animalia paradoxa: ἁφὴ

Δὲν ξέρει ἂν αὐτὴ ἡ σκόνη στὰ δάχτυλά του
εἶναι ἁπλῶς τὸ χρῶμα ἀπὸ τὰ φτερά μου
ἣ κάτι πιὸ ζωτικῆς σημασίας.

Δὲν ξέρει τώρα ποὺ μὲ ἀπελευθέρωσε
ἂν θὰ καταφέρω ξανὰ νὰ πετάξω νὰ λάμψω 
σὰν οὐράνιο τόξο στὸν ἥλιο
ἢ ἂν ἀνάπηρος θὰ ἐκμετρήσω ἕρποντας.

Ποτὲ δὲν ἀντιστάθηκε στὴν ὀμορφιά.

Οὔτε μικρὸς ὅταν ἔπιανε ἀπὸ τὰ φτερὰ τὶς πεταλοῦδες
οὔτε τώρα ποὺ προσεκτικὰ μὲ τὶς ἄκρες τῶν δαχτύλων
χαϊδεύει ἔκθαμβος τὸ σῶμα μου
έλπίζοντας πὼς θὰ τοῦ παραδοθῶ
πὼς θὰ μείνω στὴν ἀγκαλιά του
ὥσπου νὰ ἑνωθῶ μὲ τὸ χῶμα.

animalia paradoxa: ὅραση

Ἔχω χίλια μάτια
καὶ δὲν κλείνουν ποτέ.

Βλέπω χίλιες εἰκόνες κάθε φορὰ
καὶ συνθέτω.

Μικροσκοπικὲς εἰκόνες
τεμαχισμένης πραγματικότητας.

Ἕνα νύχι ἐδῶ, μιὰ ρώγα ἐκεῖ,
μιὰ κλείδωση πιὸ πέρα.

Χρειάζεται χρόνο ὁ ἀργός μου ἐγκέφαλος
γιὰ νὰ συνθέσει τὸ πάζλ.

Καὶ καθὼς καίγονται ἕνα ἕνα τὰ μάτια μου 
σὰν πίξελ σὲ παληὲς ὀθόνες

σὲ ὑποθέσεις μᾶλλον στηρίζεται ἡ ὅρασή μου
ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια.

Στὰ εἴκοσί μου εἶχαν ἤδη χαθεῖ
στοιχεῖα τῶν περιγραμμάτων.

Στὰ τριάντα μου ἐκτεταμένα κενὰ
καταλάμβαναν τὶς ἐνδιάμεσες ἐπιφάνειες.

Στὰ σαράντα τὰ νεκρὰ σημεῖα ἔφταναν σχεδὸν
τὸ μισὸ τοῦ κάθε εἰδώλου.

Πλέον διακρίνω μόνο τὰ ἀκαταμάχητα
αὐτὰ ποὺ αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν ἀφήνουν τὸ βλέμμα νὰ καεῖ.

Διὰ τῆς μνήμης ὅλα τ᾽ ἄλλα
ἀνασυγκροτῶ καθὼς φθείρεται τὸ σῶμα καὶ ἀποσύρεται

κι ἂς ἐπιμένει τὸ χάρμα τῶν λίγων ὀφθαλμῶν ποὺ μοῦ μείνανε
νὰ μὲ βασανίζει προσηλωμένο σὲ ὅσα ἔφυγαν.

Louise Glück, Ὁ Μελαγχολικὸς Γραμματέας

Εἶχα ἕναν γραμματέα, ἦταν ὅμως μελαγχολικός,
τόσο μελαγχολικὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴ δουλειά του.
Ἦταν ἐπιφορτισμένος νὰ ἀνοίγει τὰ λιγοστά μου γράμματα,
καὶ νὰ συντάσσει ἀπαντήσεις σὲ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀπαντηθοῦν,
ἀφήνοντας στὸ τέλος ἕνα κενὸ γιὰ τὴν ὑπογραφή μου
καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπογραφή μου, νὰ βάζει τὰ ἀρχικά του,
μιὰ τυπικότητα πού, στὴν ἀρχή, διεκπεραίωνε μὲ πολλὴ περηφάνια. 
Ὅποτε χτυποῦσε τὸ τηλέφωνο, ἔπρεπε νὰ λέει
πὼς ὁ ἐργοδότης του ἦταν ἀπασχολημένος ἐκείνη τὴ στιγμή
καὶ νὰ ρωτάει ἂν ἤθελαν νὰ ἀφήσουν κάποιο μήνυμα.

Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες, ἦρθε νὰ μοῦ μιλήσει.
Ἀφεντικό, μοῦ εἶπε (ἔτσι μὲ ἀποκαλοῦσε),
δὲν σοῦ εἶμαι πιὰ χρήσιμος˙ πρέπει νὰ μὲ διώξεις.
Καὶ παρατήρησα ὅτι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ πράγματά του
καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγει, ἂν καὶ ἦταν νύχτα
καὶ χιόνιζε. Τὸν λυπήθηκε ἡ ψυχή μου.
Κοίτα, τοῦ εἶπα, ἐφόσον δὲν διεκπεραιώνεις τὰ λίγα σου καθήκοντα,
τί ἄλλο μπορεῖς νὰ κάνεις γιὰ μένα; Καὶ μοῦ ἔδειξε τὰ μάτια του,
ποὺ ἦσαν γεμάτα δάκρυα. Μπορῶ νὰ κλαίω, εἶπε.
Τότε θὰ πρέπει νὰ κλάψεις γιὰ μένα, τοῦ εἶπα,
ὅπως ὁ Χριστὸς ἔκλαψε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Δίσταζε, ὅμως.
Ἡ ζωή σου εἶναι ἀξιοζήλευτη, εἶπε˙
τί θὰ πρέπει νὰ σκέφτομαι ὅταν κλαίω; 
Καὶ τοῦ εἶπα πόσο ἄδειες ἦσαν οἱ μέρες μου
καὶ ὁ χρόνος, ποὺ τελείωνε,
καὶ πόσο ἀσήμαντα ἦσαν τὰ ἐπιτεύγματά μου,
καὶ καθὼς μιλοῦσα εἶχα τὴν παράδοξη αἴσθηση
πὼς γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ αἰσθανόμουν κάτι
γιὰ κάποιο ἄλλο ἀνθρώπινο ὄν –

Στεκόταν ἐντελῶς ἀκίνητος.
Εἶχα ἀνάψει τὴ φωτιὰ στὸ τζάκι˙
θυμᾶμαι τοὺς ἀνακουφισμένους ἀναστεναγμοὺς
τῶν ξύλων ποὺ πέθαιναν –

Ἀφεντικό, εἶπε, ἔδωσες
νόημα στὴν ὀδύνη μου.

Ἡ στιγμὴ ἦταν παράξενη.
Ἡ ὅλη συζήτηση φαινόταν ἐντελῶς ψεύτικη
καὶ συγχρόνως βαθιὰ εἰλικρινής, λέξεις ὅπως ἄδειος καὶ ἀσήμαντος
ἦταν σὰν νὰ εἶχαν ξυπνήσει κάποιο συναίσθημα στὴ μνήμη μου
ποὺ εἶχε τώρα προσκολληθεῖ στὴν παρούσα κατάσταση
καὶ στὸ πρόσωπο αὐτὸ μπροστά μου.

Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε.  Τὰ δάκρυά του ἔλαμπαν
κοκκινόχρυσα στὸ φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ὕστερα ἔφυγε.

Ἔξω ἔπεφτε τὸ χιόνι,
τὸ τοπίο μεταλλασσόταν σὲ μιὰ σειρὰ
ἀπὸ κοινότοπες γενικεύσεις
διάστικτες ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ αἰνιγματικὰ
σχήματα ἐκεῖ ὅπου εἶχε μετατοπιστεῖ τὸ χιόνι.
Ὁ δρόμος ἦταν λευκός, ὅλα τὰ δέντρα ἦσαν λευκά –
Ἐπιφανειακὲς ἀλλαγές, ἀλλὰ μήπως αὐτὲς δὲν εἶναι οἱ μόνες
ποὺ βλέπουμε ποτέ;

ἐπύλλιον

καὶ σὺ μέν, ὦ Ὑμέναιε, γάμων μολπαῖον ἀοιδὰν
ἐς θρήνων γοερὸν φθέγμα μεθηρμόσαο


Ἤμουν μοναχικὸ παιδί, δὲν εἶχα φίλους, δὲν ἔβγαινα 
ἀπὸ τὸ σπίτι παρὰ μόνο γιὰ νὰ πάω στὸ σχολεῖο,
κι ἐκεῖ ὅμως προσπαθοῦσα νὰ εἶμαι μόνος, δὲν μιλοῦσα
στ᾽ ἄλλα παιδιά, δὲν ἔτρεχα, δὲν ἔπαιζα, δὲν τραγουδοῦσα,
ἡ μαμά μου ἔλεγε πάντα «καλύτερα, ἀγόρι μου, 
νὰ μὴν ἔχεις πολλὰ πολλά, δὲν ξέρεις τί σόι παιδιὰ εἶναι, 
ἂν θὰ σὲ κοροϊδέψουν, ἂν θὰ σὲ πειράξουν, μόνος σου
καλύτερα, θὰ εἶσαι πιὸ ἀσφαλὴς» κι ἐγὼ ὑπάκουα,
ἂν καὶ δὲν φοβόμουν πὼς θὰ μὲ πειράξουν τὰ ἄλλα παιδιά,
οὔτε γνώριζα γιατί θὰ ἤθελαν νὰ μὲ κοροϊδέψουν,
ἁπλῶς ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ μὴν κάνω φίλους, καὶ πάντα
ἤμουν ὀκνηρὸς καὶ διάλεγα ὅ,τι δὲν ἤθελε κόπο.
Ἔτσι συνέχισα καὶ στὰ ὕστερα παιδικά μου χρόνια,
πιστὸς στὶς βολικὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, τῆς ἥσσονος
πάντα προσπαθείας ὁπαδός, ἄλλωστε εἶχε πιὰ γίνει
ἀκόμη δυσκολότερο νὰ ἐπιχειρήσω φιλίες 
νὰ συνάψω, ἐφόσον ὅλοι γύρω μου μὲ ἤξεραν πιὰ
ὡς ἐρημίτη, ποὺ δὲν ἀπολάμβανε συναναστροφὲς
καὶ συνάφειες˙ δὲν μὲ πλησίαζαν, οὔτε μοῦ μιλοῦσαν.


Ἀλλὰ στὰ χρόνια ποὺ μεσολάβησαν, ἐνῶ ἐγὼ πιστά,
σταθερὰ συμμορφωνόμουν, μὲ ὅλο καὶ πιὸ λίγο κόπο
στὶς γνωστὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, ἐκείνη παραδόξως,
(ἢ ἴσως ὄχι, καθὼς τὰ συνηθίζουν αὐτὰ οἱ γονεῖς,
ἀλλάζουν τοὺς κανόνες διαρκῶς, γιὰ νὰ μὴν εἶσαι ποτὲ 
καλὸ παιδί) ἀναθεωροῦσε τὶς παληὲς ἀπόψεις της
κι ἔφτασε μάλιστα νὰ μὲ παρακινεῖ νὰ κάνω φίλους,
μὲ ἀγωνία προφανῶς γιὰ τὴν κοινωνικοποίησή μου
ποὺ εἶχε τόσο ἀργήσει ὥστε φαινόταν ἀδύνατη.
Συμμορφώθηκα καὶ πάλι, ὀκνὸς μὲν ἀλλὰ καὶ πρόθυμος
πάντοτε νὰ παραστήσω πὼς τῆς κάνω τὴ χάρη ὥστε
μὲ στάχτη στὰ μάτια νὰ μὲ ἀφήνει στὴν ἡσυχία μου,
καὶ στὰ δεκατρία μου εἶχα ἤδη πολλὲς ἱστορίες 
νὰ τῆς διηγηθῶ γιὰ τοὺς φίλους μου καὶ γιὰ τὶς ζωές τους, 
ἱστορίες ἀληθινὲς κυρίως, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ
διανθισμένες μὲ λεπτομέρειες ἐπινοημένες
κωμικὲς συνήθως, ποὺ στόχευαν στὴν ἀληθοφάνεια
ἀλλὰ καὶ στὴν τέρψη τῆς μοναδικῆς μου ἀκροάτριας.


Πάντως, εἶχα καταφέρει πράγματι νὰ δημιουργήσω
ἕναν πολὺ μικρὸ κύκλο οἰονεὶ φίλων: δύο ἀγόρια 
καὶ τρία κορίτσια˙ μιλούσαμε συχνὰ στὸ τηλέφωνο, 
μερικὲς φορὲς πηγαίναμε καὶ βόλτα ἢ στὸ σινεμά, 
πολὺ σπανιότερα πήγαινα στὰ σπίτια τους τὰ βράδια,
ἀλλὰ στὴ μαμὰ ἔλεγα πὼς βρισκόμασταν καθημερινὰ
σχεδόν, καὶ πήγαινα μόνος  μου μεγάλες βόλτες στὸ πάρκο
ὅπου παρατηροῦσα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρωτεύονταν.


Ποτέ, θυμᾶμαι, δὲν  ἐρχόταν κάποιος φίλος στὸ σπίτι μου.
Δὲν ἔφταιγε πὼς ντρεπόμουν γιὰ τὴ λειψή μου οἰκογένεια,
δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε αὐτό, τὸ δήλωνα μάλιστα σ᾽ὅλους,
ἔλεγα δὲν ἔχω πατέρα ἐγώ, εὐτυχῶς ἔφυγε 
καὶ τὸ ἐννοοῦσα, μ᾽ ἄρεσε αὐτὴ ἡ παραφωνία.
Ντρεπόμουν, ὅμως, γιὰ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι, γιὰ τὸ γεγονὸς
ὅτι μέναμε σὲ προσφυγικό, εἴχαμε μωσαϊκὸ
στὸ πάτωμα, δὲν ὑπῆρχε ἀσανσέρ. Κι ἔτσι ἀπέφευγα
νὰ καλέσω φίλους καὶ συμμαθητὲς γιὰ νὰ διαβάσουμε
ἤ, τὸ πιθανότερο, νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ παίξουμε.


