ἐπύλλιον

καὶ σὺ μέν, ὦ Ὑμέναιε, γάμων μολπαῖον ἀοιδὰν
ἐς θρήνων γοερὸν φθέγμα μεθηρμόσαο


Ἤμουν μοναχικὸ παιδί, δὲν εἶχα φίλους, δὲν ἔβγαινα 
ἀπὸ τὸ σπίτι παρὰ μόνο γιὰ νὰ πάω στὸ σχολεῖο,
κι ἐκεῖ ὅμως προσπαθοῦσα νὰ εἶμαι μόνος, δὲν μιλοῦσα
στ᾽ ἄλλα παιδιά, δὲν ἔτρεχα, δὲν ἔπαιζα, δὲν τραγουδοῦσα,
ἡ μαμά μου ἔλεγε πάντα «καλύτερα, ἀγόρι μου, 
νὰ μὴν ἔχεις πολλὰ πολλά, δὲν ξέρεις τί σόι παιδιὰ εἶναι, 
ἂν θὰ σὲ κοροϊδέψουν, ἂν θὰ σὲ πειράξουν, μόνος σου
καλύτερα, θὰ εἶσαι πιὸ ἀσφαλὴς» κι ἐγὼ ὑπάκουα,
ἂν καὶ δὲν φοβόμουν πὼς θὰ μὲ πειράξουν τὰ ἄλλα παιδιά,
οὔτε γνώριζα γιατί θὰ ἤθελαν νὰ μὲ κοροϊδέψουν,
ἁπλῶς ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ μὴν κάνω φίλους, καὶ πάντα
ἤμουν ὀκνηρὸς καὶ διάλεγα ὅ,τι δὲν ἤθελε κόπο.
Ἔτσι συνέχισα καὶ στὰ ὕστερα παιδικά μου χρόνια,
πιστὸς στὶς βολικὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, τῆς ἥσσονος
πάντα προσπαθείας ὁπαδός, ἄλλωστε εἶχε πιὰ γίνει
ἀκόμη δυσκολότερο νὰ ἐπιχειρήσω φιλίες 
νὰ συνάψω, ἐφόσον ὅλοι γύρω μου μὲ ἤξεραν πιὰ
ὡς ἐρημίτη, ποὺ δὲν ἀπολάμβανε συναναστροφὲς
καὶ συνάφειες˙ δὲν μὲ πλησίαζαν, οὔτε μοῦ μιλοῦσαν.


Ἀλλὰ στὰ χρόνια ποὺ μεσολάβησαν, ἐνῶ ἐγὼ πιστά,
σταθερὰ συμμορφωνόμουν, μὲ ὅλο καὶ πιὸ λίγο κόπο
στὶς γνωστὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, ἐκείνη παραδόξως,
(ἢ ἴσως ὄχι, καθὼς τὰ συνηθίζουν αὐτὰ οἱ γονεῖς,
ἀλλάζουν τοὺς κανόνες διαρκῶς, γιὰ νὰ μὴν εἶσαι ποτὲ 
καλὸ παιδί) ἀναθεωροῦσε τὶς παληὲς ἀπόψεις της
κι ἔφτασε μάλιστα νὰ μὲ παρακινεῖ νὰ κάνω φίλους,
μὲ ἀγωνία προφανῶς γιὰ τὴν κοινωνικοποίησή μου
ποὺ εἶχε τόσο ἀργήσει ὥστε φαινόταν ἀδύνατη.
Συμμορφώθηκα καὶ πάλι, ὀκνὸς μὲν ἀλλὰ καὶ πρόθυμος
πάντοτε νὰ παραστήσω πὼς τῆς κάνω τὴ χάρη ὥστε
μὲ στάχτη στὰ μάτια νὰ μὲ ἀφήνει στὴν ἡσυχία μου,
καὶ στὰ δεκατρία μου εἶχα ἤδη πολλὲς ἱστορίες 
νὰ τῆς διηγηθῶ γιὰ τοὺς φίλους μου καὶ γιὰ τὶς ζωές τους, 
ἱστορίες ἀληθινὲς κυρίως, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ
διανθισμένες μὲ λεπτομέρειες ἐπινοημένες
κωμικὲς συνήθως, ποὺ στόχευαν στὴν ἀληθοφάνεια
ἀλλὰ καὶ στὴν τέρψη τῆς μοναδικῆς μου ἀκροάτριας.


Πάντως, εἶχα καταφέρει πράγματι νὰ δημιουργήσω
ἕναν πολὺ μικρὸ κύκλο οἰονεὶ φίλων: δύο ἀγόρια 
καὶ τρία κορίτσια˙ μιλούσαμε συχνὰ στὸ τηλέφωνο, 
μερικὲς φορὲς πηγαίναμε καὶ βόλτα ἢ στὸ σινεμά, 
πολὺ σπανιότερα πήγαινα στὰ σπίτια τους τὰ βράδια,
ἀλλὰ στὴ μαμὰ ἔλεγα πὼς βρισκόμασταν καθημερινὰ
σχεδόν, καὶ πήγαινα μόνος  μου μεγάλες βόλτες στὸ πάρκο
ὅπου παρατηροῦσα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρωτεύονταν.


Ποτέ, θυμᾶμαι, δὲν  ἐρχόταν κάποιος φίλος στὸ σπίτι μου.
Δὲν ἔφταιγε πὼς ντρεπόμουν γιὰ τὴ λειψή μου οἰκογένεια,
δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε αὐτό, τὸ δήλωνα μάλιστα σ᾽ὅλους,
ἔλεγα δὲν ἔχω πατέρα ἐγώ, εὐτυχῶς ἔφυγε 
καὶ τὸ ἐννοοῦσα, μ᾽ ἄρεσε αὐτὴ ἡ παραφωνία.
Ντρεπόμουν, ὅμως, γιὰ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι, γιὰ τὸ γεγονὸς
ὅτι μέναμε σὲ προσφυγικό, εἴχαμε μωσαϊκὸ
στὸ πάτωμα, δὲν ὑπῆρχε ἀσανσέρ. Κι ἔτσι ἀπέφευγα
νὰ καλέσω φίλους καὶ συμμαθητὲς γιὰ νὰ διαβάσουμε
ἤ, τὸ πιθανότερο, νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ παίξουμε.


Ὅταν, ἑπομένως, ξαφνικὰ στὰ δεκατέσσερα, εἶπα
στὴ μαμὰ πὼς θὰ ἐρχόταν ὁ Βασίλης τὸ ἀπόγευμα
ἐξεπλάγη, πρώτη φορὰ φίλος τοῦ γιοῦ της στὸ σπίτι της,
χάρηκε πολύ, εἶχε μιὰν ἀπόδειξη πιὰ πὼς δὲν ἤμουν
μονόχνωτος, οὔτε ἀποσυνάγωγος, μὰ φαινόταν πὼς
ὑπῆρχαν συνομήλικοί μου ποὺ μοῦ ἔκαναν παρέα˙
ἔφτιαξε λοιπὸν τυρόπιττα καὶ κέικ καὶ πῆγε καὶ πῆρε
ἀναψυκτικά, κι ὕστερα χτενίστηκε καὶ στολίστηκε, 
ὥστε νὰ ὑποδεχθεῖ καθὼς πρέπει τὸν καλό μου φίλο,
ἀνυποψίαστη πὼς ἡ παρουσία της, ἔστω κατὰ
τὴν ὑποδοχή, ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἀνεπιθύμητη
ἀλλὰ καὶ ντροπιαστική. Δὲν τῆς εἶπα, ἐντούτοις, τίποτα, 
δὲν θέλησα νὰ τῆς χαλάσω τὴ χαρά, ἐξάλλου εἶχα
ἤδη συμβιβασθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Βασίλης
θὰ μὲ λυπόταν ἔτσι κι ἀλλιῶς, πιθανότατα μάλιστα
θὰ αἰσθανόταν καὶ κάποια ἀποστροφὴ ἀντικρίζοντας
τὸν περιβάλλοντα χῶρο, καὶ πόσο παραπάνω κακὸ 
θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἡ χαρωπὴ μαμὰ στὴν εἴσοδο;


Ὁ Βασίλης ἦρθε, πράγματι, στὴν ὥρα του, καὶ μάλιστα
χαμογέλασε στὴ μαμά, τὴν συνεχάρη γιὰ τὸ κέικ
καὶ γενικὰ ἦταν εὔχαρις καὶ προσηνής, ἦταν ὅπως 
ἀκριβῶς εἶχε ἐλπίσει ἡ μαμά μου ὅτι θὰ ἦταν.
Καθησυχασμένη, λοιπόν, μᾶς ἄφησε ἐπιτέλους μόνους,
ἔκλεισα ἀμέσως καὶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου πίσω της
καὶ τότε διαπίστωσα μὲ τρόμο πὼς δὲν εἶχα ἰδέα,
παρὰ τὴν μεγάλη μου ἐπιθυμία νὰ συναντήσω 
τὸν ἀγαπημένο μου φίλο μακρυὰ ἀπ᾽ τὰ βλέμματα
τῶν ἀντιπαθῶν καὶ φιλοπερίεργων συμμαθητῶν μας,
ἐπιθυμία τόσο ἐπείγουσα ὥστε νὰ ὁπλιστῶ
μὲ τὸ θάρρος νὰ τὸν δεχθῶ στὸν ἀπαγορευμένο χῶρο,
δὲν εἶχα ἰδέα τί θὰ μπορούσαμε ἐκεῖνος κι ἐγὼ
νὰ ποῦμε ἢ νὰ κάνουμε τώρα ποὺ βρισκόμασταν τόσο
κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἄγνωστων ἐπιθυμιῶν μας.
Διότι ἐπίγνωση, βεβαίως, ἢ ἔστω συναίσθηση,
ὑπῆρχε ἐκατέρωθεν πὼς δὲν ἦταν ἀθώα οὔτε
ἡ πρόσκληση ἀλλὰ οὔτε ἡ πρόθυμη ἀποδοχή της.
Ἐντούτοις, τώρα ποὺ ὅλα φαίνονταν νὰ βαίνουν κατ᾽εὐχήν,
χάθηκε κι ἡ ἐπίγνωση, χάθηκε καὶ ὁ στόχος. Καθόμουν
ἁπλῶς πλάι του στὸ μονό μου κρεββάτι καὶ κοιτοῦσα
τὸ μωσαϊκὸ στὸ πάτωμα χωρὶς νὰ τοῦ λέω λέξη. 


