Ὀχτὼ Ποιήματα τοῦ Rick Barot

Εἰσαγωγὴ

Ὁ Ρὶκ Μπάροτ γεννήθηκε στὶς Φιλιππίνες τὸ 1969, ἀλλὰ μεγάλωσε στὸ Σὰν Φρανσίσκο τῆς Ἀμερικῆς. Ἔχει ἐκδώσει πέντε ποιητικὰ βιβλία: Ἡ πιὸ σκοτεινὴ πτώση (The Darker Fall) τὸ 2002, Πόθος (Want) τὸ 2008, Συγχορδία (Chord) τὸ 2015 καὶ Στὴ διάρκεια τῆς πανδημίας (During the Pandemic) καὶ Οἱ Γαλέρες (The Galleons) τὸ 2020. Ποιήματά του ἔχουν δημοσιευθεῖ στὰ πιὸ σημαντικὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά (Poetry, The Paris Review, Ploughshares, The Kenyon Review, The Threepenny Review) ἀλλὰ καὶ στὸ New Yorker. Ποιήματά του δὲν ἔχουν, ὣς τώρα, μεταφραστεῖ στὰ ἑλληνικά.

Ἡ ποίηση τοῦ Μπάροτ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν μίξη συγκεκριμένων καὶ ἀφηρημένων στοιχείων, μὲ μιὰ μέθοδο ποὺ θυμίζει τὸν Φρὰνκ Ο᾽Χάρα, ἀλλὰ καί, ἀναπόφευκτα, τὸν Τζὼν Ἄσμπερυ: παρατίθενται, συχνὰ μὲ ρυθμὸ καταιγιστικό, φαινομενικὰ ἑτερόκλητες εἰκόνες καὶ θραύσματα γεγονότων ἢ ἀφηγήσεων, καθὼς καὶ ἀφηρημένες σκέψεις καὶ θεωρητικὰ σχόλια, ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως ὑπονομεύουν τὴ συνοχὴ τοῦ κάθε ποιήματος. Ἐντούτοις, στὴ δεύτερη ἢ τρίτη ἀνάγνωση, ἀρχίζει νὰ γίνεται ὁρατὸ τὸ ὑπόρρητο νόημα καὶ νὰ ἀποσαφηνίζεται ὁ κοινὸς παρονομαστὴς ὅλων τῶν στοιχείων, καθὼς καὶ ἡ σχέση καὶ ἡ σύνδεσή τους. Αὐτὴ ἡ βαθμιαία κατασκευὴ τοῦ νοήματος ἀπὸ φαινομενικὰ ἑτερόκλητα στοιχεῖα φαίνεται πὼς ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ ἀρκετῶν σύγχρονων ἀγγλόφωνων queer ποιητῶν, ἀπηχώντας ἴσως τὶς διαδιακασίες κατασκευῆς τῆς queer ταυτότητας ἐν γένει.

Τεχνικά, ὁ Μπάροτ προτιμᾶ τὶς σφιχτὲς φόρμες, τόσο ὡς πρὸς τὴ στιχουργικὴ δομὴ ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὴ γραμματικὴ καὶ τὴ σύνταξη. Σχεδὸν ὅλα τὰ ποιήματά του ἀποτελοῦνται ἀπὸ σύντομες στροφὲς ἴσου ἀριθμοῦ στίχων, οἱ ὁποῖες ὅμως σπανίως ὁλοκληρώνουν μιὰ θεματικὴ ἤ συντακτικὴ ἑνότητα, καθὼς σχεδὸν πάντα παρατηροῦμε διασκελισμούς, ἐνίοτε θεαματικούς, τόσο μεταξὺ στίχων ὅσο καὶ μεταξὺ στροφῶν˙ συχνὰ μάλιστα, ὁλόκληρο τὸ ποίημα ἀποτελεῖται ἀπὸ μία μακρά, κατατμημένη σὲ στίχους καὶ στροφές, συντακτικὴ περίοδο μὲ πολλὲς δευτερεύουσες προτάσεις. Ἡ τεχνικὴ αὐτὴ ἐντείνει τὴν ἐντύπωση τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν εἰκόνων, τῶν γεγονότων καὶ τῶν σκέψεων, λειτουργώντας μὲ τρόπο ἀθροιστικὰ ἀνοικειοποιητικό, ὑπονομεύοντας δηλαδὴ καὶ μέσῳ τῆς μορφῆς τὴν ἐντύπωση ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ὁ ἀνυποψίαστος ἀναγνώστης ὅτι ὑπάρχει νόημα δεδομένο καὶ συνεκτικὸ στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο καλεῖται ὁ δημιουργὸς ἁπλῶς νὰ ἀποτυπώσει ποιητικά.

Ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς στὸ «Ἀντανακλαστικὸ τοῦ Κερατοειδοῦς», τὸ θραῦσμα καὶ ὄχι τὸ ὅλον / εἶναι ἡ ζωή, ἡ εἰκόνα καὶ ὄχι ἡ ἀφήγηση. Πράγματι, ὅπως ἐξηγεῖ σὲ συνέντευξή του στὴν Jane Wong[1], ὅταν γράφει κανείς, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ δημιουργήσει μιὰ δομή, ἕνα ὄχημα ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ συλλάβει ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἀνεπανόρθωτα ἀπωλεσθὲν περιεχόμενο μιᾶς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας ποὺ ἔχει ἤδη βιωθεῖ. Γιὰ τὸν Μπάροτ, ἠ ἀπώλεια τοῦ περιεχομένου εἶναι δεδομένη καὶ ἡ γραφὴ εἶναι μιὰ προσπάθεια κάτι νὰ περισωθεῖ, μιὰ ἔκφραση τῆς ἄρνησης νὰ ἀποδεχθεῖ κανεὶς αὐτὴν τὴν ἀπώλεια.  

Ἐντούτοις, ὁ Μπάροτ δὲν ἐπιδιώκει ἁπλῶς νὰ καταγράψει ποιητικὰ ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἀνακληθεῖ ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀνακαλύψει ἕνα καινούριο νόημα μέσα ἀπὸ τὴν ἐπεξεργασία τῶν βιωμάτων. Ἡ ποιητικὴ δημιουργία, μᾶς λέει ὁ ἴδιος[2], περιλαμβάνει τὴν ἐπεξεργασία τῆς βιωμένης ἐμπειρίας ὥστε νὰ ἀνακαλυφθεῖ ἕνα νόημα, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι αὐτομάτως διαθέσιμο, καὶ ἑπομένως ἡ διαδικασία τῆς ἀνακάλυψής του ἐνέχει κινδύνους. Ποίηση, γιὰ τὸν Μπάροτ, εἶναι ἡ σύνδεση ἑνὸς περιεχομένου νέου, ἀνατρεπτικοῦ καὶ κινδυνώδους μὲ μιὰ μορφὴ αὐστηρή, ποὺ ἔχει ὅμως ἐπίγνωση τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ τέχνη εἶναι μιὰ κατασκευή, ὅτι ὑπάρχει δηλαδὴ ἀρκετὴ «χειρωνακτικὴ» δουλειά ποὺ πρέπει νὰ γίνει.

Ἐπέλεξα νὰ μεταφράσω ἐδῶ ποιήματα ἀπὸ διαφορετικὲς περιόδους τῆς ποιητικῆς δημιουργίας τοῦ Μπάροτ, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν πρώτη του συλλογή, τοῦ 2002, καὶ φτάνοντας ὣς πολὺ πρόσφατα ποιήματα δημοσιευμένα σὲ περιοδικά μετὰ τὴν ἔκδοση τῆς τελευταίας του συλλογῆς. Μοῦ φαίνεται ὅτι τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησής του ποὺ περιέγραψα παραπάνω εἶναι παρόντα ἤδη στὸ «Διαβάζοντας Πλάτωνα» τοῦ 2002, ἀλλὰ ἡ κατασκευὴ τοῦ νοήματος ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν παρατήρηση τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας εἶναι σαφῶς πιὸ ξεκάθαρη καὶ πιὸ πετυχημένη σὲ πρόσφατα ποιήματα ὅπως «Τὸ Πάρκο Ράιτ» καὶ «Οἱ Ἐραστές», ὅπου ἡ βιωμένη ἐμπειρία τοῦ queer ὑποκειμένου δὲν περιορίζεται σὲ περιηγητικοῦ τύπου καταγραφές, ἀλλὰ ὁδηγεῖ ἀκριβῶς σὲ μία νέα, ἀνατρεπτικὴ ἐπίγνωση καὶ γνώση.