Ὅταν, ἑπομένως, ξαφνικὰ στὰ δεκατέσσερα, εἶπα
στὴ μαμὰ πὼς θὰ ἐρχόταν ὁ Βασίλης τὸ ἀπόγευμα
ἐξεπλάγη, πρώτη φορὰ φίλος τοῦ γιοῦ της στὸ σπίτι της,
χάρηκε πολύ, εἶχε μιὰν ἀπόδειξη πιὰ πὼς δὲν ἤμουν
μονόχνωτος, οὔτε ἀποσυνάγωγος, μὰ φαινόταν πὼς
ὑπῆρχαν συνομήλικοί μου ποὺ μοῦ ἔκαναν παρέα˙
ἔφτιαξε λοιπὸν τυρόπιττα καὶ κέικ καὶ πῆγε καὶ πῆρε
ἀναψυκτικά, κι ὕστερα χτενίστηκε καὶ στολίστηκε, 
ὥστε νὰ ὑποδεχθεῖ καθὼς πρέπει τὸν καλό μου φίλο,
ἀνυποψίαστη πὼς ἡ παρουσία της, ἔστω κατὰ
τὴν ὑποδοχή, ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἀνεπιθύμητη
ἀλλὰ καὶ ντροπιαστική. Δὲν τῆς εἶπα, ἐντούτοις, τίποτα, 
δὲν θέλησα νὰ τῆς χαλάσω τὴ χαρά, ἐξάλλου εἶχα
ἤδη συμβιβασθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Βασίλης
θὰ μὲ λυπόταν ἔτσι κι ἀλλιῶς, πιθανότατα μάλιστα
θὰ αἰσθανόταν καὶ κάποια ἀποστροφὴ ἀντικρίζοντας
τὸν περιβάλλοντα χῶρο, καὶ πόσο παραπάνω κακὸ 
θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἡ χαρωπὴ μαμὰ στὴν εἴσοδο;


Ὁ Βασίλης ἦρθε, πράγματι, στὴν ὥρα του, καὶ μάλιστα
χαμογέλασε στὴ μαμά, τὴν συνεχάρη γιὰ τὸ κέικ
καὶ γενικὰ ἦταν εὔχαρις καὶ προσηνής, ἦταν ὅπως 
ἀκριβῶς εἶχε ἐλπίσει ἡ μαμά μου ὅτι θὰ ἦταν.
Καθησυχασμένη, λοιπόν, μᾶς ἄφησε ἐπιτέλους μόνους,
ἔκλεισα ἀμέσως καὶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου πίσω της
καὶ τότε διαπίστωσα μὲ τρόμο πὼς δὲν εἶχα ἰδέα,
παρὰ τὴν μεγάλη μου ἐπιθυμία νὰ συναντήσω 
τὸν ἀγαπημένο μου φίλο μακρυὰ ἀπ᾽ τὰ βλέμματα
τῶν ἀντιπαθῶν καὶ φιλοπερίεργων συμμαθητῶν μας,
ἐπιθυμία τόσο ἐπείγουσα ὥστε νὰ ὁπλιστῶ
μὲ τὸ θάρρος νὰ τὸν δεχθῶ στὸν ἀπαγορευμένο χῶρο,
δὲν εἶχα ἰδέα τί θὰ μπορούσαμε ἐκεῖνος κι ἐγὼ
νὰ ποῦμε ἢ νὰ κάνουμε τώρα ποὺ βρισκόμασταν τόσο
κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἄγνωστων ἐπιθυμιῶν μας.
Διότι ἐπίγνωση, βεβαίως, ἢ ἔστω συναίσθηση,
ὑπῆρχε ἐκατέρωθεν πὼς δὲν ἦταν ἀθώα οὔτε
ἡ πρόσκληση ἀλλὰ οὔτε ἡ πρόθυμη ἀποδοχή της.
Ἐντούτοις, τώρα ποὺ ὅλα φαίνονταν νὰ βαίνουν κατ᾽εὐχήν,
χάθηκε κι ἡ ἐπίγνωση, χάθηκε καὶ ὁ στόχος. Καθόμουν
ἁπλῶς πλάι του στὸ μονό μου κρεββάτι καὶ κοιτοῦσα
τὸ μωσαϊκὸ στὸ πάτωμα χωρὶς νὰ τοῦ λέω λέξη. 


Πέρασαν ἴσως ἕνα δυὸ λεπτὰ κι ἄρχισα νὰ ἱδρώνω,
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
κάτι νὰ πῶ μοῦ ἔκοβε καὶ τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
ὁ Βασίλης, ὅμως, εὐτυχῶς, παρέμεινε ἀπτόητος 
καὶ χαμογελαστὸς καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἤμουν πιὰ βέβαιος
πὼς θὰ πεθάνω ἢ θὰ φύγει τρέχοντας ἀπὸ τὸ σπίτι
τοῦ τρελλοῦ, «θέλεις νὰ παλέψουμε;» μὲ ρώτησε κι ἔβγαλε
πρὶν ἀπαντήσω τὸ μπλουζάκι του κι ἔμεινα ἔκπληκτος
νὰ κοιτάζω τὸ γυμνὸ στέρνο του, νὰ περιεργάζομαι
τὴν ἁμυδρὴ τριχοφυία ποὺ μόλις εἶχε ἐμφανισθεῖ
στὸ στομάχι του, μιὰ λεπτὴ γραμμὴ ποὺ διέκοπτε ξαφνικὰ
ἡ φόρμα του κρύβοντας τὴ συνέχεια τῆς διαδρομῆς της
μὲ μιὰ σεμνοτυφία ἀναπόφευκτα ἐρεθιστικὴ 
ποὺ σχεδὸν ἀμέσως προξένησε ἐμφανεῖς ἀντιδράσεις
στὸ σῶμα μου. Βιαστικά, γιὰ νὰ μὴν προσέξει τὴν ἀλλαγή, 
ἔβγαλα κι ἐγὼ τὴ μπλούζα μου καὶ πέσαμε στὸ κρεββάτι 
σὰν ζῶα˙ παλεύαμε, βαριανασαίναμε καὶ ξέραμε
καὶ οἱ δύο πιὰ γιὰ ποιό λόγο συναντηθήκαμε καὶ τί
ἀκριβῶς ἐσήμαινε ἡ πάλη αὐτὴ τῶν σωμάτων μας,
κι ἂς περιοριστήκαμε στὴν ἀθώα ἐξερεύνηση
τῶν ἐπιδράσεων τῆς ἁφῆς, τῆς ἐπαφῆς καὶ τῆς πίεσης
αὐτή, τὴν πρώτη μας φορὰ μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο.
Ὅταν ἡ ἔνταση πέρασε τὸ ὅριο τοῦ παιχνιδιοῦ,
σὰν συνεννοημένοι σταματήσαμε τὴν ἴδια στιγμὴ
καὶ οἱ δυό, χαμογελάσαμε, χαϊδέψαμε ὁ ἕνας 
τὸν μηρὸ τοῦ ἄλλου καὶ σηκωθήκαμε ἀπ᾽τὸ κρεββάτι.
Ξαναφορέσαμε τὰ μπλουζάκια μας καὶ παίζαμε κάποιο
ἐπιτραπέζιο ὅταν ἡ μαμὰ χτύπησε τὴν πόρτα
καὶ ρώτησε ἂν θέλουμε νὰ μᾶς ἑτοιμάσει βραδινὸ
κι ὁ Βασίλης τῆς εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ φύγει δυστυχῶς,
ἐξάλλου ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀπάντηση περίμενε
καὶ ἡ μαμά μου, δεδομένου ὅτι δὲν εἶχα καλέσει 
τὸν Βασίλη γιὰ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους προετοιμασία
θὰ ἀπαιτοῦσε μία πρόσκληση σὲ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους
διαχείριση, ὁπότε ἀναμενόμενη κι εὐπρόσδεκτη
ἡ ἄρνηση τοῦ Βασίλη, δὲν μὲ κατέβαλε, τοῦ εἶπα
ὅμως κι ἐγὼ «τὴν ἄλλη φορὰ τότε», καὶ μὲ κοίταξε 
στὰ μάτια καὶ συμφώνησε, «ναί, τὴν ἄλλη φορά», κι ἤθελα
νὰ τὸν φιλήσω μὰ φυσικὰ δὲν γινόταν ἐνώπιον
τῆς μαμᾶς καὶ δὲν ἤξερα τότε ἂν θὰ γινόταν ποτὲ
ἀκόμη κι ἂν καμμιὰ μαμὰ δὲν ἦταν παρούσα, ἐντούτοις
ἤμουν ἀφάνταστα χαρούμενος, τὸν ἀποχαιρέτησα
καὶ μόλις ἔκλεισε ἡ ἐξώπορτα, «πολὺ καλὸ παιδὶ»
εἶπε ἡ μαμά μου καὶ συμφώνησα καὶ χαμογέλασα.


