ἀποστείρωση

Ὅταν πῆρα τὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ ξεκινήσω νὰ ἐκτίθεμαι ὡς ἐπίδοξος ποιητής (σὲ προχωρημένη, ἤδη, ἡλικία γιὰ τέτοια πράγματα), εἶπα νὰ “συνδεθῶ” στὸ facebook μὲ ἄλλους ἐπίσης ἐπίδοξους καὶ μὴ ποιητές, τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ μὴν γνώριζα προσωπικά, βαυκαλιζόμουν ὅμως ὅτι μᾶς ἕνωνε τρόπον τινὰ τὸ κοινό μας ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴ λογοτεχνία. Μοῦ πῆρε χρόνια ὥσπου νὰ καταλάβω πὼς στὶς περισσότερες περιπτώσεις δὲν ὑπῆρχε τὸ κοινὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ τερματίσω τὴν εἰκονικὴ αὐτὴ φιλία, ἀλλὰ τὸν πρῶτο καιρὸ ἔστελνα αἰτήματα φιλίας ἀδιακρίτως, καὶ καθὼς αὐξανόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν λογοτεχνικῶν μου εἰκονικῶν φίλων, ἄρχισα νὰ λαμβάνω καὶ ἐγὼ τέτοια αἰτήματα ἀπὸ λογοτεχνίζοντες ἀγνώστους, οἱ ὁποῖοι φαντάζομαι ὑπέθεταν πὼς ἀφοῦ ἔχω τόσους λογοτεχνικοὺς φίλους, θὰ εἶμαι κι ἐγὼ λογοτέχνης!

 

Ἀπὸ τὶς πολλὲς εὐτράπελες περιπτώσεις τέτοιων λογοτεχνικῶν εἰκονικῶν φίλων, ἐκείνη ποὺ μοῦ ἔκανε τὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση ἦταν ἑνὸς σχετικῶς ἐπιφανοῦς συνομηλίκου μου, περὶ τοῦ ὁποίου τότε γνώριζα μόνον ὅτι εἶχε γράψει ἕνα δυὸ ποιητικὰ βιβλία μικρῆς ἐκτάσεως. Λέω, ὅμως, ὅτι ἦταν (σχετικῶς) ἐπιφανής, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δημοσίευε κριτικὲς καὶ κείμενα περὶ τῆς ποίησης σὲ διάφορα ἔντυπα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πιὸ ἔγκριτων, συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ποιητικὲς ἐκδηλώσεις καὶ παρουσιάσεις, καὶ συχνὰ ἀντάλλαζε δημόσιες φιλοφρονήσεις μὲ διάσημους ποιητὲς καὶ ποιήτριες ποὺ προφανῶς γνώριζε προσωπικά.

 

Ὁμολογῶ ὅτι, καθὼς παρὰ τὴν ἡλικία μου ἤμουν ἀκόμη κάπως ἀθῶος, δηλαδὴ ἀφελής, περὶ τὰ λογοτεχνικά, χάρηκα ὅταν ὁ ἐν λόγῳ συνομήλικος, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἀπατηλὰ φαινόμενα καθιερωμένος, ποιητὴς μοῦ ἔστειλε “αἴτημα φιλίας” στὸ facebook. Σκέφτηκα ὅτι ἀποτελοῦσε τὸ αἴτημα αὐτὸ ἕνα εἶδος ἀναγνώρισης ὅτι κι ἐγὼ μποροῦσα πλέον νὰ προσμετρηθῶ στὸ σινάφι, ὅτι κι ἐγὼ θὰ μποροῦσα ἴσως νὰ ἐμφανίζομαι ἔστω ὡς guest σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις, νὰ ἀρθρογραφῶ στὰ σοβαρὰ ἔντυπα, νὰ συνομιλῶ περὶ τέχνης καὶ περὶ ἠθικῆς μὲ τοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς ὄχι μόνο προηγούμενων, ἀλλά, δεδομένης τῆς καθυστερημένης εἰσόδου μου στὴ λογοτεχνικὴ σκηνή, καὶ ἑπόμενων γενεῶν!

 

Ἀποδέχθηκα, φυσικά, ἀσμένως τὸ “αἴτημα φιλίας” τοῦ ὁμηλίκου ἐπιφανοῦς, ἔριξα μιὰ γρήγορη ματιὰ στὸ προφίλ του, καὶ βγῆκα γιὰ ποτά, μὲ τὴν πρόθεση ὅταν ἐπιστρέψω, ἂν δὲν ἤμουν μεθυσμένος, ἢ τὴν ἑπόμενη μέρα, ἂν ἤμουν, νὰ περιδιαβάσω πιὸ προσεκτικὰ τὶς ἀναρτήσεις του καὶ νὰ καταθέσω τὰ ἀναγκαῖα λάικ.

