Μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα: Γλυκερία Μπασδέκη, Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

  1. Ἡ Θεόδωρος

 Παληὰ δὲν μοῦ ἄρεσε ὁ Ἐγγονόπουλος. Πρόχειρο τὸν θεωροῦσα καὶ εὔκολο. Τὸν ἀπέρριπτα, μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Τὰ τελευταῖα χρόνια, έντούτοις, ἐπιστρέφοντας στὰ ποιήματά του, ἐξεπλάγην. Μὲ τὸν ἑαυτό μου κυρίως. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀναρωτήθηκα, νὰ μὴν μοῦ ἄρεσε, ἂς ποῦμε, τὸ Γὺψ καὶ Φρουρά;

Μύκονος
Μυκῆναι
μύκητες
τρεῖς
λέξεις
ὅμως
δύο
μόνο
φτερά

Πιθανότατα, σκέφτηκα, ἤμουν πολὺ μικρὸς καὶ πολὺ ἀλαζόνας, δηλαδὴ πολὺ βλάκας. Ἴσως νὰ ἔπαιξαν καὶ κάποιο ρόλο οἱ διηγήσεις τῆς ἀγαπημένης μου δασκάλας τῶν γερμανικῶν περὶ τῶν τυχαίων συναντήσεών της μὲ τὴν κυρία Ἐγγονοπούλου στὸ κομμωτήριο – ἡ κυρία Ἐγγονοπούλου ἦταν, κατὰ τὶς διηγήσεις αὐτές, σνὸμπ καὶ ἀπόμακρη κι ἂς εἶχε δώσει, ἐν εἴδει ἐλεημοσύνης, στὴ δασκάλα μου ἕνα ὑπογεγραμμένο ἀντίτυπο τῆς Κοιλάδας μὲ τοὺς Ροδῶνες.

Ἐπίσης, δὲν γνώριζα τότε τί εἴδους ὑποδοχὴ ἐπεφύλαξε τὸ κοινό, φιλολογικὸ καὶ μή, στὸν Ἐγγονόπουλο ὅταν πρωτοεμφανίστηκε στὰ γράμματα, δὲν εἶχα ἰδέα γιὰ τὸ χλευασμὸ καὶ τὸν ἐξευτελισμό, δὲν φανταζόμουν ὅτι οἱ στίχοι του γίνανε ὣς καὶ νούμερο στὴν ἐπιθεώρηση γιὰ νὰ καγχάζουν οἱ σεφερλῆδες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἐγώ, ὁ παραβατικὸς καὶ ἐλευθεριακὸς ἔφηβος, εἶχα τὴν ἐσφαλμένη ἐντύπωση  ὅτι ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἑνὸς μεγαλοαστοῦ ποὺ ἔκανε τὸ ποιητικό του κέφι ἐξασφαλίζοντας μὲ τὸ ἀζημίωτο τὸν ἔπαινο τοῦ δήμου καὶ τῶν σοφιστῶν…

  1. Ἡ Γλυκερία

 Μὴν ἀνησυχεῖτε, δὲν διαβάζετε λάθος κείμενο, σωστὸς εἶναι ὁ τίτλος. Δὲν παρουσιάζεται ἐδῶ οὔτε ἡ αὐτοβιογραφία ἑνὸς ἐπηρμένου, οὔτε τὸ γνωστὸ ἤδη ἔργο τοῦ Ἐγγονόπουλου. Ἡ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται, ἡ τρίτη κατὰ σειρὰ ποιητικἠ συλλογὴ τῆς ἀγαπημένης μου φίλης Γλυκερίας Μπασδέκη. Καὶ καθόλου δὲν θέλω νὰ ὑπονοήσω οὔτε ὅτι ἡ Γλυκερία ὑπερρεαλίζει ἐγγονοπουλικῶς, οὔτε ὅτι θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἐμπνευσθεῖ ἐπιθεωρησιακὰ νούμερα χλευάζοντας τὴν ποίησή της.  Πιστεύω, ὅμως, ὅτι τῆς Γλυκερίας θὰ τῆς ἄρεσε ἡ ἱστορία μὲ τὸ κομμωτήριο τῆς κυρίας Ἐγγονοπούλου, ὅπως πιστεύω ἐπίσης ὅτι ὑπάρχει κάποια βαθύτερη σχέση ἀνάμεσα στὴν ποίηση τοῦ Ἐγγονόπουλου καὶ στὴν ποίηση τῆς Γλυκερίας.