Ἔπεσα ἤρεμος γιὰ ὕπνο, σὰν νἆταν ὅλη μου ἡ ζωὴ 
ὀνειρική, σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα φοβηθεῖ τίποτα,
σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα ἀνησυχήσει γιὰ τίποτα, σὰν 
ποτὲ νὰ μὴν εἶχα πεῖ ψέμματα, γιατὶ δὲν χρειαζόταν.
Τὴ νύχτα, ὅμως, τίποτα δὲν μένει στὴ θέση του, καμμιὰ
ἠρεμία δὲν μένει ἀδιατάρακτη, καὶ δὲν φτουράει
κανεὶς ἐφησυχασμός. Πρὶν περάσει μιὰ ὥρα, ξύπνησα
κάθιδρως. Ξαφνικά, δὲν ἦταν πιὰ σαφῆ καὶ ξεκάθαρα 
τὰ γεγονότα τῆς προηγούμενης μέρας, ἐφιάλτες
εἶχαν καταστρέψει τὴ βεβαιότητά μου, φοβόμουν
νὰ πάω σχολεῖο, φοβόμουν καὶ νὰ σκεφτῶ τὸν Βασίλη, 
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
τὴ σημασία μοῦ ἔκοβε τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
μόλις πῆγε ἑφτὰ ἡ ὥρα φώναξα μὲ βραχνὴ φωνὴ
τὴ μαμά μου, ὑλοποιήθηκε φοβισμένη μπροστά μου,
εἶπα «εἶμαι ἄρρωστος», τὸ θερμόμετρο μ᾽ἐπιβεβαίωσε,
ἡ μαμὰ πῆγε στὴ δουλειά, ἐγὼ ἔμεινα στὸ κρεββάτι
τρέμοντας ἀπὸ φόβο κι ἀπὸ τὸν πυρετό, κοκκαλωμένος,
ἡ μαμὰ τηλεφωνοῦσε κάθε μισὴ ὥρα, ρωτοῦσε
ἂν ἤμουν καλύτερα, ἂν ἔπρεπε νὰ φωνάξει γιατρό,
τὸ σήκωνα καὶ μὲ ὑποκρισία τὴν καθησύχαζα
καὶ θύμωνα μὲ τὴν ἐπιμονή της καὶ μὲ τὸν φόβο μου,
γιατὶ φοβόμουν, ὄχι πὼς ὁ Βασίλης δὲν μὲ ἤθελε,
ἀλλὰ πὼς δὲν θὰ τὸ μάθαινα ποτέ, γιατὶ θὰ πέθαινα
ἐδῶ, μόνος στὸ κρεββάτι μου, ἀπὸ ἀβεβαιότητα.
Ὥσπου τὸ μεσημέρι, στὶς δύο καὶ τέταρτο ἀκριβῶς,
χτύπησε ξανὰ τὸ τηλέφωνο καὶ ἦταν ὁ Βασίλης,
«μᾶς ἔλειψες» μοῦ εἶπε «εἶσαι καλά;» κι ἀμέσως ἔγινα 
καλὰ καὶ τοῦ εἶπα ὅτι βαριόμουν τὸ πρωὶ κι ἔκανα 
τὸν ἄρρωστο καὶ γέλασε καὶ εἶπε «νὰ προειδοποιεῖς
ὅμως, νὰ μὴν ἀνησυχῶ» καὶ γέλασα κι ἐγὼ καὶ εἶπε
«θἄρθω τὸ ἀπόγευμα νὰ σὲ δῶ, ἀφοῦ εἶσαι ἄρρωστος
ὑποτίθεται, ἔχω καὶ δικαιολογία, μὲ θέλεις;»
καὶ τοῦ εἶπα πὼς ἀσφαλῶς τὸν θέλω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ
γνωρίζαμε καὶ οἱ δύο ἀκριβῶς τί σήμαινε «σὲ θέλω»
καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ νὰ ἀκυρωθεῖ.


Ἀκολούθησαν πολλὲς ἀκόμη ἐπισκέψεις, δικές του
καὶ δικές μου, πότε στὸ σπίτι του και πότε στὸ δικό μου,
χωρὶς πιὰ τὸν φόβο τῆς μεταμέλειας καὶ τοῦ χλευασμοῦ,
μὲ τὸ ἴδιο πάντα τελετουργικό: ἀμοιβαία κατ᾽ἀρχὰς 
ἀμηχανία˙ γρήγορο γδύσιμο˙ ἐπίμονο βλέμμα˙
ψεύτικη πάλη ὅπου κανένα σημεῖο τῶν σωμάτων
δὲν ἔμενε ἀνεξερεύνητο˙ τέλος, κοφτὲς ἀνάσες 
μὲ τὰ πρόσωπα κολλημένα καὶ τὰ κορμιὰ ν᾽ἀναρριγοῦν.