 

Τὴν ἑπόμενη μέρα, ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, ὅταν ἐπέστρεψα ἐπιτέλους ἀπὸ τὴ βιοποριστική μου ἐργασία, μπῆκα στὸ facebook γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσω καὶ νὰ θαυμάσω τὶς ἀναρτήσεις τοῦ νέου μου εἰκονικοῦ φίλου. Ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερα: ὁ ἐπιφανὴς ὁμήλικος μὲ εἶχε, κιόλας (ὀρθῶς πράττων, ἀντιλαμβάνομαι ἐκ τῶν ὑστέρων), διαγράψει.  Μοῦ φάνηκε δυσεξήγητη ἡ πράξη του: ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε ἐπιδιώξει τὴν εἰκονικὴ αὐτὴ φιλία, καὶ ἐγὼ ἀμέσως τὴν εἶχα ἀποδεχθεῖ, τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε συμβεῖ μέσα σὲ λιγότερο ἀπὸ μία μέρα, ποὺ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ διαγραφή μου; Ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπορία μοῦ προξένησε τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν μετὰ λίγους μῆνες συνάντησα καὶ διὰ ζώσης τὸν ἄνθρωπο αὐτό, σὲ ποιητικὴ ἐκδήλωση βεβαίως (ποῦ ἀλλοῦ;), παρατήρησα ὅτι ἀπέφευγε ὄχι μόνον νὰ μὲ χαιρετήσει, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ μὲ κοιτάξει.

 

Μὲ ἀπασχόλησε ἀρκετὰ τὸ θέμα καὶ ἀναρωτήθηκα πολλὲς φορὲς ἔκτοτε τί μπορεῖ νὰ ἐνόχλησε τόσο τὸν ἐν λόγῳ ποιητὴ στὴν διαδικτυακή μου παρουσία, καθὼς μόνον αὐτὴν γνώριζε. Ἐξέτασα λοιπὸν μὲ τὰ μάτια ἑνὸς ἀνθρώπου τῆς ποιήσεως τὴν παρουσία μου στὸ διαδίκτυο. Καὶ εἶδα ὅτι ἐλάχιστες ἦσαν οἱ ἀναρτήσεις μου οἱ σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση. Ἀντίθετα, συχνὰ ἀναρτοῦσα φωτογραφίες ὡραίων, μερικὲς φορὲς ἡμίγυμνων ἀνδρῶν, καὶ εὐθέως ὁμοερωτικὰ κείμενα προσωπικοῦ ἢ οἰονεὶ προσωπικοῦ περιεχομένου, τόσο στὸ facebook ὅσο καὶ στὴν προσωπική μου σελίδα. Ἡ διαδικτυακή μου εἰκόνα δὲν ἦταν ἐπαρκῶς “ποιητική”.

 

Κατέληξα λοιπὸν ὅτι αὐτὸ ἐνόχλησε τὸν ἄνθρωπο τῆς ποιήσεως: τὸ γεγονὸς ὅτι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς φίλους του, ἡ διαδικτυακή μου παρουσία δὲν περιοριζόταν σὲ κουβέντες ποιητικὲς ἢ περὶ τῆς ποιήσεως, δὲν διέθετα, δηλαδή, τὸ σχεδὸν αὐτονόητο γιὰ τοὺς κύκλους τῶν ποιητῶν στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης ἀποστειρωμένο προφὶλ – βιτρίνα λογοτεχνικῶν ἐπιτευγμάτων καὶ φιλοδοξιῶν. Καὶ μάλιστα, χωρὶς ἀναστολές, ἀνέβαζα καὶ σχολίαζα περιεχόμενο σαφῶς ὁμοερωτικό, ὄχι ἀπαραιτήτως πορνογραφικῆς προθέσεως, ἀλλὰ πάντως οὔτε ψευδοπλατωνικό. Ἐπιπροσθέτως, στοὺς εἰκονικούς μου φίλους περιλαμβάνονταν καὶ ἀρκετοὶ (πού, ὄχι τυχαῖα, ἦσαν φίλοι καὶ στὴν πραγματικὴ ζωὴ) οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ποίηση καὶ τὴ λογοτεχνία, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἦσαν ἁπλῶς εὐειδεῖς!

 

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ μεσόκοπος ποιητὴς εἶναι μᾶλλον συντηρητικῶν ἀντιλήψεων ἢ ἀκόμη ὅτι πρόκειται γιὰ ὁμοφοβικὸ ἑτεροφυλόφιλο. Ἀλλὰ ὄχι, δὲν εἶναι τόσο ἁπλὰ τὰ πράγματα, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὁμοφυλόφιλος, καὶ μάλιστα ὄχι μόνο δὲν τὸ κρύβει, ἀλλὰ προσφάτως τὸ διαφημίζει καὶ τὸ ἀξιοποιεῖ, εὐνοούμενος συχνὰ καὶ ἀπὸ τὸν νεοαφιχθέντα ἐσμὸ τῶν κουὴρ διανοητῶν καὶ δημιουργῶν ποὺ κινοῦνται στὶς παρυφὲς τῆς ἐξουσίας. Στὴν ποίησή του, ὅμως, καὶ στὴν παρουσία του στὴ λογοτεχνικὴ σκηνή, ἀποφεύγει συστηματικὰ τὶς κακοτοπιὲς στὶς ὁποῖες θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει ἡ ὁμοερωτικὴ ἔκφραση. Καὶ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς κακοτοπιὲς εἶναι, προφανῶς, καὶ ἡ εἰκονικὴ φιλία μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐκφράζονται ὁμοερωτικὰ χωρὶς τὸ ἄλλοθι τῆς θεωρίας, τῆς ἀνάλυσης, τῆς παράστασης, ἢ τῆς πανεπιστημιακῆς αὐθεντίας.

 

Ὅπως μοῦ εἶπε καὶ κάποιος παλαιὸς φίλος ποὺ ξέρει καλὰ τὰ τοῦ ποιητικοῦ μάρκετινγκ, ἡ δική μου ποίηση, γιὰ παράδειγμα, θεωρεῖται στοὺς κύκλους αὐτοὺς gay ποίηση, ὄχι βεβαίως μὲ τὴν προφανέστατη ἔννοια ὅτι ὅταν ἀναφέρεται σὲ ἀντικείμενο ἐρωτικοῦ πόθου αὐτὸ εἶναι ὁμόφυλο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια μᾶλλον μιᾶς ποίησης δεύτερης (ἢ τρίτης ἢ τέταρτης) διαλογῆς, ἕνα εἶδος παραλογοτεχνικῆς παραγωγῆς εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος, στὴν ὁποία δὲν ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἔνταξης στὸν κατεξοχὴν λογοτεχνικὸ χῶρο. Μὲ ἄλλα λόγια, φαίνεται πὼς οἱ εὐήθεις αὐτοὶ ποιηματογράφοι καὶ ποιηματολόγοι ἔχουν θέσει συγκεκριμένες θεματολογικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ποιητικὴ παραγωγὴ ποὺ θεωροῦν ἀποδεκτὴ στὸ ἐγχώριο λογοτεχνικὸ πεδίο, τοῦ ὁποίου σαφῶς λειτουργοῦν ὡς κλειδοκράτορες˙ καὶ οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς ἀποκλείουν ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἐξόφθαλμο (ἔτσι φαντάζομαι θὰ τὸν περιέγραφαν) ὁμοερωτισμό.

 

Τὸ κωμικοτραγικὸ εἶναι πὼς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄχι μόνο δὲν αὐτοπροσδιορίζονται ὡς ὁμοφοβικοί, ἀλλὰ κάποιοι εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι ὁμοφυλόφιλοι, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι δὲν διστάζουν νὰ ἀρθρώνουν καὶ θεωρητικὸ λόγο μὲ ἀναφορὲς στὴν κουὴρ θεωρία ἢ ἀκόμη καὶ νὰ συμμετέχουν σὲ φιλομοφυλοφιλικὲς “ἀκτιβιστικὲς” δράσεις, κάτω ἀπὸ τὴν ὑγιὴ αἰγίδα, πάντως, συνήθως, κάποιας θεσμικὰ ἐξαγνισμένης μὴ κυβερνητικῆς ὀργάνωσης ἢ κάποιου ἱδρύματος πολιτισμοῦ. Ἀκόμη πιὸ κωμικοτραγικὴ εἶναι ἡ στάση τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν “τῆς ποιήσεως” ἀπέναντι σὲ ἀναγνωρισμένους πλέον ὁμοφυλόφιλους ποιητὲς τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι δὲν μάσησαν τοὺς στίχους τους σχετικὰ μὲ τὸ φύλο τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν γίνεται πιὰ νὰ ἐξορίσουν στὸ λογοτεχνικὸ περιθώριο ποὺ ὀνομάζουν gay ποίηση˙ οἱ συνήθως περισπούδαστες ἀναφορὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν στοὺς ἐν λόγῳ ποιητὲς δὲν μποροῦν καὶ δὲν καταφέρνουν νὰ κρύψουν τὴν κυρίαρχη ἀντίληψη, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἑξῆς: καίτοι ὀ Sandro Penna, γιὰ παράδειγμα, ἔγραφε ποιήματα γιὰ τὰ ἀγοράκια ποὺ ποθοῦσε καὶ ποὺ γαμοῦσε, κατάφερε νὰ γράψει σπουδαῖα ποιήματα, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ὁμοερωτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Τέτοιες ἐκφράσεις ἐμφανίζονται στὸν λόγο τῶν κλειδοκρατόρων πολὺ συχνότερα ἀπὸ ὅσο θὰ ἐπέτρεπε ἡ ἔστω ἐπιφανειακὴ ἐπαφή τους μὲ τὴν κουὴρ θεωρία, καὶ προδίδουν τόσο τὴ βαθύτατα ἀντιδραστικὴ ἀντίληψή τους γιὰ τὴν ποίηση, ὅσο ἐντέλει καὶ τὴν εὐήθειά τους.

