Mélange

Σὲ μιὰ συνέντευξή του ὁ Ashbery, ἐρωτηθεὶς ἂν ἔχει συναίσθηση τῆς ἔμμεσης παρουσίας τοῦ σὲξ σὲ κάποια ποιήματά του, ἀπαντᾶ πὼς ὄχι, ἀλλὰ προσθέτει, φιλοπαίγμων ὡς συνήθως,  «I sometimes throw in a little sex just because you ought to have as many things as possible in a poem». Στὴ συνέχεια διατείνεται πὼς εἶναι πιθανὸ νὰ ὑπάρχει πολὺς ἀπωθημένος ἢ ἐξιδανικευμένος ἐρωτισμὸς στὴν ποίησή του, δεδομένου ὅτι γράφει ἔχοντας στὸ νοῦ συγκεκριμένους ἀνθρώπους, γιὰ κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται πράγματι σεξουαλικὴ ἕλξη. Τέλος, χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ, ἐξηγεῖ ὅτι αὐτὴ τὴν ἕλξη προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποσιωπήσει, ὄχι ἀπὸ σεμνοτυφία, ἀλλὰ ἐπειδὴ τοῦ  φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν πιὸ σημαντικὰ πράγματα, ἂν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ξέρει ἀκόμη ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα.

Τὸ χιοῦμορ αὐτῆς τῆς ἀπάντησης φαίνεται ὅτι διαφεύγει ἀπὸ τοὺς μελετητές, κυρίως δὲ ἐκείνους ποὺ ἐκ ταυτότητος θὰ ἔπρεπε νὰ καταλαβαίνουν καλύτερα, ὅπως πιστεύω ὅτι τοὺς διαφεύγει καὶ ἡ σχέση τῆς ἀστείας αὐτῆς ἀπάντησης μὲ τὴν ποίηση τοῦ Ashbery.  Διότι ὁ ποιητὴς δηλώνει στὴν ἴδια φράση ὅτι ὑπάρχουν πράγματα πιὸ σημαντικὰ ἀπὸ τὸ σὲξ τὰ ὁποῖα, ὑποθέτουμε, θὰ ἤθελε νὰ ἀφορᾶ ἡ ποίησή του, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα˙ ὅτι ὁ ἐρωτισμὸς τῆς ποίησής του εἶναι ἀπωθημένος ἢ ἐξιδανικευμένος ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ ποίησή του ἐκκινεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ ποθεῖ σεξουαλικά˙ ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἀποσιωπήσει ἀναφορὲς στὴ σεξουαλικὴ ἕλξη ἀλλὰ καὶ ὅτι προσθέτει μερικὲς φορὲς καὶ λίγο σὲξ διότι ἕνα ποίημα πρέπει νὰ συμπεριλαμβάνει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα πράγματα.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, παραδόξως, ὅτι πράγματι αὐτὰ ποὺ περιγράφει συμβαίνουν στὴν ποίησή του, συνθέτοντας ἕνα mélange adultère de tout, ὅπου ὁ ἐρωτισμὸς εἶναι παρών, ξεκάθαρα παρών, our trash, sperm, and excrement everywhere, smeared / on the landscape, to make of us what we could, καὶ δὲν ἀποσιωπᾶται ἀκριβῶς, ἁπλῶς δὲν ἀφήνεται νὰ ξετυλιχθεῖ, κόβεται ξαφνικὰ καὶ περνᾶμε σὲ κάτι ἄλλο, φαινομενικὰ ἄσχετο, διότι ἕνα ποίημα πρέπει νὰ περιλαμβάνει ὅσο γίνεται περισσότερα πράγματα, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα μπορεῖ ἐπίσης νὰ τὰ διαβάσει κανεὶς ὡς ἐξιδανικεύσεις καὶ ἀπωθήσεις, ἐνίοτε ἀστεῖα παραταγμένες πλάι στὶς ὠμότερες ἐκδοχὲς τοῦ ἐρωτισμοῦ: you slid down on your knees/ for those precious jewels of spring water / planted on the moss, before they got soaked up. Ἡ ταχύτητα τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸν ἕνα κόσμο στὸν ἄλλο μέσα σὲ δύο τρεῖς στίχους, ἡ ἀποσπασματικότητα τῶν ἐρωτικῶν καὶ ἄλλων πράξεων ποὺ περιγράφονται ἤ, συνηθέστερα, ὑπονοοῦνται καὶ ἡ συμπαράθεση φαινομενικὰ ἄσχετων περιγραφῶν καὶ ἀφηγήσεων μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάπου θὰ προκύψει κάποιο νόημα δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης τοῦ Ashbery, ἀλλὰ καὶ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς τρόπου νὰ ὑπάρχει κανείς, a spoiled life, alive, and streaming with light.

