Richard Scott, μουσεῖο

ὁ ἄγνωστος
γλύπτης διάλεξε
προσεκτικὰ τὸ μάρμαρο
σὲ γέννησε
ἀπὸ φλέβα ἀπαστράπτουσα
κρυστάλλινοι
κόκκοι καθαρῆς λάμψης
φωτίζουν τὸ
στῆθος σου εἶναι ἀργὰ

τὸ ἀπόγευμα οἱ αἴθουσες
ἔχουν ἀδειάσει κι ἐγὼ
μὲ ἕνα δάχτυλο ἰχνηλατῶ
τὶς χαρακιὲς καὶ τὰ
ὀρύγματα αὐτὲς τὶς παρα-
μορφώσεις τοῦ
χρόνου σὰν δερματοστιξίες
στὸν κορμό σου ὦ κοῦρε
μου ὦ ἀπόλλωνά μου
ἐσὺ ποὺ δὲν ἔχεις χέρια
γνωρίζεις ἀπὸ πρῶτο
χέρι πόσο εὐάλωτα εἶναι
τὰ κουὶρ σώματά μας πῶς
ἡ γῆ δὲν μᾶς ἔχει
σὲ ἐκτίμηση κι ὅμως
ἐπέζησες τὸν ἀπο-
κεφαλισμὸ τὸν τεμαχισμὸ
ὅλων σου τῶν ἄκρων τὸν ἡμι-
εὐνουχισμὸ καὶ τώρα
σὲ λούζει ἐδῶ ὁ ἥλιος,
τώρα εἶσαι ἐδῶ, ἥρωας τοῦ
ἀρχαιολογικοῦ μουσείου


θέλω νὰ σὲ φιλήσω
ἐκεῖ ὅπου σὲ ἀκρωτηρίασαν
αὐτὲς τὶς τραχιὲς
τομὲς αὐτὰ τὰ σκαμμένα
κενὰ θέλω νὰ
ἀγγίξω μὲ τὴ γλώσσα μου
τὴ βασανισμένη σου
ράχη καὶ πιὸ χαμηλὰ
νὰ ὑγράνω τὴ χαράδρα
τῶν γλουτῶν σου ποὺ χτίστηκαν στὶς μάχες
καὶ αὐτὸ άκριβῶς κάνω

σκύβω τὸ κεφάλι
σὰν νὰ ἤμουν τὸ ἀγόρι σου
μπροστὰ στὴ λειψανοθήκη
τοῦ στέρνου σου ποὺ
τὴ σημάδεψε τὸ χῶμα
φιλάω τὴ λαξευμένη
σάρκα σου καὶ τὴ γεύομαι
εἶναι ζεστὴ σὰν ἄμμος
καὶ σὰν ἀσβέστης ὕστερα
ἡ γλώσσα μου ταξιδεύει
κάτω ἀπὸ τὶς γραμμὲς
τοῦ βουβώνα πρὸς
τὸ τραυματισμένο σου ὄργανο

καὶ ἐκεῖ στὴ μέση τῆς αἴθουσας
μὲ τὰ μάρμαρα σὲ παίρνω
στὸ στόμα μου καὶ
γλείφω τὸν ἀκρωτηριασμένο
ποῦτσο σου τὸ
φθαρμένο τὸ σπασμένο
τὸ πέτρινο τὸ
ἀκρωτηριασμένο σου κενὸ
καθόλου δὲν μειώνει
τὴ σαγήνη σου ἂν
αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ ἔχει μείνει
ἀπὸ σένα εἶναι ὑπέροχο τότε τὸ ὅλον
θὰ πρέπει νὰ ἦταν
ἐκτυφλωτικὸ

πολὺ καιρὸ τώρα
οἱ ἄνθρωποι μοῦ λένε
πὼς πρέπει νὰ ἀλλάξω τὴ ζωή μου
ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μου
αὐτὴ ἡ λατρεία τῶν
ἀνδρῶν τὸ προσκύνημα
αὐτῶν τοὺς ὁποίους
ὁ κόσμος νομίζει
σπασμένους ὅπως ἀκριβῶς
ἐσὺ ἔδωσες τὸ
σῶμα σου στὴ γῆ
ἔτσι κι ἐγὼ ἔδωσα
τὸ δικό μου σὲ αὺτὲς τὶς φωνὲς
ποὺ ἡ ἠχώ τους ἐπιστρέφει

ἔχω ἤδη προχωρήσει
μερικὰ βήματα μακριά σου κοιτά-
ζοντας πίσω βλέπω μόνο
τὴν ἐκθαμβωτικὴ
καμπύλη τῶν γλουτῶν σου
τὸν πέτρινο
ὦμο σου μιὰ
οἰκογένεια σὲ ἔχει περικυκλώσει τώρα
γελᾶνε δείχνουν μὲ τὸ δάχτυλο κάνουν νοήματα
ὦ ἀνεσκαμμένε μου
θεὲ δὲν μποροῦν νὰ
σὲ καταλάβουν τί
διηγεῖται τὸ σῶμα σου
πῶς ἄντεξες τὸ
σκοτάδι ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια
ποὺ δὲν σὲ ἄγγιξε κανεὶς
τὴ μοναξιά σου
ποὺ εἶναι ἡ
δική μου μοναξιά.

