Μακάρων βραχονησίδες: “Στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου” τοῦ Κυριάκου Συφιλτζόγλου

Τὰ ποιήματα περὶ ποιημάτων ἢ/καὶ περὶ ποιητῶν εἶναι δύσκολο νὰ ἀγνοηθοῦν. Ἡ ἴδια ἡ θεματολογία τους τὰ τοποθετεῖ στὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἀναγνωστῶν τῆς ποίησης, δεδομένου ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν γράφουν καὶ οἱ ἴδιοι ποιήματα καὶ ἀφιερώνουν, θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανείς, ἀρκετὸ ἀπὸ τὸν χρόνο τους στὴν μελέτη τοῦ ἔργου καὶ τοῦ βίου ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν προηγηθεῖ τῶν ἰδίων στὸ λογοτεχνικὸ κουρμπέτι, ἂν ὄχι μὲ πρόθεση μαθητείας, τοὐλάχιστον ἀπὸ περιέργεια.

[Ἔτσι τὰ ἔφερε ἡ κατάρα ὥστε κι ἐγὼ ἀκόμη, παραδόξως, τὴν πρώτη μου ἐμφάνιση στὰ ἀμιγῶς λογοτεχνικὰ τὴν ἔκανα (στὸ τεῦχος 9 τῆς Ποιητικς, τὸ 2012) μὲ ἕνα ποίημα αὐτῆς τῆς κατηγορίας, τιτλοφορημένο «Στιγμιότυπα μὲ νεκρὲς ποιήτριες». Τὸ ποίημα αὐτὸ πράγματι κίνησε κάποιο ἐνδιαφέρον, ἀρνητικὸ βεβαίως, καὶ προξένησε ἀντιδράσεις δυσανάλογες, ἀλλὰ τοῦ ὀφείλω τὸ μεγαλύτερο σὲ ἔκταση κείμενο ποὺ ἔχει γραφτεῖ γιὰ τὴν ποίησή μου: ἕνα δισέλιδο λιβελλογράφημα στὴν Φιλολογική, τὴν ὁποία ὣς τότε ἀγνοοῦσα καὶ ἔκτοτε περιφρονῶ.]

Εἶναι δύσκολο νὰ ἀντισταθεῖ κανεὶς σὲ αὐτῆς τῆς θεματολογίας τὴν ποίηση, εἴτε εἶναι φανατικὸς φίλος τῆς ποίησης εἴτε εἶναι δημιουργός. Ὡς ἀναγνῶστες, μᾶς ἰντριγκάρει ὄχι μόνο τὸ ἴδιο τὸ θέμα καὶ ὁ χειρισμός του, ἀλλὰ καὶ ἡ διαφαινόμενη σχέση τοῦ ἑκάστοτε ποιητῆ μὲ τοὺς ποιητὲς στοὺς ὁποίους ἀναφέρεται. Ὑποψιαζόμαστε πὼς τὰ περὶ ποιητῶν ποιήματα θὰ μᾶς ἀποκαλύψουν πῶς ἀντιλαμβάνεται ὁ ποιητὴς τὴ σχέση τῆς δουλειᾶς του μὲ τὴν δουλειὰ ἄλλων ποιητῶν, τί τὸν συγκινεῖ στὸν βίο καὶ στὸ ἔργο τῶν ἄλλων, τί θαυμάζει, τί θεωρεῖ ὅτι τὸν ἔχει ἐπηρεάσει. Ἐξίσου ἐνδιαφέροντα φαίνονται ἐπίσης τὰ ποιήματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἄλλους δημιουργούς (γιὰ παράδειγμα, πεζογράφους, φιλοσόφους, σκηνοθέτες, φωτογράφους), διότι καὶ αὐτά, βεβαίως, πιστεύουμε ὅτι ἀποκαλύπτουν τὴν στάση τοῦ ἑκάστοτε ποιητῆ ἀπέναντι στὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία καί, συχνά, τὴ θέση του στὴν περιπέτεια τῶν ἰδεῶν.