Ὅτι ὁ Ashbery δὲν περιλαμβάνεται σὲ ἀνθολογίες queer ποίησης δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ποίησή του, ἀλλὰ μὲ τὴν μικρόνοια τῶν ἀνθολόγων.

Δημήτρης

Δὲν εἶχα προσπαθήσει νὰ ἀντισταθῶ, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἤξερα ὅτι δὲν θὰ τὰ κατάφερνα μὲ τόσο οἰνόπνευμα ποὺ εἶχα καταναλώσει, ἀλλὰ καί, κυρίως, ἐπειδὴ εἶχα σαστίσει, καθὼς τὴν ἐπίθεση αὐτὴ, μὲ κλωτσιὲς καὶ μὲ μπουνιές, δὲν τὴν περίμενα, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ποτὲ στὴ ζωή μου δὲν εἶχα φαντασθεῖ πὼς θὰ μποροῦσα κάποτε νὰ ἐμπλακῶ σὲ ὁποιοδήποτε περιστατικὸ σωματικῆς βίας, πόσῳ μᾶλλον τὴ συγκεκριμένη νύχτα, μὲ τὸν συγκεκριμένο ἄνθρωπο, τὸν ἀγαπημένο μου φίλο Δημήτρη, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀπὸ καιρὸ μὲ εἶχε κυριεύσει παράφορος ἔρωτας ποὺ κρατοῦσα κρυφό, ὅμως ἀποδείχθηκε πὼς ὁ Δημήτρης γνώριζε τὸν ἔρωτά μου αὐτόν, τὸν αἰσθανόταν, ἂν καὶ δὲν τὸν κατανοοῦσε, τὸν ἀποστρεφόταν, καὶ ὅταν μὲ κάλεσε ἐκεῖνο τὸ βράδυ νὰ πᾶμε γιὰ μπίρες στὴ Δεξαμενὴ εἶχε ἤδη προσχεδιάσει τὸν ξυλοδαρμό μου, εἶχε προμελετήσει πῶς θὰ μὲ μεθύσει, πῶς θὰ ὑποκριθεῖ, σὰν κακὴ ἠθοποιὸς σὲ ἄθλια ταινία τῆς χρυσῆς ἐποχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου, ὅτι ἀνταποκρίνεται στὶς ἐρωτικές μου ὀρέξεις καὶ πῶς θὰ μὲ ὁδηγήσει, μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς ἐρωτικῆς εὐεξίας, ὑποβασταζόμενο καὶ ἀνήμπορο λόγῳ τῆς μέθης, στὸ ξέφωτο ἐκεῖνο τοῦ Λυκαβηττοῦ, ὅπου θὰ μὲ τιμωροῦσε, ἢ ἴσως, δὲν μπορῶ νὰ ξέρω τὶς ἀκριβεῖς λεπτομέρειες τοῦ σχεδίου, θὰ μὲ σκότωνε, καὶ νομίζω ὅτι πράγματι προσπαθοῦσε νὰ μὲ σκοτώσει, ἦταν προφανὲς πὼς παρὰ τὸ αἷμα δὲν μποροῦσε νὰ σταματήσει, καὶ δὲν ξέρω πῶς κατάφερα νὰ τὸ σκάσω, στὴν κυριολεξία κουτρουβαλώντας ὣς τὴν Ἀναγνωστοπούλου κι ἀπὸ ἐκεῖ ὣς τὴ Σκουφᾶ, ὅπου ἐπιτέλους αἰσθάνθηκα ἀσφαλής, καθώς, ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ἀκόμη καὶ στὶς τέσσερις τὸ πρωί, στὴ Σκουφᾶ κυκλοφοροῦσαν