

Σὲ μιὰ συνέντευξή του ὁ Ashbery, ἐρωτηθεὶς ἂν ἔχει συναίσθηση τῆς ἔμμεσης παρουσίας τοῦ σὲξ σὲ κάποια ποιήματά του, ἀπαντᾶ πὼς ὄχι, ἀλλὰ προσθέτει, φιλοπαίγμων ὡς συνήθως, «I sometimes throw in a little sex just because you ought to have as many things as possible in a poem». Στὴ συνέχεια διατείνεται πὼς εἶναι πιθανὸ νὰ ὑπάρχει πολὺς ἀπωθημένος ἢ ἐξιδανικευμένος ἐρωτισμὸς στὴν ποίησή του, δεδομένου ὅτι γράφει ἔχοντας στὸ νοῦ συγκεκριμένους ἀνθρώπους, γιὰ κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται πράγματι σεξουαλικὴ ἕλξη. Τέλος, χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ, ἐξηγεῖ ὅτι αὐτὴ τὴν ἕλξη προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποσιωπήσει, ὄχι ἀπὸ σεμνοτυφία, ἀλλὰ ἐπειδὴ τοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν πιὸ σημαντικὰ πράγματα, ἂν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ξέρει ἀκόμη ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα.
Τὸ χιοῦμορ αὐτῆς τῆς ἀπάντησης φαίνεται ὅτι διαφεύγει ἀπὸ τοὺς μελετητές, κυρίως δὲ ἐκείνους ποὺ ἐκ ταυτότητος θὰ ἔπρεπε νὰ καταλαβαίνουν καλύτερα, ὅπως πιστεύω ὅτι τοὺς διαφεύγει καὶ ἡ σχέση τῆς ἀστείας αὐτῆς ἀπάντησης μὲ τὴν ποίηση τοῦ Ashbery. Διότι ὁ ποιητὴς δηλώνει στὴν ἴδια φράση ὅτι ὑπάρχουν πράγματα πιὸ σημαντικὰ ἀπὸ τὸ σὲξ τὰ ὁποῖα, ὑποθέτουμε, θὰ ἤθελε νὰ ἀφορᾶ ἡ ποίησή του, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα˙ ὅτι ὁ ἐρωτισμὸς τῆς ποίησής του εἶναι ἀπωθημένος ἢ ἐξιδανικευμένος ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ ποίησή του ἐκκινεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ ποθεῖ σεξουαλικά˙ ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἀποσιωπήσει ἀναφορὲς στὴ σεξουαλικὴ ἕλξη ἀλλὰ καὶ ὅτι προσθέτει μερικὲς φορὲς καὶ λίγο σὲξ διότι ἕνα ποίημα πρέπει νὰ συμπεριλαμβάνει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα πράγματα.



Ἡ ἀλήθεια εἶναι, παραδόξως, ὅτι πράγματι αὐτὰ ποὺ περιγράφει συμβαίνουν στὴν ποίησή του, συνθέτοντας ἕνα mélange adultère de tout, ὅπου ὁ ἐρωτισμὸς εἶναι παρών, ξεκάθαρα παρών, our trash, sperm, and excrement everywhere, smeared / on the landscape, to make of us what we could, καὶ δὲν ἀποσιωπᾶται ἀκριβῶς, ἁπλῶς δὲν ἀφήνεται νὰ ξετυλιχθεῖ, κόβεται ξαφνικὰ καὶ περνᾶμε σὲ κάτι ἄλλο, φαινομενικὰ ἄσχετο, διότι ἕνα ποίημα πρέπει νὰ περιλαμβάνει ὅσο γίνεται περισσότερα πράγματα, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα μπορεῖ ἐπίσης νὰ τὰ διαβάσει κανεὶς ὡς ἐξιδανικεύσεις καὶ ἀπωθήσεις, ἐνίοτε ἀστεῖα παραταγμένες πλάι στὶς ὠμότερες ἐκδοχὲς τοῦ ἐρωτισμοῦ: you slid down on your knees/ for those precious jewels of spring water / planted on the moss, before they got soaked up. Ἡ ταχύτητα τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸν ἕνα κόσμο στὸν ἄλλο μέσα σὲ δύο τρεῖς στίχους, ἡ ἀποσπασματικότητα τῶν ἐρωτικῶν καὶ ἄλλων πράξεων ποὺ περιγράφονται ἤ, συνηθέστερα, ὑπονοοῦνται καὶ ἡ συμπαράθεση φαινομενικὰ ἄσχετων περιγραφῶν καὶ ἀφηγήσεων μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάπου θὰ προκύψει κάποιο νόημα δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης τοῦ Ashbery, ἀλλὰ καὶ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς τρόπου νὰ ὑπάρχει κανείς, a spoiled life, alive, and streaming with light.
Ὅτι ὁ Ashbery δὲν περιλαμβάνεται σὲ ἀνθολογίες queer ποίησης δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ποίησή του, ἀλλὰ μὲ τὴν μικρόνοια τῶν ἀνθολόγων.