Ἀλλὰ πρὶν μιλήσουμε γιὰ τὴν Γλυκερία, ἂς ποῦμε δυὸ λόγια γιὰ τὸν Ἀριστομένη ἀπὸ τὴν Ἀνδανία.  Ὁ Ἀνδανιεὺς Ἀριστομένης, λοιπόν, ἐπικεφαλῆς τῶν ὑποδουλωμένων ἀλλὰ ἐξεγερμένων Μεσσηνίων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους, οἱ ὁποῖοι τὸν κατακρήμνισαν στὸν Καιάδα. Ὡς ἐκ θαύματος, ὅμως, τὴ γλίτωσε: ἕνας ἀετὸς καταρχὰς πέταξε κάτω ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ τὸν προσγείωσε ὁμαλά, μιὰ ἀλεποὺ ἐν συνεχείᾳ τὸν ὁδήγησε στὴν ἔξοδο τοῦ βαράθρου. Τὴν ἱστορία τοῦ ἡρωικοῦ Ἀριστομένη διηγεῖται ὁ Παυσανίας καὶ παραλλάσσει ὁ Ἐγγονόπουλος στὸ ποίημα ὁ Ἀνδανιεύς:

ἀθιγγανίδες χορεύουν
ὅμως δὲ λησμονοῦνται μέσα στὴν ἡδονή – τοὺς κύκλους – τοῦ χοροῦ
νὰ κοσμήσουν τὰ μακριὰ ὁλόμαυρα
μαλλιά τους
μὲ πολύχρωμα λουλούδια

οἱ γύφτισσες εἶναι – βέβαια – τρεῖς:
ἡ μία λέγεται Θοδώρα
ἡ ἄλλη Σουλτάνα
καὶ ἡ Τρίτη
εἶναι
ὁ στρατηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ὥστε πίσω ἀπὸ τὴν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τῆς Γλυκερίας κρύβεται ὁ Ἀνδανιεὺς τοῦ Ἐγγονόπουλου καὶ ὁ θρυλικὸς μεσσήνιος Ἀριστμένης; Πιθανόν. Ἀλλὰ κυρίως στὸ βιβλίο τῆς Γλυκερίας καραδοκοῦν καθημερινά καὶ συγχρόνως ἀπόκοσμα κορίτσια ποὺ χορεύουν καὶ κοσμοῦν τὰ μαλλιά τους σὲ ἕνα περιβάλλον ὄχι ἁπλῶς διάψευσης ἀλλὰ βέβαιης, προδιαγεγραμμένης καταστροφῆς – ὁ δὲ θεοδωροκολοκοτρωνικὸς ἡρωισμός τους εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή τους, μὲ τὴν έπίγνωση τῆς χλεύης τῶν ἀδαῶν, τῆς ἧττας καὶ τῆς φθορᾶς, τῆς ἀρρώστιας καὶ τοῦ θανάτου, μέσα στὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς ἀμφίβολης, καὶ μᾶλλον ἤδη παρωχημένης, νεότητάς τους:

την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού

                (H Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

 

κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος

               (Ο Καθείς και η Μοίρα του)

 

δες πώς γελάει στον τροχό
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή

                (Η Καλόκαρδη)

 

έτσι καθώς
στεγνώνουνε μαλλιά
μαζί
και στάζουν σάλια
φτυστή Γoγγύλα μες στο γάλα η μια
κι η ἄλλη σα Σαπφώ με πιστολάκι

                 (Ασκούμενες κομμώτριες στη Λέσβο)

Στὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας παρελαύνουν ὅλες αὐτὲς οἰ σχεδὸν καθημερινὲς γυναῖκες, κομμώτριες, νοικοκυρὲς, πελαγωμένες μητέρες, μὶς τῶν καλλιστείων, παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, παιδάκια μὲ παιχνίδια καὶ γλυκίσματα˙ ἐπίσης ὅμως: νεκροὶ ποιητές, νεκρὲς καὶ ζωντανὲς ποιήτριες, ἅγιοι καὶ δαίμονες, πρίγκηπες τοῦ παραμυθιοῦ καὶ καρατομημένες βασίλισσες. Οἱ χῶροι στοὺς ὁποίους κινοῦνται τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ θιάσου εἶναι γνώριμοι, σχεδὸν καθημερινοὶ ἐπίσης: ἀστικὰ διαμερίσματα, ἡ ὁδὸς Σκουφᾶ, τὸ σοῦπερ μάρκετ Μασούτη, νοσοκομεῖα, τὰ Χόντος Σέντερ, ἐκκλησίες, ἡ Λάρισα, ἡ Κέρκυρα˙ καθὼς ἐπίσης δωμάτια βασανιστηρίων, ὀστεοφυλάκια, ἡ Place de la Concorde μὲ τὴν γκιλλοτίνα της, καὶ φυσικὰ ὁ ἄλλος κόσμος.

 

  1. Ἡ πραγματικότητα

Ἡ συνάντηση αὐτὴ τῆς καθημερινότητας καὶ τοῦ ἐφιάλτη, ἡ αἰφνιδιαστικὴ ἀποκάλυψη τῆς ἐφιαλτικῆς ὄψης τῶν πραγμάτων εἶναι ἴσως τὸ βασικὸ θέμα τῆς ποίησης τῆς Γλυκερίας. Ἐπιλέγω, σχεδὸν τυχαῖα, δύο ποιήματα ἀπὸ τὴν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη γιὰ νὰ δείξω τί ἐννοῶ. Τὸ πρῶτο εἶναι οἱ Μύλοι Αγίου Γεωργίου (σελ. 43):

Μες στον Μασούτη, άλουστη,
λερή
ένα αλεύρι ήθελε, δεν προσδοκούσε
τίποτε, δεν ήξερε, εννιά παρά,
στο κλείσιμο

κι όμως
δεν έχει ώρες ο Ανελέητος,
δεν στέλνει μήνυμα πιο πριν, δεν
προειδοποιεί ο Αλήτης

εκεί, μπρος στο αλεύρι
ολικής, μετά τις
ζύμες
παραμόνευε

κι εκείνη άλουστη, λερή,
ένα αλεύρι μόνον
ήθελε

Ὣς ἐδῶ, τὰ πράγματα εἶναι ξεκάθαρα: ἡ σκηνὴ ἁπλή, καθημερινή, μιὰ γυναίκα πάει τελευταία στιγμὴ νὰ ψωνίσει κάτι στὸ σοῦπερ μάρκετ, ἀπροετοίμαστη, ἄλουστη, λερή, χωρὶς σχέδιο νὰ συναντήσει κανέναν, χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται ὅτι ἐνδέχεται νὰ συναντήσει κανέναν, καὶ κάποιος ποὺ προφανῶς τὴν ἐνδιέφερε νὰ μὴν τὴν συναντήσει σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, κάποιος γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελε νὰ εἶναι πιὸ ἑλκυστική, πιὸ ἐντυπωσιακή, γκόμενος πιθανῶς ἣ ὑποψήφιος, ἐμφανίζεται ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἀκατάλληλη στιγμή ποὺ δὲν ὑπάρχει τὸ περιθώριο νὰ τοῦ κάνει καλὴ ἐντύπωση.