Ἡ ποίηση αὐτῆς τῆς θεματολογίας ἔχει μακρὰ ἱστορία καὶ σχεδὸν τόσες ἐκφάνσεις ὅσες καὶ οἱ ποιητικοὶ τρόποι. Ἂς ἀναφέρω ἐδῶ, ἀπολύτως ἐνδεικτικὰ ὡς παραδείγματα ἐντελῶς διαφορετικῶν προσεγγίσεων σὲ αὐτὴ τὴ θεματική,  τὶς σαπφικὲς καὶ πινδαρικὲς ἀναφορὲς τῶν δν τοῦ Ὁρατίου, τὶς σκωπτικὲς ἀναφορὲς σὲ ὁμότεχνους καὶ ἀντίζηλους  τοῦ  Κάτουλλου, τὸ περίφημο Σύμφωνο τοῦ Πάουντ μὲ τὸν  Γουίτμαν, τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Κὴτς στὸν τάφο τοῦ Μπέρνς, τὰ ποιητικὰ δοκίμια τῆς Κάρσον μὲ ἀναφορὲς ἀπὸ τη Σαπφὼ καὶ τὸν Κάτουλλο ὣς τὴν Ντενέβ,  ἀλλὰ  καὶ στὰ καθ᾽ ἡμᾶς, τὶς σάλπιγγες τοῦ Σικελιανοῦ,  τὰ καφκικὰ τοῦ Σαχτούρη,  τὰ “φιλοσοφικὰ” χαϊκοὺ ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὰ πεζόμορφα σχεδὸν διασημότητας τοῦ Βλαβιανοῦ, ἢ τὰ σονέττα τῆς Νήσου τῶν Μακάρων τοῦ Βαγενᾶ.

Ὁμολογῶ ὅτι προσωπικὰ πράγματι ἀνήκω στοὺς φανατικοὺς ἀναγνῶστες ποίησης αὐτῆς τῆς θεματικῆς. Καὶ ὅταν ἕνας ποιητὴς τοῦ ὁποίου τὴν ποίηση ἐκτιμῶ πληροφοροῦμαι ὅτι ἔχει ἐκδώσει βιβλίο αὐτῆς τῆς κατηγορίας, τὸ προμηθεύομαι ἀμέσως καὶ τὸ διαβάζω μὲ λαχτάρα. Σὲ κάποιες περιπτώσεις (ὅπως, π.χ., τῆς Νήσου τῶν Μακάρων ἢ καὶ τοῦ Στεφάνου τοῦ Βαγενᾶ,  τοῦ  Σχεδν διάσημος τοῦ Βλαβιανοῦ, τῶν πιστολῶν σ ποιητ τοῦ Ρούβαλη καὶ τοῦ ἐν μέρει μόνον ὁμοειδοῦς σόπαλου Τραύματος τοῦ Στίγκα) δὲν διαψεύδομαι. Σὲ ἄλλες, ὅμως, ἡ διάψευση τῶν προσδοκιῶν εἶναι μεγάλη, ἠχηρὴ καὶ ἀκατανόητη.

Τέτοια περίπτωση ἀποτέλεσε γιὰ μένα τὸ βιβλίο τοῦ Κυριάκου Συφιλτζόγλου, Στ σπίτι το κρεμασμένου (Θράκα, 2015). Ἂς ξεκαθαρίσω ὅτι τὰ ποιήματα τοῦ Συφιλτζόγλου στὰ τρία προηγούμενα βιβλία του μοῦ εἶχαν ἀρέσει ἀπὸ ἀρκετὰ ὣς πολύ, καὶ μάλιστα τὸ  Μ φος νδιάνου (Μελάνι, 2014) τὸ βρῆκα ἐξαιρετικό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ  οἱ προσδοκίες μου ὅταν ἔπιασα  στὰ χέρια μου τὸ σπίτι το κρεμασμένου ἦσαν ἰδιαίτερα ψηλές. Ἐντούτοις, τὸ σπίτι το κρεμασμένου μὲ ἄφησε κατ᾽ἀρχὰς ἀδιάφορο καὶ ὅταν ἐπέστρεψα σὲ αὐτὸ μὲ θύμωσε κιόλας. Μὲ θύμωσε ὄχι ἐπειδὴ τὸ βρῆκα κακό (δὲν θυμώνω μὲ τὰ κακὰ βιβλία, ὅσο κι ἂν ἐπαινοῦνται ἢ/καὶ βραβεύονται), ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀκριβῶς διέψευσε τόσο βάναυσα τὶς προσδοκίες μου.

