Louise Glück, Τὸ Χαρτὶ


Πῆγα σήμερα στὴ γιατρὸ  –
ἡ γιατρὸς εἶπε ὅτι πεθαίνω,
δὲν εἶπε αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀλλὰ ὅταν τὸ εἶπα ἐγὼ
δὲν τὸ ἀρνήθηκε –

Πόσο κακὸ ἔχεις κάνεις στὸ σῶμα σου, λέει ἡ σιωπή της
Σοῦ τὸ δώσαμε καὶ κοίτα τί τὸ ἔκανες
πῶς τὸ κακομεταχειρίστηκες.
Δὲν ἀναφέρομαι μόνο στὸ κάπνισμα
ἀλλὰ καὶ στὴ διατροφή, στὸ ποτό.

Εἶναι νέα˙ τὸ σῶμα της κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἰατρικὴ μπλούζα.
Τὰ μαλλιά της εἶναι μαζεμένα πίσω, μικρὲς θηλυκὲς τοῦφες
συγκρατοῦνται ἀπὸ ἕνα σκοῦρο λάστιχο. Δὲν αἰσθάνεται ἄνετα ἐδῶ,

στὸ γραφεῖο της, μὲ τὸ πτυχίο κορνιζαρισμένο πάνω ἀπ᾽τὸ κεφάλι της,
νὰ κοιτάζει ἀποτελέσματα ἐξετάσεων
μὲ κάποια νούμερα ὑπογραμμισμένα γιὰ νὰ τὰ προσέξει.
Ἡ σπονδυλική της στήλη εἶναι ἴσια, ἐπίσης, χωρὶς συναίσθημα.

Κανεὶς δὲν μὲ δίδαξε πῶς νὰ προσέχω τὸ σῶμα μου.
Μεγαλώνοντας, σὲ προσέχει ἡ μαμά σου ἢ ἡ γιαγιά σου.
Ὅταν γλιτώνεις ἀπ᾽ αὐτές, ἀναλαμβάνει ἡ γυναίκα σου, ἀλλὰ εἶναι φοβισμένη,
δὲν κάνει καὶ πολλά. Ὁπότε, αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ἔχω
γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ γιατρὸς μὲ κατηγορεῖ  – πάντοτε τὸ φρόντιζαν γυναῖκες
καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ἔκαναν πολλὰ λάθη.

Ἡ γιατρὸς μὲ κοιτάζει  –
ἀνάμεσά μας, μιὰ στοίβα βιβλία καὶ ντοσιέ.
Εἴμαστε μόνοι στὴν κλινική.

Ὑπάρχει μιὰ καταπακτὴ ἐδῶ, καὶ μέσα της
ἡ χώρα τῶν νεκρῶν. Καὶ οἱ ζωντανοὶ σὲ σπρώχνουν
θέλουν νὰ μπεῖς πρῶτος, πρὶν ἀπὸ αὐτούς.

Ἡ γιατρὸς τὸ γνωρίζει αὐτό. Ἔχει τὰ βιβλία της,
κι ἐγὼ ἔχω τὰ τσιγάρα μου. Στὸ τέλος
γράφει κάτι σὲ ἕνα χαρτί.
Αὐτὸ θὰ τακτοποιήσει τὴν πίεσή σου, λέει.

Καὶ τὸ βάζω στὴν τσέπη μου, καὶ φεύγω.
Καὶ μόλις βγῶ ἔξω, τὸ σκίζω, σὰν νὰ ἦταν εἰσιτήριο γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο.

Ἦταν τρέλλα ὅτι ἦρθε ἐδῶ,
σὲ ἕναν τόπο ὅπου δὲν ξέρει κανέναν.
Εἶναι μόνη, δὲν φοράει βέρα.
Μόνη στὸ σπίτι, ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πίνει ἕνα, μετρημένο, ποτήρι κρασὶ τὴν ἡμέρα
καὶ τὸ δεῖπνο της δὲν εἶναι δεῖπνο.


Καὶ βγάζει τὴν ἄσπρη μπλούζα:
ἀνάμεσα στὴ μπλούζα καὶ τὸ σῶμα της,
φοράει μόνο ἕνα λεπτὸ βαμβακερό.
Καὶ κάποια στιγμή, τὸ βγάζει κι αὐτό.

Γιὰ νὰ γεννηθεῖς, τὸ σῶμα σου συνάπτει μιὰ συμφωνία μὲ τὸν θάνατο
κι ἔκτοτε τὸ μόνο ποὺ κάνει εἶναι νὰ προσπαθεῖ νὰ μὴν τὴν τηρήσει –

Ξαπλώνεις μόνος. Ἴσως κοιμᾶσαι, ἴσως δὲν ξυπνᾶς ποτέ.
Γιὰ πολὺ καιρό, ὅμως, ἀκοῦς κάθε ἦχο.
Εἶναι μιὰ νύχτα ὅπως ὅλες οἱ θερινὲς νύχτες˙ τὸ σκοτάδι δὲν ἔρχεται ποτέ.

Σχόλια

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.