ἡ Τίλλα στὸ Μαντεῖο

νομίζουν πὼς αὐτὸ εἶναι τὸ πρέπον

Πόσο ἔκλαψε ὅταν διάβασε τὶς ἐπικρίσεις τοῦ σπουδαίου κριτικοῦ! Ὅσο κι ἂν προσπάθησε νὰ τὴν ἠρεμήσει τὰ ἑπόμενα χρόνια, τίποτε δὲν μπόρεσε νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο της.

Ἤξερε, ἤξερε βέβαια ἡ Τίλλα, πόσο ἀνυποψίαστοι ἦσαν ὅλοι αὐτοί, ἤξερε πόσο τοὺς τρόμαζαν οἱ ἐξομολογήσεις της, κι ἂς συνέχιζαν ἀπρόσκοπτοι τὸ ἔργο τους, σὰν νὰ μὴν εἶχε τίποτε ἄλλο σημασία στὴ ζωή, σὰν νὰ μὴν εἶχε σημασία ὁ θάνατος. Δὲν ἄντεξε, ὅμως, τὴν μικροπρεπὴ σκληρότητά τους.

[Τίλλα Μπαλῆ, Οἱ ἀνύποπτοι]

Κλάμα

 στοὺς καθρέπτες
ποὺ ἔγιναν νὰ βλέπωμε τὴ φθορὰ
τὴ φριχτή μας διαφορά.

Τίλλα Μπαλῆ

Ἀναμνήσεις δακρύων δὲν ἔχω
ἂν καὶ παιδὶ θὰ ἔκλαιγα ὁπωσδήποτε
ὅπως κλαῖνε ὅλα τὰ παιδιὰ
ὅταν τοὺς παίρνουν τὰ παιχνίδια
ἢ ὅταν κάποιος φεύγει.

Στὴν ἐνήλικη ζωὴ πάντως δὲν ἔκλαψα
μοῦ φαίνονταν φτηνὰ τὰ δάκρυα
καὶ ἀκριβὰ τὰ δικά μου συναισθήματα
γι᾽αὐτὸ τὰ ἔκρυβα ὅσο μποροῦσα.

Πέρασαν πενήντα χρόνια ὥσπου
νὰ ἐπιστρέψουν στὰ μάτια μου τὰ δάκρυα
ἀνεξέλεγκτα πιά, στὰ καλὰ καθούμενα,
ρέουν συχνὰ καὶ ἐντελῶς ἀπρόβλεπτα,
ἀκόμη κι ὅταν δὲν εἶμαι μόνος.

Διασκεδάζω τὴν ἀμηχανία τῆς συντροφιᾶς
ψελλίζοντας ἀνάμεσα σὲ λυγμοὺς
πὼς γέρασα καὶ ξεμωράθηκα
ἢ κάτι γιὰ τὶς ὁρμονικὲς διαταραχὲς τῆς ἡλικίας
καὶ χαμογελοῦν συνήθως οἱ ἄλλοι εὐγενικὰ
χωρὶς βεβαίως οὔτε ἐκεῖνοι νὰ μὲ ξεγελοῦν
οὔτε ἐγὼ δυστυχῶς ν᾽ αὐταπατῶμαι.

Στὴν πραγματικότητα,
δὲν φταῖνε οἱ ὁρμόνες
οὔτε πὼς ξεμωράθηκα ἰσχύει
τώρα ποὺ κλαίω κι ὅλο κλαίω.

Πὼς κάποιος φεύγει φταίει
καὶ δὲν ἔχει πιὰ τίποτα νὰ κρύψει.

[Τὸ “Κλάμα” πρωτοδημοσιεύθηκε ἐδῶ]

Louise Glück, Δεύτερη Πνοὴ

Νομίζω πὼς εἶναι ἡ δεύτερη πνοή μου,
εἶπε ἡ ἀδερφή μου. Μοιάζει πολὺ
μὲ τὴν πρώτη, ἀλλὰ ἐκείνη
τελείωσε, ἀπ᾽ ὅ,τι θυμᾶμαι. Ἄχ,
τί πνοὴ ἀνέμου ἦταν ἐκείνη, τόσο δυνατὴ
ποὺ ἔπαιρνε τὰ φύλλα ἀπὸ τὰ δέντρα.
Δὲν νομίζω,
τῆς εἶπα. Πάντως, τὰ φύλλα εἶχαν πέσει
στὸ ἔδαφος, εἶπε ἡ ἀδερφή μου. Θυμᾶσαι
μικρὲς ποὺ τρέχαμε πάνω κάτω στὸ πάρκο
καὶ πηδούσαμε πάνω στὶς στοῖβες τῶν φύλλων καὶ τὶς διαλύαμε;
Δὲν πηδούσατε ποτέ, εἶπε ἡ μητέρα μου,
ἤσασταν καλὰ κορίτσια, καθόσασταν ἐκεῖ ποὺ σᾶς ἔβαζα.
Στὴ φαντασία μας ὅμως δὲν ἦταν ἔτσι,
εἶπε ἡ ἀδερφή μου.
Τὴν ἀγκάλιασα. Τί
γενναία ἀδερφὴ ποὺ εἶσαι,
εἶπα.