 

Ἐνῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ πιστεύουμε οἱ περισσότεροι (ἀκόμη καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς κλειδοκράτορες) ὅτι εἶναι ἐντελῶς παρωχημένες τέτοιου εἴδους συζήτησεις περὶ ἐρωτικοῦ προσανατολισμοῦ, ἡ πραγματικότητα μᾶς διαψεύδει. Τὰ ἐρωτικὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα κατακτοῦν περίοπτη θέση στὸ ἐγχώριο λογοτεχνικὸ πεδίο εἶναι σχεδὸν ὅλα ποιήματα προφανῶς (ἂν καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως ἀληθῶς) ἑτεροφυλοφιλικοῦ ἐρωτισμοῦ, καὶ μάλιστα ἀποστειρωμένου, εὐπρεπισμένου ἐρωτισμοῦ  – ἀκόμη καὶ ὅταν ἔχουν γραφτεῖ ἀπὸ ὁμοφυλόφιλους ποιητὲς καὶ ποιήτριες. Οἱ δὲ ὁμοφυλόφιλοι ποιητὲς καὶ ποιήτριες λειτουργοῦν στὴ βάση τοῦ παληοῦ, χυδαίου “δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἄλλους τί κάνει ὁ καθένας στὸ κρεββάτι του” καὶ συστηματικὰ κρύβονται ἢ ψεύδονται τόσο στὴν δημόσια παρουσία τους ὅσο καὶ στὴν ποίησή τους, προκειμένου νὰ μὴν ἀποκλεισθοῦν.

 

Μπορεῖ νὰ διαβάζουμε ὅλο καὶ συχνότερα κείμενα ἐπιδεικτικῆς ἐμβρίθειας στὰ ὁποῖα ἀναλύεται ἡ ποιητικὴ τοῦ δείνα ἢ τῆς τάδε μὲ ὄρους τῆς κουὴρ θεωρίας, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ τοὺς θεωρούμενους σοβαροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους δὲν θὰ ἐξέδιδε ἀνάμεσα στὰ βιβλία ποίησης τὰ ὁποῖα προωθεῖ, ἀκόμη κι ἂν πληρωνόταν, ποιητικὸ βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου μὲ περιεχόμενο σὰν αὐτὸ τοῦ Physical, τοῦ νέου ποιητῆ Andrew McMillan ποὺ κέρδισε πέρυσι τὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου τῆς Guardian. Καὶ ἀκόμη κι ἂν τὸ ἐξέδιδαν, σίγουρα δὲν θὰ δέχονταν νὰ τὸ τυπώσουν μὲ ἐξώφυλλο ἕνα γυμνὸ ἀντρικὸ σῶμα, συμπεριλαμβανομένου τοῦ γυμνοῦ κώλου, ὅπως ἔκανε ὁ οἶκος Jonathan Cape γιὰ τὸ βιβλίο τοῦ Andrew McMillan. Φυσικά, εἰδικὰ μετὰ τὴ βράβευση, τὸ βιβλίο τοῦ McMillan μπορεῖ κάλλιστα νὰ παρουσιασθεῖ στὴν Καθημερινὴ ἢ στὴν Νέα Ἑστία, ἀλλὰ γιὰ βιβλία Ἑλλήνων ποιητῶν μὲ ἀντίστοιχη θεματολογία, ὅταν καὶ ἂν καταφέρνουν νὰ (αὐτο)εκδοθοῦν, λόγος γίνεται μόνο, ἂν γίνει, ἐκτὸς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, καθὼς τὸ τελευταῖο ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργεῖ μὲ ὅρους μικροαστικῆς εὐπρέπειας τοῦ περασμένου αἰώνα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

κενὰ σημαίνοντα ἐσκεμμένως ἐρριμμένα

Ἂν καὶ συχνὰ οἱ ποιητὲς ὁμνύουν στὴν ἁπλότητα, ἡ ποίηση ποὺ παράγουν, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σύγχρονη, σπανίως εἶναι ἁπλή. Ἀντιθέτως, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν εἶναι εὔκολο ὁ ἀναγνώστης νὰ κατανοήσει τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής˙ καὶ ἂν προσπαθήσει νὰ περιγράψει τί ἤθελε νὰ πεῖ ὁ ποιητής, θὰ μιλήσει ἀναγκαστικὰ χωρὶς σιγουριά, προτείνοντας τὴν “ἀνάγνωσή” του ὡς μία ἀπὸ τὶς πιθανὲς ἀναγνώσεις, ὁπωσδήποτε ὄχι τὴ μοναδική.

 

Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν πιθανῶν ἐκδοχῶν εἶναι, ἀναμφίβολα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης ποὺ γοητεύουν πολλοὺς ἀναγνῶστες. Αὐτό, ὅμως, ποὺ συχνὰ παρατηρῶ στὴν παραγωγὴ πολλῶν σύγχρονων ποιηματογράφων εἶναι κάτι διαφορετικό: δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάπου, ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιτρέπουν ἐνδεχόμενες διαφορετικὲς ἀναγνώσεις˙ πρόκειται μᾶλλον γιὰ ποιήματα ποὺ ἐσκεμμένα στριμώχνουν στοὺς στίχους τους ὅσο περισσότερα (ταιριαστὰ καὶ ἀταίριαστα) σημεῖα καὶ σύμβολα μπορεῖ ὁ δημιουργός τους, μὲ στόχο ἀκριβῶς νὰ χτισθεῖ μιὰ πλαστὴ πολυσημία ποὺ θὰ κρύψει τὴν ἀπουσία νοήματος ἤ, ἀκόμη χειρότερα, τὴν κοινοτοπία τοῦ νοήματος.