[1] Wong, J. (2020). The Trail of Connections: Rick Barot interviewed by Jane Wong. Bomb Magazine. Ἀνακτήθηκε ἀπὸ https://bombmagazine.org/articles/rick-barot-interviewed στὶς 20/8/2023.

[2] Shaikh, Α. (2022). Archival & elegiac mourning: an interview with Rick Barot. Ἀνακτήθηκε ἀπὸ https://sites.lsa.umich.edu/mqr/2022/06/archival-elegiac-mourning-an-interview-with-rick-barot στὶς 10/9/2023

Διαβάζοντας Πλάτωνα

Τὰ πρωινά, θυμᾶμαι, γιὰ νὰ κρατηθῶ στὴ ζωὴ
ἐπεξεργαζόμουν τὶς καρδοῦλες ποὺ ἦσαν χαραγμένες στὰ παράθυρα
τοῦ λεωφορείου, ἢ τὰ ἀρχικὰ ποὺ κάποιοι χάραζαν

στὰ πλαστικὰ διαχωριστικὰ τῶν ταξὶ καθὼς
ὁ ταξιτζὴς μιλοῦσε γιὰ τὸ ψωμὶ ποὺ ζύμωνε
ὁ πατέρας του κι ἦταν τόσο σκληρὸ ποὺ σοῦ ἔσπαγε τὰ δόντια

ἢ διηγόταν μιὰ ἱστορία χιλιοειπωμένη γιὰ τὰ ὑδραυλικὰ
στὸ Νέο Δελχί, ὅπου κάθε ὄροφος πολυκατοικίας στεγάζει ὁλόκληρο χωριό,
πέρασε ὅλη του τὴν παιδικὴ ἡλικία σὲ ἕνα τέτοιο κτήριο, τίποτα

δὲν τοῦ ἄρεσε, ἀλλὰ τώρα τοῦ ἔλειπε, ἀκόμα
καὶ ἡ φασαρία καὶ ἡ δυσωδία τοῦ ἔλειπε, καὶ ἡ λεωφόρος
ξαφνικὰ ἄδειαζε μπροστά μας, ὁ οὐρανὸς

ἀδιαπέραστα καθαρὸς σὰν τὸν πάτο ἑνὸς μπουκαλιοῦ, ἡ κάθε καρδιὰ
καὶ τὸ κάθε ὄνομα ἕνα μικρὸ ἐλπιδοφόρο ποίημα
ἐπειδὴ ὑπῆρχε ἕνα ἐσὺ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔφευγα ἢ ἕνα ἄλλο

στὸ ὁποῖο πήγαινα, πολλοὶ πάγκοι μὲ λουλούδια
καὶ φροῦτα μᾶς προσπερνοῦσαν, πολλὲς μορφὲς προσηλωμένες
στὸν προορισμό τους, ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ πόλη μιὰ καρδιά,

κι ἔτσι ὅταν ἔτρεμαν τὰ πεζοδρόμια ἀπὸ τὰ τραῖνα
ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω, τὰ ἀγαποῦσα κι αὐτά,
ὅπως τὴ σειρήνα ἑνὸς πλοίου ποὺ καταπλέει τὰ χαράματα ἢ τὸ πρόσωπο

ποὺ καθρεφτίζεται τὸ πρωὶ στὴν ἀνοξείδωτη καφετιέρα,
τὰ κυκλικὰ ξύσματα τοῦ μολυβιοῦ ποὺ γεμίζουν
σὰν ἐρωτήματα τὸ πάτωμα, τὸν ἥλιο ποὺ φωτίζει

ἕνα κομμάτι πατώματος, ἀκόμα μιὰ σελίδα ποὺ δὲν μὲ ἔμαθε
τὸν ἑαυτό μου, καθὼς τώρα ποὺ ὁ Σωκράτης περιγράφει
πῶς ξεπροβάλλουν ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἐρωμένου φτερὰ

σὰν φλόγες στὸν ὁρίζοντα, δὲν σκέφτομαι πιὰ τόσο πολὺ
τὸ φῶς, ἀλλὰ τὸ δέρμα τῆς πλάτης ποὺ σκίζεται
γιὰ νὰ βγεῖ τοῦ φτεροῦ ἡ ἄκρη,

τὸν ξαφνικὸ πόνο στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ σταδιακὸ
ξάνοιγμα, καὶ πῶς ξεραίνεται τὸ αἷμα πάνω στὰ φτερὰ ὥσπου
ν᾽ ἀρχίσεις νὰ νοιώθεις τὴ χρησιμότητά τους.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ The Darker Fall, 2002)

Τὸ ξύλινο παλτὸ

Τελικά φαίνεται πὼς ἄλλο πράγμα εἶναι μιὰ λεπτομέρεια
κι ἄλλο μιὰ εἰκόνα. Μιὰ πικραλίδα στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου
εἶναι ἁπλῶς λεπτομέρεια, ἐνῶ ἡ πικραλίδα τατουὰζ στὸν δικέφαλο
μιᾶς φίλης εἶναι εἰκόνα, ἐπειδὴ κινεῖται ὅπως κινεῖται τὸ σῶμα της,

ἀκόμη κι ὅταν τὸ πουκάμισο καλύπτει τὸν μικρὸ ἀγκαθωτὸ μαῦρο ἥλιο
καὶ τὸν λεπτὸ μίσχο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ γραμμοκώδικας
στὸν αὐχένα ἑνὸς ἄλλου φίλου εἶναι ἁπλῶς μιὰ λεπτομέρεια,
ὥσπου μαθαίνεις ὅτι ἡ σειρὰ τῶν ἀριθμῶν ἀπὸ κάτω

εἶναι οἱ ἀριθμοὶ ποὺ χαράξανε στὸ χέρι τοῦ παπποῦ του
σ᾽ ἕνα στρατόπεδο στὴν Πολωνία. Τότε γίνεται εἰκόνα, κάτι
περισσότερο ἀπὸ ἁπλὸ γεγονός, καὶ ἐνεργοποιεῖ τὶς αἰσθήσεις τοῦ ἀναγνώστη.
Ξέρω ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν ἔχει σημασία, παρὰ μόνο στὴν ποίηση,

ὅπου ἕνα φέρετρο δὲν εἶναι παρὰ φέρετρο ὥσπου κάποιος
σὲ μιὰ κηδεία τὸ ὀνομάζει ξύλινο παλτό, μιὰ εἰκόνα
τόσο δυνατὴ καὶ συγχρόνως τόσο θερμὴ ποὺ ξεχνᾶς
ὅτι ἀφορᾶ τὸν θάνατο. Στὴν κηδεία τοῦ θείου μου, τὸ φέρετρο

ἦταν ὄμορφο σὰν τοὺς πολυελαίους ποὺ φωτίζουν
αἴθουσες ὅπου ὑπογράφονται συνθῆκες. Μοῦ θύμισε
πόσο πολὺ τὸν ἀγαποῦσαν. Μοῦ θύμισε τὶς κηδεῖες τῆς φυλῆς
τῶν Σοσόνων, ὅπου ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ νεκροῦ

κατέληγαν σὲ μιὰ φωτιά, ἀκόμη καὶ τὸ ἄλογό του. Σὲ αὐτὴ τὴν τελευταία
πρόταση, τὸ ἄλογο εἶναι λεπτομέρεια ἢ εἰκόνα; Δὲν ξέρω
στ᾽ ἀλήθεια. Στὸ μυαλό μου, τὰ ἄλογα δὲν ἐμφανίζονται ποτὲ
κοντὰ σὲ φωτιές, καὶ οἱ λεπτομέρειες εἶναι λαμπερὲς ὅσο καὶ οἱ εἰκόνες.