Louise Glück, Ἱστορία γιὰ Παιδιὰ

Βαρέθηκαν τὴ ζωὴ στὴν ἐξοχὴ ὁ βασιλιὰς κι ἡ βασίλισσα

ἐπιστρέφουν λοιπὸν στὴν πόλη κι ὅλες οἱ μικρὲς πριγκηποποῦλες

τσιρίζουν στὸ πίσω κάθισμα καὶ τραγουδᾶνε τὸ τραγούδι τῆς ὕπαρξης:

ἐγὼ εἶμαι, ἐσὺ εἶσαι, αὐτός, αὐτή, αὺτὸ εἶναι

Ἄ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κλίνουμε ρήματα

μέσα στὸ αὐτοκίνητο, ὄχι.

Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ γιὰ τὸ μέλλον; Κανεὶς δὲν ξέρει τίποτε γιὰ τὸ μέλλον,

οὔτε κἂν οἱ πλανῆτες.

Κι ὅμως, στὸ μέλλον εἶναι ἀναγκασμένες νὰ ζήσουν οἱ πριγκηποποῦλες.

Πόσο θλιβερὴ ἔχει γίνει αὐτὴ ἡ μέρα.

Ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο, ἀπομακρύνονται οἱ ἀγελάδες καὶ οἱ ἀγροί

ὅλα φαίνονται ἤρεμα, ἀλλὰ ἡ ἠρεμία δὲν εἶναι ἀλήθεια.

Μόνο ἡ ἀπελπισία εἶναι ἀλήθεια. Τὸ ξέρουν αὐτὸ

ἡ μαμὰ κι ὁ μπαμπάς. Ἔχει χαθεῖ κάθε ἐλπίδα.

Πρέπει νὰ πᾶμε πίσω ἐκεῖ ὅπου χάθηκε

ἂν θέλουμε νὰ τὴν ξαναβροῦμε.

Screenshot

Anne Carson, Τὸ τραγούδι τοῦ Κλάιβ

Ἂν ζοῦσα στὴν ἀρχαιότητα

καὶ ἀναζητοῦσα τὸ ὅριο τῆς ἀνθρώπινης σοφίας

θὰ πήγαινα νὰ βρῶ τὴν ἱερὰ δρῦ

ἢ τὸν τυφλὸ τῆς γειτονιᾶς ποὺ τὰ χείλη του ἔκαιγαν.

Ἀλλὰ ζῶ στὴ σύγχρονη ἐποχή. Στὴ Νέα ᾽Υόρκη.

Ὁπότε πηγαίνω νὰ βρῶ τὸν Κλάιβ.

Συναντιόμαστε σ᾽ἕνα φτηνὸ ἑστιατόριο

καὶ περιμένουμε στὴν οὐρὰ γιὰ τὸ πρωινό.

Ὁ Κλάιβ εἶναι Ἄγγλος.

Πασχίζει νὰ ἐξηγήσει στὸν εὔσωμο Πορτορικάνο μάγειρα

τί θὰ πεῖ «λίγο ψημένες» αὐγοφέτες. «Mοῦ εἶπε ἡ γυναίκα μου

νὰ μὴν τὶς λέω νερουλές» μοῦ λέει ὁ Κλάιβ.

Πληρώνουμε. Καταφθάνει ἡ Κάρρυ.

Καθόμαστε καὶ συζητᾶμε

για τὸ ἑπόμενο ταξίδι τοῦ Κλάιβ στὸ Γκουαντάναμο, ὅπου

ἔχει ἤδη πάει 56 φορές, ἀλλὰ ἀμφισβητοῦν

(αὐτὴ τὴ φορὰ) τὸ γνήσιο τῆς ὑπογραφῆς του.

Γελάει.

Ὁ τελευταῖος του πελάτης, ἕνας Μαροκινός,

ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὶς κατηγορίες, τοῦ εἶπαν εἶναι ἐλεύθερος

καὶ συγχρόνως τὸν πληροφόρησαν

πὼς δὲν θὰ τὸν ἀφήσουν νὰ φύγει ποτέ.

Ὁ Κλάιβ, ποὺ εἶναι δικηγόρος, ἀμφισβητεῖ

τὴ λογικὴ αὐτῆς τῆς ἀπόφασης.

Γελάει ξανά, ὕστερα λέει «δἐν πρέπει νὰ γελάω»,

ὕστερα λέει κι ἄλλες ἱστορίες.

Τὰ «ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα» στὸ Γκουαντἀναμο

προέρχονται συνήθως ἀπὸ καταθέσεις κρατουμένων ποὺ ρουφιανεύουν.

Πρόσφατα ἕνας καὶ μόνο ρουφιάνος κατέθεσε στοιχεῖα

ποὺ ἐνοχοποιοῦσαν τριακόσια διαφορετικὰ ἄτομα.