Καταλαβαίνετε, πιστεύω, ποιά ἦταν ἡ συνέχεια 
τῆς ἱστορίας μας˙ στερεῖται ἄλλωστε πρωτοτυπίας.
Ἀντιθέτως, θὰ λέγαμε ὅτι μοιάζει μὲ κοινότοπη
ἀμερικάνικη ταινία, ἢ Bildungsroman ἂν εἶναι
κανεὶς ἐπιεικής, πάντως πέρασαν περίπου τρεῖς μῆνες
ὥσπου ὁ Βασίλης κι ἐγὼ νὰ δώσουμε τὸ πρῶτο φιλὶ
στὸ στόμα, ὥσπου νὰ ἐμφανιστεῖ κάποια ἀνησυχία
στὸ βλέμμα τῆς μαμᾶς, ὥσπου δηλαδὴ νὰ καταλάβουμε
ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ περιγράψει κανεὶς
τὰ παιχνίδια μας καὶ μὲ βεβαιότητα νὰ ὀνομάσουμε
τελικὰ ἔρωτα τὶς πράξεις μας, μεταξύ μας ἀσφαλῶς,
καθὼς καὶ οἱ πράξεις καὶ οἱ λέξεις ἦσαν ἐμπιστευτικές,
πάντα μὲ τὴν πόρτα κλειστή, μὲ τὴ μαμὰ νὰ καραδοκεῖ,
μὲ ἐξέλιξη ἀργή, σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μυστική,
ἀναπόδραστη, ἐντούτοις, σὰν τὸ σπέρμα ποὺ ἀναβλύζει
κάθε φορὰ ποὺ δυὸ ἔφηβοι παραδίδονται στὸν πόθο.
Καὶ φυσικά, λίγους ἀκόμη μῆνες μετά, τολμήσαμε
περισσότερα, καταργήθηκε τὸ ἄλλοθι τῆς πάλης
καὶ πιὰ μόλις ἔκλεινε ἡ πόρτα πέφταμε μὲ τὰ μοῦτρα
ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, γδυνόμασταν τελείως, φιλιόμασταν
καὶ σταδιακὰ δοκιμάζαμε ὅλες τὶς στάσεις, τὶς πράξεις
καὶ τὶς κινήσεις ποὺ χαρίζουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἡδονή.


Ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι τέτοιες συνευρέσεις,
καὶ μάλιστα ὅταν σημαίνουν τὸ τέλος τῆς παρθενίας,
ἐντυπώνονται στὸν νοῦ κι ἀφήνουν ἀναμνήσεις δυνατὲς
καὶ ἀνεξίτηλες, ἐναγκαλισμῶν καὶ ὀργασμῶν, ἐγὼ
θυμᾶμαι, παραδόξως, μονάχα τὰ μάτια τοῦ Βασίλη 
πῶς κοίταζαν ἐπίμονα πότε τὰ μάτια μου καὶ πότε
τὴν κλειστὴ πόρτα. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὰ ἐπιτραπέζια,
τὶς μουσικὲς ποὺ ἀκούγαμε, Siouxsie, Cure καὶ Joy Division,
φόρμες γυμναστικῆς, βαμβακερὰ μπλουζάκια, μποξεράκια,
πεταμένα στὸ πάτωμα ἢ στὴν καρέκλα τοῦ γραφείου,
μπλὲ καραβάκια στὰ ξεχασμένα παιδικά μου σεντόνια
καὶ τὸν «θαυμαστὸ κόσμο τῶν ζώων», ποὺ τὸν ξεφυλλίζαμε
ξαπλωμένοι μπρούμυτα στὸ πάτωμα ἐνῶ χαϊδεύαμε
ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ ἀμφίθυμη, κατά τι τολμηρή,
τρυφερότητα στὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας, ἀκριβῶς
ὅπως ὅταν φιλᾶς κάποιον στὸ μάγουλο, ἀλλὰ φροντίζεις
λίγο ν᾽ἀγγίξουν τὰ χείλη σου τὰ δικά του, ἐλάχιστα
νὰ ξεμυτίσει ἡ γλώσσα σου ἀπὸ τὰ χείλη, κοιτώντας
τον συγχρόνως κατάματα, μειδιώντας μὲ προσδοκία. 


Ἔτσι περνοῦσαν οἱ βδομάδες, εὐχάριστες καὶ κρυμμένες.
Δὲν εἶχα τότε τὸ χάρισμα νὰ προβλέπω πὼς ἡ χαρὰ
τελειώνει πάντα ξαφνικά, ὅπως πέφτει ἡ γκιλλοτίνα,
κι ἡ ἀμεριμνησία μου ἐνίσχυε τὴν ἀπόλαυση.
Ἦταν ὡραία ἡ συντροφιὰ τοῦ Βασίλη, τὸ σῶμα του
ἦταν ὡραῖο, οἱ συζητήσεις μας, οἱ συναντήσεις μας,
οἱ συνευρέσεις μας ἦσαν ὡραῖες. Δὲν μοῦ πέρασε κἂν
ἀπὸ τὸ μυαλὸ μιὰ Παρασκευὴ ποὺ δὲν τηλεφώνησε,
παρ᾽ὅλο ποὺ τριακόσια τόσα βράδια μοῦ τηλεφωνοῦσε
ἀνελλιπῶς, πὼς συνέβαινε κάτι κακό. Ὑπέφερα
ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν πίστευα πὼς αὐτὴ ἡ παράλειψη
ἀποτελοῦσε προμήνυμα τέλους, καὶ σίγουρα ὄχι
τοῦ τέλους τοῦ ὁποίου ὄντως ἦταν ἡ ἐπισφράγιση.
Τηλεφώνησα τὴν ἑπομένη, βρῆκα τὸν πατέρα του,
ἀκατανόητα μοῦ φάνηκαν ὅσα διεκτραγώδησε:
γιὰ ξαφνικοὺς πόνους στὴ μέση, γενικὴ ἀδυναμία, 
νοσοκομεῖο, ἐξετάσεις, ἄγνωστη ἔκβαση, αὐτὸ 
κυρίως δὲν εἶχε νόημα, ἡ φρικτὴ λέξη «ἔκβαση»
λὲς καὶ μιλούσαμε γιὰ ἀγῶνες, γιὰ μάχες ἢ γιὰ δίκες,
ἐνῶ ἐπρόκειτο σαφῶς περὶ ἐλαφρᾶς ἀσθενείας,
τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νἄχει παιδὶ δεκαπέντε χρονῶν;
Πῆγα, βεβαίως, εὐθὺς στὸ νοσοκομεῖο, δὲν ρώτησα
κἂν ἂν ὑπάρχει ἐπισκεπτήριο καὶ τί ὥρα, πήγαινα
κάθε βράδυ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀκόμα καὶ ὅταν
τὸν μετέφεραν στὴν ἀπομόνωση καὶ μᾶς ἀνάγκαζαν
νὰ φορᾶμε μάσκες κι ἀποστειρωμένες ποδιὲς πρὶν μποῦμε,
ἀκόμα καὶ τότε συνέχισα, πήγαινα κάθε βράδυ
καὶ δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία πὼς ὅλα
αὐτὰ ἦσαν παροδικά, ἕνα δυσάρεστο διάλειμμα
ποὺ θὰ περνοῦσε καὶ θὰ ξεχνιόταν σὲ λίγες ἑβδομάδες.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο τυφλωμένος ἀπὸ ἔρωτα
νὰ ὑποψιαζόμουν ὅτι δὲν ἦταν αἰσιόδοξη
ἡ πρόγνωση, ὅτι δὲν εἶναι παιχνίδι ἡ λευχαιμία.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο ἀδαὴς νὰ ἀμφισβητοῦσα
τὴν ἀναιδὴ βεβαιότητα πὼς οἱ νέοι δὲν πεθαίνουν.
Ἤμουν, ὅμως, νέος, βαριὰ ἐρωτευμένος καὶ ἀδαής.
Καὶ μοιραῖα, ὅπως εἴθισται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις,
λίγες μέρες μετὰ ὁ Βασίλης ἔφυγε˙ κι ὄχι ὅπως
λέμε πὼς φεύγει κάποιος γιὰ νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ, ὄχι!
Ἔφυγε κατὰ τὸν χυδαῖο εὐφημισμὸ ποὺ δηλώνει
τὴν ἀναπόφευκτη καὶ ὁριστικὴ ἀνθρώπινη μοίρα˙
πέθανε, δηλαδή˙ μὲ λόγια ποιητικά, ἀναχώρησε
ἀπὸ τὴ ζωή μου κι ἀπὸ τὴ ζωή˙ ξαφνικὴ ἀρρώστια
κι ἔμεινα πάλι μόνος ὅπως ἤμουν πάντα˙ μ᾽ἕνα πένθος
ὅμως, καινούριο ἀπόκτημα, ἐπίμονο ἀπόστημα,
ποὺ ἐκδηλωνόταν ὄχι τόσο σὰν παράπονο, ἀλλὰ 
μᾶλλον σὰν σύγχυση κι ἀπορία ἐνώπιον τοῦ τέλους,
αὐτῆς τῆς ἀκατανόητης ἀλλὰ μόνιμης διακοπῆς
ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει καὶ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ 
νὰ ἀντέξει. Εἶναι, βλέπετε,  ἀπάνθρωπος ὁ θάνατος
τῶν ἀνθρώπων: καίει τὰ τείχη τοῦ σώματος καὶ διαλύει 
τὰ σπλάχνα τους καὶ σκορπίζει τὶς σκέψεις τους σὲ ἄγνωστο
ἀχαρτογράφητο προορισμό, τὴν κόλαση μᾶλλον,
ὅπου δὲν ὑπάρχουν πιὰ οἱ ἄνθρωποι ὅπως τοὺς ξέραμε,
μὲ καρδιὰ καὶ μὲ σῶμα καὶ ὄργανα ζῶντα κι ἐπείγοντα. 


