




























Στὴν ποίηση δὲν ἀρκεῖ ἡ πυκνότητα˙ πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ κάτι τὸ ὁποῖο νὰ πυκνώνεται: τουτέστιν, πρέπει πρῶτα πρῶτα τὸ ποίημα νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, πρέπει αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ τὸ ποίημα νὰ ἀξίζει νὰ εἰπωθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ πρέπει νὰ βρεθεῖ ὁ τρόπος νὰ εἰπωθεῖ αὐτὸ μὲ σαφήνεια, μὲ καθαρότητα, χωρὶς περιττὲς λέξεις, εἰ δυνατὸν χωρὶς καμμιὰ περιττὴ λέξη.
Διαβάστε, γιὰ παράδειγμα, αὐτὸ τὸ ποίημα, ἀπὸ τὰ «χαρτάκια», τοῦ Γιώργου Πρεβεδουράκη (ἐκδόσεις Πανοπτικόν, 2016):
για την πτώση
δεν φταίει
κανένα αλεξίπτωτο
εδώ
προσκομίζει κανείς
μονάχα τα φτερά του
Εἶναι προφανὲς ὅτι πρόκειται περὶ ποιήματος πυκνοῦ. Τὰ προφανῆ χαρακτηριστικὰ αὐτῆς τῆς πυκνότητας ἀναγνωρίζονται ἀμέσως: συντομία, παρατακτικὴ σύνταξη, ἔλλειψη ἐπιθέτων, ἀπουσία κάθε καλολογίας, ἀστιξία. Ἀλλὰ κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ οὔτε κἂν ὁ συνδυασμός τους δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκὴ συνθήκη ποιητικῆς πυκνότητας – ἄλλωστε, ἔχουμε διαβάσει ποιήματα ποὺ διαθέτουν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ (ἂν καὶ σπανίως ὅλα μαζὶ) ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξίσου δραστικά, καὶ σὲ αὐτὰ συγκατελέγονται ἀκόμη καὶ ποιήματα ποὺ ἐπιφανειακὰ διαβάζοντας θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἔχουν ἐπηρεάσει τὰ χαρτάκια τοῦ Πρεβεδουράκη, ὅπως κάποια ἀπὸ τὰ σχεδὸν συνονόματα (ἀλλὰ τόσο φλύαρα, παρ᾽ ὅλα αὐτὰ) «χάρτινα» τοῦ Ρίτσου ἢ κάποιες ἀπὸ τὶς (πιὸ συμπαθεῖς, ἂν καὶ μᾶλλον κραυγαλέες) «ἱστορίες τοῦ γλυκοῦ νεροῦ» τοῦ Χριστιανόπουλου.
Ἡ πυκνότητα, ὅμως, τὴν ὁποία ἔχει ἐπιτύχει ὁ Πρεβεδουράκης σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα, ἀφορᾶ κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐκφορὰ τοῦ ποιητικοῦ λόγου: ἀφορᾶ τὴν ἀναλογία αὐτοῦ ποὺ λέγεται καὶ αὐτοῦ ποὺ δὲν λέγεται ἀλλὰ προϋποτίθεται, καὶ ποὺ ἂν λεγόταν, δὲν θὰ ἐπρόκειτο πλέον περὶ ποιήματος.
