ἄσυλο, I

Κατὰ κάποιον τρόπο εἶναι σὰν νοσηλεία ἡ κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκομαι, μόνο ποὺ δὲν γνωρίζω τὴν νόσο ἐξαιτίας τῆς ὁποίας διακομίστηκα ἐδῶ, οὔτε ἀνησυχῶ γιὰ καμμία ἔκβαση.

Ὄχι, ἀπ᾽ ὅ,τι παρατηρῶ, δὲν μὲ ἔχουν κλείσει σὲ νοσοκομεῖο, ἀντιθέτως ὁ χῶρος μοῦ θυμίζει αὐτὸ ποὺ παλαιότερα ἀποκαλοῦσα ἀπερίσκεπτα σπίτι μου: τὰ ἴδια δωμάτια, τὰ ἴδια ἔπιπλα, τὰ ἴδια διακοσμητικὰ ἀντικείμενα ἐξακολουθοῦν νὰ μὲ περιβάλλουν. 

Ὁπωσδήποτε βρίσκομαι στὸ σπίτι μου, ἁπλῶς ἔχει ἀλλάξει ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τὸν χῶρο ὁ ἐγκέφαλός μου. Ἐπιμένει νὰ μοῦ ὑποβάλλει ὅτι εἶμαι ἔγκλειστος, καὶ μάλιστα σὲ νοσοκομεῖο. Ἐντούτοις, κανένα παρατηρήσιμο στοιχεῖο δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξει αὐτὴ τὴν ἐκδοχή. 

Ὡράριο δὲν ὑπάρχει, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ὑπάρχει τὸ αὐστηρὸ ὡράριο τῶν νοσοκομείων, ξυπνῶ ὅ,τι ὥρα θέλω, συνήθως μετὰ τὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι, καὶ κοιμᾶμαι, μὲ δυσκολία, γύρω στὶς τέσσερις ἣ πέντε τὸ πρωί. 

Ὑπάρχει, ὡστόσο, ρουτίνα: κινήσεις συγκεκριμένες, προκαθορισμένες, στὴν ἴδια σειρὰ κάθε μέρα, ἂν καὶ μὲ μικρὲς χρονικὲς ἀποκλίσεις.

Ὅταν ξυπνῶ, σηκώνομαι καὶ πηγαίνω καὶ κάθομαι σὲ μιὰ καρέκλα, τὴν ἴδια πάντα, σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ δωματίου˙ὄχι ἐπειδὴ μὲ ὑποχρεώνει κανεὶς νὰ σηκωθῶ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος αἰσθάνομαι πὼς κάπως πρέπει νὰ διαχωρίσω τὸν χρόνο τοῦ ὕπνου ἀπὸ τὸν χρόνο ποὺ εἶμαι, ἂς ποῦμε, σὲ μιὰ κάποια ἐγρήγορση.

Δὲν κάνω, ὅμως, τίποτε ὅσο κάθομαι στὴν καρέκλα, δὲν διαβάζω, γιὰ παράδειγμα, δὲν μιλῶ στὸ τηλέφωνο, ὄχι, περιμένω ἁπλῶς νὰ περάσουν μερικὲς ὧρες γιὰ νὰ ἐπιστρέψω στὸ κρεββάτι.

Κάθε δυὸ τρεῖς μέρες μαγειρεύω μακαρόνια. Τὰ βράζω καὶ τὰ βάζω στὸ ψυγεῖο. Ὅποτε πεινάω, παίρνω μιὰ πιρουνιά, ἐνδεχομένως τὴ ζεσταίνω στὸ φοῦρνο μικροκυμάτων ὅταν (πολὺ σπανίως) ἔχω κέφι, καὶ τὴν τρώω.

Μελετῶ προσεκτικὰ τὶς κινήσεις ποὺ χρειάζεται νὰ κάνω ὥστε νὰ ἐξασφαλίσω πὼς καταβάλλω ἐν γένει τὴν ἐλάχιστη δυνατὴ προσπάθεια. Ἂν διψάσω, ἂς ποῦμε, καὶ ἔχει σωθεῖ τὸ νερὸ στὸ ποτήρι ποὺ πάντα ἔχω δίπλα μου, δὲν σηκώνομαι γιὰ νὰ βάλω νερὸ παρὰ μόνο ὅταν χρειαστεῖ νὰ κάνω καὶ κάτι ἄλλο στὴν ἴδια διαδρομή, γιὰ παράδειγμα νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Δὲν ξέρω γιατί προσπαθῶ τόσο πολὺ νὰ ἐξοικονομήσω ἄχρηστες δυνάμεις, ὡστόσο.

Δίπλα μου στὴν καρέκλα ἔχω πάντα τὸ τηλεκοντρὸλ τοῦ κλιματιστικοῦ, τὸ τηλεκοντρὸλ τῆς τηλεόρασης, τὸ κινητό μου τηλέφωνο καὶ τὴν ἀσύρματη συσκευὴ τοῦ σταθεροῦ τηλεφώνου. Ἐπίσης, τὸ ἠλεκτρονικό μου τσιγάρο, τὸ ὑγρὸ ἀναπλήρωσης, τὸν φορτιστὴ τοῦ τσιγάρου καὶ λίγο χαρτὶ κουζίνας. 