Σαράντα, σχεδόν, χρόνια μετά, δὲν ἔχω μάθει ἀκόμα
ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ἔχω καταλάβει πῶς δραπετεύει
κανεὶς ἀπ᾽τὸ πένθος,  ἡ ἀνάμνηση τοῦ Βασίλη μένει
πάντα στὴ σκέψη μου, πρώτη σὲ μιὰ μακρὰ πλέον σειρὰ
πεθαμένων μὲ τοὺς ὁποίους κάποτε συνυπήρξαμε,
παίξαμε, ἀνακαλύψαμε, ἑνωθήκαμε κι ὕστερα 
χάθηκαν, καὶ μὲ καθέναν ποὺ χανόταν ἔχανα κι ἐγὼ
λίγη ἀκόμα σιγουριά, λίγη ἀκόμα βεβαιότητα.
Ἐδῶ ποὺ ἔχω φτάσει, εἶναι φυσική μου κατάσταση
ἡ ἀπορία, τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐκπλήξει
γιατὶ τίποτα δὲν περιμένω, τίποτα δὲν γνωρίζω,
τίποτα δὲν προβλέπω˙ τὸ μέλλον δὲν ὑπάρχει, τὸ παρὸν
βαλτώνει, μόνο τὸ παρελθὸν ἐπιβιώνει, ἔγκλειστο
σὲ φρικτὲς ἀναμνήσεις ἀνυποψίαστων ὀνειρικῶν
ἐρώτων, ἐφηβικῶν παιχνιδιῶν, στείρων ἀνακαλύψεων
χωρὶς σημασία. Οἱ καθρέφτες δὲν ξέρω πιὰ τί δείχνουν,
οἱ ἀναμνήσεις δὲν γνωρίζω πόσο εἶναι ἀληθινές,
πόσες λεπτομέρειες ἐπινοήθηκαν καὶ ἀπὸ ποιόν,
ἂν ἦταν ἡ ἀληθοφάνεια ὁ στόχος ἢ ἡ τέρψη, 
κυρίως ποιός ἀστόχησε, ποιός βρέθηκε στὴ θέση αὐτὴ
νὰ μπλέκει ψέμματα μὲ ἀλήθειες, χωρὶς παρὸν καὶ μέλλον.

[Πρώτη δημοσίευση στὸ ἀσσόδυο. Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Μαντεῖο.]

ἐνημέρωση

“I just called 
to fill you in,”
                  one says.

Rae Armantrout


Παίρνω γιὰ νὰ σ᾽ ἐνημερώσω
πὼς ἡ νόσος
δὲν εἶναι τελικὰ τόσο σοβαρή.

Ἡ πρόγνωση 
δὲν εἶναι τραγική.
Θέλω νὰ πῶ, 
θὰ ζήσω.

Θὰ χρειαστεῖ ἁπλῶς
κάποια πράγματα ν’ ἀλλάξουν
στὴ ζωή μας
συνεπείᾳ τῶν ἀναπόφευκτων
ἀκρωτηριασμῶν.

Κάποιες φυσιολογικὲς λειτουργίες
θὰ ὑποβοηθοῦνται μηχανικά. Ἄλλες
θὰ σταματήσουν ὁλωσδιόλου. Ἐπίσης,
τὸ σχῆμα τοῦ σώματος θ᾽ ἀλλάξει. Οἱ δυνατότητες
κίνησης θὰ περιοριστοῦν, δὲν θὰ εἶναι
δυνατὸ νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπίτι, τοὐλάχιστον
ὄχι χωρὶς προσεκτικὸ προγραμματισμό, κι ἐσὺ
θὰ χρειαστεῖ, φοβᾶμαι, νὰ ἐκπαιδευθεῖς ὥστε
νὰ συντονίζεις καὶ νὰ ὑποστηρίζεις τὶς διαδικασίες
τῆς ἐπιβίωσης.

(Οἱ πιὸ ριζικὲς ἀλλαγὲς
ἐπίκεινται. Ἔχουν προγραμματισθεῖ
τρεῖς ἀκόμη ἐγχειρήσεις
καὶ μερικὲς μικροεπεμβάσεις
γιὰ τὴν τοποθέτηση σωλήνων
καὶ μηχανισμῶν
γιὰ τοὺς ὁποίους καλύτερα
νὰ μὴ μιλᾶμε.)

Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶναι 
πὼς πιὰ δὲν γνωρίζω 
ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο.
Ἀπὸ ποιό σημεῖο καὶ πρὶν
θεωρεῖται κανεὶς ἀκόμη
ἀνθρώπινο πλάσμα 
καὶ δὲν ἔχει μετατραπεῖ
σὲ φυτό, ἂς ποῦμε, ἢ σὲ μηχανή.