Βεβαίως, ὡς συνήθως, δὲν συμφωνοῦν μαζί μου αὐτοὶ ποὺ ξέρουν: τὸ βιβλίο ἀγαπήθηκε ἀπὸ πολλοὺς τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ, βραβεύθηκε ἀπὸ τὸν «ἀναγνώστη» καὶ κατὰ τὴν κυρία Τοπάλη καθιερώνει τὸν Συφιλτζόγλου ὡς ποιητή. Μόνη ἐξαίρεση στὴν ὁμόφωνα ἐπαινετικὴ ὑποδοχὴ τοῦ βιβλίου ἀποτέλεσε ἕνα σημείωμα τῆς Χριστίνας Λιναρδάκη. Ἀναρωτήθηκα λοιπὸν τί εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν μοῦ ἀρέσει στὸ σπίτι το κρεμασμένου, τί λάθος ἔχω κάνει στὴν ἐκτίμησή μου καὶ γιατί.

Ἡ ἀρχική μου ἀντίδραση ἦταν σαφῶς ἀπορριπτική, καὶ μάλιστα μὲ συνοπτικὴ διαδικασία: εὐκολάκι, εἶχα σκεφτεῖ, προχειροδουλειά, καὶ δὲν εἶχα, μάλιστα, διαβάσει τὸ βιβλίο ὣς τὸ τέλος, τὸ παράτησα κάπου μεταξὺ Μπέκετ καὶ Πλάθ, δηλαδὴ στὴ σελίδα 23. Ἐπέμεινα, ὅμως, καὶ ἐπέμεινα μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς κάτι μοῦ διέφευγε. Λίγες μέρες μετά, ξαναδιάβασα ὅ,τι εἶχα διαβάσει καὶ διάβασα καὶ τὸ ὑπόλοιπο βιβλίο, πολλὲς φορές, προσπαθώντας ἐναγωνίως νὰ βρῶ τί λάθος εἶχα κάνει. Καὶ δὲν τὰ κατάφερα. Ἡ ἐντύπωσή μου δὲν ἄλλαξε. Σχεδὸν ἕνα χρόνο καὶ πολλὲς προσεχτικὲς ἀναγνώσεις μετά, ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλίο ποὺ δὲν τηρεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδιναν τὰ προηγούμενα τοῦ Συφιλτζόγλου καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο τοῦ ποιητῆ, οὔτε βεβαίως μὲ φαινομενικὰ ὁμοειδῆ ἔργα ἄλλων, ὅπως αὐτῶν ποὺ ἀνέφερα παραπάνω.

Στὴν προσπάθειά μου νὰ ἐξηγήσω τὴν ἀπέχθεια ποὺ μοῦ προξένησε τὸ σπίτι το κρεμασμένου, ἔψαξα νὰ βρῶ ποιό εἶναι τὸ στοιχεῖο αὐτὸ ποὺ μοῦ ἀρέσει στὰ ὁμοειδῆ, ἔστω καὶ μὲ εὐρεία ἔννοια, ἔργα, τὸ ὁποῖο λείπει ἀπὸ τὸ σπίτι το κρεμασμένου. Τελικά, μετὰ ἀπὸ πολὺ βασάνισμα, βρῆκα δύο στοιχεῖα ποὺ λείπουν καὶ ἕνα ποὺ περισσεύει.

