


ὁ ἄγνωστος
γλύπτης διάλεξε
προσεκτικὰ τὸ μάρμαρο
σὲ γέννησε
ἀπὸ φλέβα ἀπαστράπτουσα
κρυστάλλινοι
κόκκοι καθαρῆς λάμψης
φωτίζουν τὸ
στῆθος σου εἶναι ἀργὰ
τὸ ἀπόγευμα οἱ αἴθουσες
ἔχουν ἀδειάσει κι ἐγὼ
μὲ ἕνα δάχτυλο ἰχνηλατῶ
τὶς χαρακιὲς καὶ τὰ
ὀρύγματα αὐτὲς τὶς παρα-
μορφώσεις τοῦ
χρόνου σὰν δερματοστιξίες
στὸν κορμό σου ὦ κοῦρε
μου ὦ ἀπόλλωνά μου
ἐσὺ ποὺ δὲν ἔχεις χέρια
γνωρίζεις ἀπὸ πρῶτο
χέρι πόσο εὐάλωτα εἶναι
τὰ κουὶρ σώματά μας πῶς
ἡ γῆ δὲν μᾶς ἔχει
σὲ ἐκτίμηση κι ὅμως
ἐπέζησες τὸν ἀπο-
κεφαλισμὸ τὸν τεμαχισμὸ
ὅλων σου τῶν ἄκρων τὸν ἡμι-
εὐνουχισμὸ καὶ τώρα
σὲ λούζει ἐδῶ ὁ ἥλιος,
τώρα εἶσαι ἐδῶ, ἥρωας τοῦ
ἀρχαιολογικοῦ μουσείου
θέλω νὰ σὲ φιλήσω
ἐκεῖ ὅπου σὲ ἀκρωτηρίασαν
αὐτὲς τὶς τραχιὲς
τομὲς αὐτὰ τὰ σκαμμένα
κενὰ θέλω νὰ
ἀγγίξω μὲ τὴ γλώσσα μου
τὴ βασανισμένη σου
ράχη καὶ πιὸ χαμηλὰ
νὰ ὑγράνω τὴ χαράδρα
τῶν γλουτῶν σου ποὺ χτίστηκαν στὶς μάχες
καὶ αὐτὸ άκριβῶς κάνω
σκύβω τὸ κεφάλι
σὰν νὰ ἤμουν τὸ ἀγόρι σου
μπροστὰ στὴ λειψανοθήκη
τοῦ στέρνου σου ποὺ
τὴ σημάδεψε τὸ χῶμα
φιλάω τὴ λαξευμένη
σάρκα σου καὶ τὴ γεύομαι
εἶναι ζεστὴ σὰν ἄμμος
καὶ σὰν ἀσβέστης ὕστερα
ἡ γλώσσα μου ταξιδεύει
κάτω ἀπὸ τὶς γραμμὲς
τοῦ βουβώνα πρὸς
τὸ τραυματισμένο σου ὄργανο
καὶ ἐκεῖ στὴ μέση τῆς αἴθουσας
μὲ τὰ μάρμαρα σὲ παίρνω
στὸ στόμα μου καὶ
γλείφω τὸν ἀκρωτηριασμένο
ποῦτσο σου τὸ
φθαρμένο τὸ σπασμένο
τὸ πέτρινο τὸ
ἀκρωτηριασμένο σου κενὸ
καθόλου δὲν μειώνει
τὴ σαγήνη σου ἂν
αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ ἔχει μείνει
ἀπὸ σένα εἶναι ὑπέροχο τότε τὸ ὅλον
θὰ πρέπει νὰ ἦταν
ἐκτυφλωτικὸ
πολὺ καιρὸ τώρα
οἱ ἄνθρωποι μοῦ λένε
πὼς πρέπει νὰ ἀλλάξω τὴ ζωή μου
ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μου
αὐτὴ ἡ λατρεία τῶν
ἀνδρῶν τὸ προσκύνημα
αὐτῶν τοὺς ὁποίους
ὁ κόσμος νομίζει
σπασμένους ὅπως ἀκριβῶς
ἐσὺ ἔδωσες τὸ
σῶμα σου στὴ γῆ
ἔτσι κι ἐγὼ ἔδωσα
τὸ δικό μου σὲ αὺτὲς τὶς φωνὲς
ποὺ ἡ ἠχώ τους ἐπιστρέφει
ἔχω ἤδη προχωρήσει
μερικὰ βήματα μακριά σου κοιτά-
ζοντας πίσω βλέπω μόνο
τὴν ἐκθαμβωτικὴ
καμπύλη τῶν γλουτῶν σου
τὸν πέτρινο
ὦμο σου μιὰ
οἰκογένεια σὲ ἔχει περικυκλώσει τώρα
γελᾶνε δείχνουν μὲ τὸ δάχτυλο κάνουν νοήματα
ὦ ἀνεσκαμμένε μου
θεὲ δὲν μποροῦν νὰ
σὲ καταλάβουν τί
διηγεῖται τὸ σῶμα σου
πῶς ἄντεξες τὸ
σκοτάδι ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια
ποὺ δὲν σὲ ἄγγιξε κανεὶς
τὴ μοναξιά σου
ποὺ εἶναι ἡ
δική μου μοναξιά.