 

Ἂς διαβάσουμε ἕνα παράδειγμα τέτοιου ποιήματος:

 

Με αγκάλιασες
και τα χέρια σου
σαν άνθη σαρκοβόρα
αιχμαλώτισαν
του κορμιού μου τις ελπίδες
για να με σκορπίσουν ύστερα
στάχτη στο πέλαγος
μιας άνυδρης εγκατάλειψης.

 

Τί θέλει νὰ πεῖ, λοιπόν, ἐδῶ ἡ ποιήτρια; Ὅτι τὴν ἐγκατέλειψε τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της καὶ ἡ ἐγκατάλειψη αὐτὴ τὴν ἔκανε νὰ νιώσει σὰν νεκρή; Ὅτι οἱ ἐλπίδες της διαψεύσθηκαν; Ὅτι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της, καίτοι ὡραῖο σὰν ἄνθος, τὴν ἔφαγε ζωντανή; Ὅτι τὸν χωρισμὸ ἀκολούθησε ἡ ξηρασία; Ἢ μήπως ἡ ὑγρασία, λόγῳ τοῦ πελάγους; Ἢ ὑπονοεῖται ὁ πνιγμός;

 

Ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι “τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά”, ἢ “ὅλα αὐτά”, ποὺ ὅμως εἶναι τὸ ἴδιο, καθὼς ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ κοινοτοπίες ποὺ θὰ συγχωρούσαμε ἴσως σὲ μιὰ φίλη ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, καὶ ποὺ ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν κάποτε κάποιο ποίημα, ἀλλὰ ὡς ἔχουν δὲν εἶναι ποίημα. Ἁπλῶς οἱ κοινοτοπίες ἔχουν μεταμφιεσθεῖ ἐδῶ σὲ ποίημα διὰ τῆς (κοινῆς) μεθόδου τῶν σχετικῶς μὴ ἀναμενόμενων ἢ καὶ ἀντιφατικῶν συμφράσεων καὶ τῆς (ἐκ)βιασμένης δῆθεν πολυσημίας. Παραμένει ποιητικὰ ἀδικαίωτο ὅτι τὰ χέρια παρομοιάζονται μὲ ἄνθη, καὶ μάλιστα σαρκοβόρα˙ ὅτι τὰ σαρκοβόρα ἄνθη αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν καταβροχθίζουν˙ ὅτι τὰ ἄνθη αἰχμαλωτίζουν, καὶ μάλιστα ἐλπίδες, καὶ αἰχμαλωτίζουν ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ὄχι, ἂς ποῦμε, τοῦ μυαλοῦ˙ ὅτι ξαφνικὰ ἡ τροφὴ τῶν σαρκοβόρων ἀνθέων μετατρέπεται σὲ στάχτη καὶ σκορπίζεται στὸ πέλαγος˙ ὅτι παρὰ τὸ πέλαγος, ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι ἄνυδρη. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ ἐξυπνακισμούς: ἂς χώσω καὶ μιὰ ἄνυδρη ἐδῶ, λίγη στάχτη ἐκεῖ, κανένα σαρκοβόρο παραπέρα, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σκοτεινότερο, ποιητικότερο, ὑπερβατικότερο. Ὁ πληθωρισμὸς τῶν ἀτάκτως ἐρριμμένων καὶ στανικῶς παραταχθέντων σημαινόντων ἀκυρώνει, στὴν πραγματικότητα, τὸ ποίημα καὶ ἀποκαλύπτει πὼς ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα, ἢ δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα ποὺ νὰ ἀξίζει νὰ ἀκουσθεῖ.

 

Αὐτὸ ποὺ μᾶλλον δὲν ὑποψιάζονται πολλοὶ ἐπίδοξοι ποιητὲς εἶναι ὅτι ἂν πράγματι ἔχουν κάτι νὰ ποῦν (καὶ ἐννοῶ ἂν ἔχουν νὰ ποῦν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ “θαυμᾶστε με, εἶμαι κι ἐγὼ ποιητής!”), ὁ ποιητικὸς τρόπος νὰ τὸ ποῦν ἀποστρέφεται τὸν πληθωρισμὸ τῶν σημαινόντων καὶ ἀνοίγει πραγματικὰ ὁρίζοντες πολυσήμαντων ἀναγνώσεων μέσα ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὰ μονοσήμαντη, συνεκτικὴ γραφή. Τὸ παρακάτω ποίημα, γιὰ παράδειγμα, τῆς Ἀγγελικῆς Ἐλευθερίου (ἀπὸ τὴ συλλογή της Θὰ Καπνίζω, τοῦ 2004) θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ παρόμοια ἀφετηρία, ἐρωτικῆς ματαίωσης, ἐγκατάλειψης, χωρισμοῦ ἢ θανάτου. Ἐδῶ, ὅμως, ἡ γραφή εἶναι πεζολογική, μᾶλλον περιγραφική, καὶ μόνο μιὰ λέξη φαίνεται ἀσυνήθιστη μέσα στὰ συμφραζόμενά της: ἡ λέξη “μπρούντζινη”, τὸ μοναδικὸ ἐπίθετο τοῦ ποιήματος, ὄχι τυχαῖα τοποθετημένη στὸν τελευταῖο στίχο, ὅπου νοηματοδοτεῖ τὸ ποίημα καὶ τὸν ἑαυτό της.

