτι τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν πειραματίζονται θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ἀρνητικά, οὔτε βεβαίως ὅτι αὐτὰ ποὺ πειραματίζονται θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ἀπαραιτήτως θετικά. Αὐτό, ὅμως, ποὺ (μὲ) ἐνοχλεῖ εἶναι οἱ ὑπερφίαλες δηλώσεις περὶ νεοτερικότητας, πειραματισμοῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς, ποὺ δὲν ὑποστηρίζονται ἀπὸ τεκμήρια τῆς ποιητικῆς πράξης. Τέτοιες δηλώσεις φτάνουν μάλιστα νὰ μὲ ἐξοργίζουν ὅταν τὶς συνοδεύουν ἄκομψοι ὑπαινιγμοὶ ὅτι οἱ δημιουργοὶ ποὺ ἐπιλέγουν νὰ καταπιάνονται μὲν μὲ τὴν ποίηση ἀλλὰ δὲν ἐπιδοκιμάζουν καὶ δὲν συμμετέχουν σὲ ἐξωστρεφεῖς δράσεις αὐθαίρετα ταυτοποιημένες μὲ τὸν πειραματισμὸ ἀρνοῦνται ipso facto νὰ δοκιμάσουν τὰ ὅρια τῆς ποιητικῆς τέχνης, ἀντιστέκονται στὸν πειραματισμό, καὶ πιθανῶς δὲν κατανοοῦν ὅτι ἡ ποίηση ἐξελίσσεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μᾶλλον οἱ ἴδιοι ἔχουν μείνει πίσω, ἔχουν μείνει στάσιμοι, εἶναι, σὰν νὰ λέμε, συντηρητικοί.

Ὁ συντηρητισμός, ὅπως ἔχω ξαναγράψει, καὶ ὅπως, πιστεύω, ἔχω σαφῶς ὑπονοήσει παραπάνω, χαρακτηρίζει τὴν ποιητικὴ πράξη ἡ ὁποία συμμορφώνεται προγραμματικὰ μὲ τὰ γοῦστα καὶ τὶς προτιμήσεις τοῦ μικρόκοσμου ποὺ κρατᾶ κάθε φορὰ τὰ ἡνία τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου. Ἡ ἀπαιτηση γιὰ συμμόρφωση, δέ, εἶναι τρομακτικὸ πὼς συχνὰ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴ γραφὴ τοῦ δημιουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴ δημόσια στάση καὶ συμπεριφορά του, ἀκόμη καὶ τὴν ταυτότητά του!

Καὶ πάντως, γιὰ νὰ ἐπανέλθω ἐν συντομίᾳ στὴν ἀφορμὴ αὐτῆς τῆς συζήτησης, ποιητικὲς «δράσεις» σχεδιασμένες καὶ διενεργούμενες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, μὲ θεσμικὲς πλάτες, ἐκδηλώσεις δηλαδὴ ποὺ πραγματοποιοῦνται ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ μὲ τὴ χρηματοδότηση δημόσιων ὀργανισμῶν ἢ ἰλλουστρασιὸν ἱδρυμάτων πολιτισμοῦ  εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθεῖ κανεὶς πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπαναδιαπραγματευθοῦν τὰ ὅρια ὁποιασδήποτε τέχνης. Εὔλογο εἶναι, ἀντιθέτως, ὅτι τέτοια φοβερὰ προστασία θὰ ἐμπνεύσει δυσπιστία στοὺς ἀποδέκτες τοῦ διαβήματος ὅσο ἀφορᾶ τὶς ἀνατρεπτικὲς ἢ πειραματικὲς προθέσεις τῶν συμμετεχόντων.