ἄνθρωποι, μεθυσμένοι βέβαια οἱ περισσότεροι, ἀλλὰ ζωντανοὶ καὶ χαρούμενοι καὶ πάντως ὄχι δαρμένοι ὅπως ἐγώ, μὲ σκισμένα πουκάμισα καὶ αἵματα νὰ στάζουν ἀπὸ τὴ μύτη καὶ τὸ στόμα, καὶ σταμάτησα ἕνα ταξί καὶ μπῆκα στὸ πίσω κάθισμα ἐλπίζοντας πὼς ὁ ταξιτζὴς δὲν θὰ δεῖ σὲ τί κατάσταση βρισκόμουν, ὅμως οἱ ἐλπίδες μου διαψεύστηκαν ἀμέσως, φαίνεται πὼς παρουσίαζα ἕνα θέαμα πιὸ τρομακτικὸ ἀπὸ ὅ,τι νόμιζα, καὶ ὁ ταξιτζὴς μοῦ πρότεινε νὰ μὲ πάει στὸ νοσοκομεῖο πρὶν πῶ κουβέντα, ἀλλὰ φυσικὰ ἀρνήθηκα, ντρεπόμουν τὶς νοσοκόμες καὶ τοὺς γιατρούς, δὲν ἤξερα τί θὰ μποροῦσα νὰ τοὺς πῶ, τοῦ ζήτησα νὰ μὲ πάει στὸ σπίτι μου, μὴν ἀνησυχεῖς, εἶπα, ὅλα καλά, θὰ συνέλθω, «εἶσαι σίγουρος;» μὲ ρώτησε μὲ φωνὴ ἀπροσδόκητα τρυφερή, τοῦ ἀπάντησα καταφατικὰ καὶ σὲ ὅλη τὴ διαδρομὴ τὸν παρατηροῦσα ἀπὸ τὸν καθρέφτη του καὶ τὸν θαύμαζα, πρέπει νὰ ἦταν λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερός μου, ξανθός, μᾶλλον μικροκαμωμένος, ἡ μορφή του τρυφερὴ ὅσο καὶ ἡ φωνή του, καὶ σκέφτηκα ὅτι ἂν πίστευα στὸν θεὸ θὰ ἔλεγα πὼς ὁ ταξιτζὴς ἦταν ἄγγελός του καὶ πὼς ἡ διάσωσή μου ἦταν ἕνα θαῦμα, ἀλλὰ δὲν πίστεψα ποτὲ σὲ κανέναν θεό, καὶ ἡ παρατήρηση τοῦ προσώπου τοῦ νεαροῦ ταξιτζῆ μὲ ὁδήγησε, παρὰ τὴν κατάστασή μου, σὲ σκέψεις ἀφόρητα ἁμαρτωλές, ὅμως ἡ διαδρομὴ ἀπὸ τὸ Κολωνάκι ὣς τὸν Νέο Κόσμο κράτησε λιγότερο ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ οἱ φαντασιώσεις μου διακόπηκαν ἀπότομα ὅταν ἀντιλήφθηκα ὅτι ὁ ταξιτζὴς δὲν εἶχε σταθμεύσει ἁπλῶς ἀλλὰ προσπαθοῦσε νὰ παρκάρει τὸ αὐτοκίνητό του, καὶ φαίνεται ὅτι σκεφτόταν πολὺ πιὸ καθαρὰ ἀπὸ ἐμένα, διότι ὅταν ἄνοιξα τὴν πόρτα καὶ προσπάθησα νὰ βγῶ διαπίστωσα ὄτι δὲν μὲ βαστοῦσαν τὰ πόδια μου καὶ παρὰ λίγο νὰ σωριαστῶ στὸ ὁδόστρωμα τῆς Βρεσθένης, ἀλλὰ ὁ ταξιτζὴς εἶχε ἤδη βγεῖ πρὶν ἀπὸ μένα, εἶχε ἔρθει δίπλα μου καὶ μὲ συγκράτησε κι ὕστερα μὲ βοήθησε νὰ φτάσω ὣς τὸ σπίτι, καὶ παρ᾽ὅλο ποὺ πράγματι ἦταν μικροκαμωμένος, αἰσθανόμουν ἀσφαλὴς καθὼς στήριζα σχεδὸν