

Δὲν ἔχει ὄρεξη γιὰ παιχνίδια πιὰ ἡ γάτα
ξαπλώνει στὴν πολυθρόνα καὶ περιμένει
δὲν λέμε τί˙ κάνουμε πὼς δὲν καταλαβαίνουμε
ὥσπου σηκώνεσαι καὶ πᾶς δίπλα της.
Προσεκτικὰ τὴν παίρνεις ἀγκαλιά, μὲ φιλᾶς,
τὴν τυλίγεις σὲ μιὰ κουβέρτα, δὲν λέμε λέξη
ἀλλὰ ξέρω ποῦ τὴν πηγαίνεις˙ ἐπιστρέφεις
σὲ μισὴν ὥρα καὶ δὲν ἀνασαίνει πιά.
Γνωρίζεις πὼς ἐγὼ δὲν θὰ ἄντεχα οὔτε
νὰ τὴν πάω στὴ γιατρὸ οὔτε βέβαια νὰ παραλάβω
τὴ σορό˙ γι᾽αὐτὸ πῆγες, δὲν γινότανε ἀλλιῶς,
θαυμάζω ξανὰ τὴ δύναμή σου καθὼς γκρεμίζομαι.
Νὰ πᾶς γιὰ ἐξετάσεις αὔριο, μοῦ λές, τὸ χρῶμα σου
ἔχει χαθεῖ˙ ὅπως τότε ποὺ σ᾽ἔσωσαν τελευταία στιγμή.