Τὸ πρῶτο, λοιπόν, ποὺ λείπει ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Συφιλτζόγλου εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐμπλοκὴ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου. Τὰ πεζόμορφα, κατὰ κύριο λόγο, ποιήματα ποὺ συμπεριλαμβάνονται στὸ βιβλίο ἀναφέρονται σὲ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς «ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν», ἀπὸ τὸν Κάφκα ὣς τὸν Παζολίνι, ἀπὸ τὸν Καβάφη ὣς τὸν Μπουχάριν, ἀπὸ τὸν Ρόθκο ὣς τὸν Σαχτούρη, ἀπὸ τὸν Φιλύρα ὣς τὸν Κόνραντ. Ἡ εὐρυμάθεια τοῦ συγγραφέα εἶναι προφανής, ἀλλὰ ἡ σχέση τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου αὐτοῦ τοῦ βιβλίου μὲ τοὺς χαρακτῆρες ποὺ παρελαύνουν στὶς σελίδες του, ἂν ὑπάρχει, στὶς συντριπτικὰ περισσότερες περιπτώσεις δὲν μᾶς ἀποκαλύπτεται. Προσωπικά, αὐτὸ ποὺ διαβάζω στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου εἶναι μιὰ ἐγκυκλοπαιδικὴ περιήγηση, ὅπου παραμένει ἀπὸν τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ποὺ θὰ μποροῦσε (καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου, θὰ ἔπρεπε) νὰ συμμετέχει ἢ νὰ ἀντιδρᾶ στὰ ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀσύνδετα συμβάντα.

Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ λείπει εἶναι ἡ συνοχή, ἡ συνεκτικότητα, μὲ ἄλλα λόγια ἡ δομή, μὲ ἀκόμη σκληρότερα λόγια ὁ λόγος ὕπαρξης. Ὁ μόνος συνδετικὸς κρίκος μεταξὺ τῶν ποιημάτων εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ συγγραφεῖς ἢ ἀνθρώπους τῆς τέχνης καὶ ἐνίοτε τῆς ἐπιστήμης. Δὲν ὑπάρχει ὑφολογικὴ συνέπεια καὶ συνέχεια, δὲν ὑπάρχουν θεματικοὶ ἄξονες πάνω στοὺς ὁποίους θὰ μποροῦσε νὰ χτιστεῖ τὸ βιβλίο (σὲ ἀντίθεση, ἂς ποῦμε, μὲ τὸ Μὲ ὕφος ἰνδιάνου τοῦ ἰδίου). Στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου συνυπάρχουν κείμενα σεναριακά, ψευδοαποφθέγματικά, ἐπιστολικά, ἀφηγηματικά, ψευδοαυτοβιογραφικά, λυρικά, διαλογικά, τῶν ὁποίων, ὅμως, ἡ σχέση καὶ ἡ σύνδεση μένουν, παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ ἀναγνώστη, ἀφανεῖς. Σὲ κάποιες περιπτώσεις γίνονται ἀναφορὲς σὲ πραγματικὰ περιστατικὰ ἢ ἔργα, σὲ ἄλλες φαίνεται τυχαία ἢ αὐθαίρετη ἡ παρουσία τῶν συγκεκριμένων χαρακτήρων σὲ σκηνὲς ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ πρωταγωνιστεῖ ὁ καθένας. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀξιοποίηση, ἂς ποῦμε, βιογραφικῶν στοιχείων τῶν χαρακτήρων (ἂν καί, βεβαίως, συμβαίνει καὶ αὐτό, ὄχι ἰδιαιτέρως ἐπιτυχημένα, στὶς περιπτώσεις, γιὰ παράδειγμα, Καβάφη-Μαλάνου ἢ Πλὰθ-Χιούζ, ἢ Κάφκα-πατέρα).  Οὔτε πρόκειται γιὰ ἔμμεση ἢ ἄμεση ἀναφορὰ στὸ ἔργο τους (μολονότι συμβαίνει καὶ αὐτὸ ἐπίσης, στὶς περιπτώσεις, ἂς ποῦμε, τοῦ Μπόρχες ἢ τοῦ Σαχτούρη – τὸ ποίημα ποὺ ἀναφέρεται στὸν τελευταῖο νομίζω πὼς εἶναι, παρεμπιπτόντως, ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα καλὰ τῆς συλλογῆς, καὶ αὐτὸ σημαίνει κάτι, καθὼς δείχνει ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐμπλοκὴ μὲ τὸ ἀντικείμενο εἶναι ἀναγκαία συνθήκη γιὰ τὴν παραγωγὴ τῆς ποίησης). Δὲν πρόκειται οὔτε γιὰ μιὰ ἔμμεση, ὑπόγεια ἐξερεύνηση τοῦ φαινομένου τῆς δημιουργίας, ἢ τοῦ χρόνου, ἢ τοῦ θανάτου. Στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει θέμα. Πραγματικά, ἡ μοναδικὴ ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσα ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ δώσω στὸ ἐρώτημα «περὶ τίνος πρόκειται στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου;» εἶναι δὲν ξέρω.