 

Δεν σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ᾽χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου – σαν μέσα από ρωγμή –
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούτζινη μέρα

 

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ τρόπος τῆς Ἁγγελικῆς Ἐλευθερίου σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ὁ μοναδικὸς ποιητικὸς τρόπος. Διατείνομαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι πράγματι ποιητικός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο παράδειγμα, γιατὶ ἐδῶ τὸ “ἀνοιχτὸ” σημαῖνον (ἡ μπρούντζινη μέρα) δικαιώνεται ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ποιήματος ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό ἀντὶ νὰ στριμώχνεται σὲ ἕνα σωρὸ ψευδοποιητικῶν συμφράσεων καὶ νοηματικῶν συμφύρσεων χωρὶς σκοπό. Καὶ ἡ μπρούντζινη μέρα τῆς Ἐλευθερίου μένει στὴ μνήμη τοῦ ἀναγνώστη ὡς σύμβολο, ἐνῶ τὰ σαρκοβόρα ἄνθη, οἱ ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ἡ ἄνυδρη ἐγκατάλειψη τῆς ἄλλης ποιήτριας θὰ ξεχαστοῦν στὴν ἑπόμενη σελίδα, ἂν βεβαίως δὲν κλείσει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο ὁριστικὰ προτοῦ κἂν γυρίσει σελίδα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

à la manière de

Ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα μου καβαφικὰ ἀνέκδοτα εἶναι τὸ παρακάτω, ποὺ βρῆκα στὰ “καβαφικὰ τετράδια” τοῦ Τίμου Μαλάνου. Ὁ Μαλάνος ἦταν, λέει, τότε εἰκοσαετής, θαυμαστὴς τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη, καὶ ἐπισκεπτόταν συχνὰ τὸν ποιητή:

“Μιὰ μέρα τοῦ εἶπα, πὼς εἶχα γράψει, στὴ δική του τὴν τεχνοτροπία, ἕνα ἱστορικὸ ποίημα, μὲ θέμα τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο. Τὸ διάβασε, κι ἔπειτα, παίρνοντας ἕναν-ἕναν τοὺς στίχους του, μοῦ λέει: “Αὐτὸς εἶναι Καβαφικός, αὐτὸς δὲν εἶναι Καβαφικός, αὐτὴ ἡ παρένθεση εἶναι Καβαφική, αὐτὴ ἡ λέξη δὲν εἶναι Καβαφική”. Φυσικά, ὅ,τι δὲν ἦταν Καβαφικό, τὸ μετέτρεψε σὲ Καβαφικό. Στὸ τέλος, βγῆκε ἕνα στιχούργημα à la manière de… ὁ ἴδιος ὅμως δὲν ἔβλεπε (ἢ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤθελε νὰ δεῖ) ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καταλήγαμε στὴν παρωδία. Ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως τὸν ἐνδιέφερε ἦταν ὁ μαθητὴς (ἕνας μαθητής), ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε.”

Τὸ ἀνέκδοτο μπορεῖ νὰ εἶναι ἢ νὰ μὴν εἶναι ἀληθινό, εἶναι πάντως ἀναμφίβολα ben trovato. Τὴν ἐποχὴ ποὺ φέρεται νὰ διαδραματίζεται τὸ περιστατικό, ὁ Καβάφης ἔχει ἤδη κάποια φήμη, ὄχι βέβαια ἀνάλογη μὲ τὴν ἀξία του, ἀλλὰ πάντως ἔχει ξεπεράσει τὰ στάδια τῆς ἀδιαφορίας, τῆς χλεύης, τῆς χλιαρότητας, καὶ θεωρεῖται πιὰ σημαντικὸς ποιητής. Λογικὸ εἶναι ἕνας αἰγυπτιώτης νέος φανατικὸς γιὰ γράμματα νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὔνοια τοῦ Καβάφη, λογικὸ εἶναι νὰ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ νὰ ζητάει τὴ συμβουλή του, λογικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ τοῦ ὑποβάλλει τὰ πρωτόλειά του πρὸς σχολιασμὸ καὶ βελτίωση. Ἐξίσου λογικὸ βρίσκω τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ παρεμβάσεις τοῦ Καβάφη σὲ ἕνα ποίημα ποὺ προγραμματικὰ τοῦ παρουσιάζεται σὰν καβαφικῆς τεχνοτροπίας ἀποσκοποῦν στὴν ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη καβαφικότητα τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐπεξεργασίας. Τέλος, θεμιτὸ βρίσκω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ποιητῆ νὰ ἀποκτήσει μαθητὲς ἢ ἀκολούθους: ἀνήκει πιά, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ βάσανα καὶ ἐπιθέσεις, στοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς τῆς ἐποχῆς καὶ εἴθισται οἱ νεοσσοὶ νὰ ἀκολουθοῦν καὶ νὰ μιμοῦνται τοὺς ἐπιφανεῖς.