Ἡ κόκκινη μπιγκόνια ποὺ πνίγει τὸν φράχτη. Τὰ ροῦχα
ποὺ καίγονται. Τὸ κάθε τατουὰζ ποὺ ἀγγίζω στὴν πλάτη σου:
τὰ τρία σκίτσα ποὺ δείχνουν πῶς νὰ χρησιμοποιοῦμε τσόπστικς,
τὸ τετράφυλλο τριφύλλι, τὸ ρολόι μὲ τοὺς δεῖκτες κολλημένους στὶς 12.05.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ Chord, 2015)

Μουσαμάδες

Κοιτάζω τοὺς μαύρους μουσαμάδες ποὺ ἁπλώνουν σὰν χαλιὰ
κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα, γιὰ νὰ μαζέψουν τὶς ἑλιὲς

ποὺ πέφτουν σὰν βροχή. Ἐπίσης, τὸν φωτεινὸ γαλάζιο μουσαμὰ
ποὺ καλύπτει τὴ μισογκρεμισμένη στέγη

τῆς ἀποθήκης τοῦ γείτονα, τὸ χρῶμα του εἶναι τὸ μοναδικὸ χρῶμα
ποὺ διακρίνεται τοὺς χειμωνιάτικους μῆνες.  Ἕναν ἀκόμα μουσαμὰ

ποὺ καλύπτει ἕναν σωρὸ τοῦβλα καὶ παίρνει τὸ σχῆμα τους.
Ἕναν ἄλλο τὸν πῆρε ὁ ἀέρας ἀπὸ τὴν καρότσα ἑνὸς φορτηγοῦ,

ἦταν μαῦρος σὰν πιάνο, ἂν μποροῦσε ἕνα πιάνο νὰ πετάξει.
Ἔχω δεῖ κι αὐτοὺς ποὺ ἁπλώνουν κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες

καὶ παίρνουν τὸ σχῆμα τοῦ ὕπνου. Θὰ μποροῦσα νὰ συνεχίσω
μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὣς τὸ τέλος τῆς σελίδας, ἂν καὶ

αὐτὸ ποὺ ἔχω κατὰ νοῦ δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ μουσαμάς,
ἀλλὰ ἡ πεποίθηση πὼς τὸ συγκεκριμένο ὑλικὸ

προστατεύει κατὰ κάποιον τρόπο αὐτὰ ποὺ καλύπτει.
Δὲν ὑπάρχει προστασία. Δὲν μπορεῖς νὰ καλύψεις μὲ μουσαμὰ

ἕνα κύμα. Δὲν μπορεῖς νὰ καλύψεις μὲ μουσαμὰ
ἔναν πόλεμο. Δὲν μπορεῖς νὰ καλύψεις μὲ μουσαμὰ τὴ διαρροὴ

τῆς πετρελαιοπηγῆς στὸν πυθμένα τοῦ ὠκεανοῦ.
Δὲν ὑπάρχει μουσαμὰς νὰ σκεπάσει τὴ μαινόμενη μορφὴ στὸ μυαλό σου

ποὺ κάθεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ σκίζει ἀποδείξεις
καὶ ἐφημερίδες. Δὲν ὑπάρχει μουσαμὰς νὰ καλύψει τὸν φόβο

ποὺ μόνη του διέξοδος εἶναι ἡ γλώσσα
τόσο ἀσαφὴς ποὺ σχεδὸν δὲν σημαίνει αὐτὸ ποὺ σημαίνει.

Ἐκεῖνος δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἐκείνη εἶναι ἄρρωστη καὶ δὲν θυμᾶται
οὔτε τὸ ὄνομά της. Ἐκεῖνος εἶναι γέρος. Καὶ ντρέπεται.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ Chord, 2015)

Τὸ Κορίτσι ποὺ Κουβαλοῦσε μιὰ Σκάλα

Διαβάζω πὼς ἕνας πολυτελὴς οἶκος μόδας λανσάρισε
σάκο τοῦ μπὸξ ποὺ τιμᾶται €175.000 καὶ τὴν ἴδια μέρα

βλέπω τὴ φωτογραφία ἑνὸς κοριτσιοῦ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη ποὺ κουβαλάει
μιὰ σκάλα κάθε πρωὶ καὶ πάει στὸ σχολεῖο. Γιὰ νὰ μπορέσω

νὰ λύσω τὴν ἀπορία μου γιὰ ποιό λόγο ἕνας σάκος τοῦ μπὸξ
κοστίζει τόσα λεφτά, χρειάζεται νὰ ἐξετάσω γιὰ ποιό λόγο μὲ σαγηνεύει

ὁ σάκος τοῦ μπὸξ ὅπως ἄλλους σαγηνεύουν τὰ ρὸζ
γατάκια ἢ κάποιους σαγηνεύουν οἱ στολὲς παραλλαγῆς

κι ἄλλους ἀκόμη σαγηνεύουν οἱ θεοί τους. Τὸν θέλω
αὐτὸν τὸν σάκο τοῦ μπὸξ ὅπως τὸ κορίτσι ποὺ κουβαλάει τὴ σκάλα θέλει

νὰ πάει σχολεῖο: ἐμμονικά, ἀμείλικτα, παράλογα. Κουβαλάει
μιὰ σκάλα τρεῖς φορὲς τὸ μπόι της, ἀκουμπάει

τὴ σκάλα στὸν τοῖχο ποὺ τὴν χωρίζει ἀπὸ τὸ σχολεῖο της
καὶ σκαρφαλώνει στὴ σκάλα σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ καθημερινὴ

συνήθεια, καὶ πράγματι καθημερινὴ συνήθεια εἶναι. Σκέφτομαι τὸν σάκο τοῦ μπὸξ
κι ὁ νοῦς μου πάει στὸ σέξ. Σκέφτομαι τὴ σκάλα κι ὁ νοῦς μου πάει σὲ κήπους.

Σκέφτομαι τὸ κορίτσι ποὺ κουβαλάει τὴ σκάλα γιὰ νὰ πάει σχολεῖο
καὶ μοῦ ἔρχονται στὸν νοῦ τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς ποὺ κουβαλᾶνε ρὸζ

σακίδια παραλλαγῆς, καὶ δὲν ἔχουν ἰδέα ποιόν στρατὸ ἀντιπροσωπεύει
ἡ παραλλαγή. Τὸ λογότυπο τοῦ πολυτελοῦς οἴκου εἶναι τυπωμένο

παντοῦ στὸν σάκο τοῦ μπόξ, σὰν τὴν παραλλαγὴ ποὺ κυριεύει τὰ πάντα: σεντόνια
μὲ παραλλαγή, θῆκες τηλεφώνου μὲ παραλλαγή, πουκάμισα μὲ παραλλαγὴ

σὲ νέον χρώματα ποὺ τὰ φορᾶνε ὅλοι, ἀκόμα καὶ αὐτοὶ ποὺ ψηφίζουν
ἐναντίον τῆς ὁπλοφορίας. Ζοῦμε μέσα στὸ παράδοξο καὶ εὐημεροῦμε. Ζοῦμε

μέσα στὸ παράδοξο καὶ ἀκμάζουμε. Ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνω πῶς τὸ κορίτσι
ξεπερνᾶ τὸ ἐμπόδιο τοῦ ἀγκαθωτοῦ σύρματος στὴν κορυφὴ τοῦ τοίχου.

Καὶ πόσο ζυγίζει ἡ σκάλα. Καὶ τί τὴν κάνει τὴ σκάλα
ὅταν φτάνει στὸ σχολεῖο. Τὴν ἀκουμπάει στὸν τοῖχο μὲ τὶς ἄλλες

σκάλες, ὅπως τὰ παιδιὰ ἀφήνουν τὰ ποδήλατά τους στὶς εἰδικὲς σχάρες
στὰ σχολεῖα; Αὐτὸ ποὺ δὲν καταλαβαίνω εἶναι γιατί δύο ἄντρες ποὺ μοιάζουν

θεοὶ θέλουν νὰ συντρίψουν ὁ ἕνας τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου
ἐνῶ ξέρουν πὼς μόνο αἷμα θὰ βροῦν στὰ συντρίμμια. Καὶ γιατί

τὰ παιδιὰ φέρνουν μῆλα στοὺς δασκάλους τους καὶ ὄχι
καρύδες ἢ γκρέηπφρουτ. Καὶ γιατί τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς

πηγαίνοντας στὸ σχολεῖο κάθε πρωὶ κουβαλᾶνε σακίδια
τόσο βαριὰ ποὺ εἶναι σὰν νὰ κουβαλᾶνε ὁλόκληρο τὸν κόσμο στὶς πλάτες τους.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ The Galleons, 2020)

Ὁ Ψύλλος

Κάποια στιγμὴ στάθηκα κι ἀναρωτήθηκα
τί ποιήματα μποροῦσα νὰ γράψω, ποὺ νὰ εἶναι διαφορετικὰ

ἀπὸ τὰ ποιήματα ποὺ ἤθελα νὰ γράψω, καὶ τὸ «ἤθελα»
ἦταν ἡ ἀπόδειξη πὼς δὲν μποροῦσα νὰ γράψω αὐτὰ τὰ ποιήματα, πὼς

τὰ ποιήματα αὐτὰ ἦσαν ἀδύνατα. Αὐτὸ ποὺ μποροῦσα
ἦταν διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἤθελα. Μ᾽αὐτὴ τὴ διαπίστωση