Καὶ τὸ στοιχεῖο ποὺ δυστυχῶς περισσεύει θὰ τὸ περιέγραφα μὲ ἀγοραῖο τρόπο ὡς πόζα. Ὁ κίνδυνος μιὰ ποιητικὴ περιήγηση αὐτοῦ τοῦ εἴδους νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς πόζα καὶ ἀλαζονικὴ ἐπίδειξη εὐρυμάθειας ἐλλοχεύει πάντα. Ἐφόσον ὑπάρχει σοβαρὸς καὶ προφανὴς λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ ποιητικὴ ἐπίκληση τῶν δημιουργῶν ποὺ παρελαύνουν σὲ ἕνα ποιητικὸ ἔργο αὐτῆς τῆς κατηγορίας, ὁ ψόγος τῆς πόζας ἀναιρεῖται. Ἐὰν ὅμως, ὅπως ἐν προκειμένῳ, τὸ name dropping δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ διότι δὲν ἐξυπηρετεῖ κανέναν ἄλλο ποιητικὸ σκόπο, τότε μοιραῖα τίθενται ἐρωτήματα ὅπως γιατί γράφτηκε, καὶ κυρίως γιατί δημοσιεύθηκε, ατ τ βιβλίο; Ποιόν στόχο στόχευε ὁ ποιητής; Μιὰ ἐπίδειξη μοντερνισμοῦ μὲ μεταμοντέρνα ἐσσάνς; Τὴν ἐπίδοση διαπιστευτηρίων εὐρυμάθειας πρὸς τὴν ἀγράμματη ἀκκιζόμενη λογοτεχνίζουσα ἐλὶτ τῆς ἀποικίας μας; Ἢ μήπως πρόκειται γιὰ φάρσα καὶ  ὁ ποιητὴς παίζει καὶ μᾶς ἐμπαίζει, καγχάζοντας μὲ ὅσα περισπούδαστα γράφονται καὶ λέγονται μὲ ἀφορμὴ τὸ λιγότερο βασανισμένο, τὸ λιγότερο ἀξιοπρεπὲς ἀπὸ τὰ ἔργα του;

Εἰλικρινὰ ἐλπίζω ὅτι συμβαίνει τὸ τελευταῖο – ἡ ἐλπίδα, ἄλλωστε, πεθαίνει πάντα τελευταία.

Δραστικὴ πυκνότητα: ἕνα ποίημα ἀπὸ τὰ “χαρτάκια” τοῦ Γιώργου Πρεβεδουράκη

Στὴν ποίηση δὲν ἀρκεῖ ἡ πυκνότητα˙ πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ κάτι τὸ ὁποῖο νὰ πυκνώνεται: τουτέστιν, πρέπει πρῶτα πρῶτα τὸ ποίημα νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, πρέπει αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ τὸ ποίημα νὰ ἀξίζει νὰ εἰπωθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ πρέπει νὰ βρεθεῖ ὁ τρόπος νὰ εἰπωθεῖ αὐτὸ μὲ σαφήνεια, μὲ καθαρότητα, χωρὶς περιττὲς λέξεις, εἰ δυνατὸν χωρὶς καμμιὰ περιττὴ λέξη.