ὅλο μου τὸ βάρος ἐπάνω του, ἦταν δυνατός, δὲν παραπάτησε καθόλου, πῆρε τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὸ χέρι μου, ἄνοιξε τὴν ἐξώπορτα, καὶ μὲ κουβάλησε ὣς τὸ διαμέρισμά μου, ὅπου μὲ τοποθέτησε στὸ κρεββάτι καὶ τὸ μόνο ποὺ μπόρεσα νὰ τοῦ πῶ ἦταν ἂν θέλει ἕνα ποτό, πράγμα ποὺ τοῦ προκάλεσε γέλιο καὶ μᾶλλον τὸν ἔπεισε πὼς παρὰ τὰ φαινόμενα ἤμουν καλά, γιατὶ μὲ ρώτησε πῶς μὲ λένε καὶ εἶπε πὼς ἦταν κρίμα ποὺ γνωριζόμασταν κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες καὶ ἐγὼ τοῦ ζήτησα τότε νὰ μείνει καὶ θυμᾶμαι ὅτι ἀκόμη καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ξεστόμιζα τὴν πρόσκληση φοβόμουν, μοῦ ἐρχόταν στὸν νοῦ ἡ ὄψη τοῦ Δημήτρη τὴν ὥρα ποὺ μὲ ἔδερνε καὶ φοβόμουν, φοβόμουν ὅτι καὶ ὁ ταξιτζὴς πιθανότατα θὰ ἐπιχειροῦσε νὰ μὲ σκοτώσει, παρ᾽ὅλα αὐτὰ τοῦ εἶπα «μεῖνε, σὲ παρακαλῶ» κι ἐκεῖνος μὲ φίλησε στὸ μάγουλο ἀλλὰ ἔφυγε λέγοντας πὼς ἴσως ἂν κάποτε ξανασυναντηθοῦμε τὰ πράγματα νὰ εἶναι διαφορετικά, καὶ ὕστερα κοιμήθηκα ἕναν πολὺ βαθὺ ὕπνο, καὶ γιὰ πολλὲς ἀκόμα ἑβδομάδες κοιμόμουν τὶς περισσότερες ὧρες τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύχτας, καὶ μερικὲς φορὲς ὀνειρευόμουν τὸν τρυφερὸ ταξιτζή, ὅμως τὶς περισσότερες ὀνειρευόμουν τὸν Δημήτρη, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς δὲν ξανατηλεφώνησε καὶ δὲν μὲ ἀναζήτησε ποτέ, ἴσως φοβόταν, ἴσως κρυβόταν, πάντως δὲν τὸν ξαναεῖδα, καὶ μέχρι σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, δὲν τὸν ἔχω ξαναδεῖ οὔτε ἔχω ἀκούσει ποτὲ γιὰ αὐτόν, καίτοι ὁ κόσμος εἶναι, ἔχω διαπιστώσει, ἀνησυχητικὰ μικρός, μερικὲς φορὲς σωτήρια μικρός, ὅπως ἀποδείχθηκε ἕνα βράδυ μετὰ ἀπὸ χρόνια ποὺ ξαναπῆρα ἕνα ταξὶ ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, ὑγιὴς καὶ ἁρτιμελὴς πιά, καὶ ξανασυνάντησα τὸν τρυφερὸ ταξιτζή, καὶ δὲν τὸν κοίταξα κἄν, ἁπλῶς τοῦ εἶπα τὸν προορισμό μου κι ἐκεῖνος εἶπε μὲ ἔκπληξη «Γιῶργο!» καὶ ἔτσι ἄλλαξα προορισμὸ καὶ πήγαμε στὸ Σούνιο, διότι