ξεκινοῦσα μιὰ νέα σύνθεση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σύνθεση,
κι ὄχι ἁπλῶς μιὰ σειρὰ ἀναζητήσεων ποὺ ἦταν βέβαιο

πὼς θὰ ἀποτύγχαναν, καθὼς δὲν εἶχα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ ἔχω
τὴ δυνατότητα νὰ τὶς ὁλοκληρώσω. Θέλησα λοιπὸν νὰ χτίσω ἕνα λογικὸ

οἰκοδόμημα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ παρακολουθήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀναγνώστη
ὅπως ἕναν παλιὸ πέτρινο τοῖχο γύρω ἀπὸ ἕνα τοπίο, ἀλλὰ δὲν μοῦ βγῆκε

τίποτε τόσο στερεὸ ἢ τόσο συνεχές. Ἡ στιβαρότητα
ποὺ ἐπεδίωκα διαλυόταν καὶ μετατρεπόταν σὲ σύγχυση

σὲ ἕνα ἀδιάκοπο συνονθύλευμα εἰκόνων τῶν ὁποίων τὸ σύνολο
δὲν ἦταν παρὰ πλίνθοι καὶ κέραμοι ἀτάκτως ἐρριμμένοι

στὸ ντουλαπάκι τοῦ συνοδηγοῦ. Δὲν εἶχα ἐμπιστοσύνη
στὰ ἐλαττώματά μου, ἀλλὰ πίστευα, ἔστω ἀπρόθυμα,

στὸ συγκεκριμένο. Ὑπῆρχε πραγματικὰ ἕνας πέτρινος τοῖχος,
ὅλο καὶ πιὸ συμπαγὴς ὅσο περνοῦσαν τὰ χρόνια, ἕνας τοῖχος γερὸς

καὶ συνηθισμένος ὅπως ἡ ψυχή. Ὑπῆρχε ὁ ψύλλος
ποὺ προσγειώθηκε στὸ χέρι μου καθὼς διάβαζα ἕνα βράδυ.

Μιὰ μικρὴ μαύρη κηλίδα ποὺ δὲν φαντάζεσαι πόσο δυνατὰ θὰ σὲ τσιμπήσει.
Ὁ ψύλλος, ἕνα ἔντομο χωρὶς φτερά, ποὺ μπορεῖ νὰ πηδήξει

σὲ ὕψος δεκαέξι πόντων καὶ σὲ μάκρος εἴκοσι πέντε.
Ὁ ψύλλος ποὺ μοιάζει, ἂν τὸν κοιτάξεις μὲ μεγεθυντικὸ φακό,

σὰν ἐχθρικὸ διαστημόπλοιο ἀπὸ ταινία ἐπιστημονικῆς φαντασίας,
ποὺ μπορεῖ νὰ ζήσει χρόνια, καὶ γιὰ νὰ ζήσει

πίνει τὸ αἷμα ζώων καὶ πτηνῶν
καὶ ἡ πρακτικἠ αὐτὴ ὀνομάζεται, ἐπιστημονικά, αἱματοφαγία.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ The Galleons, 2020)

Τὸ Ἀντανακλαστικό τοῦ Κερατοειδοῦς

Ἀποτελεῖ πεποίθησή μου πὼς ἂν κανεὶς ζήσει γιὰ πολλὰ χρόνια
θὰ μείνουν τρεῖς ἢ τέσσερις ἱστορίες ἀπὸ τὴ ζωή του.

Μιὰ ἱστορία ταξιδιοῦ ἣ μεταμόρφωσης.
Μιὰ ἐρωτικὴ ἱστορία, ποὺ συνήθως καταλήγει σὲ ἀπογοήτευση, μιὰ ἱστορία

ἀπώλειας. Καὶ μιὰ ἱστορία πνευματικῆς φώτισης,
ἡ ὁποία, γιὰ πολλούς, εἶναι μᾶλλον ἡ στιγμὴ τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου,

μιὰ ἱστορία ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ διηγηθεῖς, ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ μέση
καὶ τὸ τέλος της χάνονται μέσα σὲ μιὰ ἔκβαση ποὺ λιώνει μαζὶ μὲ τὸν ἀφηγητή.

Τὴν κουβαλάω αὐτὴ τὴν πεποίθηση πολλὰ χρόνια καὶ ἑπομένως
γνωρίζω πιὰ ὅτι δηλώνει μιὰ ρομαντικὴ ἀντίληψη κι ὅτι διαβρώνεται κάθε φορὰ

ποὺ διαπιστώνω πὼς τὸ θραῦσμα καὶ ὄχι τὸ ὅλον
εἶναι ἡ ζωή, ἡ εἰκόνα καὶ ὄχι ἡ ἀφήγηση. Εἰδάλλως,

δὲν ἐξηγεῖται πῶς τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο
ποὺ πῆρα παιδὶ γιὰ νὰ μεταναστεύσω σὲ μιὰν ἄλλη χώρα

εἶναι τὸ φακελάκι μὲ τὸ ὑγρὸ χαρτομάντιλο ποὺ μᾶς ἔδωσαν μὲ τὸ γεῦμα,
τὴν ἀπορία γιὰ τὸν παραλογισμὸ αὐτό. Ἢ ἐπίσης πῶς, ὅταν ἐρωτεύτηκα,

σκαρφαλωμένοι ψηλὰ σὲ ἕνα δέντρο μιὰ νύχτα, ἐκεῖνος κι ἐγὼ καθόμασταν
σὲ ἕνα κλαδὶ μούσκεμα ἀπὸ τὴ βροχὴ καὶ τρώγαμε κρουασὰν ἀπὸ τὸ περίπτερο. Ἢ θυμᾶμαι

αὐτὴ τὴ σκηνὴ μιᾶς ἱστορίας ποὺ δὲν εἶναι κἂν δική μου, ποὺ δὲν εἶναι κἂν ἱστορία
ἀλλὰ μόνο ἀνάμνηση ἑνὸς συμβάντος, ἕναν φίλο νὰ κρατάει ἀγκαλιὰ ἕνα ἀδέσποτο

σκυλὶ ποὺ χτυπήθηκε ἀπὸ αὐτοκίνητο. Χωρὶς νὰ ξέρει ἂν τὸ σκυλὶ
εἶναι νεκρό, ὁ φίλος τηλεφώνησε σὲ ἄλλον φίλο

ποὺ δούλευε σὲ κτηνιατρεῖο. Τσίμπα τὸ μάτι του, εἶπε ὁ φίλος,
ἂν τὸ ζῶο δὲν ἀνοιγοκλείσει ἀντανακλαστικὰ τὰ μάτια του,

σημαίνει κατὰ πᾶσα πιθανότητα πὼς εἶναι νεκρό. Δεκαετίες μετὰ
τὴν ἀποφοίτησή μας, ὅταν ἀποκτᾶ κανεὶς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς συνήθειες,

ἔψαξα στὸ ἴντερνετ γιὰ νὰ δῶ τί ἀπέγινε τὸ δεκαοχτάχρονο
ἀγόρι ἀπὸ τὸ δέντρο. Σὰν ἀρμαθιὲς κλειδιὰ ξεχασμένα

σὲ κάποιο συρτάρι, ἐμφανίστηκαν δεκάδες λάθος ἄνθρωποι μὲ τὸ σωστὸ ὄνομα.
Ἕνα ἀγόρι ποὺ πέθανε ἀπὸ λευχαιμία καὶ δώσανε τὸ ὄνομά του

στὸ γυμναστήριο τοῦ σχολείου. Ἕνας παλαιστὴς μὲ γωνιῶδες πρόσωπο
καὶ καπέλο, σὰν ἀστυνομικὸς ἐπιθεωρητὴς σὲ ταινία κόμικς.

Ὅταν ἔφτασα σὲ μιὰ σελίδα ποὺ ἀφοροῦσε ξεκάθαρα
αὐτὸν ποὺ ἔψαχνα, δὲν ἀναγνώρισα τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ τὴ ζωὴ

ποὺ εἶχε ζήσει. Εἶχε πάρει μεταγραφὴ
σὲ ἄλλο πανεπιστήμιο, σὲ σχολὴ κινηματογράφου, καὶ εἶχε γίνει παραγωγὸς

ντοκυμανταὶρ γιὰ τὴν τηλεόραση. Μιὰ ταινία γιὰ τοὺς ψαράδες, γιὰ τὴ δυσκολία
τῆς ἁλιείας στὴν Ἀλάσκα. Μιὰ ταινία γιὰ τὸν Ἀβραὰμ Λίνκολν

καὶ μιὰ ταινία γιὰ τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ.
Μιὰ ταινία γιὰ τοὺς Σέρπα, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν τὰ Ἱμαλάια.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ The Galleons, 2020)

Τὸ Πάρκο Ράιτ

Ὁπωσδήποτε ἔχει κρύψει ναρκωτικὰ σ᾽αὐτὸ τὸ σακίδιο
ποὺ ἔχει πέσει στὸ γρασίδι. Ἕνας μπάτσος μετακινεῖ

τὸ ποδήλατο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔχουν ρίξει τὸν ἄντρα χάμω,
τοῦ ἔχουν περάσει χειροπέδες καὶ στέκονται γύρω του,

δὲν κινεῖται ἀλλὰ σίγουρα δὲν ἔχει τραυματισθεῖ, περιμένει
ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ δεῖ τί θὰ γίνει μετά.

Εἶναι ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πούστηδες μὲ τὰ ποδήλατα,
λέει ἕνας γέρος μὲ μπαστούνι ποὺ ἔχει πλησιάσει.

Γιατί μαζεύτηκε τόση ἀστυνομία; Εἶναι ὡραῖο τὸ πάρκο
καθὼς νυχτώνει. Ὁ οὐρανὸς ἕνας γκριζογάλανος θόλος

τὰ παρτέρια σὰν τραπέζια τοῦ μπιλιάρδου. Μὲς στὰ ἑκατοντάδες
δέντρα φυσάει ἕνα εὐχάριστο, δροσερὸ ἀεράκι.

Τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἐρρίκου Ἴψεν δεσπόζει πάνω
ἀπὸ τὴ λίμνη μὲ τὶς πάπιες, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πᾶνε βόλτα τὸ σκύλο,

τοὺς νεαροὺς ποὺ κάθονται καὶ καπνίζουν στὰ παγκάκια.
Ξέρω τί θὰ πεῖ βία, καὶ αὐτὸ ποὺ παρατηρῶ

εἶναι ἕνας γέρος μὲ γαλάζιο μπουφὰν τοῦ σκὶ
ἕνα καλοκαιρινὸ βράδυ, ποὺ κρατάει μπαστούνι λευκὸ καὶ λεπτὸ

σὰν ὀδοντογλυφίδα, ὄχι ἐπαρκῶς στιβαρὸ
γιὰ νὰ χτυπήσει τοὺς πούστηδες μὲ τα ποδήλατα

στὸ πάρκο, τοὺς πούστηδες ποὺ ξαπλώνουν στὰ παρτέρια μὲ τὰ λουλούδια,
τοὺς πούστηδες ποὺ καραδοκοῦν στοὺς θάμνους καὶ στὰ δέντρα,

τοὺς μπάτσους μὲ τὶς μπλὲ στολὲς ποὺ εἶναι ἐπίσης πούστηδες,
τοὺς πούστηδες ποὺ τσαλαβουτᾶνε στὴ λιμνούλα μὲ τὶς πάπιες

καὶ τὰ χρυσόψαρα, τοὺς πούστηδες στὶς κούνιες,
τοὺς πούστηδες, τοὺς πούστηδες παντοῦ, τοὺς πούστηδες.

(ἀπὸ τὴ συλλογὴ The Galleons, 2020)

Οἱ Ἐραστὲς

Ὁ ἕνας εἶναι ἀκόμη ἐκεῖ, μυρίζει καμμένο τὸστ καὶ ἄπλυτα
ροῦχα, ὅπως ὅταν ἤμασταν εἴκοσι χρονῶν, περιμένει πάντα
ἔξω ἀπὸ τὸν σταθμὸ τοῦ τραίνου κάποιος νὰ τὸν πλησιάσει, μιὰ τρυφερότητα
ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ σίδερα καὶ τὰ μάρμαρα τοῦ κτηρίου.

Ἄλλος ἕνας στέκεται ἀκόμη στὰ βράχια δίπλα στὸ ποτάμι
μὲ τὸ μπλουτζὴν κατεβασμένο ὣς τὰ γόνατα
κι ἐγὼ προσπαθῶ νὰ βγάλω τὰ ἀγκάθια τῶν κάκτων ἀπὸ τὸ μπούτι του.
Εἶναι ἀργά, ὁ οὐρανὸς ἔχει τὸ χρῶμα τῶν σταφυλιῶν. Σὲ λίγες ἑβδομάδες
θὰ πάει στὸν πόλεμο καὶ θ᾽ἀρχίσει νὰ γράφει γράμματα, τὰ ἴδια γράμματα ποὺ πιὰ κοιμοῦνται σ᾽ ἕνα κουτὶ στὸ ὑπόγειο, δίπλα στὸ κιβώτιο μὲ τὰ χριστουγεννιάτικα.

Ἀνοίγω ἕνα βιβλίο ποὺ διάβαζα στὸ πανεπιστήμιο
καὶ βλέπω κι ἄλλον ἕναν στὸ περιθώριο τῶν σελίδων, ὁ γραφικός του χαρακτήρας
θυμίζει ἐξαίσια φυλλώματα , σὰν τὰ φύλλα καὶ τὰ ἄνθη 
στὰ μεσαιωνικὰ χειρόγραφα, τὸ κάθε «ο» σὰν μικροσκοπικὸ ἀγριοκάστανο
οἱ σελίδες τοῦ παλιοῦ βιβλίου κιτρινισμένες σὰν τὰ δάχτυλα τῶν καπνιστῶν.

Καὶ νά ἕνας ἀκόμη, χρόνια τώρα καβαλάει τὴ μηχανή του
πάει ἀπὸ τὸ Κοννέτικατ στὸ Μανχάτταν, καὶ τὰ σαββατοκύριακα κάνει
τὸν ταξιτζὴ γιὰ νὰ πληρώσει τὰ δίδακτρα. Τὶς νύχτες ποὺ μὲ ἔπαιρνε μὲ τὴ μηχανή,
κι ἀκουμποῦσα τὸ κεφάλι μου στὴν πλάτη του, στὸ πέτσινο μπουφάν, ἤξερα
πὼς θὰ πέθαινα πολλὲς φορὲς προτοῦ πεθάνω.

Εἶναι κι αὐτοἰ ποὺ πέθαναν, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ περπατοῦσε
κι ἀναρωτιόταν πῶς θὰ χωρέσει τὸ μπουφὰν
πάνω ἀπὸ τὸ ἀποκριάτικο κοστούμι. Κι αὐτὸς
ποὺ τὸν διώξανε οἱ γονεῖς του καὶ τ᾽ἀδέλφια του.
Κι ὁ ἄλλος ποὺ κλειδωνόταν στὸ δωμάτιό του κι ἔκανε μουντζοῦρες
σ᾽ἕνα σημειωματάριο, ξανὰ καὶ ξανὰ καὶ ξανά.

Ἄλλος ἕνας στέκεται δίπλα μου στὸ μουσεῖο, κοιτάζει
σὲ μιὰ γυάλινη προθήκη ἕνα χέρι ἀπὸ ἀσήμι
ποὺ μοιάζει μὲ δαγκάνα πάνω στὸ γκρὶ βελοῦδο.
Kι ἀκόμη ἕνας χάνεται στοὺς ἀτελείωτους κήπους μὲ τὰ δέντρα τοῦ παπποῦ του
ποὺ μοιάζουν ἀκόμη πιὸ ἀχανεῖς ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἀγόρι
κι ἔχει χαθεῖ, κι ἂς εἶναι ὅλα ὅσα βλέπει μέρος τοῦ βασιλείου του.

Καμιὰ λογικὴ δὲν ὁρίζει τί συγκρατοῦμε.
Τὶς φακίδες στὰ χέρια του. Τὴν οὐλὴ ἀπὸ τὸ χειρουργεῖο
στὸν ὦμο του. Τὴ λειψανοθήκη ποὺ μένει ἄθικτη κι ἂς ἔχουν λιώσει τὰ ἅγια λείψανα.

Τοὺς βλέπω σ᾽ἕνα καφέ, ἐρωτευμένους.
Εἶναι δύο ἔφηβοι, κάθονται κολλητὰ σὲ ἔναν καναπέ,
ἀγκαλιάζονται σφιχτά, ὁ ἕνας κρατᾶ τὸ τηλέφωνό του
φωτογραφίζονται μαζὶ καὶ λάμπουν τὰ πρόσωπά τους στὸ ψυχρὸ φῶς.
Ἤμουν ἐγὼ αὐτοί, καὶ ὅλα ὅσα τοὺς συμβαίνουν στὴ συνέχεια,

καὶ μοῦ χρειάστηκε ὁλόκληρη ἡ καρδιά μου γιὰ νὰ τοὺς χωρέσω καὶ τοὺς δύο.
Καμιὰ λογικὴ δὲν ὁρίζει τί συγκρατοῦμε, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας.