Τὸ ζήτημα ποὺ προκύπτει ἀπὸ αὐτὴν τὴν συνήθεια τῶν ἀκολούθων καὶ τῶν μιμητῶν δὲν εἶναι ὅτι παράγονται καὶ δημοσιεύονται στιχουργήματα à la manière de…, ὅπως τὸ θέτει ὁ Μαλάνος. Αὐτά, ἐφόσον ἀναγνωρίζονται ὡς τέτοια, δὲν βλάπτουν κανέναν˙ ἀντιθέτως, θὰ μποροῦσαν νὰ ὠφελήσουν τοὺς νέους ποιητὲς ὡς χρήσιμες ποιητικὲς ἀσκήσεις σὰν αὐτὲς ποὺ συχνὰ καλοῦνται πράγματι νὰ κάνουν στὶς μέρες μας σὲ σεμινάρια καὶ πανεπιστημιακὰ προγράμματα δημιουργικῆς γραφῆς. Ὑπάρχει, ὅμως, μιὰ σημαντική, πιστεύω, διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ χρήση τῆς μιμητικῆς γραφῆς ὡς ὠφέλιμης ἄσκησης καὶ στὴν ὑστερόβουλη χρήση τῆς μίμησης ὡς ὠφέλιμης κολακείας. Καὶ σὲ πεῖσμα τῆς ἐμφανοῦς πρόθεσης τοῦ Μαλάνου στὴν ἐξιστόρησή του αὐτὴ νὰ ψέξει, γιὰ μιὰν ἀκόμα φορά, τὴν κατ᾽αὐτὸν “ἐπαινοθηρία” τοῦ Καβάφη, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη ἀνάγνωση τοῦ περιστατικοῦ, τόσο προφανὴς μάλιστα ὥστε εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς ὁ παμπόνηρος Μαλάνος δὲν τὴν πρόσεξε. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ δείχνει τὴν ὑστεροβουλία τοῦ νεαροῦ ἀκολούθου μᾶλλον παρὰ τοῦ ἀναγνωρισμένου ποιητῆ: ὁ φέρελπις νεαρὸς ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ σέβη του στὸν καθιερωμένο, τὸν ἐπαινεῖ, τὸν κολακεύει, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μιμεῖται συνειδητὰ καὶ ἐμπρόθετα τὸ ὕφος καὶ νὰ ἀκολουθεῖ τὴ θεματολογία τοῦ καθιερωμένου, καὶ δὲν διστάζει νὰ ζητήσει καὶ τὴ συμβουλὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ τελευταίου ὥστε νὰ ἀποκτήσει, χάρη στὴν ἀπροκάλυπτη αὐτὴ κολακεία, καὶ ὁ ἴδιος κάποια θέση στὰ γράμματα. Καὶ φυσικά, τὴ θέση αὐτὴ τὴν κερδίζει στὸ τέλος! Ὁ ἴδιος ὁ Μαλάνος μᾶς λέει ὅτι ὁ Καβάφης “ἔσπρωξε ὣς τὴ δημοσίευση” τὸ ἐν λόγῳ στιχούργημα (ἂν καὶ ὑπάρχουν ἄλλες μαρτυρίες ὅτι ὁ ἵδιος ὁ Μαλάνος, βεβαίως, πάσχισε νὰ τὸ δημοσιεύσει).

Καὶ ἂν τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώσει ὁ νεαρὸς Μαλάνος γιὰ νὰ δεῖ ποίημά του δημοσιευμένο ἦταν νὰ ἐγκαταλείψει κάθε σχέδιο γιὰ δικό του ποίημα καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ κατασκευάσει ἕνα ποίημα à la manière de Cavafy, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἔγκριση καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ λογοτεχνικοῦ σιναφιοῦ τῆς ἐποχῆς, τὸ τίμημα ποὺ πληρώνουν πολλοὶ σύγχρονοί μας ποιητὲς δὲν διαφέρει καὶ πολύ: καὶ αὐτοὶ ἐπίσης γράφουν à la manière de, ἐπιλέγοντας μάλιστα, συχνὰ συνειδητά, ὄχι πρότυπα συγγενικὰ πρὸς τὴν δική τους (ἀνύπαρκτη συνήθως) ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση, ἀλλὰ τὰ πρότυπα μὲ τὴν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο˙ καὶ αὐτοὶ κολακεύουν ἀκατάπαυστα τοὺς ἐπιφανεῖς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς κλειδοκράτορες˙ καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, πληρώνουν καὶ ἀπολύτως ὑλικὸ τίμημα, τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἐκδότη δηλαδή, ποὺ μὲ ἀφοσίωση στὴν νεοελληνικὴ ποίηση θὰ τυπώσει (καί, ἂν εἶναι τυχεροί, θὰ διανείμει) τὸ ἔργο τους.