Ὄχι ὅτι πιστεύω πὼς οἱ ἄνθρωποι
εἴμαστε ἀνώτεροι˙
ἁπλῶς ἀποστρέφομαι τὴν ἀσάφεια:
θέλω νὰ ξέρω τί εἶμαι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

δρόμος

Ἀδειάζει ξαφνικὰ τὸ σῶμα σου

ὁ θώρακας κυρίως σοῦ φαίνεται

σὰν νὰ ἔμεινε κέλυφος κενὸ

χωρὶς καρδιά, χωρὶς πνεύμονες

χωρὶς ἀνάσα, χωρὶς χτύπους,

θὰ σὲ πάρει νομίζεις ὁ ἄνεμος

τρέμει τὸ περίβλημά σου ἄδειο

νοιώθεις πὼς σὰν στάχτη θὰ διαλυθεῖ.

Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ διαπιστώνεις

πὼς εἶσαι ἀκόμη ἐκεῖ, ἔφυγε ὁ φόβος

ὅπως ἦρθε, ἀστραπιαῖα καὶ ἀναίτια.

Ἐπεισόδιο στιγμιαίας παράλυσης

αὐτὸ εἶναι ὁ φόβος, μὲ τὴ διαφορὰ

πὼς κάθε φορὰ εἶναι σὰν πρώτη φορὰ

ἀπροετοίμαστο πάντα καὶ ἔκπληκτο

σὲ καταλαμβάνει καὶ δὲν ἔχεις ποτὲ

γιὰ τὴν ἔκβαση καμμιὰ βεβαιότητα

δὲν σὲ διδάσκει ἡ ἐπανάληψη

ὥσπου σὰν ριπὲς καταφθάνουν

ἀπανωτὲς οἱ στιγμὲς τῆς παράλυσης

καὶ τὰ ἐπεισόδια αὐτὰ γίνονται

σημεῖα μιᾶς μόνιμης στίξης.

Κι ὅσο ἁπλώνεται πίσω σου ἡ ζωὴ

σὰν χιλιόμετρα ποὺ ἤδη ἔχεις διανύσει

σὲ δρόμο ἐρημικὸ τῆς ἐπαρχίας

τόσο πιὸ καθαρὰ διακρίνεις

ἀπὸ τὸν καθρέφτη τοῦ αὐτοκινήτου

τὴν ἀσυνέχεια τοῦ ὁδοστρώματος

τὰ ἀπροσδόκητα αὐτὰ ἐπεισόδια

ἐπαναλαμβανόμενης στιγμιαίας παράλυσης 

στριμωγμένα χωρὶς λόγο σὲ κάδους

ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ στήνουν οἱ διαδηλωτὲς

στὴ μέση τοῦ δρόμου καὶ καῖνε.

Ὅσο κι ἂν πυκνώνουν τὰ φοβικὰ ἐπεισόδια

ἔτσι εἶναι, λές, ἡ ζωή, δὲν τὴν σταματοῦν

λίγες μικρὲς ἀκαριαῖες παύσεις

σηκώνεσαι καὶ συνεχίζεις ἀνάμεσα

στὰ καιόμενα ὁδοφράγματα

καὶ προχωρᾶς καὶ ξαναπέφτεις

καὶ ξανασηκώνεσαι καὶ προχωρᾶς

καὶ δὲν ξέρεις πότε θὰ φτάσεις στὸ τέρμα,

οὕτως ἣ ἄλλως, θὰ ἔρθει ἀναπάντεχα,

δὲν θὰ προφτάσεις νὰ φοβηθεῖς

ἡ νόσος ἀδιάγνωστη θὰ σὲ σύρει ὣς ἐκεῖ.

Sylvia Plath – μιὰ ἀντίφαση

Ὑπάρχει μιὰ ἀνάγνωση τῆς ποίησης τῆς Πλάθ ποὺ στηρίζεται κατὰ βάση στὶς συνθῆκες τοῦ βίου καί, κυρίως, τοῦ θανάτου της. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι, βεβαίως, βιογραφικὴ καὶ «ψυχολογική», καὶ θυμίζει τὴν ἀφελῶς  χαρακτηριζόμενη ὡς φροϋδικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀπὸ τὸν Μαλάνο. Ἐντούτοις, ἀποτελεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες τὴν πιὸ δημοφιλὴ ἀνάγνωση, μιὰ ἀνάγνωση ποὺ κυριαρχεῖ, πιστεύω, ὄχι μόνο ἐνισχυόμενη  ἀπὸ τὴ δημοσίευση τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἡμερολογίων τῆς ποιήτριας ποὺ ὤθησε καὶ ὠθεῖ πολλοὺς νὰ ἀναζητοῦν ἀφετηρίες καὶ ἑρμηνεῖες τῶν ποιημάτων τῆς Πλὰθ σὲ περιστατικὰ τῆς ζωῆς της, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ζωὴ τῆς ποιήτριας περιλαμβάνει πράγματι κάποια ἀπὸ τὰ στοιχεῖα πού, καθὼς διευκολύνουν τὴν κατάταξη τῆς Πλὰθ στοὺς «καταραμένους» ποιητές, συγκινοῦν τὶς πιὸ εὐαίσθητες ψυχὲς (ὄχι ὅμως ἀπαραιτήτως καὶ τὰ πιὸ κοφτερὰ μυαλὰ) ἀνάμεσα στοὺς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης: τὴν ψυχικὴ νόσο, τὶς ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες αὐτοκτονίες ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν αὐτοχειρία, σὲ νεαρὴ μάλιστα ἡλικία, τῆς ποιήτριας. 

Καὶ ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ ἀντίφαση: πενήντα τόσα χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Ariel, ἡ Πλὰθ θεωρεῖται πλέον ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ποιήτριες τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἔχουν γραφτεῖ ἑκατοντάδες βιβλία καὶ χιλιάδες ἄρθρα καὶ διατριβὲς γιὰ τὴν ποίησή της, ἡ ἐπίδρασή της εἶναι τέτοια ὥστε νὰ μὴν μᾶς ἐκπλήσσουν ἰσχυρισμοὶ σὰν τῆς Rose[1] ὅτι ἡ Πλὰθ ἔχει στοιχειώσει τὴ σύγχρονη κουλτούρα, παρ᾽ὅλα αὐτὰ οἱ ἀναγνώσεις τῆς ποίησής της ποὺ δὲν στηρίζονται καὶ δὲν ἀναφέρονται στὴ ζωή της ἢ στὸ θάνατό της εἶναι ἐλάχιστες. Ἡ ἴδια ἡ ποίηση τῆς Πλάθ, δηλαδὴ ἡ δομή καὶ ἡ τεχνική της, παίζει τρίτο ἢ τέταρτο ρόλο μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ὀρυμαγδὸ ἀναφορῶν στὴ ζωή της, ποὺ δὲν περιορίζεται, ὅπως θὰ περίμενε κανείς, στὴν πὸπ κουλτούρα, ἀλλὰ κυριαρχεῖ καὶ στὴν φιλολογικὴ ἔρευνα. Ἡ τελευταία, κατατάσσοντας μὲ παραπλανητικὴ εὐκολία τὴν Πλὰθ στοὺς «ἐξομολογητικοὺς» ποιητές, δεδομένου μάλιστα ὅτι ὑπῆρξε μαθήτρια τοῦ Λόουελ, θεωρεῖ ὅτι νομιμοποιεῖται νὰ διαβάζει καὶ νὰ ἑρμηνεύει κάθε στίχο της μὲ βάση πληροφορίες ἁλιευμένες ἀπὸ ποικίλες βιογραφικὲς πηγές, δημοσιευμένες καὶ μή. Δὲν φαίνεται νὰ ἐνδιαφέρει ὅτι ἡ μαθητεία τῆς Πλὰθ στὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση συνέπεσε μὲ τὴν πρώιμη περίοδο τῆς ποίησής της, στὴν ὁποία οἱ ἴδιοι μελετητὲς δυσκολότερα ἀνιχνεύουν βιογραφικὰ στοιχεῖα, οὔτε ὅτι ἡ ἴδια ἀποκήρυξε θεαματικὰ τὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση καὶ μιλοῦσε γιὰ ἕνα διαφορετικὸ ποιητικὸ σχέδιο[2], οὔτε ὅτι τὰ ὥριμα ποιήματά της ἀπομακρύνονται προγραμματικὰ ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο βίωμα ἐπιδιώκοντας νὰ μιλήσουν γιὰ καθολικότερα καὶ (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ:) σημαντικότερα ζητήματα.