Τὰ τηλέφωνα, εὐτυχῶς, δὲν χτυποῦν ποτέ. Ἐνίοτε, ὅμως, ἐμφανίζονται εἰδοποιήσεις στὸ κινητὸ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν μὲ ἀφοροῦν: ἠλεκτρονικὰ μηνύματα διαφημιστικοῦ περιεχομένου ἀπὸ διάφορες ἑταιρεῖες, λογαριασμοί, καί, πολὺ σπανίως, προσωπικὰ μηνύματα ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους εἴχαμε κάποτε κάποια ἐπαφή. Δὲν ἀπαντῶ.

Κάθε δεύτερο μήνα παραγγέλνω πράγματα ἀπὸ τὸ σοῦπερ μάρκετ μέσω μιᾶς ἐφαρμογῆς στὸ κινητὸ ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ μιλήσω. Παίρνω προφανῶς μακαρόνια, ἀλλὰ καὶ κρασί καὶ καφέ, καὶ ἴσως κανένα σαπούνι, ἂν καὶ δὲν πλένομαι πολὺ συχνά, δὲν χρειάζεται, καθὼς δὲν βγαίνω  ἔξω νὰ βρωμιστῶ.

Παραγγέλνω ἐπίσης ἀνὰ τρίμηνο μεγάλες ποσότητες ὑγροῦ ἀναπλήρωσης γιὰ τὸ ἠλεκτρονικὸ τσιγάρο.

Βιβλία ὄχι. Ἀποφεύγω νὰ διαβάζω βιβλία, ἰδίως ἂν δὲν τὰ ἔχω ξαναδιαβάσει. Ἐξάλλου, δὲν θὰ ἤξερα τί βιβλία κυκλοφοροῦν, δὲν θὰ μποροῦσα οὕτως ἢ ἄλλως νὰ ἐπιλέξω τί νὰ παραγγείλω.

Δὲν διαβάζω οὔτε βιβλία ποὺ ἔχουν γράψει παληοί μου φίλοι, ἂν καὶ μοῦ τὰ ἔστειλαν μὲ ἀγάπη, καὶ ἴσως κάποια ἀνυπομονησία, πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ὅταν ὑπῆρχε ἀκόμη κάποια ἐπικοινωνία.

Ροῦχα δὲν φοράω, ἔχω μόνο μιὰ παληὰ βερμούδα πρόχειρη γιὰ τὶς περιπτώσεις ποὺ θὰ χρειαστεῖ νὰ ἀνοίξω σὲ κάποιον τὴν πόρτα, ὅπως τὸν ὑπάλληλο τοῦ σοῦπερ μάρκετ κάθε δίμηνο.

Μερικὲς φορές, ἂν θυμηθῶ νὰ ἀνάψω τὸ ραδιόφωνο σὲ κάποια ἀναπόφευκτη διαδρομή μου πρὸς τὴν καρέκλα, ἀκούω μουσική. 

Ὅταν εἶμαι ξαπλωμένος, βλέπω τηλεόραση. Σκουπιδοεκπομπὲς κατὰ προτίμηση, ἀλλὰ ποῦ καὶ ποῦ βάζω καὶ καμμιὰ ταινία ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἔχω δεῖ πάρα πολλὲς φορὲς καὶ δὲν μοῦ ἐπιφυλλάσσουν ἀπολύτως καμμία ἔκπληξη.

Δὲν ἔχω εἰσοδήματα. Γνωρίζω πὼς τὰ χρήματα ποὺ ἔχουν μείνει ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀκόμη ἐργαζόμουν τελειώνουν. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰτία τῆς ἀσκητικῆς μου διαβίωσης, ἀντιλαμβάνομαι, ὅμως, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ παράπλευρα ὀφέλη τοῦ παράδοξου αὐτοῦ ἀσκητισμοῦ εἶναι ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της παρατείνει τὴ διάρκεια τοῦ ἀσκητισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ ἐγκλεισμοῦ μου.

Μερικὲς φορὲς σκέφτομαι. Δὲν τὸ θέλω. Προσπαθῶ νὰ ἀκυρώσω τὶς σκέψεις λέγοντας φωναχτὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ θέλω νὰ σκεφτῶ, καθὼς κάθε σκέψη προϋποθέτει τὸ μέλλον, δηλαδὴ τὸν φόβο. 

Μόνο τότε μιλῶ πιά. Στὸν ἐαυτό μου. Πιὸ συγκεκριμένα, στὸ μυαλό μου ἀπευθύνομαι. Καὶ τὸ ἀπειλῶ, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ περιορίσει τὴ δραστηριότητά του στὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα τῆς ἐπιβίωσης. Καὶ ὅτι δὲν θὰ μοῦ ἀντιμιλᾶ.