μόνο ἡ θάλασσα εἶναι θαυματουργή, καὶ ξαπλώσαμε στὴν ἀκτὴ καὶ ἀγκαλιαστήκαμε ὅπως θὰ μπορούσαμε νὰ εἴχαμε ἀγκαλιαστεῖ χρόνια πρίν, καὶ φιληθήκαμε, καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς πράγματι εἴχαμε ξανασυναντηθεῖ, κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν φανταζόταν ὅτι μερικὲς φορὲς τὰ φέρνει ἔτσι ἡ κατάρα ὥστε, ἀκόμη κι ἂν ἔχουν περάσει χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ θαύμασε κανεὶς τὴν ὡραιότητα τῆς μορφῆς κάποιου ποὺ τυχαῖα καὶ φευγαλέα συνάντησε, νὰ ξανασυναντᾶ τὸ ἀντικείμενο τοῦ αἰσθητικοῦ θαυμασμοῦ καὶ ἡ δεύτερη αὐτὴ συνάντηση νὰ ὁδηγεῖ σὲ ἐξαίσιες παγιδεύσεις, καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ ἦταν πράγματι ἕνα θαῦμα, ἕνα ὄνειρο ποὺ ἔγινε πραγματικότητα, αὐτὸ αἰσθανόμουν πὼς συνέβαινε κάθε φορὰ ποὺ συναντοῦσα τὸν τρυφερό μου ταξιτζὴ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, κάθε φορὰ ποὺ φιλιόμασταν, κάθε φορὰ ποὺ ἀγκαλιαζόμασταν γυμνοί, κάθε φορὰ ποὺ λιώναμε ὁ ἕνας μέσα στὸν ἄλλο, καὶ ἤξερα πὼς ὁ Δημήτρης δὲν ὑπῆρχε πιά, εἶχε πεθάνει ἀναμφίβολα καὶ ὁριστικὰ καὶ κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προσδοκήσει ἢ νὰ φοβηθεῖ τὴν ἀνάστασή του.

Λάμπρος

Κυρίως τὰ μάτια του, καὶ οὔτε κἄν, τὸ βλέμμα μᾶλλον ἦταν αὐτὸ ποὺ μὲ αἰχμαλώτισε, βλέμμα πάντα ἑστιασμένο καὶ χαμογελαστό, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ κοιτάξω τὸν Λάμπρο καὶ νὰ μὴ διαπιστώσω ὅτι καὶ ἐκεῖνος ἐπίσης μὲ κοιτοῦσε κατάματα, μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι πάντα μὲ κοιτοῦσε στὰ μάτια, ὅτι ἤξερε ἀκριβῶς τί σκεφτόμουν, τί σχεδίαζα, τί ἐπρόκειτο νὰ τοῦ πῶ, καὶ ἴσως γι᾽αὐτὸ δὲν τοῦ ἔλεγα αὐτὸ ποὺ ἤθελα νὰ τοῦ πῶ, πάντα πίστευα ὅτι τὸ ἤξερε ἤδη, καὶ μὲ βασάνιζε τὸ γεγονὸς πὼς δὲν μοῦ ἀπαντοῦσε στὴν ἐρώτηση ποὺ ἤξερε ὅτι δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω, καὶ ὅσο δὲν ἀπαντοῦσε τόσο ἐγὼ δὲν τολμοῦσα νὰ ρωτήσω, συνέχιζα παρ᾽ὅλα αὐτά, κάθε τρεῖς καὶ λίγο χτυποῦσα τὸ κουδούνι τοῦ σπιτιοῦ του στὴ Μαυρομιχάλη, κι ἐκεῖνος πάντα ἄνοιγε τὴν πόρτα χωρὶς νὰ ρωτήσει ποιός εἶναι καὶ ἔλεγε χαμογελαστὰ «βρέ, βρέ, καλῶς τον» κι ἐγὼ ψέλλιζα πὼς περνοῦσα τυχαῖα κι εἶπα νὰ τοῦ χτυπήσω νὰ πιοῦμε καφέ, καὶ πάντα φιλόξενος μοῦ ἔλεγε τότε, συχνὰ πρὶν ἀποσώσω τὴ δικαιολογία μου, «πέρνα, πέρνα» καὶ πηγαίναμε στὴν κουζίνα καὶ φτιάχναμε νεσκαφέ, καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση στὴν ἀρχὴ ὅτι πάντα ἦταν ντυμένος σὰν νὰ ἑτοιμαζόταν νὰ βγεῖ, πάντα καθαρός, φρεσκολουσμένος, μὲ σιδερωμένα ροῦχα, ποτὲ δὲν ἄνοιγε τὴν πόρτα ἀγουροξυπνημένος, μὲ ρόμπα ἢ παληόρουχα ἢ ἡμίγυμνος ὅπως τὸν ὀνειρευόμουν, ἀλλὰ σύντομα κατάλαβα πὼς ἀσφαλῶς ἤξερε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τοῦ χτυπήσω τὴν πόρτα, διότι ὁ Λάμπρος ὅλα τὰ ἤξερε, καὶ προφανῶς προετοιμαζόταν πρὶν μοῦ ἀνοίξει καὶ φρόντιζε νὰ εἶναι εὐπρεπὴς καὶ παρουσιάσιμος, ἴσως μάλιστα τακτοποιοῦσε καὶ τὸ σπίτι λίγο, διότι ὅλα ἦσαν πάντα καθαρὰ καὶ στὴν τρίχα, νομίζω πὼς τὶς περισσότερες φορὲς ἀκόμη καὶ οἱ κοῦπες γιὰ τὸν καφέ μας ἦσαν ἤδη στὸν πάγκο τῆς κουζίνας καὶ ὁ βραστήρας ἦταν ἤδη ἀναμμένος καὶ περίμενε, παρ᾽ὅλη ὅμως τὴν ἐνδυματολογικὴ καὶ σκηνογραφικὴ ἐπιμέλειά του, ὁ Λάμπρος δὲν φαινόταν ποτὲ νὰ ἔχει ἑτοιμάσει καὶ λόγια γιὰ νὰ πεῖ, θέματα γιὰ νὰ συζητήσουμε, καθόταν ἁπλῶς ἀπέναντί μου καὶ χαμογελοῦσε, καὶ πάντα ὑπῆρχε κάποια ἀμηχανία σὲ αὐτὲς τὶς συναντήσεις μας, ποὺ δὲν ὀφειλόταν μόνο στὸ ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς πὼς ἡ δική μου γλώσσα ἦταν συνήθως δεμένη, ἀλλὰ καὶ στὴ δική του ἀπροθυμία νὰ γεμίσει τὰ κενὰ τῆς συζήτησης, κι ἔτσι καταλήγαμε νὰ καθόμαστε ἁπλῶς καὶ νὰ κοιτιόμαστε στὰ μάτια καπνίζοντας καὶ πίνοντας καφὲ ὥσπου ἐγὼ νὰ πῶ κάτι σὰν «πρέπει νὰ φύγω, σὲ δέκα λεπτὰ ἔχω μάθημα», ἢ ἐκεῖνος νὰ ρωτήσει κάτι ἀνώδυνο ποὺ ἐντούτοις δὲν κατάφερνα σχεδὸν ποτὲ νὰ ἀπαντήσω, ἔτσι λοιπὸν ἐλάχιστες λέξεις ἀνταλλάσσαμε κάθε φορὰ ποὺ τὸν ἐπισκεπτόμουν, ἐλάχιστες καὶ ἀνούσιες, ἡ γνωριμία μας στηριζόταν κυρίως σὲ ὅ,τι διαμειβόταν ὅταν συναντιόμασταν ἔξω, σὲ ταβέρνες καὶ μπάρ, μὲ πολυπληθεῖς παρέες, οἱ ὁποῖες μοῦ ἔδιναν μιὰν αἴσθηση ἀσφάλειας, ἕνα ἄλλοθι συνομιλίας χωρὶς τὴν προοπτικὴ τῆς ἄμεσης προσέγγισης, τῆς ἄμεσης ἐξέλιξης ποὺ ἀναπόφευκτα φοβόμουν πάντα, ὡς ἐς ἀεὶ ἀνεκμετάλλευτη δυνατότητα, ὅταν ἤμασταν οἱ δυό μας στὸ σπίτι του, καὶ τὸ μόνο ποὺ μποροῦσα νὰ κάνω ἦταν νὰ τὸν κοιτάζω στὰ μάτια καὶ πολὺ σπανίως νὰ ρίχνω μιὰ φευγαλέα ματιὰ στὸ προσεκτικὰ καλυμμένο σῶμα του, καὶ μέσα σὲ λίγους μῆνες εἶχα φτάσει νὰ τὸν ἐπισκέπτομαι κάθε μεσημέρι καὶ νὰ μὴ λέμε ποτὲ τίποτα, μιὰ τελετουργία βασανιστικὴ καὶ παράλογη, ποὺ διακόπηκε μόνον ὅταν κάποτε ὁ Λάμπρος ἀποφάσισε νὰ μιλήσει καὶ νὰ πεῖ ὅσα ἐγὼ ἀρνούμουν νὰ ὑπαινιχθῶ, «σὲ καταλαβαίνω» μοῦ εἶπε, «σὲ καταλαβαίνω, εἶναι καιρὸς τώρα, παρατηρῶ τὶς κινήσεις σου, τὶς ἀκούσιες κυρίως, τὶς ἀντιδράσεις τοῦ σώματός σου ὅταν μὲ πλησιάζεις, παρατηρῶ τὸ σῶμα σου, τὴν ἀναστάτωσή του, καὶ χαίρομαι καὶ ἀγαλλιῶ, σοῦ ρίχνω καὶ καμμιὰ δεκαριὰ χρόνια, μὴν ξεχνᾶς, καταλαβαίνω περισσότερα ἀπὸ ὅσα νομίζεις, ἀλλὰ μὴν ἀνησυχεῖς καὶ μὴ θλίβεσαι, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνομαι δὲν σημαίνει πὼς δὲν σὲ θέλω, ἀντιθέτως, ὅσο πιὸ ἔντονη αἰσθάνομαι τὴν ἀναστάτωση τοῦ σώματός σου ὅταν μὲ πλησιάζεις, τόσο πιὸ ἀναιδὴς ἐπιτίθεται καὶ στὸ δικό μου σῶμα ὁ πόθος, τόσο ποὺ μερικὲς φορὲς μὲ δυσκολία συγκρατιέμαι νὰ μὴν σὲ ἀγκαλιάσω καὶ νὰ μὴ σὲ γδύσω σκίζοντας τὰ ροῦχα καὶ τὰ ἐσώρουχά σου καὶ νὰ μὴ σὲ φιλήσω σὲ ὅλο σου τὸ σῶμα καὶ νὰ μὴ σοῦ χαρίσω ἡδονή, μόνο ποὺ ἐγὼ ξέρω ὅτι ἐπειδὴ ἀκριβῶς σὲ ὀνειρεύομαι, ἐπειδὴ ἀκριβῶς σὲ ποθῶ, ἐπειδὴ ἀκριβῶς κάθε βράδυ φαντάζομαι πὼς ἑνώνονται ὁλόγυμνα καὶ ἀφύλακτα τὰ σώματά μας, γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑποκύψω, ἐγὼ ποὺ ἔχω ὑποκύψει σὲ ὅλους τοὺς πειρασμούς, ποὺ ἔχω γευθεῖ ὅλες τὶς ἡδονές, θὰ σὲ ἀγαπήσω μὲ πόθο ἄμωμο καὶ θὰ στερήσω ἀπὸ τὸ κορμί μου τὴν ἀπόλαυσή σου ὅσο ζῶ, γιατὶ δὲν γίνεται ἀλλιῶς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει», αὐτὰ τὰ ἀκατανόητα, τὰ καταφανῶς ἀντιφατικά, τὰ παρανοϊκά, ναί, παρανοϊκά, μοῦ εἶπε ἕνα μεσημέρι ὁ Λάμπρος, τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ μεσημέρια ποὺ εἶχα ἐμφανισθεῖ ἀπρόσκλητος στὸ δυάρι του στὴν ὁδὸ Μαυρομιχάλη ἐλπίζοντας πὼς ἐπιτέλους θὰ συμβεῖ αὐτὸ ποὺ τόσους μῆνες σχεδίαζα ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀποτόλμησα, ἐλπίζοντας πὼς ἐπιτέλους μόλις μὲ δεῖ θὰ μὲ ἀγκαλιάσει καὶ θὰ μὲ φιλήσει μὲ τὸν τρόπο ποὺ δὲν εἶχα τὸ θάρρος νὰ τὸν ἀγκαλιάσω καὶ νὰ τὸν φιλήσω ἐγώ, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καθὼς μοῦ ἔλεγε αὐτὰ τὰ ἀκατανόητα μοῦ χάιδευε τὸ χέρι προκαλώντας ἀπίστευτα ρίγη ἡδονικῆς συγκίνησης στὸ κορμί μου, ἴσως μάλιστα αὐτὸ τὸ χάδι νὰ φέρει μέρος τῆς εὐθύνης γιὰ τὸ γεγονὸς πὼς δὲν ὑποπτεύθηκα κἂν τὴν πραγματικὴ φρίκη τῶν λόγων του, πὼς ἀφελῶς ὑπέθεσα γιὰ μιὰν ἀκόμη φορὰ πὼς ἐπρόκειτο γιὰ ἀπόρριψη, περίτεχνη ὁπωσδήποτε, περιδιαγραμμάτου, ἀλλὰ πάντως ἀπόρριψη, ἐνῶ τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Λάμπρου, τὸ νόημα τοῦ σχεδὸν ἀθώου χαδιοῦ ποὺ συνόδευε τὴν ἀσαφὴ ἐκμυστήρευσή του, τὸ νόημα τῆς ἄρνησής του νὰ ὑποκύψει στὸν πόθο ποὺ καὶ τοὺς δυό μας εἶχε κυριεύσει ἦταν πὼς πέθαινε, πὼς φοβόταν νὰ μὴν σκορπίσει τὸν θάνατο, πὼς κατὰ κάποιον τρόπο ἡ ὀδυνηρὴ ἐκείνη ἄρνηση εἶχε στόχο νὰ μὲ προστατεύσει, ἐμένα, τὸν μικρό, ἀθῶο ἐρωτευμένο, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὅτι ὁ θάνατος κατοικοῦσε ἤδη σὲ ἕνα σῶμα ποὺ τόσο πολὺ εἶχε ἐρωτευθεῖ, κι ἀκόμη κι ὅταν, μερικοὺς μῆνες μετά, ὁ Λάμπρος ξεψύχησε στὴν κλινικὴ ὅπου νοσηλευόταν μὲ κατ᾽ εὐφημισμὸν λευχαιμία, ἐξακολουθοῦσα νὰ πιστεύω πὼς ἐμένα πάντως μὲ εἶχε ἀπορρίψει, ἐξακολουθοῦσα νὰ ἀρνοῦμαι τὴν ἔνταση τοῦ ὑπόκωφου ὀργασμοῦ ποὺ προξένησε τὸ χέρι του καθὼς χάιδευε τὸ δικό μου τὸ μεσημέρι τῆς ὑπόρρητης ἐξομολόγησης.