Εἶμαι κοντά του σὲ μιὰ παραλία τὸ καλοκαίρι, κι ὁ οὐρανὸς λάμπει σὰν κάρβουνο.
Κάθομαι πλάι του σὲ ἕνα πεζοδρόμιο
καὶ κλαίει. Εἶμαι μόνος στὸ δωμάτιο ἑνὸς ξενοδοχείου
καὶ σκέφτομαι ὅλες τὶς παγομηχανὲς ποὺ βάζουνε παντοῦ σὲ ὅλα τὰ ξενοδοχεῖα
σὲ ὅλη τὴν Ἀμερική, θλιμμένες μηχανὲς ποὺ ὀνειρεύονται ἀκατάπαυστα
τὸν κάθε καθαρὸ κύβο φωτὸς ποὺ θὰ φτιάξουν.

(τὸ πρωτότυπο δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ The New Yorker , 23 Ἰανουαρίου 2023)

[πρώτη δημοσίευση τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς μετάφρασης στὸ περιοδικὸ Ἀντίλογος, τεῦχος 3, φθινόπωρο 2023]

Τὸ Ἀργυροῦν Παράσημον τοῦ Φοίνικος

Vanity, definitely my favorite sin.[1]

Εἶναι γνωστὰ τὰ περιστατικὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ βράβευση τοῦ Καβάφη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ κυβέρνηση τὸ 1926. Συνοπτικά: ὁ δικτάτωρ Πάγκαλος ἀπένειμε στὸν ποιητὴ τὸ Ἀργυρὸ Παράσημο τοῦ Τάγματος τοῦ Φοίνικος. τὸ ὁποῖο ἀπένειμε ἐπίσης τὴν ἴδια χρονιὰ στὴν σπουδαία Ἰσπανίδα χορεύτρια Áurea de Sarrá. Πολλοὶ σχολιαστὲς σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν ποιητὴ νὰ μὴν δεχθεῖ τὴν παρασημοφόρησή του, εἴτε προβάλλοντας πολιτικοὺς λόγους (ὅτι ὁ Πάγκαλος ἦταν δικτάτορας) εἴτε συγκρίνοντάς τον ὑποτιμητικὰ μὲ τὴν de Sarrá (σεξιστικὰ καὶ χυδαῖα δηλώνοντας ὅτι δὲν μπορεῖ ἕνας ποιητὴς καὶ μιὰ χορεύτρια νὰ τιμῶνται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο). Μάλιστα, στὸ περιοδικὸ Ἶσις τῆς Ἀλεξάνδρειας δημοσιεύτηκε ὣς καὶ χυδαία γελοιογραφία [2]  τοῦ Ν. Παππᾶ (τὸν ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ περιγράψει κανεὶς ὡς τὸν Χαντζόπουλο τῆς ἐποχῆς) μὲ ὑπότιτλο «Ο δύο παρασημοφορηθέντες κα ο ναρίθμητοι μνηστρες». Φαίνεται πὼς ἦταν τόση ἡ πίεση ποὺ τοῦ ἀσκήθηκε, ὥστε ὁ Καβάφης ἀναγκάστηκε νὰ ἀπαντήσει μὲ τὴν ἐξῆς δήλωση: «Τ παράσημο μο τ πένειμε λληνικ Πολιτεία, τν ποία σέβομαι καὶ ἀγαπ. πιστροφ το παρασήμου θ εναι προσβολ κ μέρους μου πρς τν λληνικν Πολιτείαν, γι’ ατ κα τ κρατ».[3]

Βρίσκω ἐνδιαφέρον στὴν ἱστορία αὐτὴ ὄχι τὸ ἴδιο τὸ γεγονὀς τῆς παρασημοφορίας, ἂν καὶ ἦταν ἡ μόνη διάκριση ποὺ δέχθηκε ὁ ποιητὴς ἐν ζωῇ, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τέθηκε δημόσια, μὲ ἐπιμονή, τὸ ἐρώτημα ἂν θὰ ἔπρεπε, γιὰ ἠθικοὺς (ὅπως ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἠθικὴ κάποιοι δημοσιολογοῦντες τῆς ἐποχῆς) καὶ πολιτικοὺς λόγους, νὰ δεχθεῖ ὁ Καβάφης τὴ διάκριση αὐτή. Ἔκτοτε, δηλαδὴ τὰ τελευταῖα ἑκατὸ σχεδὸν χρόνια, ἐλάχιστες φορὲς ἔχει γίνει δημόσια συζήτηση γιὰ τὸ ἂν εἶναι ἠθικὰ καὶ πολιτικὰ θεμιτὸ νὰ δεχθεῖ κάποιος λογοτέχνης μιὰ διάκριση˙ καὶ αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη συζήτηση ἔχει γίνει κατόπιν ἑορτῆς, στὶς σπάνιες περιπτώσεις ποὺ συγγραφεῖς ἀρνήθηκαν διακρίσεις, ὅπως ἂς ποῦμε ὅταν ὁ Χριστιανόπουλος ἀρνήθηκε τὸ Μεγάλο Κρατικὸ Βραβεῖο τὸ 2012.

Στὴν πραγματικότητα, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς τοποθέτησής τους, ἀλλὰ ἀκόμη πιὸ ἐντυπωσιακά, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς θέσης ποὺ ἐκφράζουν, ὅσοι ἐκφράζουν, μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τους, οἱ συγγραφεῖς μας φαίνεται νὰ ἐπιζητοῦν, καὶ φυσικὰ νὰ ἀποδέχονται ἀσμένως, ὅλες τὶς διακρίσεις, σημαντικὲς καὶ ἀσήμαντες, ποὺ κυκλοφοροῦν στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο: εἴτε πρόκειται γιὰ κάποιο Κρατικὸ Βραβεῖο ἢ Βραβεῖο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, εἴτε γιὰ βραβεῖο κάποιου περιοδικοῦ, εἴτε γιὰ βραβεῖο πολιτιστικοῦ συλλόγου τοῦ τόπου καταγωγῆς τους, εἴτε γιὰ χορηγία κάποιου ἱδρύματος πολιτισμοῦ, εἴτε ἁπλῶς γιὰ τὴν ἐπιτυχὴ εἰσδοχή τους σὲ κάποια συντροφιά, κύκλο ἢ ἕνωση ὁμοτέχνων. Καὶ κανεὶς δὲν διανοεῖται νὰ θέσει κἂν τὸ ἐρώτημα ἂν θὰ ἔπρεπε ἡ τάδε ἐπιφανὴς ποιήτρια νὰ δεχθεῖ νὰ εἶναι μέλος τῆς «ποιητικῆς συντροφιᾶς παραλίας Πτελεοῦ» ἤ ὁ δείνα ἀναγνωρισμένος ποιητὴς νὰ παραλάβει τὸ βραβεῖο τοῦ συλλόγου παραγωγῶν σκυροδέματος «ὁ Παρθενώνας». Καὶ κανέναν βραβευθέντα δὲν φαίνεται νὰ ἀπασχολεῖ ποιοί καὶ πῶς βραβεύουν ἢ ποιές εἶναι οἱ ἄλλες βραβευθεῖσες καὶ γιατί βραβεύθηκαν, καὶ κανέναν νεοεισερχόμενο σὲ συλλόγους καὶ ἑνώσεις δὲν φαίνεται νὰ ἀπασχολεῖ ποιοί συμμετέχουν στὶς ἴδιες συλλογικότητες, τί πρεσβεύουν καὶ ποιοί καὶ πῶς τὶς διοικοῦν. Δὲν ἀναφέρομαι, βεβαίως, σὲ περιπτώσεις σὰν τῆς Áurea, ἡ ὁποία ἐξάλλου ἦταν πράγματι σπουδαία χορεύτρια, ἀλλὰ σὲ περιπτώσεις ἐμφανῶς ἀγράμματων καὶ ἀτάλαντων, ποὺ μπορεῖ νὰ ἱδρύουν μὲ στόχο τὴν προβολὴ τοῦ ἀνύπαρκτου ἔργου τους συλλόγους τύπου «Παγκόσμιο Κογκρέσσο Λυρικῶν Ποιητῶν», στοὺς ὁποίους οἱ ἴδιοι προεδρεύουν καὶ ἐν συνεχείᾳ βραβεύουν, μὲ προφανὴ στόχο τὴν ἔξωθεν καλὴ μαρτυρία, ἐπιφανεῖς ποιητές, ποὺ ἀποδέχονται τὰ βραβεῖα χαμογελαστοί, νομιμοποιώντας τὴν ἄγνοια, τὴν ἀγραμματοσύνη, τὴν ἔλλειψη ταλέντου καὶ ἐν τέλει τὸν εὐτελισμὸ τῆς λογοτεχνίας.

Μοῦ φαίνεται πὼς τὸ πρόβλημα σχετίζεται μὲ δύο στοιχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ποὺ γράφουν λογοτεχνία: τὴν ἀνασφάλεια καὶ τὴν φιλοδοξία. Ἡ φιλοδοξία εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου, δεδομένη, καθὼς εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν πράξη τῆς δημοσίευσης ἑνὸς λογοτεχνικοῦ γραπτοῦ: δημοσιεύει κανεὶς ἐπειδὴ θέλει νὰ διαβαστεῖ, ἐπειδὴ πιστεύει πὼς ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ καὶ ἐπειδὴ ἐλπίζει ὅτι θὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς ἄξιος νὰ διαβαστεῖ˙ χωρὶς τὴν φιλοδοξία δὲν θὰ ὑπῆρχε λογοτεχνικὴ παραγωγή. Ἡ ἀνασφάλεια ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου ποὺ παράγει κανείς, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχε ἐξαρχῆς, προκύπτει συνήθως ἀμέσως μετὰ τὴ δημοσίευση, εἴτε λόγῳ δημόσιας ἀδιαφορίας, εἴτε λόγῳ περιορισμένης ἀπήχησης, εἴτε, πολὺ σπανιότερα, λόγῳ ἐκφρασμένων ἐνδοιασμῶν ἢ ἀντιρρήσεων τῆς κριτικῆς.

Ἡ ἄκριτη ἀποδοχὴ ὁποιασδήποτε πράξης ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ, ἔστω καὶ ἀπὸ ἐλάχιστους, τιμητικὴ πρὸς τὸν συγγραφέα καὶ τὸ ἔργο του ἐξυπηρετεῖ τὴ φιλοδοξία του καὶ θεραπεύει τὴν ἀνασφάλειά του. Καὶ φαίνεται πὼς εἶναι τόσο μεγάλη ἡ ἀνάγκη τῶν συγγραφέων νὰ ἱκανοποιήσουν τὴ φιλοδοξία τους καὶ νὰ περιορίσουν τὴν ἀνασφάλειά τους, ὥστε ἀκόμη καὶ πολὺ καλὲς καὶ πολὺ ὀξυδερκεῖς κατὰ τὰ ἄλλα συγγραφεῖς ὑποκύπτουν ἀφελῶς (ἂν ὄχι ἐκ προμελέτης) στὸν πειρασμὸ τῆς «τιμῆς» ποὺ τοὺς κάνουν, ξεχνώντας ἢ ἐπιλέγοντας νὰ ξεχάσουν ὅτι ἡ τιμὴ τιμᾶ τὸν τιμώντα.

Δυστυχῶς, ἡ κατάσταση αὐτὴ ἔχει ὁδηγήσει ἤδη στὴν ἠθικὴ ἀπαξίωση τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου συνολικά. Διότι ἡ ἀξία, ἂς ποῦμε, ἑνὸς βραβείου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποιοί βραβεύονται καὶ ποιές τοὺς βραβεύουν˙ ἡ ἀξία μιᾶς ἕνωσης ποιητῶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ τί σόι ποιητὲς συμμετέχουν σὲ αὐτήν καὶ τί ἀκριβῶς κάνουν ὡς μέλη της˙ καὶ γενικὰ ἡ ἀξία ἑνὸς ἐπαίνου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὀξυδέρκεια καὶ τὴν κριτικὴ ἱκανότητα αὐτῶν ποὺ ἐπιδαψιλεύουν τὸν ἔπαινο. Ἡ σπουδαία ποιήτρια ποὺ ἐντάσσεται σὲ συλλογικότητες ἀλληλολιβανίσματος ἢ ἀποδέχεται διακρίσεις καὶ βραβεῖα ποὺ τῆς ἀπονέμουν θεσμοὶ ἀπαξιωμένοι ἔχει νὰ κερδίσει μόνο τὴν ἀπαξίωση τοῦ δικοῦ της ἔργου διὰ τοῦ συναγελασμοῦ μὲ τὸν πολτό. Ἂν τὸ ἴδιο βραβεῖο τὸ ἔπαιρνε καὶ ὁ Καβάφης καὶ ὁ Σκίπης, προφανῶς μόνον ὁ Σκίπης θὰ ὠφελεῖτο, τοποθετούμενος στὴν ἴδια κατηγορία μὲ τὸν Καβάφη.

Στὴν τελικὴ ἀνάλυση, οὔτε ἡ φιλοδοξία τοῦ συγγραφέα ἱκανοποιεῖται, οὔτε ἡ ἀνασφάλειά του θεραπεύεται, καθὼς ἡ ὑποτιθέμενη τιμὴ καταντᾶ ἀσήμαντη, μὲ τὴ συνενοχὴ βεβαίως τοῦ ἴδιου τοῦ συγγραφέα. Πρόκειται γιὰ ἕναν φαῦλο κύκλο, ἡ συμμετοχὴ στὸν ὁποῖο ἐπικυρώνει ἁπλῶς τὴ φαυλότητά του, ὥσπου ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς φαυλότητας ἡ συμμετοχὴ παύει νὰ εἶναι τιμητική.

Εἶναι καιρός, νομίζω, νὰ ξανασκεφτοῦν οἱ εἰλικρινεῖς δημιουργοὶ σὲ τί εἴδους καταστάσεις συμπράττουν καὶ νὰ ἀποκτήσουν τὸ θάρρος νὰ ἀποχωρήσουν καὶ νὰ ἀπαξιώσουν τοὺς θεσμοὺς ποὺ δὲν ὠφελοῦν οὔτε τὴ λογοτεχνία οὔτε τοὺς ἴδιους. Εἷναι καιρός, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ γίνουν πραγματικὰ φιλόδοξοι: νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν εὔκολη ἀλλὰ ἀναποτελεσματικὴ λύση τῆς παροδικῆς καὶ ἀμφίβολης δόξας καὶ νὰ ἐπιδιώξουν διακρίσεις ποὺ νὰ τοὺς ἀξίζουν. Ὑπάρχει ἐλπίδα κάτι ἀκόμη νὰ μπορεῖ νὰ περισωθεῖ.


[1] Ἂλ Πατσίνο, ὡς διάβολος, στὴν ταινία τοῦ 1997 Ὁ Δικηγόρος τοῦ Διαβόλου

[2] Ἡ γελοιογραφία ἀναπαράγεται ἐδῶ: Δασκαλόπουλος, Δ. καὶ Στασινοπούλου Μ., Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Ἀθήνα: Μεταίχμιο 2002, σελ. 122.

[3] Τσίρκας, Σ. «Κ.Π. Καβάφης, σχεδίασμα χρονογραφίας τοῦ βίου του», στὴν Ἐπιθεώρηση Τέχνης, τχ. 108, Δεκέμβριος 1963, σ. 699

[πρώτη δημοσίευση στὸ περιοδικὸ Ἀντίλογος, τεῦχος 3, φθινόπωρο 2023]

Γράμμα στὴ Μητέρα

Du bekamst für mich das Rätselhafte, das alle Tyrannen haben,
deren Recht auf ihrer Person, nicht auf dem Denken begründet ist.

Ἀγαπημένη μου μαμά,

῎Εχουν περάσει πάνω ἀπὸ τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴν τελευταία φορὰ ποὺ σοῦ ἔστειλα γράμμα. Τότε ἤμουν στὸν στρατὸ καὶ ὅλοι οἱ φαντάροι γράφαμε γράμματα, ἴσως ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη κινητὰ τηλέφωνα, μηνύματα καὶ μέιλ, ἴσως καὶ ἐπειδὴ κατὰ παράδοσιν οἱ στρατιῶτες ἔγραφαν γράμματα. Μοῦ φαίνεται παράδοξο πὼς ξαναπιάνω, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια, μολύβι καὶ χαρτί. Ἐντούτοις, ὅπως καὶ τότε, δὲν ἔχω ἄλλη ἐπιλογή: αὐτὸ εἰδικὰ τὸ γράμμα εἶναι ἀνάγκη νὰ σοῦ τὸ ἀφήσω.