Louise Glück, Τραγούδι

Ὁ Λῆο Κροὺζ φτιάχνει πανέμορφες ὁλόλευκες πορσελάνες
θὰ ἤθελα νὰ σοῦ φέρω κι ἐσένα 
ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς
ἔτσι ὅπως εἶναι ἡ κατάσταση

Μοῦ μαθαίνει
τὰ ὀνόματα τῶν φυτῶν τῆς ἐρήμου
μοῦ ἔχει δώσει ἕνα βιβλίο
καθὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ δῶ τὰ ἴδια τὰ φυτᾶ

Ὁ Λῆο πιστεύει πὼς ὅ,τι φτιάχνουμε οἱ ἄνθρωποι
εἶναι πιὸ ὄμορφο
ἀπ᾽ ὅ,τι ὑπάρχει στὴ φύση

κι ἐγὼ λέω ὄχι.
Καὶ ὁ Λῆο λέει
περίμενε καὶ θὰ δεῖς.

Κάνουμε σχέδια
γιὰ ἕναν περίπατο στὴν ἔρημο μαζί.
Πότε, τὸν ρωτάω, 
πότε; Ποτὲ πιά:
αὐτὸ δὲν τὸ λέμε.

Μοῦ μαθαίνει
νὰ ζῶ μὲ τὴ φαντασία μου:

περπατάω στὴν ἔρημο
καὶ μὲ φυσάει κρύος ἀέρας˙
βλέπω τὸ σπίτι του στὸ βάθος˙
βλέπω καπνὸ στὴν καμινάδα.

Ἀπὸ τὸν κλίβανο, σκέφτομαι˙
μόνον ὁ Λῆο φτιάχνει πορσελάνη στὴν ἔρημο

Ἄ, λέει, ὀνειρεύεσαι πάλι

Κι ἐγὼ λέω χαίρομαι ποὺ ὀνειρεύομαι
πὼς ἡ φωτιὰ καίει ἀκόμη.

Ἑτεροπροσωπία: ὁ καθρέφτης


He felt in modesty
his person was
half looking-glass


Elizabeth Bishop


Τὰ ἄψυχα εἶναι μιὰ ἐγγύηση, ὅπως καὶ τὰ φυτὰ
καὶ τὰ ζῶα, ἐπίσης, ἂν δὲν εἶναι κατοικίδια,
πὼς δὲν θὰ παρασυρθεῖς νὰ μιλήσεις 
γιὰ ἀνθρώπινες σχέσεις.

Ἀκόμη πιὸ ἀσφαλὲς εἶναι νὰ μιλᾶ κανεὶς 
ὄχι γιὰ τὸ πράγμα καθ᾽ ἑαυτὸ 
ἀλλὰ γιὰ τὶς πιθανές του ἀπεικονίσεις.

Ἀντὶ νὰ μιλήσεις γιὰ τόπους, ἂς ποῦμε,
νὰ μιλᾶς γιὰ χάρτες˙ νὰ περιγράφεις
τὸ χρῶμα τοῦ χάρτη ἀντὶ γιὰ τὸ χρῶμα τοῦ δάσους.

Κι ἂν θέλεις ὁπωσδήποτε νὰ μιλήσεις γιὰ ἀνθρώπους 
νὰ μιλᾶς γιὰ καθρέφτες˙ νὰ περιγράφεις
τὸ εἴδωλο στὸν καθρέφτη ἀντὶ γιὰ τὸ πρόσωπο.

Οἱ καθρέφτες, λοιπόν: ἐπίπεδοι σὰν χάρτες
καὶ δισδιάστατοι˙ πολὺ πιὸ ἀκριβεῖς ἐντούτοις
ἂν καὶ ὄχι ἀπολύτως, παρὰ τὰ φαινόμενα.

Ὁ καθρέφτης δὲν ἔχει βάθος, λειαίνει
τὶς γραμμές, τὶς ἐκφράσεις, τὶς ρυτίδες.
Ἐπίσης πάντα  κλέβει λίγο φῶς ἡ ἀντανάκλαση.

Ἕναν μαγικὸ καθρέφτη, πραγματικὰ ἀποκαλυπτικό,
δὲν θὰ τὸν ἄντεχε κανείς˙ σκεφτεῖτε, αἴφνης,
τὴν μητριὰ τῆς Χιονάτης ἢ τὴ Λαίδη τοῦ Σαλότ.

Ἡ μία εἶδε τὴν ἀλήθεια στὸν καθρέφτη
καὶ τὸν ἔσπασε˙ ἡ ἄλλη τόλμησε νὰ παρακάμψει
τὸν καθρέφτη κι ἐκεῖνος τὴν ἐσκότωσε.

Γι᾽ αὐτὸ κι ὅταν ἦρθε ἡ σειρά του στὸ ποίημα,
ὁ Κύριος τοῦ Σαλὸτ προτίμησε νὰ μείνει 
στὸ μεταίχμιο, μισὸς εἴδωλο μισὸς ἄνθρωπος. 

Κακὰ τὰ ψέμματα, μὲ ψευδαισθήσεις
ἐπιβιώνουμε˙ χάρη στὶς φιλεύσπλαγχνες
διαθλάσεις τοῦ φωτὸς ποὺ χάνεται.