Ἑτεροπροσωπία, XXXVIII

Δὲν μὲ διεκδικεῖ οὔτε τὸ πρόσωπό μου.
Νανὰ Ἠσαΐα

Ἀπὸ ψηλὰ παρατηρῶ
          πλήρης κενῶν νοημάτων
                                  τὶς κινήσεις μου.
                                           Τὸ σῶμα μου ἀπὸ τὸ σῶμα μου 
                                                                       ἔχει ἀπομακρυνθεῖ.
                                             Δὲν ξέρω ἂν εἶμαι αὐτὸς
                    ποὺ σφαδάζει στὸ κρεββάτι
   κατὰ τὸν πολυπόθητο ὀργασμὸ
            ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἀσφυκτιᾶ 
                      παρατηρώντας τὴν ὀδύνη
                                       τοῦ, ἂς τὸ παραδεχθῶ, ἄλλου.

                 Αὐτὸς ποὺ σφαδάζει στὸ κρεββάτι
                                 μάχεται μὲ τὸ φάντασμα τῆς ἐγκατάλειψης.
                                                            Ἐκεῖνος ποὺ ἀσφυκτιᾶ
                          πασχίζει νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα.

                                             Ἴσως τελικὰ εἶμαι ἕνας τρίτος
                                                         σὲ μιὰ παράλληλη πραγματικότητα
                                       ποὺ ἀπαθῶς παρατηρεῖ
        ὅλες τὶς ἐκδοχὲς τῆς μορφῆς μου
                     πῶς παραλλάσσεται καθὼς ἐρωτοτροπῶ
                                      πῶς ἐπανέρχεται καθὼς ἀπομονώνομαι.

                                                             Πῶς ἀνατέλλω, ἄλλος κάθε φορὰ             
                                               ἐν μέρει, ἐντούτοις, ἴδιος
                      ἐπαρκῶς ἴδιος ὥστε νὰ ἀποτυπώνεται
      στὸν νοῦ μου ἡ συνέχεια
                 ἡ φρίκη τῆς ταυτότητας
                           ἡ ἀηδιαστικὴ στὸ κεφάλι μου φωνὴ
                                   – δική μου φωνή – νὰ λέει  «εἶσαι ἐσύ, εἶσαι ἐσὺ»
                                                  κι ἐγὼ ποτὲ νὰ μὴ θέλω καθόλου νὰ εἶμαι.

῾Ετεροπροσωπία, XXX

τότε ποὺ σὲ «μαλώνω» γιατὶ δὲν πρόσεχες
Κατερίνα Γώγου


Περνάω ἀπὸ κεῖ 
κάθε πρωὶ καὶ κάθε βράδυ
ἀφήνουνε καμμιὰ φορὰ λουλούδια στὴ γωνία
καὶ πότε οἱ μάνικες τοῦ δήμου πότε ἡ βροχὴ
ξεπλένουνε, ὅσο μποροῦνε, τὸ πλακόστρωτο
μήπως καθαρίσουνε τὸ αἷμα.

Τὴ θυμᾶμαι τὴ νύχτα ἐκείνη
τὸν πυροβολισμό.
Ἄλλος ἦχος, διαφορετικὸς
ὄχι οἱ συνήθεις ἐκρήξεις
ἤξερα πὼς δὲν ἦταν ρίψη
καπνογόνων καὶ δακρυγόνων
ἄλλωστε κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ κλάψει.

Δὲν ἤμουνα μικρὸς
μακρυά, πολὺ μακρυά μου 
ἡ ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν
εἶχα ξανανιώσει ὅμως
καθὼς ἔτρεχα πίσω ἀπὸ τὴν παληὰ Βουλὴ
νὰ ξεφύγω.

Μάταια πέθανε.

Οἱ φίλοι μου δὲν ἦσαν τελικὰ
μαῦρα πουλιὰ
χάθηκαν σὲ μιὰ νύχτα
ὁ ἕνας σύμβουλος στὸ ὑπουργεῖο πολιτισμοῦ
ἡ ἄλλη σὲ διοικητικὰ συμβούλια
ἡ ἄλλη στὴ βουλὴ
χάθηκαν, σοῦ λέω,
ἐξαργυρώθηκαν.

Μάταια πέθανε.

Ἐγώ, βλέπεις, ἀλλιῶς μεγάλωσα.
Ἀπὸ τὴ μιὰ τὸ θέατρο καὶ οἱ ταινίες
οἱ ἀμφίβολες συγκινήσεις τῆς τέχνης
ἀπὸ τὴν ἄλλη τὰ χάπια, τὸ οἰνόπνευμα, οἱ ἔρωτες,
μὲ κάνανε τρυφερό, ἀσύδοτα τρυφερό,
ἔλεγα θὰ περάσει κι αὐτό, 
θὰ τὴν ἀλλάξουμε τὴ ζωή,
καὶ δὲν τὴν ἀλλάξαμε.

Κι ἔτσι φτάσαμε ὣς ἐδῶ
σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀδιανόητη κατάσταση
ὄχι πὼς θὰ ὠφελοῦσε ἂν εἴχαμε νωρίτερα 
τὴ στερνή μας γνώση
ἀλλὰ μᾶλλον θ᾽ ἀποφεύγαμε 
τὰ λόγια τοῦ ἀέρα.
Δὲν θὰ λέγαμε τίποτα.
Ἀγκαλιὰ σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ δρόμου
θὰ περιμέναμε μόνο
τὸν ἄγγελο τοῦ θανάτου.

Ἐδῶ θὰ καταλήγαμε πάλι βέβαια
ἀλλὰ χωρὶς ψεύτικες ἐλπίδες.

Μάταια πέθανε.

animalia paradoxa: pearls

Μοιάζω μὲ στρείδι
μαλακὸ καὶ φιλόξενο
κάτω ἀπὸ τὸ σκληρό μου ὄστρακο.

Δὲν εἶναι γιὰ τὴ διαιώνιση τοῦ εἴδους
ποὺ σᾶς προσεγγίζω.
Μόνος μου διαιωνίζομαι,
ἑρμαφρόδιτος σὰν στρείδι.

Γιὰ τὴν ἀπόλαυση μόνο
γιὰ τὴν ἡδονὴ πρόκειται:
κατὰ βούληση ἀνοίγω τὸ ὄστρακο 
σᾶς δέχομαι στὸ μαλακό μου ὑπογάστριο
καὶ κλείνω
καὶ σφίγγω
καὶ πάλλομαι γύρω σας,
chanaan dans les moiteurs enclos.

Μετὰ τὴν ἐρωτοπραξία
τὸ στρείδι παραμένει περίκλειστο
κι αἰχμάλωτα γιὰ πάντα τῶν ἐραστῶν 
τὰ εὔρωστα μέλη.

Λαμπερὰ μαργαριτάρια πιά.