Ἐξηγοῦμαι: ἂν προσπαθούσαμε νὰ παραφράσουμε τὸ ποίημα τοῦ Πρεβεδουράκη ποὺ παρέθεσα παραπάνω, θὰ λέγαμε ἴσως, μὲ ὕφος καλοῦ μαθητῆ στὸ γυμνάσιο ποὺ ἔχει ἐρωτηθεῖ τί θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής, πὼς ὁ ποιητὴς ἐδῶ μιλάει γιὰ μιὰ πτώση ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀναρωτιέται τί μπορεῖ νὰ τὴν προκάλεσε˙ ἐξηγεῖ ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι ὁ πεπτωκὼς δὲν εἶχε ἀλεξίπτωτο οὔτε ὅτι δὲν ἄνοιξε τὸ ἀλεξίπτωτό του, ἀλλὰ ὑπονοεῖ ὅτι δὲν εἶχε φτερὰ ἢ ὅτι τὰ φτερὰ ποὺ εἶχε δὲν λειτούργησαν, δὲν χρησίμευσαν, καὶ μάλιστα ὅτι ἡ ἔλλειψη ἢ ἡ δυσλειτουργία τῶν φτερῶν ἀποτελεῖ καὶ τεκμήριο τῆς πτώσης, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ λάβει ὑπόψη του κάποιο δικαστήριο ποὺ θὰ ἐρευνοῦσε τὰ αἴτια τοῦ ἀτυχήματος καὶ τὴν πιθανὴ ὕπαρξη δόλου.
Πράγματι, ὁ ποιητὴς τὰ λέει ὅλα αὐτὰ (καὶ κάποια ἄλλα, λιγότερο προφανῆ) μὲ τὶς δεκατέσσερις λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ, διότι οἱ λέξεις αὐτὲς εἶναι πάρα πολὺ προσεκτικὰ διαλεγμένες: τὸ «φταίει» στὸ δεύτερο στίχο καθιστᾶ περιττὴ τὴν ἐξήγηση ὅτι τὸ ἀλεξίπτωτο δὲν ἄνοιξε ἢ δὲν ὑπῆρξε, τὸ «προσκομίζει» στὸν πέμπτο στίχο καθιστᾶ περιττὴ τὴν ἐξήγηση ὅτι ἡ πτώση εἶχε ἐνδεχομένως μοιραῖες συνέπειες καὶ ὅτι ἀναζητοῦνται εὐθύνες.
Οἰ περαιτέρω ἑρμηνεῖες μένουν ἀνοιχτές: ἄν, γιὰ παράδειγμα, πρόκειται γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους, ἢ γιὰ τὸν Ἑωσφόρο ἢ γιὰ τὸ γείτονά μας τὸν Μηνᾶ ποὺ ἔπεσε στὸν γκρεμὸ ἢ γιὰ τὴν φίλη Εὐανθία ποὺ σκοτώθηκε σὲ πτώση ἀεροπλάνου˙ ἂν στὸν τελευταῖο στίχο θὰ πρέπει νὰ διαβάσουμε ἐλπίδα (τοὐλάχιστον ἔχουμε φτερά, θὰ μπορούσαμε κάποια στιγμὴ νὰ πετάξουμε) ἢ ἀπογοήτευση (μόνο αὐτὰ τὰ σπασμένα φτερὰ ἔχουμε, ἡ πτώση εἶναι ἀναπόφευκτη).
Ἀλλὰ τὸ ποίημα ἔχει πεῖ αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ, καὶ αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ εἶναι σαφὲς καὶ συγκεκριμένο καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιδέχεται πολλαπλὲς ἑρμηνεῖες. Τὸ εἶπε, δέ, αὐτὸ ποὺ ἤθελε νὰ πεῖ μὲ τὶς λιγότερες δυνατὲς λέξεις καὶ παραμένοντας δραστικὸ καὶ καίριο, χωρὶς νὰ εἶναι συνθηματολογικό, χωρὶς νὰ εἶναι ψευδοαποφθεγματικό, χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐντυπωσιάσει.
Πυκνό, δραστικό, συγκεκριμένο, ἀνοιχτό: ἕνα σπάνιο, καλὸ ποίημα.