Ὁ Κλάιβ ἀναρωτήθηκε ποιό θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ κίνητρό του

καὶ ἔκανε σχετικὲς ἔρευνες. Διαπίστωσε λοιπὸν

πὼς γιὰ κάθε στοιχεῖο ποὺ κατέθετε ὁ ρουφιάνος

ἡ ἀνταμοιβὴ ἦταν μιὰ ἐπίσκεψη στὴν «ἐρωτοφωλιὰ»

ἕναν χῶρο ὅπου οἱ Ἀμερικάνοι προβάλλουν ταινίες πορνό.

Ὁ Κλάιβ προτίθεται νὰ ἀμφισβητήσει

τὸν ἀριθμό τριακόσια

γιὰ στατιστικοὺς λόγους.

Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι γνωρίζονται μόνο μὲ τριακόσιους ἀνθρώπους

στὸν κόσμο ὅλο, λένε οἱ εἰδικοὶ στὴ δημογραφία.

Ὅσοι σκέφτονται σὰν δικηγόροι ἀναζητοῦν τὸ ὅριο τῆς ἀνθρώπινης σοφίας

σὲ τέτοιου εἴδους στοιχεῖα.

Κάποιος τοῦ σερβίρει τὶς αὐγοφέτες του.

«Εἶναι ψημένες ὅπως τὶς ἤθελες;» τὸν ρωτάω. Ἐκεῖνος ἀναστενάζει

καὶ μοῦ λέει κι ἄλλες ἱστορίες

γιὰ τὸ γιό του στὸ σπίτι ποὺ ἔχει πάθει ἐμμονὴ μὲ τὸ «Γκοὺν Σόου».

Ἐγὼ δὲν σκέφτομαι σὰν δικηγόρος.

Προσπαθῶ νὰ καταλάβω

πῶς ἡ ἱερὰ δρῦς μπορεῖ νὰ μιλᾶ μέσα ἀπὸ τὸ στόμα κάποιου σὰν τὸν Κλάιβ,

ποὺ ἀγωνίζεται 35 χρόνια τώρα γιὰ τοὺς θανατοποινίτες

καὶ γιὰ τοὺς ἐκτοπισμένους στὸ Γκουαντάναμο

ἀλλά τὸν ἀνησυχεῖ

ὅτι ὁ γιός του δὲν ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τῶν Μόντι Πάιθον

οὔτε ἀντιλαμβάνεται τὴ σχέση τους μὲ τὸ Γκοὺν Σόου.

Φαντάζομαι ὅλη τὴν οἰκογένεια μαζεμένη νὰ τσακώνεται ἢ νὰ γελάει,

στὸ σπίτι τους στὴν κεντρικὴ Ἀγγλία.

Ὁ Κλάιβ ρίχνει μιὰ ματιὰ στὸ ρολόι του.

Πετάω τὰ ἀποφάγια ἀπὸ τὶς αὐγοφέτες στὰ σκουπίδια.

Θὰ τὰ ξαναποῦμε.

Λέει πὼς θὰ ἦταν καλὴ ἰδέα

(τῆς Κάρρυ ἦταν ἡ ἰδέα)

νὰ κάνει τὸ γύρο τοῦ Πακιστὰν μὲ μιὰ ὁμάδα παραδοσιακοῦ χοροῦ

διότι ὁ ἀντικριστὸς χορὸς εἶναι «χορὸς χαιρετισμοῦ»

καὶ ἔχουμε ἀνάγκη νὰ χαιρετιόμαστε περισσότερο! Ὁ Κλάιβ χαμογελάει

καὶ περπατᾶ μπροστὰ

καὶ καθὼς τὸ παντελόνι του κρεμάει στὸν κῶλο

δὲν μοιάζει καὶ πολὺ μὲ πετυχημένο δικηγόρο,

καὶ τὸ ὅριο τῆς ἀνθρώπινης σοφίας παραμένει

– ὅπως ἴσως θὰ προτιμούσαμε νὰ παραμένει ἐμεῖς

ποὺ συνήθως μπερδεύουμε τοὺς χαιρετισμοὺς τῶν σκύλων καὶ τῶν θεῶν –

πάνω κάτω ἐκεῖ, τέλος πάντων,

ὅπου πάντα ἦταν.

[Δεύτερη ἀπόπειρα νὰ μεταφράσω τὸ ποίημα τῆς Κάρσον. Ἡ πρώτη ἦταν τὸ 2017 καὶ ἐμφανίστηκε στὸ bibliotheque.gr, ποὺ δὲν φαίνεται νὰ εἶναι πιὰ προσβάσιμο. Εἶχε βασισθεῖ στὴν ἐκδοχὴ τοῦ ποιήματος ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ New Yorker. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ μετάφραση βασίζεται στὴν τελικὴ ἐκδοχὴ ποὺ περιλαμβάνεται στὸ βιβλίο τῆς Anne Carson, Wrong Norma (New Directions, 2024)]