Διαβάστε, γιὰ παράδειγμα, αὐτὸ τὸ ποίημα, ἀπὸ τὰ «χαρτάκια», τοῦ Γιώργου Πρεβεδουράκη (ἐκδόσεις Πανοπτικόν, 2016):

         για την πτώση
         δεν φταίει
                        κανένα αλεξίπτωτο

         εδώ
         προσκομίζει κανείς

         μονάχα τα φτερά του

Εἶναι προφανὲς ὅτι πρόκειται περὶ ποιήματος πυκνοῦ. Τὰ προφανῆ χαρακτηριστικὰ αὐτῆς τῆς πυκνότητας ἀναγνωρίζονται ἀμέσως: συντομία, παρατακτικὴ σύνταξη, ἔλλειψη ἐπιθέτων, ἀπουσία κάθε καλολογίας, ἀστιξία. Ἀλλὰ κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ οὔτε κἂν ὁ συνδυασμός τους δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκὴ συνθήκη ποιητικῆς πυκνότητας – ἄλλωστε, ἔχουμε διαβάσει ποιήματα ποὺ διαθέτουν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ (ἂν καὶ σπανίως ὅλα μαζὶ) ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξίσου δραστικά, καὶ σὲ αὐτὰ συγκατελέγονται ἀκόμη καὶ ποιήματα ποὺ ἐπιφανειακὰ διαβάζοντας θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἔχουν ἐπηρεάσει τὰ χαρτάκια τοῦ Πρεβεδουράκη, ὅπως κάποια ἀπὸ τὰ σχεδὸν συνονόματα (ἀλλὰ τόσο φλύαρα, παρ᾽ ὅλα αὐτὰ) «χάρτινα» τοῦ Ρίτσου ἢ κάποιες ἀπὸ τὶς (πιὸ συμπαθεῖς, ἂν καὶ μᾶλλον κραυγαλέες) «ἱστορίες τοῦ γλυκοῦ νεροῦ» τοῦ Χριστιανόπουλου.

Ἡ πυκνότητα, ὅμως, τὴν ὁποία ἔχει ἐπιτύχει ὁ Πρεβεδουράκης σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα, ἀφορᾶ κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐκφορὰ τοῦ ποιητικοῦ λόγου: ἀφορᾶ τὴν ἀναλογία αὐτοῦ ποὺ λέγεται καὶ αὐτοῦ ποὺ δὲν λέγεται ἀλλὰ προϋποτίθεται, καὶ ποὺ ἂν λεγόταν, δὲν θὰ ἐπρόκειτο πλέον περὶ ποιήματος.

Ἐξηγοῦμαι: ἂν προσπαθούσαμε νὰ παραφράσουμε τὸ ποίημα τοῦ Πρεβεδουράκη ποὺ παρέθεσα παραπάνω, θὰ λέγαμε ἴσως, μὲ ὕφος καλοῦ μαθητῆ στὸ γυμνάσιο ποὺ ἔχει ἐρωτηθεῖ τί θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής, πὼς ὁ ποιητὴς ἐδῶ μιλάει γιὰ μιὰ πτώση ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀναρωτιέται τί μπορεῖ νὰ τὴν προκάλεσε˙ ἐξηγεῖ ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι ὁ πεπτωκὼς δὲν εἶχε ἀλεξίπτωτο οὔτε ὅτι δὲν ἄνοιξε τὸ ἀλεξίπτωτό του, ἀλλὰ ὑπονοεῖ ὅτι δὲν εἶχε φτερὰ ἢ ὅτι τὰ φτερὰ ποὺ εἶχε δὲν λειτούργησαν, δὲν χρησίμευσαν, καὶ μάλιστα ὅτι ἡ ἔλλειψη ἢ ἡ δυσλειτουργία τῶν φτερῶν ἀποτελεῖ καὶ τεκμήριο τῆς πτώσης, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ λάβει ὑπόψη του κάποιο δικαστήριο ποὺ θὰ ἐρευνοῦσε τὰ αἴτια τοῦ ἀτυχήματος καὶ τὴν πιθανὴ ὕπαρξη δόλου.