Καὶ ὕστερα ἔρχεται ἡ κατάληξη τοῦ ποιήματος καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ ξαναεξετάσουμε τὰ γεγονότα, νὰ ἀντιληφθοῦμε τὶς ἐφιαλτικὲς ἐπιπτώσεις τους, νὰ  ἀναρωτηθοῦμε ποιός ἦταν τελικὰ ὁ Ἀνελέητος, ὁ Ἀλήτης καὶ τί θάνατος μπορεῖ νὰ κρύβεται σὲ ἕνα ἁπλὸ καθημερινὸ περιστατικό:

την κάρφωσε, την έλυωσε,
πάει στον αγύριστο
κι ακόμα παραπέρα η άλουστη

με το αλεύρι αγκαλιά αιώνες τώρα

 

  1. Ὁ Ἐφιάλτης

Στὸ δεύτερο ποίημα ποὺ θὰ παραθέσω, ἡ εἰκόνα αὐτὴ φαίνεται νὰ ἀντιστρέφεται. Πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα  Υπό  Δαιμόνων (σελ. 41). Ἐδῶ ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ὁποία ἀρχίζει τὸ ποίημα εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ἁπλὴ καὶ καθημερινή˙ τραβηγμένη θὰ τὴν ἔλεγε κανείς, κινηματογραφική, ὑπερβολική, ἐφιαλτικὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ splatter, σὰν περιγραφὴ μιᾶς ἑλληνίδας Λίντα Μπλαὶρ στὴν ἐπαρχία, ποὺ τὴν ἐξορκίζουν μὲ μανία:

άρχισε τους εξορκισμούς,
τα απεταξάμην

βγάλε τη φούστα, το
σουτιέν,
στην τάρταρο το
φανελάκι

ακάθαρτη και
βελζεβούλα,
δράκαινα, τρεις
νύχτες
ούρλιαζε η
μικρή, πονούσε,

Ἐδῶ οἱ ἀναγνῶστες ἔχουμε κάπως καθησυχαστεῖ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι παραμύθια καὶ ὑπερβολές, δὲν ὑπάρχουν δαίμονες καὶ δαιμονισμένες, ὡραία ἱστορία καὶ ὡραῖα εἰπωμένη, ὡραῖες οἱ δράκαινες καὶ οἱ βελζεβοῦλες ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀφοροῦν, δὲν μᾶς φοβίζουν, ἢ ἂν μᾶς φοβίζουν μᾶς φοβίζουν μὲ τὸν τρόπο τῶν ταινιῶν τρόμου, τὶς ὁποῖες ἀπολαμβάνουμε διότι ξέρουμε ἀκριβῶς ὅτι δὲν εἶναι πραγματικές.

Καὶ πάλι ὅμως ὁ ἐφιάλτης καραδοκεῖ: αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν αἴσθηση καθησυχασμοῦ ἀνατρέπει στὴ συνέχεια τὸ ποίημα, ἀποκαλύπτοντας, αὐτὴ τὴ φορά, ὅτι δὲν ἦταν ἡ Λίντα Μπλαὶρ καὶ οἱ δαίμονες τὸ φόβητρο, δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ ἐφιάλτης. Ὁ ἐφιάλτης εἶναι ἀντιθέτως ἡ ἀπουσία τους, ἡ ἄνυδρη καὶ ἔρημη καὶ ἀγεώργητη κατάσταση ὄχι τῆς δαιμονισμένης, βεβαίως, ἀλλὰ τῆς ἀδαιμόνιστης, τῆς ἀνέραστης, τῆς μόνης:

τα πόδια μούδιασαν
στον καναπέ
έτσι ανοιχτά, να φύγουν
τα δαιμόνια

να πάνε αλλού,

σε κόρη άλλη
άνυδρη και
έρημη
και αγεώργητη

 

  1. Ἡ ποίηση συμβαίνει

Λέει ὁ Borges, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς διαλέξεις του ποὺ περιλήφθηκαν στὴν Τέχνη τοῦ Στίχου (Τὸ Αἴνιγμα τῆς Ποίησης, μετάφραση Μαρίας Τόμπρου, Πανεπιστημιακὲς ἐκδόσεις Κρήτης 2006):