[πρώτη δημοσίευση: http://www.bibliotheque.gr]

Μερικὲς φορὲς ἀρκεῖ ἕνας στίχος γιὰ νὰ δικαιωθεῖ ἕνα ποίημα. Ὄχι ἀπαραιτήτως ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ στίχος εἶναι ἀξιομνημόνευτος ἢ ἐντυπωσιακός, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὅλο τὸ ὑπόλοιπο ποίημα φωτίζεται μὲ ἕνα διαφορετικὸ φῶς χάρη στὸν στίχο αὐτό, ἡ ἀνάγνωσή μας τοῦ ὑπόλοιπου ποιήματος ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ ἐνδεχομένως ἀνατρέπεται χάρη στὸν στίχο αὐτό. Συνήθως πρόκειται γιὰ τὸν τελευταῖο στίχο, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, στὸ παρακάτω ποίημα τῆς ἀγαπημένης μου Ἁλόης Σιδέρη:
Ἡ κατοικία μου εἶναι μακριὰ ἀπ᾽ τὴ θάλασσα
ἐγὼ ὅμως τὴ νύχτα ἀκούω τὰ κύματα νὰ ὁρμοῦν ἕνα ἕνα
τὸ πρῶτο ὣς τὰ γόνατα
τὸ δεύτερο στὴ μέση μου
τὸ τρίτο στὸ λαιμό μου, τὸ τέταρτο…Αὐτὲς τὶς νύχτες δὲν ἔχει φεγγάρι
βγαίνει μόνο ἡ ἄρκτος
Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξηγήσω γιατί ὁ τελευταῖος στίχος δικαιώνει τὸ ποίημα˙ ἄλλωστε, καὶ ἡ ποιήτρια τιτλοφορεῖ τὸ ποίημα “Ἡ Ἄρκτος”, δηλώνοντας ποῦ ἀκριβῶς κατοικεῖ ἡ ποίηση μέσα στὸ ποίημά της. Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ ἐπίμαχος στίχος δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἀπομονωμένος, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸ ποίημα καὶ νὰ ἀναπαραχθεῖ ὡς σλόγκαν ἢ ὣς στάτους εὐαίσθητης ψυχῆς στὸ φέησμπουκ˙ λειτουργεῖ μόνο σὲ σχέση καὶ σὲ σύνδεση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους στίχους τοῦ ποιήματος˙ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ δικαιώνει.
Νομίζω πὼς εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕναν ἀπομονώσιμο στίχο, ἕναν στίχο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ποίημα μέσα στὸ ὁποῖο ἐντάσσεται, παρὰ νὰ γράψει ἔνα ποίημα σὰν τὴν Ἄρκτο. Ἡ σημαντικὴ διαφορὰ εἶναι ὅτι, σὲ περιπτώσεις ὅπως τῆς Ἄρκτου, ὁλόκληρο τὸ ποίημα ἔχει ἀναπτυχθεῖ μὲ τρόπο ὥστε ὁ ἐπίμαχος στίχος ὄχι μόνο νὰ τὸ δικαιώσει, ἀλλὰ καὶ νὰ δικαιωθεῖ: ὁ στίχος νοηματοδοτεῖ τὸ ὑπόλοιπο ποίημα ἀλλὰ συγχρόνως νοηματοδοτεῖται ἀπὸ αὐτό. Διότι τὸ ποίημα λειτουργεῖ ὡς σύνολο, ὅπου τίποτε ἀπολύτως δὲν εἶναι περιττό: ὅλοι οἱ στίχοι εἶναι ἀναγκαῖοι, δὲν περισσεύει τίποτα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει τίποτα, διότι τότε καὶ ὁ ἐπίμαχος στίχος θὰ ἔμενε μετέωρος καὶ τὸ ποίημα θὰ κατεδαφιζόταν.
Δυστυχῶς, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα σπανίζουν. Ἐνῶ ἀφθονοῦν ὅσα ἀναπτύσσονται (τρόπος τοῦ λέγειν) γύρω ἀπὸ τὸ εὔρημα ἑνὸς στίχου-σλόγκαν, ἐλπίζοντας πὼς ἡ ἐντύπωση ποὺ πάντα κάνουν τὰ εὐρηματικὰ σλόγκαν θὰ θολώσει τὸ βλέμμα τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νὰ μὴν προσεχθεῖ ἡ βιασύνη, ἡ ἐπιπολαιότητα καὶ ἐν τέλει ἡ κακοτεχνία ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ὑπόλοιπους, ἀτάκτως ἐρριμμένους στίχους τοῦ (κατεδαφιστέου, ἂς μὴ γελιόμαστε) ὑποτιθέμενου συνόλου.
[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr]