ἡ Marilyn στὸ Μαντεῖο

Ἀπολογισμὀς

I want to still be – but time has changed
the hold of that glance.

 Marilyn Monroe

Δὲν ἀλλάζει μόνο ἡ φυσιογνωμία
ἀλλὰ καὶ τὸ βλέμμα:
ἡ εἰκόνα θολώνει
ρυτίδες τέμνουν τὸ ὀπτικὸ πεδίο
καὶ μαθαίνει κανεὶς μὲ τὰ χρόνια
νὰ βλέπει λιγότερο
νὰ παρατηρεῖ λιγότερα.

Πρόκειται γιὰ μηχανισμὸ ἐπιβίωσης.
Προσαρμόζει κανεὶς τὶς ἀνάγκες του
στὶς δυνατότητές του: ἂν δὲν βλέπει
περιορίζει τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα
ποὺ χρειάζεται νὰ δεῖ, καὶ κυρίως φροντίζει
νὰ μὴν κοιτάζει ποτὲ κατάματα, οὔτε τοὺς ἄλλους
οὔτε βεβαίως τὸ εἴδωλό του στὸν καθρέφτη.

Γι᾽αὐτὸ πολλὲς φορὲς νομίζουμε
πὼς εἶναι μονήρεις οἱ ἡλικιωμένοι
πὼς δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει πιὰ ὁ κόσμος.
Ἐπειδὴ φοβοῦνται τὴν ἀπώλεια.

in a few short days I’m sending you a reminder – to remind you of something of me mostly

Marilyn Monroe, ὑστερόγραφο ἐπιστολῆς πρὸς τὸν ‘Claude Claude’

Ἡ ἄψογα μακιγιαρισμένη ἐπιδερμίδα, τὸ σωστὸ κραγιὸν στὰ χείλη, τὰ ροῦχα ποὺ θὰ τὴν κολάκευαν: αὐτὰ ἦσαν εὔκολα. Πιὸ δύσκολο ἦταν τὸ χαμόγελο, δὲν ἔπρεπε οὔτε ἐντελῶς ἀθῶο οὔτε ἀκραιφνῶς λάγνο νὰ φαίνεται τὸ μισάνοιγμα τῶν χειλιῶν στὶς φωτογραφίες˙ στὸ Actors Studio δὲν εἶχαν ἰδέα πόσες ὧρες μελετοῦσε μπροστὰ στὸν καθρέφτη ὄχι μόνο τὴν παραμικρή της κίνηση ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὴν πιὸ φευγαλέα ἔκφραση τοῦ προσώπου, κανεὶς δὲν φανταζόταν πόσο σκληρὰ προσπαθοῦσε ὄχι μόνο γιὰ νὰ πετύχει τὸ ποθητὸ καλλιτεχνικὸ ἀποτέλεσμα στὶς ταινίες της, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ νὰ χτίσει τὸ πρόσωπο ποὺ ὅλοι πίστευαν πὼς τῆς εἶχε δωρίσει ὁ θεός. Τοὺς εἶχε πείσει πὼς μέλημά της ἦταν πῶς νὰ φανεῖ κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ bimbo, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα δὲν τὴν δυσκόλευαν καθόλου οἱ δεκάδες φωτογραφίες της μὲ βιβλία, τὰ ἡμερολόγια τῶν ἀναγνώσεων, τὰ ποιήματα. Τὸ πρόσωπό της ἦταν ὁ πραγματικὸς ἆθλος, τὸ πρόσωπό της ἦταν τὸ κατόρθωμά της, γιατὶ τὸ πρόσωπό της τὸ θυμοῦνται ὅλοι, ἀκόμη καὶ τώρα, ἑξήντα χρόνια ἀφοῦ τὸ ἔχασε.

ἡ Τίλλα στὸ Μαντεῖο

νομίζουν πὼς αὐτὸ εἶναι τὸ πρέπον

Πόσο ἔκλαψε ὅταν διάβασε τὶς ἐπικρίσεις τοῦ σπουδαίου κριτικοῦ! Ὅσο κι ἂν προσπάθησε νὰ τὴν ἠρεμήσει τὰ ἑπόμενα χρόνια, τίποτε δὲν μπόρεσε νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο της.

Ἤξερε, ἤξερε βέβαια ἡ Τίλλα, πόσο ἀνυποψίαστοι ἦσαν ὅλοι αὐτοί, ἤξερε πόσο τοὺς τρόμαζαν οἱ ἐξομολογήσεις της, κι ἂς συνέχιζαν ἀπρόσκοπτοι τὸ ἔργο τους, σὰν νὰ μὴν εἶχε τίποτε ἄλλο σημασία στὴ ζωή, σὰν νὰ μὴν εἶχε σημασία ὁ θάνατος. Δὲν ἄντεξε, ὅμως, τὴν μικροπρεπὴ σκληρότητά τους.

[Τίλλα Μπαλῆ, Οἱ ἀνύποπτοι]

Κλάμα

 στοὺς καθρέπτες
ποὺ ἔγιναν νὰ βλέπωμε τὴ φθορὰ
τὴ φριχτή μας διαφορά.

Τίλλα Μπαλῆ

Ἀναμνήσεις δακρύων δὲν ἔχω
ἂν καὶ παιδὶ θὰ ἔκλαιγα ὁπωσδήποτε
ὅπως κλαῖνε ὅλα τὰ παιδιὰ
ὅταν τοὺς παίρνουν τὰ παιχνίδια
ἢ ὅταν κάποιος φεύγει.

Στὴν ἐνήλικη ζωὴ πάντως δὲν ἔκλαψα
μοῦ φαίνονταν φτηνὰ τὰ δάκρυα
καὶ ἀκριβὰ τὰ δικά μου συναισθήματα
γι᾽αὐτὸ τὰ ἔκρυβα ὅσο μποροῦσα.

Πέρασαν πενήντα χρόνια ὥσπου
νὰ ἐπιστρέψουν στὰ μάτια μου τὰ δάκρυα
ἀνεξέλεγκτα πιά, στὰ καλὰ καθούμενα,
ρέουν συχνὰ καὶ ἐντελῶς ἀπρόβλεπτα,
ἀκόμη κι ὅταν δὲν εἶμαι μόνος.

Διασκεδάζω τὴν ἀμηχανία τῆς συντροφιᾶς
ψελλίζοντας ἀνάμεσα σὲ λυγμοὺς
πὼς γέρασα καὶ ξεμωράθηκα
ἢ κάτι γιὰ τὶς ὁρμονικὲς διαταραχὲς τῆς ἡλικίας
καὶ χαμογελοῦν συνήθως οἱ ἄλλοι εὐγενικὰ
χωρὶς βεβαίως οὔτε ἐκεῖνοι νὰ μὲ ξεγελοῦν
οὔτε ἐγὼ δυστυχῶς ν᾽ αὐταπατῶμαι.

Στὴν πραγματικότητα,
δὲν φταῖνε οἱ ὁρμόνες
οὔτε πὼς ξεμωράθηκα ἰσχύει
τώρα ποὺ κλαίω κι ὅλο κλαίω.

Πὼς κάποιος φεύγει φταίει
καὶ δὲν ἔχει πιὰ τίποτα νὰ κρύψει.

[Τὸ “Κλάμα” πρωτοδημοσιεύθηκε ἐδῶ]