Πέρασαν ἴσως ἕνα δυὸ λεπτὰ κι ἄρχισα νὰ ἱδρώνω,
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
κάτι νὰ πῶ μοῦ ἔκοβε καὶ τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
ὁ Βασίλης, ὅμως, εὐτυχῶς, παρέμεινε ἀπτόητος 
καὶ χαμογελαστὸς καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἤμουν πιὰ βέβαιος
πὼς θὰ πεθάνω ἢ θὰ φύγει τρέχοντας ἀπὸ τὸ σπίτι
τοῦ τρελλοῦ, «θέλεις νὰ παλέψουμε;» μὲ ρώτησε κι ἔβγαλε
πρὶν ἀπαντήσω τὸ μπλουζάκι του κι ἔμεινα ἔκπληκτος
νὰ κοιτάζω τὸ γυμνὸ στέρνο του, νὰ περιεργάζομαι
τὴν ἁμυδρὴ τριχοφυία ποὺ μόλις εἶχε ἐμφανισθεῖ
στὸ στομάχι του, μιὰ λεπτὴ γραμμὴ ποὺ διέκοπτε ξαφνικὰ
ἡ φόρμα του κρύβοντας τὴ συνέχεια τῆς διαδρομῆς της
μὲ μιὰ σεμνοτυφία ἀναπόφευκτα ἐρεθιστικὴ 
ποὺ σχεδὸν ἀμέσως προξένησε ἐμφανεῖς ἀντιδράσεις
στὸ σῶμα μου. Βιαστικά, γιὰ νὰ μὴν προσέξει τὴν ἀλλαγή, 
ἔβγαλα κι ἐγὼ τὴ μπλούζα μου καὶ πέσαμε στὸ κρεββάτι 
σὰν ζῶα˙ παλεύαμε, βαριανασαίναμε καὶ ξέραμε
καὶ οἱ δύο πιὰ γιὰ ποιό λόγο συναντηθήκαμε καὶ τί
ἀκριβῶς ἐσήμαινε ἡ πάλη αὐτὴ τῶν σωμάτων μας,
κι ἂς περιοριστήκαμε στὴν ἀθώα ἐξερεύνηση
τῶν ἐπιδράσεων τῆς ἁφῆς, τῆς ἐπαφῆς καὶ τῆς πίεσης
αὐτή, τὴν πρώτη μας φορὰ μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο.
Ὅταν ἡ ἔνταση πέρασε τὸ ὅριο τοῦ παιχνιδιοῦ,
σὰν συνεννοημένοι σταματήσαμε τὴν ἴδια στιγμὴ
καὶ οἱ δυό, χαμογελάσαμε, χαϊδέψαμε ὁ ἕνας 
τὸν μηρὸ τοῦ ἄλλου καὶ σηκωθήκαμε ἀπ᾽τὸ κρεββάτι.
Ξαναφορέσαμε τὰ μπλουζάκια μας καὶ παίζαμε κάποιο
ἐπιτραπέζιο ὅταν ἡ μαμὰ χτύπησε τὴν πόρτα
καὶ ρώτησε ἂν θέλουμε νὰ μᾶς ἑτοιμάσει βραδινὸ
κι ὁ Βασίλης τῆς εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ φύγει δυστυχῶς,
ἐξάλλου ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀπάντηση περίμενε
καὶ ἡ μαμά μου, δεδομένου ὅτι δὲν εἶχα καλέσει 
τὸν Βασίλη γιὰ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους προετοιμασία
θὰ ἀπαιτοῦσε μία πρόσκληση σὲ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους
διαχείριση, ὁπότε ἀναμενόμενη κι εὐπρόσδεκτη
ἡ ἄρνηση τοῦ Βασίλη, δὲν μὲ κατέβαλε, τοῦ εἶπα
ὅμως κι ἐγὼ «τὴν ἄλλη φορὰ τότε», καὶ μὲ κοίταξε 
στὰ μάτια καὶ συμφώνησε, «ναί, τὴν ἄλλη φορά», κι ἤθελα
νὰ τὸν φιλήσω μὰ φυσικὰ δὲν γινόταν ἐνώπιον
τῆς μαμᾶς καὶ δὲν ἤξερα τότε ἂν θὰ γινόταν ποτὲ
ἀκόμη κι ἂν καμμιὰ μαμὰ δὲν ἦταν παρούσα, ἐντούτοις
ἤμουν ἀφάνταστα χαρούμενος, τὸν ἀποχαιρέτησα
καὶ μόλις ἔκλεισε ἡ ἐξώπορτα, «πολὺ καλὸ παιδὶ»
εἶπε ἡ μαμά μου καὶ συμφώνησα καὶ χαμογέλασα.


Ἔπεσα ἤρεμος γιὰ ὕπνο, σὰν νἆταν ὅλη μου ἡ ζωὴ 
ὀνειρική, σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα φοβηθεῖ τίποτα,
σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα ἀνησυχήσει γιὰ τίποτα, σὰν 
ποτὲ νὰ μὴν εἶχα πεῖ ψέμματα, γιατὶ δὲν χρειαζόταν.
Τὴ νύχτα, ὅμως, τίποτα δὲν μένει στὴ θέση του, καμμιὰ
ἠρεμία δὲν μένει ἀδιατάρακτη, καὶ δὲν φτουράει
κανεὶς ἐφησυχασμός. Πρὶν περάσει μιὰ ὥρα, ξύπνησα
κάθιδρως. Ξαφνικά, δὲν ἦταν πιὰ σαφῆ καὶ ξεκάθαρα 
τὰ γεγονότα τῆς προηγούμενης μέρας, ἐφιάλτες
εἶχαν καταστρέψει τὴ βεβαιότητά μου, φοβόμουν
νὰ πάω σχολεῖο, φοβόμουν καὶ νὰ σκεφτῶ τὸν Βασίλη, 
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
τὴ σημασία μοῦ ἔκοβε τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
μόλις πῆγε ἑφτὰ ἡ ὥρα φώναξα μὲ βραχνὴ φωνὴ
τὴ μαμά μου, ὑλοποιήθηκε φοβισμένη μπροστά μου,
εἶπα «εἶμαι ἄρρωστος», τὸ θερμόμετρο μ᾽ἐπιβεβαίωσε,
ἡ μαμὰ πῆγε στὴ δουλειά, ἐγὼ ἔμεινα στὸ κρεββάτι
τρέμοντας ἀπὸ φόβο κι ἀπὸ τὸν πυρετό, κοκκαλωμένος,
ἡ μαμὰ τηλεφωνοῦσε κάθε μισὴ ὥρα, ρωτοῦσε
ἂν ἤμουν καλύτερα, ἂν ἔπρεπε νὰ φωνάξει γιατρό,
τὸ σήκωνα καὶ μὲ ὑποκρισία τὴν καθησύχαζα
καὶ θύμωνα μὲ τὴν ἐπιμονή της καὶ μὲ τὸν φόβο μου,
γιατὶ φοβόμουν, ὄχι πὼς ὁ Βασίλης δὲν μὲ ἤθελε,
ἀλλὰ πὼς δὲν θὰ τὸ μάθαινα ποτέ, γιατὶ θὰ πέθαινα
ἐδῶ, μόνος στὸ κρεββάτι μου, ἀπὸ ἀβεβαιότητα.
Ὥσπου τὸ μεσημέρι, στὶς δύο καὶ τέταρτο ἀκριβῶς,
χτύπησε ξανὰ τὸ τηλέφωνο καὶ ἦταν ὁ Βασίλης,
«μᾶς ἔλειψες» μοῦ εἶπε «εἶσαι καλά;» κι ἀμέσως ἔγινα 
καλὰ καὶ τοῦ εἶπα ὅτι βαριόμουν τὸ πρωὶ κι ἔκανα 
τὸν ἄρρωστο καὶ γέλασε καὶ εἶπε «νὰ προειδοποιεῖς
ὅμως, νὰ μὴν ἀνησυχῶ» καὶ γέλασα κι ἐγὼ καὶ εἶπε
«θἄρθω τὸ ἀπόγευμα νὰ σὲ δῶ, ἀφοῦ εἶσαι ἄρρωστος
ὑποτίθεται, ἔχω καὶ δικαιολογία, μὲ θέλεις;»
καὶ τοῦ εἶπα πὼς ἀσφαλῶς τὸν θέλω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ
γνωρίζαμε καὶ οἱ δύο ἀκριβῶς τί σήμαινε «σὲ θέλω»
καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ νὰ ἀκυρωθεῖ.


Ἀκολούθησαν πολλὲς ἀκόμη ἐπισκέψεις, δικές του
καὶ δικές μου, πότε στὸ σπίτι του και πότε στὸ δικό μου,
χωρὶς πιὰ τὸν φόβο τῆς μεταμέλειας καὶ τοῦ χλευασμοῦ,
μὲ τὸ ἴδιο πάντα τελετουργικό: ἀμοιβαία κατ᾽ἀρχὰς 
ἀμηχανία˙ γρήγορο γδύσιμο˙ ἐπίμονο βλέμμα˙
ψεύτικη πάλη ὅπου κανένα σημεῖο τῶν σωμάτων
δὲν ἔμενε ἀνεξερεύνητο˙ τέλος, κοφτὲς ἀνάσες 
μὲ τὰ πρόσωπα κολλημένα καὶ τὰ κορμιὰ ν᾽ἀναρριγοῦν.


Καταλαβαίνετε, πιστεύω, ποιά ἦταν ἡ συνέχεια 
τῆς ἱστορίας μας˙ στερεῖται ἄλλωστε πρωτοτυπίας.
Ἀντιθέτως, θὰ λέγαμε ὅτι μοιάζει μὲ κοινότοπη
ἀμερικάνικη ταινία, ἢ Bildungsroman ἂν εἶναι
κανεὶς ἐπιεικής, πάντως πέρασαν περίπου τρεῖς μῆνες
ὥσπου ὁ Βασίλης κι ἐγὼ νὰ δώσουμε τὸ πρῶτο φιλὶ
στὸ στόμα, ὥσπου νὰ ἐμφανιστεῖ κάποια ἀνησυχία
στὸ βλέμμα τῆς μαμᾶς, ὥσπου δηλαδὴ νὰ καταλάβουμε
ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ περιγράψει κανεὶς
τὰ παιχνίδια μας καὶ μὲ βεβαιότητα νὰ ὀνομάσουμε
τελικὰ ἔρωτα τὶς πράξεις μας, μεταξύ μας ἀσφαλῶς,
καθὼς καὶ οἱ πράξεις καὶ οἱ λέξεις ἦσαν ἐμπιστευτικές,
πάντα μὲ τὴν πόρτα κλειστή, μὲ τὴ μαμὰ νὰ καραδοκεῖ,
μὲ ἐξέλιξη ἀργή, σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μυστική,
ἀναπόδραστη, ἐντούτοις, σὰν τὸ σπέρμα ποὺ ἀναβλύζει
κάθε φορὰ ποὺ δυὸ ἔφηβοι παραδίδονται στὸν πόθο.
Καὶ φυσικά, λίγους ἀκόμη μῆνες μετά, τολμήσαμε
περισσότερα, καταργήθηκε τὸ ἄλλοθι τῆς πάλης
καὶ πιὰ μόλις ἔκλεινε ἡ πόρτα πέφταμε μὲ τὰ μοῦτρα
ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, γδυνόμασταν τελείως, φιλιόμασταν
καὶ σταδιακὰ δοκιμάζαμε ὅλες τὶς στάσεις, τὶς πράξεις
καὶ τὶς κινήσεις ποὺ χαρίζουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἡδονή.


Ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι τέτοιες συνευρέσεις,
καὶ μάλιστα ὅταν σημαίνουν τὸ τέλος τῆς παρθενίας,
ἐντυπώνονται στὸν νοῦ κι ἀφήνουν ἀναμνήσεις δυνατὲς
καὶ ἀνεξίτηλες, ἐναγκαλισμῶν καὶ ὀργασμῶν, ἐγὼ
θυμᾶμαι, παραδόξως, μονάχα τὰ μάτια τοῦ Βασίλη 
πῶς κοίταζαν ἐπίμονα πότε τὰ μάτια μου καὶ πότε
τὴν κλειστὴ πόρτα. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὰ ἐπιτραπέζια,
τὶς μουσικὲς ποὺ ἀκούγαμε, Siouxsie, Cure καὶ Joy Division,
φόρμες γυμναστικῆς, βαμβακερὰ μπλουζάκια, μποξεράκια,
πεταμένα στὸ πάτωμα ἢ στὴν καρέκλα τοῦ γραφείου,
μπλὲ καραβάκια στὰ ξεχασμένα παιδικά μου σεντόνια
καὶ τὸν «θαυμαστὸ κόσμο τῶν ζώων», ποὺ τὸν ξεφυλλίζαμε
ξαπλωμένοι μπρούμυτα στὸ πάτωμα ἐνῶ χαϊδεύαμε
ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ ἀμφίθυμη, κατά τι τολμηρή,
τρυφερότητα στὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας, ἀκριβῶς
ὅπως ὅταν φιλᾶς κάποιον στὸ μάγουλο, ἀλλὰ φροντίζεις
λίγο ν᾽ἀγγίξουν τὰ χείλη σου τὰ δικά του, ἐλάχιστα
νὰ ξεμυτίσει ἡ γλώσσα σου ἀπὸ τὰ χείλη, κοιτώντας
τον συγχρόνως κατάματα, μειδιώντας μὲ προσδοκία. 


