Δελτίο Τύπου γιὰ τὸ Μαντεῖο

Κατὰ τὸν Ἡράκλειτο, «ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει». Στὸ Μαντεῖο τοῦ George Le Nonce, ποὺ ὁ ἴδιος περιγράφει ὡς σύνθεση μικτῆς τεχνικῆς, δὲν ὑπάρχει ἄναξ καὶ δὲν λατρεύεται ὁ Λοξίας. Στὴ θέση του, παρελαύνουν τριανταπέντε τεθνεῶσες ποιήτριες ποὺ ἐπικοινωνοῦν μὲ τὸν ποιητὴ ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο˙ ἀφοῦ τοῦ παραδώσουν, ἐν εἴδει διαπιστευτηρίων, τοὺς χρησμούς τους, ἐπανέρχονται ὡς μοῦσες καὶ ἐμπνέουν, ἢ ὑπαγορεύουν, ἡ καθεμιὰ μὲ τὸν δικό της τρόπο, ποιήματα πού, παραδόξως, ἐπιχειροῦν νὰ ἀποκαλύψουν τὴν ταυτότητα τοῦ ἀποδέκτη, μιὰ ταυτότητα ποὺ ἡ ἴδια ἡ δευτέρα παρουσία τῶν νεκρῶν ποιητριῶν ἀμφισβητεῖ καὶ διαστρέφει .

Τῶν χρησμῶν καὶ τῶν ποιημάτων τοῦ Μαντείου προτάσσεται ἕνα αὐτομυθογραφικὸ ψευδοδοκίμιο, στὸ ὁποῖο μοῦ φαίνεται πὼς ὁ Le Nonce οὔτε λέγει οὔτε σημαίνει, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιχειρεῖ νὰ κρύψει τὴ φωνὴ τοῦ ἄνακτα˙ κυρίως, ὅμως, παίζει˙ κυρίως, ὑπονομεύει τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου, τῆς ταυτότητας καὶ τῆς προσωπικῆς φωνῆς.

Ἄγγελος Ἄμβροτος, Story Bridge Journal, Νοέμβριος 2024

Ἥττα

Ἄργησα πολὺ νὰ μιλήσω δὲν ἤθελα νὰ πῶ τ᾽ὄνομά μου
                                    Βικτωρία Θεοδώρου

Ἀδαὴς ἀκόμη, κοιτάζεις τὴν ἀντανάκλασή σου καὶ χαίρεσαι
«ἐγὼ εἶμαι» λές, «αὐτὸς εἶμαι ἐγώ», οὔτε ποὺ φαντάζεσαι
πὼς δὲν εἶσαι, καὶ δὲν θὰ γίνεις, τὸ εἴδωλό σου, ἕνας ἄλλος
εἶναι ἡ ἀντανάκλασή σου, κι ὄχι μόνο αὐτὴ στὸν καθρέφτη,
ὅλες οἱ ἀντανακλάσεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ὅλα τὰ εἴδωλά σου
εἶναι ἕνας ἄλλος, ἀλλιῶς ζεῖ, ἀλλιῶς σκέφτεται,
ἄλλα στηρίγματα ἔχει, ἐσὺ δὲν τὰ φαντάζεσαι κάν.

Ἀμέριμνος σοῦ λέει ἱστορίες γιὰ τὴ μάνα του
κι οὔτε τοῦ περνάει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις μάνα.
Νοσταλγικὸς σοῦ περιγράφει τὸ πατρικό του σπίτι
κι οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις σπίτι.
Πικραμένος σοῦ ἀφηγεῖται πῶς τὸν ἀδίκησαν στὴ δουλειὰ
κι οὔτε ὑποψιάζεται πόσα χρόνια ἔχεις ἄνεργος.

Ἁπλὰ πράγματα, καθημερινά, δεδομένα
σπίτι, δουλειά, οἰκογένεια, καταγωγὴ
μόνο ποὺ δὲν εἶναι δεδομένα
καὶ δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξανασυναντήσεις
δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξαναμιλήσεις μὲ κανέναν
δὲν διαθέτεις τὸν ἐλάχιστο ἀπαιτούμενο
κοινὸ παρονομαστὴ
ἔχεις χάσει πρὸ πολλοῦ κάθε παρονομαστή.

Καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ διανοηθεῖ πὼς ὑπάρχεις κι ἐσὺ
μέσα στὴν ἐπιδεικτικὴ ἀρτιμέλεια τοῦ κόσμου.