Διάβασα κάποτε ὅτι ὁ Ἀμερικανὸς ζωγράφος Whistler βρισκόταν σὲ ἕνα καφενεῖο στὸ Παρίσι καὶ κάποιοι ἄνθρωποι συζητοῦσαν γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ κληρονομικότητα, τὸ περιβάλλον, ἡ πολιτικὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς καὶ τὰ τοιαῦτα ἐπηρεάζουν τὸν καλλιτέχνη. Καὶ τότε ὁ Whistler εἶπε: «Ἡ τέχνη συμβαίνει». Δηλαδή, ὑπάρχει κάτι τὸ μυστηριῶδες στὴν τέχνη. Θὰ ἤθελα νὰ διαβάσω tὴ φράση του μὲ ἕνα νέο νόημα. Θὰ ἔλεγα: Ἡ τέχνη συμβαίνει κάθε φορὰ ποὺ διαβάζουμε ἕνα ποίημα.

Στὴν περίπτωση τῆς Γλυκερίας, ἡ ποίηση συμβαίνει. Καὶ συμβαίνει τόσο τὴ στιγμὴ ποὺ γράφεται τὸ ποίημα ὅσο καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ διαβάζεται. Καὶ πράγματι, ἔχει κάτι τὸ μυστηριῶδες, γιὰ τὴν ἀκρίβεια κάτι τὸ ἀποκαλυπτικό.

Ἡ ποίηση τῆς Γλυκερίας δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ κάποιοι ὀνομάζουν ψευδῶς μὲν μεγαλοπρεπῶς δὲ τεχνικὴ ποίηση. Δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα ποὺ ἔχουν συντεθεῖ μὲ προγραμματικὸ σχέδιο καὶ μὲ δυσκοίλια φιλοδοξία. Πρόκειται γιὰ ποιήματα ποὺ ἔχουν συμβεῖ. Καὶ ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ συμβαίνουν, εὐτυχῶς.

Φυσικά, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας εἶναι ἀβίαστα, πηγαῖα, καὶ τέτοια ἠχηρὰ παρόμοια. Σημαίνει ὅμως ἀπαραιτήτως ὅτι τὰ ποιήματα αὐτὰ δὲν ἔχουν προκύψει ἀπὸ μιὰ διαδικασία προγραμματισμένης σύνθεσης, ἡ ποιήτρια προφανέστατα δὲν κάθεται στὸ γραφεῖο της ἢ στὸ τραπέζι τῆς κουζίνας νὰ πεῖ «τώρα θὰ γράψω ἕνα ποίημα», τὸ ποίημα τῆς συμβαίνει ἐξαίφνης καὶ στὴ συνέχεια ἡ ποιήτρια φροντίζει ὤστε νὰ ἀποτυπωθεῖ στὸ χαρτὶ μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ συμβεῖ καὶ σὲ ἐμᾶς. Ἡ διαδικασία τοῦ ποιήματος ξεκινάει μὲ τὴ βίωση τῆς ἐφιαλτικῆς πραγματικότητας, περνάει στὴν ἀποτύπωσή της μέσα ἀπὸ ἐξαιρετικὰ προσεκτικὰ ἐπιλεγμένες λέξεις στὸ χαρτί καὶ ἀναπνέει κάθε φορὰ ποὺ τὸ ποίημα διαβάζεται καὶ ἀναγκάζει τὸν ἀναγνώστη νὰ γευθεῖ τὸ ἴδιο βίωμα, νὰ παγιδευθεῖ στὸν ἴδιο ἐφιάλτη.

Ἡ ποίηση συμβαίνει καθὼς ἀναδύονται οἱ Μυκῆνες καὶ ἡ Μύκονος ἀπὸ τοὺς μύκητες τοῦ Ἐγγονόπουλου, καθὼς ἀναδύεται ἡ στρατηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ἀνάμεσα στὶς ἀθιγγανίδες ποὺ χορεύουν˙  καὶ εἶναι μιᾶς ἄλλης ὀμορφιᾶς, μουστακαλού.