Ἔτσι περνοῦσαν οἱ βδομάδες, εὐχάριστες καὶ κρυμμένες.
Δὲν εἶχα τότε τὸ χάρισμα νὰ προβλέπω πὼς ἡ χαρὰ
τελειώνει πάντα ξαφνικά, ὅπως πέφτει ἡ γκιλλοτίνα,
κι ἡ ἀμεριμνησία μου ἐνίσχυε τὴν ἀπόλαυση.
Ἦταν ὡραία ἡ συντροφιὰ τοῦ Βασίλη, τὸ σῶμα του
ἦταν ὡραῖο, οἱ συζητήσεις μας, οἱ συναντήσεις μας,
οἱ συνευρέσεις μας ἦσαν ὡραῖες. Δὲν μοῦ πέρασε κἂν
ἀπὸ τὸ μυαλὸ μιὰ Παρασκευὴ ποὺ δὲν τηλεφώνησε,
παρ᾽ὅλο ποὺ τριακόσια τόσα βράδια μοῦ τηλεφωνοῦσε
ἀνελλιπῶς, πὼς συνέβαινε κάτι κακό. Ὑπέφερα
ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν πίστευα πὼς αὐτὴ ἡ παράλειψη
ἀποτελοῦσε προμήνυμα τέλους, καὶ σίγουρα ὄχι
τοῦ τέλους τοῦ ὁποίου ὄντως ἦταν ἡ ἐπισφράγιση.
Τηλεφώνησα τὴν ἑπομένη, βρῆκα τὸν πατέρα του,
ἀκατανόητα μοῦ φάνηκαν ὅσα διεκτραγώδησε:
γιὰ ξαφνικοὺς πόνους στὴ μέση, γενικὴ ἀδυναμία, 
νοσοκομεῖο, ἐξετάσεις, ἄγνωστη ἔκβαση, αὐτὸ 
κυρίως δὲν εἶχε νόημα, ἡ φρικτὴ λέξη «ἔκβαση»
λὲς καὶ μιλούσαμε γιὰ ἀγῶνες, γιὰ μάχες ἢ γιὰ δίκες,
ἐνῶ ἐπρόκειτο σαφῶς περὶ ἐλαφρᾶς ἀσθενείας,
τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νἄχει παιδὶ δεκαπέντε χρονῶν;
Πῆγα, βεβαίως, εὐθὺς στὸ νοσοκομεῖο, δὲν ρώτησα
κἂν ἂν ὑπάρχει ἐπισκεπτήριο καὶ τί ὥρα, πήγαινα
κάθε βράδυ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀκόμα καὶ ὅταν
τὸν μετέφεραν στὴν ἀπομόνωση καὶ μᾶς ἀνάγκαζαν
νὰ φορᾶμε μάσκες κι ἀποστειρωμένες ποδιὲς πρὶν μποῦμε,
ἀκόμα καὶ τότε συνέχισα, πήγαινα κάθε βράδυ
καὶ δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία πὼς ὅλα
αὐτὰ ἦσαν παροδικά, ἕνα δυσάρεστο διάλειμμα
ποὺ θὰ περνοῦσε καὶ θὰ ξεχνιόταν σὲ λίγες ἑβδομάδες.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο τυφλωμένος ἀπὸ ἔρωτα
νὰ ὑποψιαζόμουν ὅτι δὲν ἦταν αἰσιόδοξη
ἡ πρόγνωση, ὅτι δὲν εἶναι παιχνίδι ἡ λευχαιμία.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο ἀδαὴς νὰ ἀμφισβητοῦσα
τὴν ἀναιδὴ βεβαιότητα πὼς οἱ νέοι δὲν πεθαίνουν.
Ἤμουν, ὅμως, νέος, βαριὰ ἐρωτευμένος καὶ ἀδαής.
Καὶ μοιραῖα, ὅπως εἴθισται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις,
λίγες μέρες μετὰ ὁ Βασίλης ἔφυγε˙ κι ὄχι ὅπως
λέμε πὼς φεύγει κάποιος γιὰ νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ, ὄχι!
Ἔφυγε κατὰ τὸν χυδαῖο εὐφημισμὸ ποὺ δηλώνει
τὴν ἀναπόφευκτη καὶ ὁριστικὴ ἀνθρώπινη μοίρα˙
πέθανε, δηλαδή˙ μὲ λόγια ποιητικά, ἀναχώρησε
ἀπὸ τὴ ζωή μου κι ἀπὸ τὴ ζωή˙ ξαφνικὴ ἀρρώστια
κι ἔμεινα πάλι μόνος ὅπως ἤμουν πάντα˙ μ᾽ἕνα πένθος
ὅμως, καινούριο ἀπόκτημα, ἐπίμονο ἀπόστημα,
ποὺ ἐκδηλωνόταν ὄχι τόσο σὰν παράπονο, ἀλλὰ 
μᾶλλον σὰν σύγχυση κι ἀπορία ἐνώπιον τοῦ τέλους,
αὐτῆς τῆς ἀκατανόητης ἀλλὰ μόνιμης διακοπῆς
ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει καὶ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ 
νὰ ἀντέξει. Εἶναι, βλέπετε,  ἀπάνθρωπος ὁ θάνατος
τῶν ἀνθρώπων: καίει τὰ τείχη τοῦ σώματος καὶ διαλύει 
τὰ σπλάχνα τους καὶ σκορπίζει τὶς σκέψεις τους σὲ ἄγνωστο
ἀχαρτογράφητο προορισμό, τὴν κόλαση μᾶλλον,
ὅπου δὲν ὑπάρχουν πιὰ οἱ ἄνθρωποι ὅπως τοὺς ξέραμε,
μὲ καρδιὰ καὶ μὲ σῶμα καὶ ὄργανα ζῶντα κι ἐπείγοντα. 


Σαράντα, σχεδόν, χρόνια μετά, δὲν ἔχω μάθει ἀκόμα
ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ἔχω καταλάβει πῶς δραπετεύει
κανεὶς ἀπ᾽τὸ πένθος,  ἡ ἀνάμνηση τοῦ Βασίλη μένει
πάντα στὴ σκέψη μου, πρώτη σὲ μιὰ μακρὰ πλέον σειρὰ
πεθαμένων μὲ τοὺς ὁποίους κάποτε συνυπήρξαμε,
παίξαμε, ἀνακαλύψαμε, ἑνωθήκαμε κι ὕστερα 
χάθηκαν, καὶ μὲ καθέναν ποὺ χανόταν ἔχανα κι ἐγὼ
λίγη ἀκόμα σιγουριά, λίγη ἀκόμα βεβαιότητα.
Ἐδῶ ποὺ ἔχω φτάσει, εἶναι φυσική μου κατάσταση
ἡ ἀπορία, τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐκπλήξει
γιατὶ τίποτα δὲν περιμένω, τίποτα δὲν γνωρίζω,
τίποτα δὲν προβλέπω˙ τὸ μέλλον δὲν ὑπάρχει, τὸ παρὸν
βαλτώνει, μόνο τὸ παρελθὸν ἐπιβιώνει, ἔγκλειστο
σὲ φρικτὲς ἀναμνήσεις ἀνυποψίαστων ὀνειρικῶν
ἐρώτων, ἐφηβικῶν παιχνιδιῶν, στείρων ἀνακαλύψεων
χωρὶς σημασία. Οἱ καθρέφτες δὲν ξέρω πιὰ τί δείχνουν,
οἱ ἀναμνήσεις δὲν γνωρίζω πόσο εἶναι ἀληθινές,
πόσες λεπτομέρειες ἐπινοήθηκαν καὶ ἀπὸ ποιόν,
ἂν ἦταν ἡ ἀληθοφάνεια ὁ στόχος ἢ ἡ τέρψη, 
κυρίως ποιός ἀστόχησε, ποιός βρέθηκε στὴ θέση αὐτὴ
νὰ μπλέκει ψέμματα μὲ ἀλήθειες, χωρὶς παρὸν καὶ μέλλον.

[Πρώτη δημοσίευση στὸ ἀσσόδυο. Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Μαντεῖο.]

ἐνημέρωση

“I just called 
to fill you in,”
                  one says.

Rae Armantrout


Παίρνω γιὰ νὰ σ᾽ ἐνημερώσω
πὼς ἡ νόσος
δὲν εἶναι τελικὰ τόσο σοβαρή.

Ἡ πρόγνωση 
δὲν εἶναι τραγική.
Θέλω νὰ πῶ, 
θὰ ζήσω.

Θὰ χρειαστεῖ ἁπλῶς
κάποια πράγματα ν’ ἀλλάξουν
στὴ ζωή μας
συνεπείᾳ τῶν ἀναπόφευκτων
ἀκρωτηριασμῶν.

Κάποιες φυσιολογικὲς λειτουργίες
θὰ ὑποβοηθοῦνται μηχανικά. Ἄλλες
θὰ σταματήσουν ὁλωσδιόλου. Ἐπίσης,
τὸ σχῆμα τοῦ σώματος θ᾽ ἀλλάξει. Οἱ δυνατότητες
κίνησης θὰ περιοριστοῦν, δὲν θὰ εἶναι
δυνατὸ νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπίτι, τοὐλάχιστον
ὄχι χωρὶς προσεκτικὸ προγραμματισμό, κι ἐσὺ
θὰ χρειαστεῖ, φοβᾶμαι, νὰ ἐκπαιδευθεῖς ὥστε
νὰ συντονίζεις καὶ νὰ ὑποστηρίζεις τὶς διαδικασίες
τῆς ἐπιβίωσης.

(Οἱ πιὸ ριζικὲς ἀλλαγὲς
ἐπίκεινται. Ἔχουν προγραμματισθεῖ
τρεῖς ἀκόμη ἐγχειρήσεις
καὶ μερικὲς μικροεπεμβάσεις
γιὰ τὴν τοποθέτηση σωλήνων
καὶ μηχανισμῶν
γιὰ τοὺς ὁποίους καλύτερα
νὰ μὴ μιλᾶμε.)

Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶναι 
πὼς πιὰ δὲν γνωρίζω 
ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο.
Ἀπὸ ποιό σημεῖο καὶ πρὶν
θεωρεῖται κανεὶς ἀκόμη
ἀνθρώπινο πλάσμα 
καὶ δὲν ἔχει μετατραπεῖ
σὲ φυτό, ἂς ποῦμε, ἢ σὲ μηχανή.

Ὄχι ὅτι πιστεύω πὼς οἱ ἄνθρωποι
εἴμαστε ἀνώτεροι˙
ἁπλῶς ἀποστρέφομαι τὴν ἀσάφεια:
θέλω νὰ ξέρω τί εἶμαι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

δρόμος

Ἀδειάζει ξαφνικὰ τὸ σῶμα σου

ὁ θώρακας κυρίως σοῦ φαίνεται

σὰν νὰ ἔμεινε κέλυφος κενὸ

χωρὶς καρδιά, χωρὶς πνεύμονες

χωρὶς ἀνάσα, χωρὶς χτύπους,

θὰ σὲ πάρει νομίζεις ὁ ἄνεμος

τρέμει τὸ περίβλημά σου ἄδειο

νοιώθεις πὼς σὰν στάχτη θὰ διαλυθεῖ.

Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ διαπιστώνεις

πὼς εἶσαι ἀκόμη ἐκεῖ, ἔφυγε ὁ φόβος

ὅπως ἦρθε, ἀστραπιαῖα καὶ ἀναίτια.

Ἐπεισόδιο στιγμιαίας παράλυσης

αὐτὸ εἶναι ὁ φόβος, μὲ τὴ διαφορὰ

πὼς κάθε φορὰ εἶναι σὰν πρώτη φορὰ

ἀπροετοίμαστο πάντα καὶ ἔκπληκτο

σὲ καταλαμβάνει καὶ δὲν ἔχεις ποτὲ

γιὰ τὴν ἔκβαση καμμιὰ βεβαιότητα

δὲν σὲ διδάσκει ἡ ἐπανάληψη

ὥσπου σὰν ριπὲς καταφθάνουν

ἀπανωτὲς οἱ στιγμὲς τῆς παράλυσης

καὶ τὰ ἐπεισόδια αὐτὰ γίνονται

σημεῖα μιᾶς μόνιμης στίξης.

Κι ὅσο ἁπλώνεται πίσω σου ἡ ζωὴ

σὰν χιλιόμετρα ποὺ ἤδη ἔχεις διανύσει

σὲ δρόμο ἐρημικὸ τῆς ἐπαρχίας

τόσο πιὸ καθαρὰ διακρίνεις

ἀπὸ τὸν καθρέφτη τοῦ αὐτοκινήτου

τὴν ἀσυνέχεια τοῦ ὁδοστρώματος

τὰ ἀπροσδόκητα αὐτὰ ἐπεισόδια

ἐπαναλαμβανόμενης στιγμιαίας παράλυσης 

στριμωγμένα χωρὶς λόγο σὲ κάδους

ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ στήνουν οἱ διαδηλωτὲς

στὴ μέση τοῦ δρόμου καὶ καῖνε.

Ὅσο κι ἂν πυκνώνουν τὰ φοβικὰ ἐπεισόδια

ἔτσι εἶναι, λές, ἡ ζωή, δὲν τὴν σταματοῦν

λίγες μικρὲς ἀκαριαῖες παύσεις

σηκώνεσαι καὶ συνεχίζεις ἀνάμεσα

στὰ καιόμενα ὁδοφράγματα

καὶ προχωρᾶς καὶ ξαναπέφτεις

καὶ ξανασηκώνεσαι καὶ προχωρᾶς

καὶ δὲν ξέρεις πότε θὰ φτάσεις στὸ τέρμα,

οὕτως ἣ ἄλλως, θὰ ἔρθει ἀναπάντεχα,

δὲν θὰ προφτάσεις νὰ φοβηθεῖς

ἡ νόσος ἀδιάγνωστη θὰ σὲ σύρει ὣς ἐκεῖ.

Sylvia Plath – μιὰ ἀντίφαση

Ὑπάρχει μιὰ ἀνάγνωση τῆς ποίησης τῆς Πλάθ ποὺ στηρίζεται κατὰ βάση στὶς συνθῆκες τοῦ βίου καί, κυρίως, τοῦ θανάτου της. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι, βεβαίως, βιογραφικὴ καὶ «ψυχολογική», καὶ θυμίζει τὴν ἀφελῶς  χαρακτηριζόμενη ὡς φροϋδικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀπὸ τὸν Μαλάνο. Ἐντούτοις, ἀποτελεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες τὴν πιὸ δημοφιλὴ ἀνάγνωση, μιὰ ἀνάγνωση ποὺ κυριαρχεῖ, πιστεύω, ὄχι μόνο ἐνισχυόμενη  ἀπὸ τὴ δημοσίευση τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἡμερολογίων τῆς ποιήτριας ποὺ ὤθησε καὶ ὠθεῖ πολλοὺς νὰ ἀναζητοῦν ἀφετηρίες καὶ ἑρμηνεῖες τῶν ποιημάτων τῆς Πλὰθ σὲ περιστατικὰ τῆς ζωῆς της, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ζωὴ τῆς ποιήτριας περιλαμβάνει πράγματι κάποια ἀπὸ τὰ στοιχεῖα πού, καθὼς διευκολύνουν τὴν κατάταξη τῆς Πλὰθ στοὺς «καταραμένους» ποιητές, συγκινοῦν τὶς πιὸ εὐαίσθητες ψυχὲς (ὄχι ὅμως ἀπαραιτήτως καὶ τὰ πιὸ κοφτερὰ μυαλὰ) ἀνάμεσα στοὺς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης: τὴν ψυχικὴ νόσο, τὶς ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες αὐτοκτονίες ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν αὐτοχειρία, σὲ νεαρὴ μάλιστα ἡλικία, τῆς ποιήτριας. 

Καὶ ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ ἀντίφαση: πενήντα τόσα χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Ariel, ἡ Πλὰθ θεωρεῖται πλέον ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ποιήτριες τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἔχουν γραφτεῖ ἑκατοντάδες βιβλία καὶ χιλιάδες ἄρθρα καὶ διατριβὲς γιὰ τὴν ποίησή της, ἡ ἐπίδρασή της εἶναι τέτοια ὥστε νὰ μὴν μᾶς ἐκπλήσσουν ἰσχυρισμοὶ σὰν τῆς Rose[1] ὅτι ἡ Πλὰθ ἔχει στοιχειώσει τὴ σύγχρονη κουλτούρα, παρ᾽ὅλα αὐτὰ οἱ ἀναγνώσεις τῆς ποίησής της ποὺ δὲν στηρίζονται καὶ δὲν ἀναφέρονται στὴ ζωή της ἢ στὸ θάνατό της εἶναι ἐλάχιστες. Ἡ ἴδια ἡ ποίηση τῆς Πλάθ, δηλαδὴ ἡ δομή καὶ ἡ τεχνική της, παίζει τρίτο ἢ τέταρτο ρόλο μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ὀρυμαγδὸ ἀναφορῶν στὴ ζωή της, ποὺ δὲν περιορίζεται, ὅπως θὰ περίμενε κανείς, στὴν πὸπ κουλτούρα, ἀλλὰ κυριαρχεῖ καὶ στὴν φιλολογικὴ ἔρευνα. Ἡ τελευταία, κατατάσσοντας μὲ παραπλανητικὴ εὐκολία τὴν Πλὰθ στοὺς «ἐξομολογητικοὺς» ποιητές, δεδομένου μάλιστα ὅτι ὑπῆρξε μαθήτρια τοῦ Λόουελ, θεωρεῖ ὅτι νομιμοποιεῖται νὰ διαβάζει καὶ νὰ ἑρμηνεύει κάθε στίχο της μὲ βάση πληροφορίες ἁλιευμένες ἀπὸ ποικίλες βιογραφικὲς πηγές, δημοσιευμένες καὶ μή. Δὲν φαίνεται νὰ ἐνδιαφέρει ὅτι ἡ μαθητεία τῆς Πλὰθ στὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση συνέπεσε μὲ τὴν πρώιμη περίοδο τῆς ποίησής της, στὴν ὁποία οἱ ἴδιοι μελετητὲς δυσκολότερα ἀνιχνεύουν βιογραφικὰ στοιχεῖα, οὔτε ὅτι ἡ ἴδια ἀποκήρυξε θεαματικὰ τὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση καὶ μιλοῦσε γιὰ ἕνα διαφορετικὸ ποιητικὸ σχέδιο[2], οὔτε ὅτι τὰ ὥριμα ποιήματά της ἀπομακρύνονται προγραμματικὰ ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο βίωμα ἐπιδιώκοντας νὰ μιλήσουν γιὰ καθολικότερα καὶ (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ:) σημαντικότερα ζητήματα.

Ἡ ἐπίδραση τῆς Πλὰθ στοὺς σύγχρονους ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ἀπὸ τὸ 1970 καὶ μετὰ εἶναι, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, τεράστια, τόσο στὸν ἀγγλόφωνο κόσμο ὅσο καὶ ἀλλοῦ, ἀκόμη καὶ στὴν ἑλληνικὴ ποίηση. Καὶ ἐδῶ, ὅμως, ἡ ἴδια ἀντίφαση παρατηρεῖται: μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις (π.χ. τὴν ποίηση τοῦ Ἀλέξη Τραϊανοῦ ἤ, ἐν μέρει, τῆς Νανᾶς Ἠσαΐα), ἡ ἐπίδραση αὐτὴ εἶναι ἐπιφανειακή, σχεδὸν ἀποκλειστικὰ (καὶ συνήθως κάλπικα) θεματολογική, καὶ ἑπομένως ἀρνητική.

Οἱ τεχνικὲς ποὺ ἀνέπτυξε ἢ ἀξιοποίησε ἡ Πλὰθ δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν ἀπασχολήσει ἰδιαίτερα τοὺς μελετητές της, οὔτε νὰ ἔχουν γίνει ἀντιληπτὲς ἀπὸ τοὺς ὑποτιθέμενους ἀκολούθους ποὺ «μαθήτευσαν» στὴν ποίησή της:  ἡ περίτεχνη ἀξιοποίηση ἠχητικῶν σχημάτων  ποὺ ὑπογραμμίζουν ἢ ὑπονομεύουν αὐτὸ ποὺ (φαίνεται ὅτι) δηλώνεται ξεπέφτει σὲ τυχαία χρήση ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὁμοιοκαταληξιῶν˙ ἡ ἀναβίωση τῆς τεχνικῆς τῶν «μεταφυσικῶν» ποιητῶν ποὺ χτίζουν μιὰ συνεκτικὴ μεταφορὰ ἢ ἀλληγορία ἡ ὁποία διέπει κλιμακούμενη ὁλόκληρο τὸ ποίημα ξεπέφτει σὲ πληθωρισμὸ τυχαίων σχημάτων λόγου καὶ «ὑπερρεαλιστικὴ ἐπίδραση»˙ ἡ ἀνοικειωτικὴ ἐκτεταμένη χρήση τοῦ δραματικοῦ μονολόγου σὲ ὕφος καθημερινῆς ὁμιλίας μὲ θεματολογία κάθε ἄλλο παρὰ καθημερινὴ ξεπέφτει σὲ συγγραφὴ μονολόγων ποὺ ἀπηχοῦν φτηνὰ τηλεοπτικὰ σήριαλ.

Ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ θεματικὴ τῆς ὥριμης ποίησης τῆς Πλάθ, τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη χειρότερα[3]: ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιθυμίας μὲ φαινομενικὴ ἀφορμὴ ἕνα περιστατικὸ νοσηλείας, οἱ μελετητὲς ψάχνουν νὰ βροῦν ποιά ἀκριβῶς νοσηλεία της τὴν «ἐνέπνευσε» καὶ κατὰ πόσον ἡ ἔκβαση τῆς νοσηλείας ἦταν εὐτυχής, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοί της γράφουν ποιηματάκια σχετικὰ μὲ τὸν πόνο τῆς σκωληκοειδίτιδας˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴν ἀδυνατότητα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ ὑποκειμένου, οἱ μελετητὲς μετρᾶνε σὲ πόσα ἠλεκτροσὸκ ὑποβλήθηκε καὶ πόσες συνεδρίες ἔκανε μὲ τὴν ψυχοθεραπεύτριά της, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν στιχάκια γιὰ πόνους ψυχῆς καὶ θανάσιμες ἐρωτικὲς ἀπογοητεύσεις˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴ γέννα καὶ τὸν θάνατο ὡς ὄψεις τῆς ἴδιας ἀνθρώπινης κατάστασης, οἱ μελετητὲς καταγράφουν πῶς καὶ ποῦ γέννησε τὸ κάθε της παιδὶ καὶ πόσο εὔκολη ἢ δύσκολη ἦταν ἡ κάθε γέννα, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν θρήνους γιὰ παιδάκια ποὺ πέθαναν. 

Δυστυχῶς, ἡ πιὸ ὠφέλιμη ἄσκηση πάνω στὴν ποίηση τῆς Πλὰθ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοκιμάσουν τόσο οἱ μελετητὲς ὅσο καὶ οἱ ποιητὲς φαίνεται πὼς εἶναι πλέον ἀδύνατη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς δημοφιλίας τῆς ποιήτριας. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ θὰ στηριζόταν στὴ μελέτη τῆς ποίησής της χωρὶς καμμιὰ ἀναφορὰ στὸ ὄνομά της, χωρὶς κἂν τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας νὰ ἀποκαλύπτεται κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μελέτης. Ἀλλὰ καθὼς ὅλοι λίγο πολὺ ἔχουν ἀκουστὰ καὶ τὰ ποιήματά της καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο καὶ τὸν θάνατο τῆς ποιήτριας, ἡ εὐκαιρία αὐτὴ ἔχει χαθεῖ: εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ διαβάζουμε τὴν Πλὰθ ὑπὸ τὴν παραμορφωτικὴ σκιὰ τοῦ μύθου της.


1. Rose, Jacqueline, The Haunting of Sylvia Plath (Bath: Virago, 1991)

2. Συνέντευξη στὸν Peter Orr: I think that personal experience is very important, but certainly it shouldn’t be a kind of shut-box and mirror-looking, narcissistic experience.  Στὸ Peter Orr, ed., The Poet Speaks: Interviews with Contemporary Poets (London: Routledge & Kegan Paul, 1966), σ. 169.

3. Τὰ τρία παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν ἀφοροῦν διαδοχικὰ τὰ ποιήματα In Plaster, Lady Lazarus καὶ Edge, ποὺ μετέφρασα πρόσφατα ἐδῶ.

«Ἂς εἶναι τὰ νησιά σου ἐλαφρά, Ἰόνιο πέλαγος!»