Πράγματι, ὁ ποιητὴς τὰ λέει ὅλα αὐτὰ (καὶ κάποια ἄλλα, λιγότερο προφανῆ) μὲ τὶς δεκατέσσερις λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ, διότι οἱ λέξεις αὐτὲς εἶναι πάρα πολὺ προσεκτικὰ διαλεγμένες: τὸ «φταίει» στὸ δεύτερο στίχο καθιστᾶ περιττὴ τὴν ἐξήγηση ὅτι τὸ ἀλεξίπτωτο δὲν ἄνοιξε ἢ δὲν ὑπῆρξε, τὸ «προσκομίζει» στὸν πέμπτο στίχο καθιστᾶ περιττὴ τὴν ἐξήγηση ὅτι ἡ πτώση εἶχε ἐνδεχομένως μοιραῖες συνέπειες καὶ ὅτι ἀναζητοῦνται εὐθύνες.

Οἰ περαιτέρω ἑρμηνεῖες μένουν ἀνοιχτές: ἄν, γιὰ παράδειγμα, πρόκειται γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους, ἢ γιὰ τὸν Ἑωσφόρο ἢ γιὰ τὸ γείτονά μας τὸν Μηνᾶ ποὺ ἔπεσε στὸν γκρεμὸ ἢ γιὰ τὴν φίλη Εὐανθία ποὺ σκοτώθηκε σὲ πτώση ἀεροπλάνου˙ ἂν στὸν τελευταῖο στίχο θὰ πρέπει νὰ διαβάσουμε ἐλπίδα (τοὐλάχιστον ἔχουμε φτερά, θὰ μπορούσαμε κάποια στιγμὴ νὰ πετάξουμε) ἢ ἀπογοήτευση (μόνο αὐτὰ τὰ σπασμένα φτερὰ ἔχουμε, ἡ πτώση εἶναι ἀναπόφευκτη).

Ἀλλὰ τὸ ποίημα ἔχει πεῖ αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ, καὶ αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ εἶναι σαφὲς καὶ συγκεκριμένο καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιδέχεται πολλαπλὲς ἑρμηνεῖες. Τὸ εἶπε, δέ, αὐτὸ ποὺ ἤθελε νὰ πεῖ μὲ τὶς λιγότερες δυνατὲς λέξεις καὶ παραμένοντας δραστικὸ καὶ καίριο, χωρὶς νὰ εἶναι συνθηματολογικό, χωρὶς νὰ εἶναι ψευδοαποφθεγματικό, χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐντυπωσιάσει.

Πυκνό, δραστικό, συγκεκριμένο, ἀνοιχτό: ἕνα σπάνιο, καλὸ ποίημα.

[πρώτη δημοσίευση: http://www.bibliotheque.gr]

Ὁ ἀκαταμάχητος στίχος: “Ἡ Ἄρκτος” τῆς Ἀλόης Σιδέρη

Μερικὲς φορὲς ἀρκεῖ ἕνας στίχος γιὰ νὰ δικαιωθεῖ ἕνα ποίημα. Ὄχι ἀπαραιτήτως ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ στίχος εἶναι ἀξιομνημόνευτος ἢ ἐντυπωσιακός, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὅλο τὸ ὑπόλοιπο ποίημα φωτίζεται μὲ ἕνα διαφορετικὸ φῶς χάρη στὸν στίχο αὐτό, ἡ ἀνάγνωσή μας τοῦ ὑπόλοιπου ποιήματος ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ ἐνδεχομένως ἀνατρέπεται χάρη στὸν στίχο αὐτό. Συνήθως πρόκειται γιὰ τὸν τελευταῖο στίχο, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, στὸ παρακάτω ποίημα τῆς ἀγαπημένης μου Ἁλόης Σιδέρη:

Ἡ κατοικία μου εἶναι μακριὰ ἀπ᾽ τὴ θάλασσα
ἐγὼ ὅμως τὴ νύχτα ἀκούω τὰ κύματα νὰ ὁρμοῦν ἕνα ἕνα
τὸ πρῶτο ὣς τὰ γόνατα
τὸ δεύτερο στὴ μέση μου
τὸ τρίτο στὸ λαιμό μου, τὸ τέταρτο…

Αὐτὲς τὶς νύχτες δὲν ἔχει φεγγάρι
βγαίνει μόνο ἡ ἄρκτος

Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξηγήσω γιατί ὁ τελευταῖος στίχος δικαιώνει τὸ ποίημα˙ ἄλλωστε, καὶ ἡ ποιήτρια τιτλοφορεῖ τὸ ποίημα “Ἡ Ἄρκτος”, δηλώνοντας ποῦ ἀκριβῶς κατοικεῖ ἡ ποίηση μέσα στὸ ποίημά της. Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ ἐπίμαχος στίχος δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἀπομονωμένος, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸ ποίημα καὶ νὰ ἀναπαραχθεῖ ὡς σλόγκαν ἢ ὣς στάτους εὐαίσθητης ψυχῆς στὸ φέησμπουκ˙ λειτουργεῖ μόνο σὲ σχέση καὶ σὲ σύνδεση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους στίχους τοῦ ποιήματος˙ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ δικαιώνει.

Νομίζω πὼς εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕναν ἀπομονώσιμο στίχο, ἕναν στίχο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ποίημα μέσα στὸ ὁποῖο ἐντάσσεται, παρὰ νὰ γράψει ἔνα ποίημα σὰν τὴν Ἄρκτο. Ἡ σημαντικὴ διαφορὰ εἶναι ὅτι, σὲ περιπτώσεις ὅπως τῆς Ἄρκτου, ὁλόκληρο τὸ ποίημα ἔχει ἀναπτυχθεῖ μὲ τρόπο ὥστε ὁ ἐπίμαχος στίχος ὄχι μόνο νὰ τὸ δικαιώσει, ἀλλὰ καὶ νὰ δικαιωθεῖ: ὁ στίχος νοηματοδοτεῖ τὸ ὑπόλοιπο ποίημα ἀλλὰ συγχρόνως νοηματοδοτεῖται ἀπὸ αὐτό. Διότι τὸ ποίημα λειτουργεῖ ὡς σύνολο, ὅπου τίποτε ἀπολύτως δὲν εἶναι περιττό: ὅλοι οἱ στίχοι εἶναι ἀναγκαῖοι, δὲν περισσεύει τίποτα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει τίποτα, διότι τότε καὶ ὁ ἐπίμαχος στίχος θὰ ἔμενε μετέωρος καὶ τὸ ποίημα θὰ κατεδαφιζόταν.

Δυστυχῶς, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα σπανίζουν. Ἐνῶ ἀφθονοῦν ὅσα ἀναπτύσσονται (τρόπος τοῦ λέγειν) γύρω ἀπὸ τὸ εὔρημα ἑνὸς στίχου-σλόγκαν, ἐλπίζοντας πὼς ἡ ἐντύπωση ποὺ πάντα κάνουν τὰ εὐρηματικὰ σλόγκαν θὰ θολώσει τὸ βλέμμα τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νὰ μὴν προσεχθεῖ ἡ βιασύνη, ἡ ἐπιπολαιότητα καὶ ἐν τέλει ἡ κακοτεχνία ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ὑπόλοιπους, ἀτάκτως ἐρριμμένους στίχους τοῦ (κατεδαφιστέου, ἂς μὴ γελιόμαστε) ὑποτιθέμενου συνόλου.

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr]