«Μὰ βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!»

Τὸ ποίημα «Ἰωσήφ, Βουλευτὴς Ἀριμαθαίας» τοῦ Λεοντάρη τὸ πρωτοδιάβασα, πιστεύω, στὰ ἐφηβικά μου χρόνια. Ἐπέστρεψα σὲ αὐτὸ πολλὲς φορὲς ἔκτοτε, καὶ κάθε φορὰ οἱ στίχοι τῆς καταληκτήριας στροφῆς «εἴμαστε μεσοπόλεμος, σοῦ λέω, / ἀνίατα μεσοπόλεμος…» μοῦ φαίνονταν ἐξίσου αὐταπόδεικτα ἀληθινοί, ἐξίσου προφανῶς ἐπίκαιροι, σὰν τίποτε νὰ μὴν ἔχει ἀλλάξει τὸν τελευταῖο μισὸ αἰώνα, σὰν ὁ «μεσοπόλεμος» νὰ μὴν εἶναι ἀκριβῶς μιὰ ἱστορικὴ συγκυρία, ἀλλὰ κάποια αἴσθηση ποὺ μὲ παράδοξο τρόπο χαρακτηρίζει ἐποχὲς πολὺ διαφορετικές. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁ μεσοπόλεμος μοιάζει σὰν μιὰ καφκικὴ συνθήκη ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει διαφυγή, μία ἀνίατη νόσος πού, κι ἂν ἀκόμη δὲν μολύνει, πάντα ἐλλοχεύει. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πὼς περιγράφει μετωνυμικὰ τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση.

Οἱ πραγματικὲς συνθῆκες τοῦ μεσοπολέμου ὅπως μᾶς τὶς περιγράφει ἡ ἱστορία εἶναι γνωστές: στὴν πορεία ἀπὸ τὴν αἰσιοδοξία τοῦ τέλους τοῦ πρώτου παγκόσμιου πολέμου ὣς τὴν ἀδιανόητη καταστροφὴ τοῦ ἀκόμη μεγαλύτερου δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, ὁ μεσοπόλεμος ἔφερε τὴ διάλυση τῶν αὐτοκρατοριῶν, τὴ ραγδαία ἀστικὴ ἀνάπτυξη τῆς ξέφρενης δεκαετίας τοῦ εἴκοσι, τὴν ἀνάδυση ἑνὸς νέου ἰμπεριαλισμοῦ, τὴν ὕφεση καὶ τὴν οἰκονομικὴ κρίση τοῦ 1929, τὴ διάψευση τῶν προσδοκιῶν, τὴν ἐπικράτηση τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ ναζισμοῦ. Οἱ ὁμοιότητες μὲ τὸ παρὸν εἶναι προφανεῖς σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τομεῖς.

Στὴν τέχνη, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ μεσοπόλεμος ἄφησε θετικὸ ἀποτύπωμα, μὲ σημαντικὴ καὶ ἐπιδραστικὴ συγκομιδή. Στὴν ποίηση, γιὰ νὰ ἐπιστρέψω στὴν ἀρχικὴ ἀφορμὴ αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ὁ μεσοπόλεμος συγκρότησε τὸ φουτουρισμὸ καὶ τὸν ἰμαζισμό, γέννησε, μεταξὺ ἄλλων, τὸν μοντερνισμὸ στὶς διάφορες ἐκδοχές του καὶ τὸν ὑπερρεαλισμό, ἐνέπνευσε τὴν ποίηση κοινωνικῆς ἀπεύθυνσης (π.χ. τῆς συντροφιᾶς τοῦ Ὦντεν), ἀλλὰ καὶ τὴν ποίηση ποὺ πραγματεύεται τὴν ταυτότητα τοῦ ὑποκειμένου (π.χ. μὲ τὸν Λάνγκστον Χιοὺζ καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ Χάρλεμ). Στὴν Ἑλλάδα, ἡ μεσοπολεμικὴ ποίηση παρακολούθησε καὶ ἀνταποκρίθηκε μὲ ἀξιοσημείωτη ταχύτητα στὶς ἐξελίξεις, ὅπως πιστοποιεῖ τόσο ἡ γόνιμη παραφωνία τοῦ Καρυωτάκη στὸ χῶρο τῆς πιὸ παραδοσιακῆς ποίησης, ὅσο καὶ τὸ ἔργο τῶν λεγόμενων νεοτερικῶν ποιητῶν τοῦ μεσοπολέμου (καὶ ἰδίως, κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ αἰρετικὸ ἔργο τοῦ Παπατσώνη ποὺ προοικονομεῖ πολλὲς κατοπινὲς κατευθύνσεις) καὶ κάποιων, τουλάχιστον, ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς γενιᾶς τοῦ τριάντα.

Τὰ τελευταῖα τριάντα χρόνια, δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω παρόμοια ἄνθιση στὴν ποίηση, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχουν ἀντίστοιχες τομὲς ἢ ρήξεις, ἀλλὰ κυριαρχεῖ ἕνας μᾶλλον συντηρητικὸς συγκρητισμὸς ποιητικῶν τρόπων καὶ ἀφετηριῶν. Ὁ μεταμοντερνισμὸς τοῦ ὕστερου εἰκοστοῦ αἰώνα μοῦ φαίνεται, μέχρι στιγμῆς, πὼς ἀποτελεῖ ἕνα ὅριο, μετὰ τὸ ὁποῖο ἡ ποίηση κινεῖται αὐτοαναφορικὰ ἢ/καὶ αὐτοεμπορευματοποιεῖται. Ἴσως ἡ ποίηση πεθαίνει καὶ ὅσοι ἐπιμένουμε νὰ γράφουμε ποιήματα εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ ἐπαναλαμβάνουμε καὶ νὰ ἀναμηρυκάζουμε, κραυγάζοντας make it new σὰν τὸν Πάουντ, ἐνῶ ἁπλῶς ξεθάβουμε καὶ ξανασερβίρουμε τοὺς ἴδιους ποιητικοὺς τρόπους μὲ ἀμφίβολο ἕως ἀνύπαρκτο βιωματικὸ ὑπόβαθρο. Ἡ ποίηση πλέον αἰσθητικοποιεῖ βαδίζοντας σὲ δρόμους γνωστούς, ἀλλὰ κλαίει λέξεις καὶ ὄχι κλάματα, γιὰ νὰ θυμηθῶ καὶ πάλι τὸν Λεοντάρη («Ἐκτός», 2003). Χωρὶς αἰτήματα, χωρὶς κατεύθυνση, πιθανότατα καὶ χωρὶς ἀπεύθυνση, ἡ ποίηση δὲν εἶναι ἀνάγκη, εἶναι πολυτέλεια, εἶναι ἔνα θεματικὸ πάρκο.

 Ἡ ποίηση στὶς μέρες μας μοιάζει μὲ τὴν κυρία στὸ «Πλοῖο» τοῦ Σκαρίμπα: κάποιο τίναγμα αἰσθάνεται, κάποια ἐσσὰνς ἀνίατου μεσοπολέμου, ἀλλὰ ἡ τραγικὴ ἀλήθεια εἶναι πὼς «μὰ βέβαια, βυθιζόμεθα». Ναί, μπορεῖ νὰ γράφεται ποίηση μετὰ τὸ Ἄουσβιτς καὶ μετὰ τὴ Γάζα, μπορεῖ νὰ μὴν ἀποτελεῖ ἀκριβῶς βαρβαρότητα νὰ γράφει κανεὶς ἕνα ποίημα, ἀλλὰ τὸ ποίημα εἶναι ἕνα γεγονὸς χωρὶς σημασία, ἕνα ἀποκομμένο αἰσθητικὸ γεγονός, ἕνα προϊὸν ποὺ διακινοῦν οἱ ἀλγόριθμοι καὶ συχνότατα προωθοῦν κρατικοὶ ὀργανισμοὶ κατασκευῆς ἀλήθειας, συμπράξεις κρατῶν καὶ ἰδιωτικῶν πολιτιστικῶν ἱδρυμάτων κατασκευῆς συναίνεσης, δολοφονικὰ κράτη, γενοκτονικὲς ὀντότητες ποὺ παριστάνουν τὰ κράτη – ἕνα ἄλλοθι πολιτισμοῦ στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἀφανισμοῦ τοῦ πολιτισμοῦ.

Ἔχουμε πόλεμο˙ εἶναι πολὺ ἀργὰ πιὰ γιὰ νὰ ὑποκρινόμαστε, οἱ ποιήτριες καὶ οἱ ποιητὲς τουλάχιστον, πὼς εἴμαστε ἀκόμα ἀνίατος μεσοπόλεμος.

[Τὸ παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ ἀφιέρωμα Πῶς Συνομιλοῦμε μὲ τὸ Μεσοπόλεμο στὸν ἱστότοπο thraca.gr στὶς 12 Ἰουνίου τοῦ 2026]

Σχόλια

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.