Δὲν ξέρω νὰ πῶ πῶς βρέθηκα σὲ αὐτὴν τὴν φυλακή, καθὼς εἶναι προφανὲς πὼς δὲν διέπραξα τὸ ἔγκλημα γιὰ τὸ ὁποῖο μὲ καταδίκασαν μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες καὶ ἐπιπλέον τὸ γεγονὸς πὼς μοῦ γράφεις καὶ σοῦ γράφω καὶ πὼς μιλᾶμε στὸ τηλέφωνο, ἔστω γιὰ εἴκοσι δευτερόλεπτα, μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα, ἀποδεικνύει, πιστεύω, ἐκτὸς ἂν ὁ νοῦς μου ἔχει γυρίσει καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι μιὰ ψευδαίσθηση, ὅτι ἐξακολουθεῖς ἀκόμη καὶ τώρα νὰ εἶσαι ζωντανή, μῆνες μετὰ τὴν καταδίκη μου. Δὲν θὰ ἔπρεπε, βέβαια, νὰ εἶσαι ζωντανή, καθὼς ἡ ὑγεία σου εἶναι εὔθραυστη ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες, καὶ ἔχεις ξεπεράσει πιὰ τὰ ἐνενήντα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος στὸν κόσμο ποὺ νὰ θέλει καὶ νὰ εὔχεται νὰ παραμείνεις ἐν ζωῇ, ἀλλὰ παρ᾽ὅλα αὐτὰ ἐσὺ δὲν πεθαίνεις, καὶ στὴν πραγματικότητα εἶμαι σίγουρος πὼς δὲν πρόκειται νὰ πεθάνεις ποτέ.

Δὲν ντρέπομαι πιὰ νὰ σοῦ πῶ πὼς πολλὲς φορὲς εὐχήθηκα νὰ πεθάνεις. Ὄχι μόνον ὅταν, σπανίως βέβαια, σὲ ἐπισκεπτόμουν καὶ κατάφερνες μέσα σὲ ἐλάχιστα λεπτὰ νὰ μοῦ θυμίσεις ὅλους τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους σὲ μισοῦσα, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ κατὰ τὶς σύντομες τηλεφωνικές μας συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν ἐπισκέψεων, καθὼς ἀκόμη καὶ ἡ φωνή σου μοῦ προξενοῦσε ἀποστροφή. Γνωρίζω, βέβαια, πὼς δὲν φταῖς ἐσύ, ἐσὺ ἁπλῶς διάγεις ὅπως ἔχεις μάθει, ὅπως ὅλοι μας δὲν ἔχεις κανέναν ἔλεγχο οὔτε τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς σου, οὔτε τῶν ἐπιθυμιῶν σου, οὔτε τῶν φιλοδοξιῶν σου. Ἐγώ, ὅμως, ἔτυχε νὰ εἶμαι ἀκατάλληλος γιὰ τὴ ζωὴ ποὺ εἶχες διαλέξει γιὰ λογαριασμό μου. Καταλαβαίνω ὅτι δὲν ἄντεχες νὰ ξέρεις τὴν ἀλήθεια, καὶ πὼς δὲν εἶχαν στόχο νὰ μὲ βασανίσουν τὰ ἐπίμονα ἐρωτήματά σου, ἀκόμη καὶ ἀφοῦ εἶχα πατήσει τὰ πενήντα, γιὰ τὴν προσωπική μου ζωή, γιὰ τὸ πότε θὰ παντρευτῶ, γιὰ τὸ πότε ἐπιτέλους θὰ σοῦ χαρίσω ἐγγονάκια. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἁπλῶς μέρος τοῦ θεάτρου ποὺ ἔπαιζες ὥστε νὰ ἐξακολουθήσεις νὰ μὴν γνωρίζεις αὐτὰ ποὺ δὲν ἤθελες νὰ μάθεις. Καὶ στὸ φτωχὸ μυαλό σου ἐγὼ ὤφειλα ἁπλῶς νὰ ἀνταποκρίνομαι, νὰ παίζω τὸν ρόλο τοῦ πρόθυμου ἀλλὰ ἄτυχου ἀνθρώπου, ποὺ πολὺ θὰ ἤθελε, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε, νὰ ζήσει τὴ ζωὴ ποὺ προώριζες γιὰ αὐτόν.

Θυμᾶσαι πῶς, ὅταν ἤμουν μικρός, μὲ κοιτοῦσες βλοσυρὰ καὶ ἔλεγες «δὲν θέλω ν᾽ ἀκούσω λέξη, μὴ βγάλεις κίχ!» καὶ ἐγὼ σώπαινα καὶ πήγαινα καὶ κουλουριαζόμουν σὲ μιὰ γωνιά; Δὲν ἄλλαξες ποτέ. Ἤσουν πάντα, καὶ εἶσαι ἀκόμη, τύραννος. Ἡ ἐξουσία σου, ποὺ δὲν ἀνεχόταν ἀμφισβητήσεις, δὲν εἶχε κανένα λογικὸ ἔρεισμα, ἀπέρρεε ἀπὸ τὸ ἁπλὸ καὶ ἀπάνθρωπο γεγονὸς ὅτι ἤσουν ἡ Μητέρα: ἡ ἐξουσία ἦταν ἡ ταυτότητά σου. Θὰ μποροῦσα νὰ πῶ, μιμούμενος τὸν μελοδραματισμό σου, πὼς ἡ ἀλήθεια θὰ σὲ σκότωνε, πὼς ἄν, ἀκόμη καὶ τώρα, σὲ φέρω ἀντιμέτωπη μὲ τὴν πραγματικότητα ἐνώπιον τῆς ὁποίας τόσα χρόνια ἐθελοτυφλεῖς, δὲν θὰ τὸ ἀντέξεις. Ξέρω, ὅμως, πὼς εἶσαι ἄτρωτη.

Ἂν ὑπῆρχε τὸ παραμικρὸ ψῆγμα νοήματος στὸν κόσμο, ἂν ἡ ἀλήθεια εἶχε καμιὰ ἀξία, τότε στὴ δίκη μου κανεὶς δικαστὴς καὶ κανεὶς ἔνορκος δὲν θὰ ἀνεχόταν τὴν κωμωδία τῆς παρουσίας σου, μὲ σάρκα καὶ ὁστά, καὶ τῆς μαρτυρίας σου ὅτι ἐγὼ σὲ σκότωσα, ὁ παραλογισμὸς θὰ εἶχε ὁδηγήσει ἀκαριαῖα στὴν πανηγυρικὴ ἀθώωσή μου. Ἂν ὑπῆρχε τὸ παραμικρὸ ψῆγμα νοήματος στὸν κόσμο, κάποιος θὰ διαμαρτυρόταν ὅταν ἀνακοινώθηκε ἡ καταδίκη μου σὲ θάνατο, κάποιος θὰ φώναζε «μὰ ἔχει καταργηθεῖ ἡ θανατικὴ ποινή!».

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ὑπῆρχε τὸ παραμικρὸ ψῆγμα νοήματος στὸν κόσμο, αὐτὴ ἡ παρωδία ποὺ ὀνομάζουμε ζωὴ θὰ εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ. Καθώς, ὅμως, ἡ δική μου ζωὴ πρόκειται νὰ μοῦ ἀφαιρεθεῖ αὔριο, ὅσο καὶ ἂν δὲν ἔχει σημασία, ὅσο καὶ ἂν δὲν ἔχει ἀξία, θέλω νὰ σοῦ πῶ ἀπερίφραστα αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ἤθελες νὰ ξέρεις: ὑπῆρξα εὐτυχισμένος, τόσο κατὰ τὴν νεότητά μου, ποὺ ἔζησα ἀμέριμνος μὲ ἀναρίθμητους ἄντρες ποὺ εἶχα τὴ εὐχαρίστηση νὰ μοῦ χαρίσουν ἡδονή, ὅσο καὶ κατὰ τὴν ὡριμότητά μου, μὲ τὸν μοναδικὸ ἄντρα ποὺ μπόρεσα πραγματικὰ νὰ ἀγαπήσω καὶ ὁ ὁποῖος θὰ θρηνήσει σύντομα τὴν ἐκδημία μου.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ μὲ παρηγορεῖ ὅτι σοῦ τὴν ἀνακοινώνω: καθιστᾶ τὸν ἐπικείμενο θάνατό μου κάπως πιὸ ὑποφερτό.

George

[πρώτη δημοσίευση στὸ περιοδικὸ Φρέαρ, τεῦχος 11, Ἰανουάριος 2024]