Τοὐλάχιστον στὸ ἀγαπημένο μου καβαφικὸ ἀνέκδοτο τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖ (καὶ ἀργότερα ἐγκαταλείπει) ὁ φέρελπις ποιητὴς εἶναι, πράγματι, νέο καὶ ἀνατρεπτικό, ἀποτελεῖ πράγματι τομὴ στὴ νεοελληνικὴ ποίηση καὶ παραμένει, ἀκόμη καὶ σήμερα, σημαντικὴ στιγμὴ τῆς παγκόσμιας ποίησης. Δὲν ἔχει βλάψει τὴν ποίηση ἰδιαίτερα ὁ ἑσμὸς τῶν μιμητῶν τοῦ Καβάφη τὰ τελευταῖα ἑκατὸ χρόνια, ἐνῶ πολλοὶ ποὺ μαθήτευσαν στὸ καβαφικὸ ἐργαστήρι ἔχουν πράγματι κομίσει δῶρα σημαντικὰ στὴν τέχνη τῆς ποιήσεως.

Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος ὑστερόβουλος μιμητισμὸς μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπιλέγει ὡς πρότυπα ποιητὲς ποὺ κατάφεραν, μὲ μεθόδους ποὺ κανεὶς δὲν συζητεῖ, νὰ ἐπιβληθοῦν στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο, χωρὶς νὰ ἔχουν δημιουργήσει (ἢ νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ δημιουργήσουν) ἔργο πρωτότυπο ἢ σημαντικὸ καὶ χωρὶς νὰ ἐπιχειροῦν πλέον νὰ δημιουργήσουν τέτοιο ἔργο˙ ποιητὲς ποὺ ξεκίνησαν τὴν σταδιοδρομία τους στὰ γράμματα μὲ στιχουργήματα μιμητικὰ ἄλλων καὶ συνεχίζουν μιμούμενοι τὰ δικά τους παλαιότερα μιμητικὰ στιχουργήματα, κορδωνόμενοι σὰν γυμνοὶ βασιλεῖς στὸ τελματῶδες ἀδιέξοδο ὅπου ἡγεμονεύουν.

Ὁ μηχανισμὸς τῆς διακίνησης καὶ διάδοσης τῆς λογοτεχνίας δὲν ἀφήνει πολλὰ περιθώρια: οἱ ποιητικὲς δημόσιες σχέσεις εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ποιητῶν. Ἀλλὰ καθὼς τὰ πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα συνάπτονται αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δημόσιες σχέσεις συναποτελοῦν τὸ συχνὰ μισαλλόδοξο καθεστώς, τὸ ὁποῖο ἀποστρέφεται ὅ,τι μπορεῖ νὰ τὸ ὑπονομεύσει καὶ ἀνταμείβει ὅ,τι τὸ ἀναπαράγει, ἡ δημόσια ὁδὸς τῆς καταξίωσης καταλήγει στὸν ἀναμηρυκασμό. Τὸ παράδοξο ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τῆς ἐπιβίωσης τοῦ ποιητικοῦ ἔργου εἶναι ἐπίσης ἡ συνθήκη τῆς ἀκύρωσής του: γιὰ νὰ ἐπιβιώσει (δηλαδή: νὰ διακινηθεῖ, νὰ διαβασθεῖ, νὰ διακριθεῖ) τὸ ἴδιο τὸ ἔργο πρέπει νὰ παγιδευθεῖ στὴ φόρμα καὶ στὴ θεματικὴ τοῦ ἤδη τελματωμένου παρελθόντος, καθὼς τὰ μέσα τῆς ἐπιβίωσης βρίσκονται στὰ νύχια ἀκριβῶς τοῦ τελματωμένου παρελθόντος.

Δὲν ἔχω διέξοδο νὰ προτείνω, δὲν ὑπάρχει συμπέρασμα, δὲν ὑπάρχει πρόταση. Μόνο μιὰ ἐπισήμανση, μᾶλλον κοινότοπη: τὸ οὐσιῶδες ἔργο εἶναι πάντα ἔργο ἐν προόδῳ:  τὸ παρελθὸν – ἔστω καὶ τυπωμένο – ἔργο ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ τὸ μελλοντικὸ ἔργο ἀναθεωρεῖ καὶ ἀνανοηματοδοτεῖ˙ ὅσο τὸ παρὸν ἀκυρώνεται, τὸ τέλμα ἁπλώνεται χρονικά. Ὁ θάνατος τῆς ποίησης θὰ ἔρθει not with a bang, but a whimper. Καὶ θὰ εἶναι ἀναντίστρεπτος.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]