Ἡ ἐπίδραση τῆς Πλὰθ στοὺς σύγχρονους ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ἀπὸ τὸ 1970 καὶ μετὰ εἶναι, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, τεράστια, τόσο στὸν ἀγγλόφωνο κόσμο ὅσο καὶ ἀλλοῦ, ἀκόμη καὶ στὴν ἑλληνικὴ ποίηση. Καὶ ἐδῶ, ὅμως, ἡ ἴδια ἀντίφαση παρατηρεῖται: μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις (π.χ. τὴν ποίηση τοῦ Ἀλέξη Τραϊανοῦ ἤ, ἐν μέρει, τῆς Νανᾶς Ἠσαΐα), ἡ ἐπίδραση αὐτὴ εἶναι ἐπιφανειακή, σχεδὸν ἀποκλειστικὰ (καὶ συνήθως κάλπικα) θεματολογική, καὶ ἑπομένως ἀρνητική.

Οἱ τεχνικὲς ποὺ ἀνέπτυξε ἢ ἀξιοποίησε ἡ Πλὰθ δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν ἀπασχολήσει ἰδιαίτερα τοὺς μελετητές της, οὔτε νὰ ἔχουν γίνει ἀντιληπτὲς ἀπὸ τοὺς ὑποτιθέμενους ἀκολούθους ποὺ «μαθήτευσαν» στὴν ποίησή της:  ἡ περίτεχνη ἀξιοποίηση ἠχητικῶν σχημάτων  ποὺ ὑπογραμμίζουν ἢ ὑπονομεύουν αὐτὸ ποὺ (φαίνεται ὅτι) δηλώνεται ξεπέφτει σὲ τυχαία χρήση ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὁμοιοκαταληξιῶν˙ ἡ ἀναβίωση τῆς τεχνικῆς τῶν «μεταφυσικῶν» ποιητῶν ποὺ χτίζουν μιὰ συνεκτικὴ μεταφορὰ ἢ ἀλληγορία ἡ ὁποία διέπει κλιμακούμενη ὁλόκληρο τὸ ποίημα ξεπέφτει σὲ πληθωρισμὸ τυχαίων σχημάτων λόγου καὶ «ὑπερρεαλιστικὴ ἐπίδραση»˙ ἡ ἀνοικειωτικὴ ἐκτεταμένη χρήση τοῦ δραματικοῦ μονολόγου σὲ ὕφος καθημερινῆς ὁμιλίας μὲ θεματολογία κάθε ἄλλο παρὰ καθημερινὴ ξεπέφτει σὲ συγγραφὴ μονολόγων ποὺ ἀπηχοῦν φτηνὰ τηλεοπτικὰ σήριαλ.

Ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ θεματικὴ τῆς ὥριμης ποίησης τῆς Πλάθ, τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη χειρότερα[3]: ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιθυμίας μὲ φαινομενικὴ ἀφορμὴ ἕνα περιστατικὸ νοσηλείας, οἱ μελετητὲς ψάχνουν νὰ βροῦν ποιά ἀκριβῶς νοσηλεία της τὴν «ἐνέπνευσε» καὶ κατὰ πόσον ἡ ἔκβαση τῆς νοσηλείας ἦταν εὐτυχής, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοί της γράφουν ποιηματάκια σχετικὰ μὲ τὸν πόνο τῆς σκωληκοειδίτιδας˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴν ἀδυνατότητα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ ὑποκειμένου, οἱ μελετητὲς μετρᾶνε σὲ πόσα ἠλεκτροσὸκ ὑποβλήθηκε καὶ πόσες συνεδρίες ἔκανε μὲ τὴν ψυχοθεραπεύτριά της, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν στιχάκια γιὰ πόνους ψυχῆς καὶ θανάσιμες ἐρωτικὲς ἀπογοητεύσεις˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴ γέννα καὶ τὸν θάνατο ὡς ὄψεις τῆς ἴδιας ἀνθρώπινης κατάστασης, οἱ μελετητὲς καταγράφουν πῶς καὶ ποῦ γέννησε τὸ κάθε της παιδὶ καὶ πόσο εὔκολη ἢ δύσκολη ἦταν ἡ κάθε γέννα, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν θρήνους γιὰ παιδάκια ποὺ πέθαναν. 

Δυστυχῶς, ἡ πιὸ ὠφέλιμη ἄσκηση πάνω στὴν ποίηση τῆς Πλὰθ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοκιμάσουν τόσο οἱ μελετητὲς ὅσο καὶ οἱ ποιητὲς φαίνεται πὼς εἶναι πλέον ἀδύνατη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς δημοφιλίας τῆς ποιήτριας. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ θὰ στηριζόταν στὴ μελέτη τῆς ποίησής της χωρὶς καμμιὰ ἀναφορὰ στὸ ὄνομά της, χωρὶς κἂν τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας νὰ ἀποκαλύπτεται κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μελέτης. Ἀλλὰ καθὼς ὅλοι λίγο πολὺ ἔχουν ἀκουστὰ καὶ τὰ ποιήματά της καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο καὶ τὸν θάνατο τῆς ποιήτριας, ἡ εὐκαιρία αὐτὴ ἔχει χαθεῖ: εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ διαβάζουμε τὴν Πλὰθ ὑπὸ τὴν παραμορφωτικὴ σκιὰ τοῦ μύθου της.


1. Rose, Jacqueline, The Haunting of Sylvia Plath (Bath: Virago, 1991)

2. Συνέντευξη στὸν Peter Orr: I think that personal experience is very important, but certainly it shouldn’t be a kind of shut-box and mirror-looking, narcissistic experience.  Στὸ Peter Orr, ed., The Poet Speaks: Interviews with Contemporary Poets (London: Routledge & Kegan Paul, 1966), σ. 169.

3. Τὰ τρία παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν ἀφοροῦν διαδοχικὰ τὰ ποιήματα In Plaster, Lady Lazarus καὶ Edge, ποὺ μετέφρασα πρόσφατα ἐδῶ.