1. Τὸ μακριὰ καὶ τὸ πιὸ μακριὰ

Ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἄγρα κυκλοφόρησε πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες μιὰ ἐξαιρετικὰ καλαίσθητη συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν ποιημάτων καὶ τῶν διηγημάτων τῆς ποιήτριας Ἀλόης Σιδέρη μὲ τὸν τίτλο Ἀνάμεσα στὸ μακριὰ καὶ τὸ πιὸ μακριά. Καθὼς τὰ περισσότερα βιβλία της ἦσαν ἐδῶ καὶ χρόνια δυσεύρετα πιὰ ἢ ἐξαντλημένα, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ὅσο ζοῦσε ἡ ποιήτρια, ὅπως ἀναφέρει καὶ ἡ Μαρία Λαϊνᾶ στὸν πρόλογό της (σελ. 12), «οὔτε ἐπεδίωξε οὔτε διεκδίκησε» νὰ γίνει εὐρύτερα γνωστὸ τὸ ἔργο της, ἡ ποίηση τῆς Σιδέρη παραμένει δυστυχῶς ἐν πολλοῖς ἄγνωστη, ἰδιαίτερα στὶς νεότερες γενιὲς ἀναγνωστῶν καὶ ποιητῶν. ῾Η ἔκδοση αὐτὴ ἐλπίζω ὅτι θὰ δώσει τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν ἐπιτέλους περισσότεροι τὸ ἔργο αὐτό: εἶναι καιρὸς νὰ διεκδικηθεῖ καὶ νὰ κατακτηθεῖ ἡ θέση ποὺ ἀξίζει στὴν Ἀλόη Σιδέρη στὰ γράμματά μας.

2. Τὸ Φορεῖο

Τὸ βιβλίο ξεκινᾶ μὲ τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ τῆς Ἀλόης Σιδέρη, τὸ Φορεῖο, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1974, ὅταν ἡ ποιήτρια ἦταν σαράντα πέντε ἐτῶν. Ἂν καὶ κατὰ κυριολεξία πρωτόλειο, τὸ Φορεῖο χαρακτηρίζουν ἤδη ἡ πυκνότητα καὶ ἡ ἐκφραστικὴ καθαρότητα ποὺ συναντᾶμε καὶ στὰ ἑπόμενα βιβλία της˙ ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴ θεματολογία, τὸ Φορεῖο ὁριοθετεῖ τὸ χῶρο ὅπου θὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ ποίηση τῆς Σιδέρη, μὲ βασικοὺς ἄξονες  τὴν παιδικὴ ἡλικία (π.χ. Φορεῖο V, «Λύσε με»), τὴ μνήμη καὶ τὴ λήθη (Φορεῖο ΙΙ, V, IX), τὴν ἀπώλεια καὶ τὴν  ἐγκατάλειψη (Φορεῖο I, VIII),  τὴν ἐμπειρία τοῦ θανάτου  (π.χ. Φορεῖο IΙI«Φαντάσματα») καὶ τὴν ἐπικινδυνότητα τοῦ βίου (Φορεῖο Χ,  «Ἀπόγευμα», «Ἐξοχή»). Ἂς σημειώσω, ἐντούτοις, ἐδῶ πὼς προσπαθώντας νὰ ἀνιχνεύσει κανεὶς τὴ θεματολογία ἑνὸς ποιήματος, αὐτὸ ποὺ καταρχὰς ἀνακαλύπτει ἐνδέχεται, καὶ συχνὰ συμβαίνει, νὰ παραπέμπει σὲ κάτι ἄλλο: ἡ παιδικὴ ἡλικία, ὁ γενέθλιος τόπος, ἡ ἀπώλεια τῆς ἀθωότητας, ἡ συναίσθηση τοῦ τέλους, ἐπιστρέφουν ὡς leitmotiv σὲ ὁλόκληρο σχεδὸν τὸ ἔργο τῆς Ἀλόης Σιδέρη, προσαρμοζόμενα ὅμως κάθε φορὰ σὲ ἕνα ποιητικὸ σχέδιο ποὺ ἐξελίσσεται καὶ ἀλλάζει. Ὅπως λέει ἡ ἴδια ἡ ποιήτρια, στὸ μοναδικὸ κείμενό της ποὺ μιλᾶ, ἐμμέσως, γιὰ τὴν ποίηση, «τὸ πᾶν εἶναι ζήτημα ἐπιλογῆς συμβόλων»[1]. Αὐτὸ ποὺ καλεῖται ὁ ἀναγνώστης νὰ ἀποκαλύψει εἶναι γιατί ἐπιλέχθηκαν αὐτὰ τὰ σύμβολα καὶ ποῦ ὁδηγοῦν.

Ἔτσι, ξαναδιαβάζοντας τὸ Φορεῖο ὡς τμῆμα τοῦ συνολικοῦ ἔργου τῆς ποιήτριας, ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πὼς πρόκειται γιὰ κάτι παραπάνω ἀπὸ μιὰ ποιητικὴ ὑπόσχεση: τὸ Φορεῖο μοιάζει μὲ ἕνα καλειδοσκοπικὸ ποιητικὸ σχέδιο, μιὰ προεξαγγελία τῆς ἐμβάθυνσης καὶ τῆς ἀκόμη μεγαλύτερης πύκνωσης ποὺ πρόκειται νὰ ἀκολουθήσει. Κατὰ τρόπο ἐξαιρετικό, μάλιστα, φαίνεται σὰν ἡ ποιήτρια νὰ γνωρίζει, ἢ νὰ διαισθάνεται,  ἐξαρχῆς ποῦ θὰ τὴν ὁδηγήσει ἡ πορεία αὐτή, καθὼς τὸ σύντομο ἄτιτλο ποίημα ποὺ προτάσσεται τοῦ Φορείου θὰ μποροῦσε, ὑφολογικὰ καὶ θεματικά, νὰ ἀνήκει σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες της συλλογές:

Ἦρθε πάλι στὸν ὕπνο τὸ πουλὶ κελάδι
κι ἤτανε σὰν ἀλαφιασμένο ποὺ τὸ γνώρισα
εἶπε δὲν εἶμαι ἰδὲς
δὲν ἦρθα δὲν

3. Ἕως Θανάτου

Τὸ δεύτερο ποιητικὸ βιβλίο τῆς Ἀλόης Σιδέρη φέρει τὸν τίτλο Ἕως Θανάτου (1978). Τὸ βιβλίο αὐτὸ διαφέρει ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα καὶ κατὰ τὴ δομὴ καὶ κατὰ τὴ θεματολογία, μοιάζοντας ἐκ πρώτης ὄψεως μὲ μιὰ ποιητικὴ παρέκβαση. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐκτεταμένο ἐρωτικὸ ποίημα, ποὺ ἡ ποιήτρια ἐπέλεξε νὰ τυπώσει αὐτόγραφο σὲ μιὰ μᾶλλον ἰδιωτικὴ ἔκδοση (ἐκδόσεις «Δεσμώτης»), μὲ σχέδια τῆς Μαρίας Παπαδημητρίου. Ἡ αὐτόγραφη μορφὴ τοῦ ποιήματος ἀναπαράγεται, εὐτυχῶς, καὶ στὴ συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῆς Ἄγρας.

Τὸ πρῶτο στοιχεῖο ποὺ παρατηρεῖ κανεὶς στὸ Ἕως Θανάτου εἶναι ἡ ἰδιότυπη μουσικότητά του: μέσα ἀπὸ πληθώρα ἐπαναλήψεων, συνηχήσεων καὶ παρηχήσεων, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὁμοιοκαταληξιῶν καὶ ἑνὸς ἔντονου, στακάτου ρυθμοῦ, ἀναπτύσσεται ἕνας μονόλογος ποὺ φαίνεται νὰ ἀπευθύνεται στὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου:

Τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου εἶναι συγχρόνως ἡ διαφυγὴ καὶ ἡ καταδίκη, ἕλκεται καὶ ἀπωθεῖται, εἶναι ἄνδρας ζωντανός, κινδυνώδης, ἀλλὰ καὶ πλάσμα τοῦ ὀνείρου καὶ τῆς φαντασίας˙ εἶναι, μὲ λίγα λόγια, ὁ ὁρισμὸς τῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας, σαρκοβόρας καὶ θανατηφόρας.

Μὲ τὸ Ἕως Θανάτου ἡ Σιδέρη φαίνεται νὰ κλείνει, ἤδη ἀπὸ τὸ 1978, τοὺς λογαριασμούς της μὲ τὸν ἔρωτα ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐρωτικὴ ἀπουσία. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἡ ποίησή της, κινούμενη σὲ ἔνα μπεκετικὸ τοπίο, ἀναμετρᾶται κατὰ κύριο λόγο μὲ τὸν χρόνο ποὺ περνᾶ ἀμείλικτος, ἐνῶ ὁ ἔρωτας, ὅπως καὶ πολλὲς ἀκόμη ἐκφάνσεις τοῦ ἡδονικοῦ βίου, δὲν εἶναι παρὰ ἡ θολὴ ἀνάμνηση μιᾶς διάψευσης. Συγχρόνως, μὲ τρόπο ἀριστοτεχνικὸ καὶ ὁπωσδήποτε ἀξιοθαύμαστο, ἡ Σιδέρη κλείνει ἐδῶ τοὺς λογαριασμούς της μὲ τὴν καλολογία καὶ μὲ τὴ γλωσσικὴ αὐταρέσκεια, υἱοθετώντας ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἕνα ὕφος ἀψιμυθίωτο, αὐστηρό, ὅπου κάθε συλλαβὴ ἔχει σοβαρὸ λόγο ὕπαρξης.

4. Πλήρης Ἡμερῶν, Ὄψεις Ὀνείρων, Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας

Στὴ δεκαετία 1980 – 1990 ἐκδόθηκαν τρεῖς ποιητικὲς συλλογὲς τῆς Ἀλόης Σιδέρη, στὶς ὁποῖες περιλαμβάνονται συνολικὰ πενήντα ὀχτὼ σύντομα κατὰ κανόνα ποιήματα. Ἡ θεματολογία, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ τῶν ποιητικῶν συμβόλων, ὅπως εἴδαμε ὅτι θὰ τὸ ἔθετε ἡ ποιήτρια, παραμένει περιορισμένη καὶ φαινομενικὰ ἴδια στὶς τρεῖς αὐτὲς συλλογές. Οἱ ποιητικοὶ τρόποι, ὡστόσο, ἐξελίσσονται: ἀπὸ συλλογὴ σὲ συλλογὴ ὁ λόγος τῆς Σιδέρη γίνεται ὅλο καὶ πιὸ συγκεκριμένος, ἀπογυμνώνεται ὅλο καὶ περισσότερο, τὰ ἐπίθετα μειώνονται, τὰ παιχνίδια τῶν ἤχων καὶ τῶν ρυθμῶν περιορίζονται, οἱ συντακτικὲς προκλήσεις ἐλαττώνονται[2], ὥσπου νὰ φτάσουμε στὴ μέγιστη πυκνότητα καὶ στὴ μέγιστη ἔνταση τοῦ τελευταίου ποιήματος ἀπὸ τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας, ποὺ προαναγγέλλει τὸν ἆθλο τοῦ Τὸ πιὸ τρομαχτικό.  Παραθέτω τὸ ἐν λόγῳ ποίημα[3], τὴν κατάληξη δηλαδὴ αὐτῆς τῆς πορείας, χωρὶς ἄλλα σχόλια, ὥστε νὰ δώσω τὸ στίγμα τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς τῆς ποιητικῆς πορείας: 

Ἐσένα, ἐσένα!
Βλέπω τὸ πρόσωπό σου μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ φερέτρου.

Βεβαίως, ἡ πυκνότητα εἶναι βασικὸ χαρακτηριστικὸ ὁλόκληρης τῆς ποιητικῆς παραγωγῆς τῆς Σιδέρη˙ καλλιεργεῖται συστηματικά,  δὲν προκύπτει ξαφνικὰ στὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας. Στὸ Πλήρης Ἡμερῶνσυναντᾶμε διάσπαρτους στίχους – διαμάντια μεγάλης συμπύκνωσης καὶ ἀξιοθαύμαστης καθαρότητας, ἀλλὰ ἡ τεχνικὴ ποὺ ἔχει ἐπιλέξει ἐδῶ ἡ ποιήτρια εἶναι πιὸ περιγραφική: τὰ περισσότερα ποιήματα (π.χ. «Ὠγυγία», «Μιὰ Καλοσύνη», «Τὸ Βρέφος», «Διήγηση») περιγράφουν ἕναν χαρακτήρα, τὸ γύρω του περιβάλλον, καὶ κάτι ἀπὸ τὸ χαμένο παρελθόν του, κάτι ποὺ συνήθως τονίζει πόσο τὰ πράγματα ἢ/καὶ τὰ πρόσωπα ἔχουν ἀλλάξει, πόσο (καὶ πῶς!) ὁ χρόνος ἔχει περάσει. Ἡ περιγραφὴ συχνὰ στέκεται σὲ σημαίνουσες λεπτομέρειες, ποὺ τονίζονται μέσῳ τοῦ ρυθμοῦ καὶ τῶν συνηχήσεων, ἐνῶ συχνὰ ἀξιοποιεῖται τὴ δύναμη τῶν ἐπιθέτων καὶ τῶν παρομοιώσεων γιὰ τὴν ἐπίτευξη μεγαλύτερης ἀκρίβειας:

ξανάρχονται ἄλλες στιγμὲς
μιὰ μακρινὴ δροσιὰ
σὲ καλοκαιρινὴ αἰώρα ἐλαφρότατη αὔρα
ἡ χαίτη ἀφρισμένη ἑνὸς κύματος ποὺ πάει νὰ γείρει

«Τὸ Διάλειμμα»

σὰν τὸ ἀδιάβατο χάσμα ποθητῆς προκυμαίας μὲ καράβι ποὺ ἀνοίγεται
σὰν τὸν μικρὸ Ἰσαὰκ ὅταν πῆγε ἐκδρομὴ
σὰν τὴ νύφη ποὺ τώρα κατάλαβε
τί σημαίνει ὅλη αὐτὴ ἡ φωταψία

«Ἡ Ἐκδρομὴ»

Τὸν βασικὸ θεματικὸ ἄξονα, ὅμως, τῆς συλλογῆς αὐτῆς τὸν ὁρίζει, μοῦ φαίνεται, μὲ ἀφοπλιστικὴ ἁπλότητα καὶ εὐθυβολία, τὸ δίστιχο ποίημα «Δημοτικό», στὸ ὁποῖο οὔτε ἐπίθετα συναντᾶμε, οὔτε παρομοιώσεις:

Ὑπομονὴ ποὺ ἔχει τὸ βουνὸ
τὸ καλοκαίρι πράσινο καὶ τὸ χειμώνα χιόνια.

Τὸ θέμα εἶναι, λοιπόν, ὁ χρόνος ποὺ πάντα ἀλλάζει, καὶ ἐνίοτε διαστρέφει ἢ καταστρέφει τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναπόφευκτη μοναδικὴ ἐπιλογή μας ἀπέναντί του: ἡ ἀνοχὴ, ἡ ὑπομονή, ἡ συνέχεια, ἔστω καὶ ἂν εἴμαστε πιὰ ἄλλοι, ἔστω καὶ ἂν εἴμαστε πιὰ ἀλλιῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς γυναίκας στὴ «Διήγηση» ποὺ ἔχει ὁλόκληρη φύγει ἀλλὰ σὲ λίγο ξαναφεύγει γιὰ ἄλλα ἐρέβη, αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα τοῦ ἐκτελεσμένου ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιβιώνει ἀλλὰ σὰν νὰ περνοῦσε ἀπὸ ἀλλεπάλληλες περιστρεφόμενες πόρτες στὴν «Ἐπιβίωση», τῆς Καλυψοῦς ποὺ παρατηρεῖ τὸν Ὀδυσσέα νὰ φεύγει ὅλος ἕνα πνεῦμα ἕνα νεῦμα […] καὶ πάντα γελαστὸς κι ὁλάνθιστος στὴν «Ὠγυγία»ἀλλὰ καὶ τοῦ Σιωπηλοῦ στὸ ποίημα «Ὁ Μοναχός», ποὺ χάθηκε καὶ ξέχασαν τ᾽ὄνομά του, τοῦ κατὰ κόσμον Α, πιθανότατα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ τοῦ ἄλλοτε ὀνόματός του, ποὺ ὄχι τυχαῖα εἶναι καὶ τὸ ἀρχικὸ τοῦ ὀνόματος τῆς ποιήτριας.  Ὅσο γιὰ τὸ παρελθόν, αὐτὸ διασώζεται μόνο ὡς ἀνεπαίσθητο ἴχνος, κομμάτια ἀπὸ συνομιλίες ποὺ δὲν μποροῦμε πιὰ ν᾽ ἀνασυνθέσουμε («Ἴχνη»), σὰν μιὰ ἐλαφρὴ καὶ πρόσκαιρη ποὺ ζήσαμε εὐθυμία («Τὸ διάλειμμα»). 

Στὶς Ὄψεις Ὀνείρων (1984), ἡ ἀμείλικτη λειτουργία τοῦ χρόνου παραμένει ὡς βασικὸ θέμα˙ ἡ ἔμφαση, ὅμως, μετατίθεται: φαίνεται σὰν τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο νὰ ἔχει ἀποδεχθεῖ τὴν ἥττα του ἀπέναντι στὸν χρόνο ποὺ περνᾶ ἀδιάφορος γιὰ τὰ ἀνθρώπινα καὶ νὰ παρατηρεῖ ἁπλῶς τὸ πέρασμά του («Τέλειος Κύκλος», «Ἀταραξία»), χωρὶς πιὰ νὰ προσκολλᾶται στὰ ὡραῖα ἴχνη τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἀναζητώντας στὴ σκέψη καὶ στὴ φαντασία του τὰ στηρίγματα ποὺ θὰ διευκολύνουν τὴ συνέχεια τοῦ βίου. Ἔτσι, ἀσφαλῶς, μετακινεῖται ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ πραγματικοῦ καὶ τῆς βεβαιότητας σὲ ἕναν χῶρο ὀνειρικό, ὅπου ἀφενὸς ἐνδέχεται νὰ ἰσχύει ἡ ὑπόσχεση τῆς παραδείσιας τάξης («Ἡ Λίμνη»), ἀφ᾽ἑτέρου ὅμως, καὶ ἴσως κυρίως, ἐλλοχεύει ἕνας ἀπροσδιόριστος κίνδυνος, ποὺ τὸ ὑποκείμενο προσπαθεῖ νὰ μὴ δεῖ, νὰ μὴν παραδεχθεῖ, ἀλλὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἀντιλαμβάνεται μὲ τρόμο:

Κάτι ἑτοιμαζόταν πίσω ἀπ᾽τὴ σκηνὴ
ἀθέατο σὲ μᾶς

«Ἡ Παράσταση»

Μοιάζουμε σὰν τὸ γέρο ποὺ δὲν ξέρει τάχα
γιατί δὲν γράφει πιὰ ὁ γιός του ποὺ ἔφυγε
ἢ ἄρρωστο ποὺ προτιμάει νὰ μὴ βλέπει
πῶς ἀλλοιώνεται ἡ ὄψη του ὁλοένα
Μέσα στὴ φαινομενικὴ ἀμεριμνησία τους
ὑπάρχει πάντα ἡ φρικτὴ ὑποψία

«Παρομοιώσεις»

Ἡ ἀκριβὴς ταυτότητα τοῦ κινδύνου, ἡ φύση τῆς φρικτῆς ὑποψίας ἀποσιωπᾶται. Πάντως, οἱ ἀγαπημένοι νεκροί, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία δηλώνεται ἢ ὑπονοεῖται σὲ τοὐλάχιστον πέντε ἀπὸ τὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς  («Ὅπως τὰ δάση», «Σύγγονον ἀμὸν κατακλαιομένα», «Ὁ Ἑπικήδειος», «Τὸ Ἰόνιο Πέλαγος», «Τετράστιχα»), δὲν ἀποτελοῦν ἀπειλή: αὐτοὶ εἶναι σπαραχτικὰ ἀγαπητοί,  τὰ πρόσωπά τους ποθητά.Ἐκεῖνο ποὺ προξενεῖ τὸν τρόμο παραμένει ἄρρητο, σχετίζεται μὲ κάτι σκοτεινὸ ποὺ ἐπαπειλεῖται, εἶναι κάποια, ἀπροσδιόριστη ἀκόμα, συμφορὰ ποὺ ἔχει χτυπήσει τοὺς ἀγαπημένους νεκροὺς καὶ ἑτοιμάζεται νὰ χτυπήσει καὶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο.  Παίρνει ἔτσι τὴ μορφὴ αὐτοῦ ποὺ φοβᾶται ὁ ἀναγνώστης πιὸ πολύ: τὸ ἀποσιωπημένο γίνεται τὸ σύμβολο τῆς προσωπικῆς κόλασης τοῦ καθενός – καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ λειτουργία τῆς ἀποσιώπησης θὰ ἀξιοποιηθεῖ ἀκόμη περισσότερο στὶς ἑπόμενες συλλογές. 

Στὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας (1990) οἱ ἀγαπημένοι νεκροὶ ἐπιστρέφουν καὶ ὁριοθετοῦν τὸν ποιητικὸ χῶρο. Ἤδη ἀπὸ τὸ μόττο τῆς συλλογῆς (ψυχὴ δ᾽ ἠΰτ᾽ ὄνειρος ἀποπταμένη πεπότηται[4]) ταξιδεύουμε στὴν ὁμηρικὴ νέκυια. Ἡ παρουσία τοῦ θανάτου εἶναι πιὰ βαρύτερη: τὸν προϋποθέτουν, ρητὰ ἢ ὑπόρρητα, τοὐλάχιστον δεκατέσσερα ἀπὸ τὰ εἴκοσι ἕνα ποιήματα τῆς συλλογῆς  («Θεὸς νὰ μὴν τὸ κάμει…», «Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας», «Σὲ λίγο», «Σκιῇ ἴκελον», «Τὸ Μαχαίρι», «Ταξιδάκι», καὶ τὰ ὀχτὼ ποιήματα τῆς ἑνότητας «Εἵδωλα Καμόντων»). Ἐντούτοις, ἡ σχέση τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου μὲ τοὺς νεκροὺς ποὺ παρελαύνουν ἐδῶ εἶναι πιὸ ἀμφίθυμη. Ἂν καὶ ἐξακολουθοῦν, βεβαίως, νὰ εἶναι οἰκεῖοι καὶ ἀγαπητοί, συγχρόνως ἐκφράζεται, ἔντονα ἐνίοτε, ἡ ἐπιθυμία ἀπώθησής τους ἢ ἀκόμη καὶ μιὰ ἐπιθετικότητα ἐναντίον τους:

«μὴν κλαῖς», μοῦ ἔλεγε, «μὴν κλαῖς»
καὶ τόσο ἐγὼ ἔκλαιγα ἀσταμάτητα
«ἂχ γιατί ἦλθες», ἔλεγα, «γιατί σὲ εἶδα»

«Σκιῇ ἵκελον»

Κάτι κρατῶ καὶ τὸν χτυπῶ ψυχρὰ σὰν ξυλοκόπος
πασχίζω νὰ τὸν κάμω νὰ λυγίσει
νὰ πέσει νικημένος στὸ χαλὶ

«Εἴδωλα Καμόντων VI»

Ἡ ροὴ τοῦ χρόνου φαίνεται νὰ ἔχει σταματήσει: συμβαίνουν πλέον ἐλάχιστα, κι αὐτὰ κυρίως μέσα στὸν ὕπνο˙ οἱ ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἐφιαλτικὲς κατὰ κανόνα καὶ κατονομαζόμενες ὡς τέτοιες, ἐπιστρέφουν μόνο μέσα σὲ ὄνειρα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ σβήνουν, ἀφήνοντας μόνο μιὰ ἀπροσδιόριστη εἰκόνα˙ τὸ ὅριο ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο θολώνει, καθὼς τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἐμφανίζεται πότε ἀπὸ χρόνια πεθαμένο («Θεὸς νὰ μὴν τὸ κάμει…»), πότε νὰ ἀναβάλλει εἰς τὸ διηνεκὲς ἕνα βέβαιο ἐπερχόμενο τέλος («Σὲ λίγο»),  πότε συντροφιὰ μὲ τοὺς νεκροὺς σὲ μιὰν ἰδιότυπη οἰκογενειακὴ συγκέντρωση (Εἴδωλα Καμόντων).  Ἡ ἀκινησία αὐτὴ τοῦ χρόνου ἀποτυπώνεται μὲ τὴ γνωστὴ άκριβολογία τῆς Σιδέρη στὸ χαρακτηριστικὸ ποίημα «Φθινόπωρο Πάλι»:

Σὰν μνημόσυνο εἶναι αὐτὸς ὁ περίπατος
τὰ φύλλα, ὁ ἄνεμος εἶναι ἀναμνήσεις ἄλλων φύλλων, ἄλλου ἀνέμου
αὐτοὺς τοὺς βράχους τοὺς ἔχω ξαναδεῖ σὲ ἄλλους περιπάτους
σὲ ἄλλους περιπάτους θὰ τοὺς ξαναδῶ
ὅλο καὶ πιὸ ὠχροὺς κάθε φορὰ
ἐνθύμια τῶν ἐνθυμίων

5. Τὸ πιὸ τρομαχτικὸ

Τὸ πιὸ τρομαχτικὸ (1999) εἶναι ἡ τελευταία καὶ ἡ πιὸ σύντομη ποιητικὴ συλλογὴ τῆς Ἀλόης Σιδέρη, ἀποτελούμενη ἀπὸ δεκαεπτὰ μόλις ὀλιγόστιχα ποιήματα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔγραψε ἄλλα ποιήματα στὴ διάρκεια τῶν πέντε ἐτῶν ποὺ μεσολάβησαν μεταξὺ τῆς ἔκδοσης αὐτῆς τῆς συλλογῆς καὶ τοῦ πρόωρου θανάτου της, ἀλλὰ μοῦ φαίνεται πολὺ πιθανὸ αὐτὰ νὰ εἶναι πράγματι τὰ τελευταῖα ποιήματα ποὺ ἔγραψε, καθὼς Τὸ πιὸ τρομαχτικὸ ἀντιπροσωπεύει ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις ἕνα ὅριο, μὲ τὸν ἀποπροσωποποιημένο λυρισμὸ ποὺ τὸ χαρακτηρίζει καὶ τὴν ἀποπραγματοποιημένη πραγματικότητα στὴν ὁποία ἀναφέρεται. Στὸ βιβλίο αὐτό, ἡ σχέση τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου μὲ τὸν χρόνο, μὲ τὰ ἐπικείμενα καὶ μὲ τοὺς νεκροὺς ἀποκαθίσταται – μὲ τρόπο ὁριστικό, ἂν καὶ καθόλου ἀνώδυνο.

Ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς τεχνικῆς, τὰ ποιήματα αὐτῆς τῆς συλλογῆς εἶναι τὰ πιὸ ἅρτια καὶ κατὰ μιὰ ἔννοια τὰ πιὸ ἑρμητικά. Τὰ περισσότερα μοιάζουν μὲ σύντομες βινιέτες, περιγράφουν μὲ τρόπο θὰ ἔλεγα κινηματογραφικό, πολὺ σύντομες σκηνές, φαινομενικὰ καθημερινές, ποὺ ὅμως φαίνεται ὅλες νὰ νοηματοδοτοῦνται ἀπὸ μιὰ ὑπόρρητη ἐπίγνωση τῆς ματαιότητάς τους. 

Ὁ χρόνος μοιάζει κι ἐδῶ σχεδὸν ἀκίνητος, ὅπως καὶ στὰ δύο προηγούμενα βιβλία της˙ μόνο ποὺ τώρα δὲν δηλώνεται ἁπλῶς, μὲ σαφήνεια, ἡ μπεκετικὴ αὐτὴ μονότονη ἀκινησία του, ἀλλὰ ταυτίζεται μὲ ἕναν ἐγκλεισμὸ στὴ ζωή, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπίκειται ἡ προφανὴς δραπέτευση («Ὁ Φόβος», «Τὸ Ραντεβού», «Ραντεβοὺ II»). Στὸ πλαίσιο αὺτῆς τῆς μελέτης θανάτου, οἱ νεκροὶ δὲν ἀπωθοῦνται πιά, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐκφράζεται καθαρὰ μιὰ νοσταλγία γιὰ τὶς συναντήσεις μαζί τους, ὅπως στὰ τρία ποιήματα μὲ τίτλο «Ἡ Γιαγιὰ» ἀλλὰ καὶ κυρίως στὸ ποίημα «Τὸ Φάντασμα», ποὺ παραθέτω ὁλόκληρο:

Χαράματα τὸν εἶδα πλάι στὸν πόρτα
«Χλομὸς ποὺ εἶσαι», τοῦ λέω, «τί χλομὸς σὰν …»
«Σὰν τί;» μοῦ εἶπε πειραχτικὰ καὶ ξαναχάθηκε
Μὲ πήρανε τὰ δάκρυα καὶ
«ποιός ξέρει πότε θὰ ξαναφανεῖ», ἔλεγα,
«ποιός ξέρει ἂν θὰ ξαναφανεῖ ποτέ»

Τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παρατηρεῖ καὶ συγχρόνως ἀποτελεῖ ἀντικείμενο παρατήρησης («Σὰν Κασκαντὲρ»), ἐνῶ τὰ πρόσωπα ποὺ συναντᾶ καὶ συναναστρέφεται βρίσκονται ὅλα σὲ ἕνα μεταίχμιο μεταξὺ ἑαυτοῦ καὶ ἄλλου («Σὰν Καουμπόης»), μεταξὺ φωτὸς καὶ σκοταδιοῦ («Ὁ Μαῦρος»), μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου («Στὸ Δρόμο»). 

Τὸ τελευταῖο ποίημα τῆς τελευταίας αὐτῆς συλλογῆς τιτλοφορεῖται «Ἀνάμεσα στὸ μακριὰ καὶ τὸ πιὸ μακριά». Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ σύντομο ποίημα, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ποίησης τῆς Σιδέρη[5], ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μόνο στίχους, εἴκοσι δύο συλλαβές. Παρὰ τὴ συντομία του, ἢ ἴσως ἐξαιτίας της, στὸ ποίημα εἶναι παρόντα ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ποίησης τῆς Σιδέρη: μὲ λέξεις ἁπλὲς καὶ συγκεκριμένες, χωρὶς ἐκζήτηση, μὲ ἐκφραστικὴ σαφήνεια καὶ συντακτικὴ αὐστηρότητα, ἡ ποιήτρια περιγράφει μιὰ σύντομη σκηνὴ ποὺ θυμίζει ἐπιφανειακὰ περιστατικὸ τῆς καθημερινῆς ζωῆς, σὲ τόνο καθημερινῆς ὁμιλίας, ἀποκαλύπτοντας στὸ τέλος (στὸν τελευταῖο, δηλαδή, στίχο ἢ ἀκόμη καὶ στὴν τελευταία λέξη τοῦ ποιήματος) ἕνα στοιχεῖο ποὺ ἀνανοηματοδοτεῖ ὁλόκληρο τὸ ποίημα καὶ ἀναγκάζει τὸν ἀναγνώστη νὰ τὸ ξαναδιαβάσει κάτω ἀπὸ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό, μαῦρο συνήθως, φῶς[6]. Παραθέτω τὸ ποίημα:

Ἄχ, νὰ μὴ σ᾽ἔβλεπα καλύτερα
παρὰ ποὺ μπαίνεις ἔτσι ἀπὸ τὸν τοῖχο!

Πραγματικά, ὣς τὴν τελευταία λέξη, δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ ὁ ἀναγνώστης τὴν ταυτότητα, ἢ μᾶλλον τὴ φύση, τοῦ πλάσματος στὸ ὁποῖο ἀπευθύνεται τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο. Νομίζει κανεὶς πὼς πρόκειται γιὰ κάποια ἀπὸ τὶς κουβέντες ποὺ μὲ χαλαρότητα ἀνταλλάσσουμε μὲ κάποιον φίλο καὶ μόνον ὅταν διαβάζει πὼς ὁ «φίλος» μπαίνει ἀπὸ τὸν τοῖχο ἀναπλάθει τὴν εἰκόνα στὸ νοῦ του καὶ ἀντιλαμβάνεται περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ξαναδιαβάζοντας, ἑρμηνεύει κανεὶς ἀλλιῶς τὸ ἀρχικὸ ἐπιφώνημα, ἡ τραγικότητα τοῦ «ἂχ» δηλαδὴ ἀποκαλύπτεται, ὅπως ἀποκαλύπτεται καὶ τὸ πιὸ τρομαχτικό, ἡ σημασία τοῦ τίτλου τοῦ ποιήματος, ὅπου τὸ «μακριὰ» εἶναι βέβαια ὁ θάνατος, ἀλλὰ τὸ «πιὸ μακριὰ» εἶναι αὐτὲς οἱ καθημερινὲς ὑπομνήσεις τοῦ ἀναπόφευκτου, σκηνὲς τοῦ ποιητικοῦ κινηματογραφικοῦ κολλὰζ ποὺ φιλοτεχνεῖ ἡ Ἀλόη Σιδέρη.

6. Ὁ Τσὰγκ

Ἐπέλεξα νὰ σχολιάσω τελευταία τὴν μοναδικὴ συλλογὴ διηγημάτων ποὺ ἐξέδωσε ἡ Σιδέρη, μὲ τίτλο Ὁ Τσὰγκ (1990), ἡ ὁποία συμπεριλαμβάνεται στὴ συγκεντρωτικὴ ἔκδοση, κατὰ χρονολογικὴ σειρά, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας.[7] Δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ διηγήματα, καθώς, ὅπως καὶ τὰ ποιήματά της, τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ἕξι αὐτὰ κείμενα περιγράφει μιὰ tranche de vie (ἤ, ἴσως, μιὰ tranche de mort) καὶ τὸ καθένα καταλήγει σὲ μιὰ ἀνατροπή, μιὰ ἀναπάντεχη ἀνατροπὴ τῆς τάξης τῆς ζωῆς. Ἡ γραφὴ παραμένει σαφὴς καὶ ἀκριβής, δὲν ἀξιοποιεῖ δηλαδὴ τὶς δυνατότητες ἐξάπλωσης ποὺ παρέχει ὁ πεζὀς λόγος, οὔτε κατὰ τὴ σύνταξη οὔτε κατὰ τὴ θεματολογία, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐπιδεικνύει τὴν ἴδια πυκνότητα καὶ τὴν ἴδια συγκέντρωση στὸ ὑλικό της ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ποιητικὴ γραφή. 

Τὸ μόνο στοιχεῖο ποὺ φαίνεται νὰ ἀξιοποιεῖ περισσότερο ἡ ποιήτρια ὅταν ἔχει τὴν πολυτέλεια τῆς ἅπλας τοῦ πεζοῦ λόγου, εἶναι ἡ εἰρωνεία, τὴν ὁποία ἐξάλλου διακρίνουμε καὶ στὰ ἀπολαυστικὰ χρονογραφήματά της, δημοσιευμένα στὸν τόμο Ἡ Κυρία μὲ τὸ Γατί (Γνώση, 1991),  ἀλλὰ καὶ στὰ ἐπικαιρικὰ κείμενά της γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν ἐκπαιδευτικὴ πολιτική, τὰ ὁποῖα παραμένουν δυστυχῶς ἀθησαύριστα. Δὲν ἰσχυρίζομαι, βέβαια, πὼς ἡ εἰρωνεία εἶναι ἀπούσα στὸ ἁμιγῶς ποιητικὸ ἔργο τῆς Σιδέρη, ὅμως σὲ κάποια ἀπὸ τὰ διηγήματα τοῦ Τσάγκ, καὶ κυρίως στὸ ὁμώνυμο διήγημα, ἡ εἰρωνεία ἀναδεικνύεται σὲ βασικὸ ἐκφραστικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀποδίδεται ἡ ἐφιαλτικὴ ὄψη τῆς πραγματικότητας:

Ἂς τὸν ποῦμε περιπαιχτικὰ Τσάγκ, ἂν καὶ δὲν ἦταν Κινέζος, καὶ δὲν πειράζει καθόλου γιατὶ δὲν ἦταν καὶ τίποτε ἄλλο.
[…]
Ἴσως, σὲ κάποιο ἄλλο καρναβάλι, θὰ μοῦ παρουσιαστεῖ μὲ κοστούμι βαρόνου.
– Ἔχω ἀλλάξει; Θὰ μὲ ρωτήσει.
– Ὄχι, θὰ τοῦ πῶ, ἤσουν πάντα πιερότος.

Διότι τὸ βασικὸ θέμα τῶν διηγημάτων αὐτῶν εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐφιάλτης ποὺ ἀποτελεῖ ἡ διαταραχὴ τῆς τάξης τοῦ κόσμου, τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ φαίνονται οἰκεῖα, ἀκόμη καὶ ἀγαπητά, ἀλλὰ ἀποκαλύπτονται τερατώδη: τὸ συμπαθὲς κοριτσάκι μὲ τὸ σκύλο μεταλλάσσεται σὲ βασανιστή («Σύλβια»), ἡ ἀφάνταστα περιποιητικὴ Ἴρμα ἀποκαλύπτεται ἕνα ὑστερόβουλο καταστροφικὸ καὶ αὐτοκαταστροφικὸ τέρας («Ἴρμα»), ἡ ἀρχετυπικὰ ἀγαπημένη γιαγιὰ ἀποτελεῖ ἐδῶ φόβητρο, τόσο μὲ τὴ ζωὴ ὅσο καὶ μὲ τὸ θάνατό της («Γιαγιὰ»), ὁ διασκεδαστικὸς ἐραστὴς μετατρέπεται σὲ δυνάστη καὶ δεσμοφύλακα («Ὁ Τσὰγκ»). Ὁ ἑφιάλτης, πολὺ γνωστὸς καὶ ἀπὸ τὴν ποίηση τῆς Σιδέρη, εἶναι ἀκριβῶς ἡ διασάλευση αὐτὴ τῆς τάξης τοῦ κόσμου.

7. Ἔργο ἐν προόδῳ

Μὲ γνώμονα τὴν περιορισμένη ἔκταση τοῦ ποιητικοῦ της ἔργου, καὶ ἐνδεχομένως τὴν (ὣς τώρα) ἐξίσου περιορισμένη ἀπήχηση τοῦ ἔργου αὐτοῦ, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ χαρακτηρίσει τὴν Ἀλόη Σιδέρη ἐλάσσονα ποιήτρια. Καὶ ἡ ἴδια, ἐξάλλου, συχνὰ ἔλεγε αὐτοσαρκαζόμενη, ἀλλὰ καὶ εἰρωνευόμενη τὶς βασανιστικὲς γραμματολογικὲς καθηλώσεις ὁρισμένων, πὼς εἶναι μιὰ ἐλάσσων ποιήτρια τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς[8].

Ἡ δική μου ἀντίληψη εἶναι διαφορετική. Ἡ Σιδέρη δὲν ἔγραψε ἁπλῶς μερικὰ συμπαθητικὰ ποιήματα, ἀπομονωμένα καὶ τυχαῖα. Συνέθεσε ἕνα ποιητικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο, ὅπως προσπάθησα νὰ δείξω, χαρακτηρίζεται ἀπὸ  ἀξιοθαύμαστη ἑνότητα, μὲ τρόπο ὥστε τὸ κάθε ποίημά της νὰ φωτίζει καὶ νὰ φωτίζεται ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ποιήματα, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα  ἔργο ἐν προόδῳ. Ἡ ποιήτρια δημιουργεῖ ἕνα ὕφος δικό της, ἀπολύτως ἀναγνωρίσιμο, καὶ ἐξελίσσει τὸ ἔργο της ἀπὸ βιβλίο σὲ βιβλίο, ὥσπου φτάνει στὴν σιωπὴ ποὺ συγχρόνως ἐκφράζει καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸ τελευταῖο της βιβλίο, Τὸ πιὸ τρομαχτικό. Μὲ βάση αὐτὰ τὰ κριτήρια, ὁ Ἕλιοτ θὰ τὴν συγκατέλεγε στοὺς σημαντικοὺς ποιητές[9]. Ἡ συντεχνία τῶν σημερινῶν ἐπίδοξων καὶ φιλόδοξων σπουδαίων ποιητῶν, καὶ τῶν ἐπιζησάντων προγόνων, προτύπων καὶ προστατῶν τους, μένει νὰ τὴν ἀνακαλύψει καὶ νὰ ἀποφανθεῖ.


Σημειώσεις

1. Ἀλόη Σιδέρη, «Ὁ Κώστας Οὐράνης στὴν Καμπὴ τοῦ Αἰώνα», σελ. 14. Στὸ Κώστας Οὐράνης (1993), Ποιήματα – Ἐκλογή, Ἐπιμέλεια Ἀλόης Σιδέρη. Ἀθήνα: Βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἑστίας.

2. Ἂς σημειωθεῖ πὼς ἡ ποιήτρια ὑποστηρίζει καὶ θεωρητικὰ τὴν ἁπλότητα ὡς στοιχεῖο τοῦ λογοτεχνικοῦ ὕφους, δηλώνοντας μάλιστα ὅτι εἶναι μόνο τῆς κακῆς λογοτεχνίας γνώρισμα ὁ «γεμάτος στολίδια λόγος». Βλ. Ἀλόη Σιδέρη, «Λογοτεχνία δὲν διδάσκουμε» στὸ περιοδικὸ Ὁ Πολίτης, 33, 1980, σελ. 30.

3. Πρόκειται γιὰ τὸ Εἴδωλα Καμόντων, VIII. Γιὰ τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ ποίημα ἔχω γράψει καὶ ἐδῶ.

4. Πρόκειται γιὰ τὸν στίχο 222 ἀπὸ τὴ ραψωδία λ τῆς Ὀδύσσειας, ὅπου ἡ νεκρὴ Ἀντίκλεια ἀπευθυνόμενη στὸν Ὀδυσσέα  περιγράφει τὴν ἐμπειρία τοῦ θανάτου. Λίγο πρίν, ὁ Ὀδυσσέας ἔχει προσπαθήσει τρεῖς φορὲς νὰ τὴν ἀγκαλιάσει, ἀλλὰ τρὶς δέ μοιἐκ χειρῶν σκιῇ ἴκελον ἢ καὶ ὀνείρῳ ἔπτατ᾽ (στίχοι 207-208). Τὸ ἕνατο ποίημα τῆς συλλογῆς τιτλοφορεῖται «Σκιῇ ἴκελον», ἐνῶ καὶ ἡ ἑνότητα Εἴδωλα Καμόντων μὲ τὴν ὁποία κλείνει ἡ συλλογὴ παίρνει τὸν τίτλο της ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ τὴ ραψωδία ω (στίχος 14), ὅπου περιγράφεται ἡ κατάσταση τῶν ψυχῶν στὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα.

5. Τὰ ποιήματα τῆς Ἀλόης Σιδέρη ἔχουν κατὰ κανόνα μικρὴ ἔκταση, ἀντιστρόφως ἀνάλογη τῆς ἔντασης ποὺ ἐπιτυγχάνουν. Τρία μόνο ποιήματα, ὡστόσο, ἀποτελοῦνται ἀπὸ δύο μόνο στίχους: τὸ «Δημοτικὸ» ἀπὸ τὴ συλλογὴ Πλήρης Ἡμερῶν (1980), τὸ ὄγδοο ποίημα τῆς ἑνότητας Εἴδωλα Καμόντων ἀπὸ τὴ συλλογὴ Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας (1990) καὶ τὸ ποίημα ποὺ ἐξετάζω ἐδῶ. 

6. Τὴν λειτουργία αὐτὴ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ τελευταίου στίχου στὴν ποίηση τῆς Σιδέρη ἔχω περιγράψει καὶ ἐδῶ.

7. Ἐπισημαίνω ὅτι Ὁ Τσὰγκ πρωτοεκδόθηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1990, ὅπως καὶ Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας.

8. Ἡ Σιδέρη κατατάσσεται ἀπὸ ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ ζητήματα γενεαλογίας σὲ αὐτὴ τὴ γενιά, μὲ κριτήρια, φαντάζομαι, ἁμιγῶς ληξιαρχικά 

9. Βλ. T.S. Eliot (1946). What Is Minor Poetry? The Sewanee Review54/1, σελ. 1-18

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ ἠλεκτρονικὸ περιοδικὸ ὀ ἀναγνώστης, στὶς 18 Ἰουνίου 2019]

Louise Glück, Τὸ Χαρτὶ


Πῆγα σήμερα στὴ γιατρὸ  –
ἡ γιατρὸς εἶπε ὅτι πεθαίνω,
δὲν εἶπε αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀλλὰ ὅταν τὸ εἶπα ἐγὼ
δὲν τὸ ἀρνήθηκε –

Πόσο κακὸ ἔχεις κάνεις στὸ σῶμα σου, λέει ἡ σιωπή της
Σοῦ τὸ δώσαμε καὶ κοίτα τί τὸ ἔκανες
πῶς τὸ κακομεταχειρίστηκες.
Δὲν ἀναφέρομαι μόνο στὸ κάπνισμα
ἀλλὰ καὶ στὴ διατροφή, στὸ ποτό.

Εἶναι νέα˙ τὸ σῶμα της κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἰατρικὴ μπλούζα.
Τὰ μαλλιά της εἶναι μαζεμένα πίσω, μικρὲς θηλυκὲς τοῦφες
συγκρατοῦνται ἀπὸ ἕνα σκοῦρο λάστιχο. Δὲν αἰσθάνεται ἄνετα ἐδῶ,

στὸ γραφεῖο της, μὲ τὸ πτυχίο κορνιζαρισμένο πάνω ἀπ᾽τὸ κεφάλι της,
νὰ κοιτάζει ἀποτελέσματα ἐξετάσεων
μὲ κάποια νούμερα ὑπογραμμισμένα γιὰ νὰ τὰ προσέξει.
Ἡ σπονδυλική της στήλη εἶναι ἴσια, ἐπίσης, χωρὶς συναίσθημα.

Κανεὶς δὲν μὲ δίδαξε πῶς νὰ προσέχω τὸ σῶμα μου.
Μεγαλώνοντας, σὲ προσέχει ἡ μαμά σου ἢ ἡ γιαγιά σου.
Ὅταν γλιτώνεις ἀπ᾽ αὐτές, ἀναλαμβάνει ἡ γυναίκα σου, ἀλλὰ εἶναι φοβισμένη,
δὲν κάνει καὶ πολλά. Ὁπότε, αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ἔχω
γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ γιατρὸς μὲ κατηγορεῖ  – πάντοτε τὸ φρόντιζαν γυναῖκες
καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ἔκαναν πολλὰ λάθη.

Ἡ γιατρὸς μὲ κοιτάζει  –
ἀνάμεσά μας, μιὰ στοίβα βιβλία καὶ ντοσιέ.
Εἴμαστε μόνοι στὴν κλινική.

Ὑπάρχει μιὰ καταπακτὴ ἐδῶ, καὶ μέσα της
ἡ χώρα τῶν νεκρῶν. Καὶ οἱ ζωντανοὶ σὲ σπρώχνουν
θέλουν νὰ μπεῖς πρῶτος, πρὶν ἀπὸ αὐτούς.

Ἡ γιατρὸς τὸ γνωρίζει αὐτό. Ἔχει τὰ βιβλία της,
κι ἐγὼ ἔχω τὰ τσιγάρα μου. Στὸ τέλος
γράφει κάτι σὲ ἕνα χαρτί.
Αὐτὸ θὰ τακτοποιήσει τὴν πίεσή σου, λέει.

Καὶ τὸ βάζω στὴν τσέπη μου, καὶ φεύγω.
Καὶ μόλις βγῶ ἔξω, τὸ σκίζω, σὰν νὰ ἦταν εἰσιτήριο γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο.

Ἦταν τρέλλα ὅτι ἦρθε ἐδῶ,
σὲ ἕναν τόπο ὅπου δὲν ξέρει κανέναν.
Εἶναι μόνη, δὲν φοράει βέρα.
Μόνη στὸ σπίτι, ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πίνει ἕνα, μετρημένο, ποτήρι κρασὶ τὴν ἡμέρα
καὶ τὸ δεῖπνο της δὲν εἶναι δεῖπνο.


Καὶ βγάζει τὴν ἄσπρη μπλούζα:
ἀνάμεσα στὴ μπλούζα καὶ τὸ σῶμα της,
φοράει μόνο ἕνα λεπτὸ βαμβακερό.
Καὶ κάποια στιγμή, τὸ βγάζει κι αὐτό.

Γιὰ νὰ γεννηθεῖς, τὸ σῶμα σου συνάπτει μιὰ συμφωνία μὲ τὸν θάνατο
κι ἔκτοτε τὸ μόνο ποὺ κάνει εἶναι νὰ προσπαθεῖ νὰ μὴν τὴν τηρήσει –

Ξαπλώνεις μόνος. Ἴσως κοιμᾶσαι, ἴσως δὲν ξυπνᾶς ποτέ.
Γιὰ πολὺ καιρό, ὅμως, ἀκοῦς κάθε ἦχο.
Εἶναι μιὰ νύχτα ὅπως ὅλες οἱ θερινὲς νύχτες˙ τὸ σκοτάδι δὲν ἔρχεται ποτέ.