 

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr]

Ἡ ἐφιαλτικὴ ὄψη τῶν πραγμάτων: ἕνα ἀπὸ τὰ Εἴδωλα Καμόντων τῆς Ἀλόης Σιδέρη

Ὑπάρχουν κάτι ποιήματα ποὺ προκαλοῦν μιὰν ἄμεση, σχεδὸν ἐνστικτώδη ἀντίδραση. Τὰ διαβάζεις καὶ κοντοστέκεσαι. Ἀναφωνεῖς “αὐτὸ εἶναι ποίημα”. Καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, μὲ θαυμασμό.

Τὰ διαβάζεις, ἢ τὰ ἀκοῦς, καὶ νομίζεις πὼς βλέπεις τὴν εἰκόνα ποὺ φιλοτεχνοῦν, πὼς παρακολουθεῖς τὴν ἱστορία ποὺ ἴσως διηγοῦνται,  πὼς ἀναγνωρίζεις, τέλος πάντων, οἰκεῖες σκηνές, οἰκεῖες καταστάσεις, ἀκόμη καὶ οἰκεῖα πρόσωπα, ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό σου ἐνίοτε. Καὶ ξαφνικά, ὁ τελευταῖος στίχος, καμμιὰ φορὰ καὶ τὸ τελευταῖο ἡμιστίχιο ἢ καὶ ἡ τελευταία λέξη τοῦ ποιήματος, ἀνατρέπει ὅλα ὅσα νόμιζες καὶ διαπιστώνεις πὼς δὲν ἦσαν ἔτσι ὅπως σοῦ παρουσιάζονταν τὰ πράγματα, δὲν ἦσαν ἔτσι ὅπως τὸ ποίημα σὲ εἶχε πείσει πὼς ἦσαν, πὼς αὐτὰ ποὺ ἔβλεπες δὲν ἦσαν αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ εἶναι.

Τὸ ποίημα, ἀντιλαμβάνεσαι μὲ τρόμο, σὲ ἐξαπάτησε, καμωνόταν πὼς σοῦ λέει αὐτὰ ποὺ ἤδη ἔβλεπες, σοῦ ἔκλεινε τὸ μάτι, σὲ καθησύχαζε, καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ  ἥρεμος ἀπολάμβανες τὴν οἰκεία ὄψη τῆς καθημερινότητας, σοῦ ἔδωσε μιὰ καίρια μαχαιριά: σοῦ ἀποκάλυψε τὴν πραγματικότητα πίσω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὴν ἐφιαλτικὴ ὄψη τῶν πραγμάτων. Καὶ σὲ ἐγκατέλειψε, μετέωρο καὶ ἀμφίβολο.

Ἂς διαβάσουμε, ὡς ἔξοχο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς ποίησης, ἕνα ἐξαιρετικὰ σύντομο ποίημα τῆς ἀγαπημένης μου Ἀλόης Σιδέρη, ἀπὸ τὴν συλλογὴ Τὸ ὄνειρο τῆς γάτας:

Ἐσένα ἐσένα!
Βλέπω τὸ πρόσωπό σου μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ φερέτρου.

[Ἀλόη Σιδέρη, “Εἵδωλα Καμόντων,  VIII”, Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας, Ἄγρα 1990]

Ὥσπου νὰ φθάσεις στὴν τελευταία λέξη τοῦ ποιήματος, τίποτε δὲν σὲ ὑποψιάζει. Στὸν πρῶτο στίχο κάποιος σοῦ ἀπευθύνεται, σὲ διαλέγει ἴσως, σὲ ξεχωρίζει (ἐσένα, ἐσένα λέω!), μὲ ἐπιμονή, ἐπαναληπτικά, μὲ ἔνταση, μὲ θαυμαστικὸ στὸ τέλος.

Ὁ δεύτερος στίχος ὁρίζει τὸ περιβάλλον: ἐσὺ εἶσαι κάπου ἔξω, αὐτὸς ποὺ σοῦ ἀπευθύνεται βρίσκεται σὲ ἐσωτερικὸ χῶρο, σὲ βλέπει μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἑστιάζει εἶναι τὸ πρόσωπό σου.

Ὕστερα ἔρχεται σὰν πρόκα ἡ τελευταία λέξη (: τοῦ φερέτρου)  καὶ ἀποκαλύπτει ὄχι ἁπλῶς τί εἴδους ἐσωτερικὸς χῶρος ἦταν αὐτὸς στὸν ὁποῖο ὁ συνομιλητής σου εἶναι κλεισμένος, ἀλλὰ καὶ τί εἴδους φρικώδης συνομιλητὴς σοῦ ἔτυχε. Καὶ ξαφνικὰ τὸ γεγονός ὅτι σοῦ ἀπευθύνεται, ὅτι σὲ ἐπιλέγει, ὅτι ἑστιάζει στὸ πρόσωπό σου, ἀποκτᾶ μιὰν ἄλλη σημασία: ξαναδιαβάζεις τὸ ποίημα καὶ ἀνατριχιάζεις.

Δὲν εἶναι βέβαια αὐτὸς ὁ αἰφνιδιασμὸς καὶ ἡ ἐξαπάτηση ποὺ περιέγραψα, οὔτε ἐπαρκὲς οὔτε ἀναγκαῖο χαρακτηριστικὸ τῆς ποίησης.  Πολλὲς φορὲς ὁ αἰφνιδιασμὸς εἶναι ἀναμενόμενος, κοινότοπος ἣ ἁπλῶς ἀσήμαντος καὶ δὲν ὁδηγεῖ σὲ καμιὰν ἀναθεώρηση, τὸ μοναδικό του ἐπακόλουθο εἶναι μιὰ βραχύβια καὶ περιορισμένη ἔκπληξη. Καὶ πολλὰ ἀγαπημένα ποιήματα (γιὰ παράδειγμα, ὅλα τὰ ἐρωτικὰ τοῦ Καβάφη) οὔτε ἀνοικειώνουν, οὔτε ἐξαπατοῦν, οὔτε αἰφνιδιάζουν, ἐντούτοις ἐπηρεάζουν μὲ τρόπο καταλυτικό. Ἀλλὰ τὰ ποιήματα τῆς ἐξαπάτησης, ἐφόσον εἶναι ποιήματα, ἔχουν τὸ μοναδικὸ προσὸν ὅτι τὰ ἀναγνωρίζουμε ἀμέσως καὶ αὐθορμήτως καὶ τὰ ξαναδιαβάζουμε πάραυτα φωτισμένοι ἀπὸ τὸν αἰφνιδιασμὸ τοῦ τελευταίου στίχου. Καὶ χαμογελᾶμε τρομαγμένοι – ἐμεῖς οἱ παραλυτικοί, τοὐλάχιστον, ποὺ ἀσχολούμαστε ἀκόμη μὲ τὴν ποίηση.

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr ]

Θὰ σᾶς δώσω ἡδονές: Γιὰ τὴ Γλασκώβη τοῦ Θάνου Γώγου

     0. Προοίμιο

Γλασκώβη ξεκινάει μὲ δύο ἐπιστολές: ἡ πρώτη ὑπογράφεται ἀπὸ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνεται μάλιστα ὅτι βρίσκεται ἤδη στὴ Γλασκώβη˙ ἡ δεύτερη ἐμφανίζεται ὡς ἡ ἀπάντηση τοῦ ἄντρα παραλήπτη πρὸς αὐτὴ τὴ γυναίκα. Μιὰ ἐκδοτικὴ σημείωση μᾶς ἐνημερώνει – ἢ μᾶς παραπλανεῖ – ὅτι ἡ πρώτη ἐπιστολὴ ἀνήκει πράγματι σὲ μιὰ γυναίκα, ἡ ὁποία μάλιστα κατονομάζεται, ἐνῶ ὁ συγγραφέας, κατὰ μιὰ γνώριμη μεταμοντερνιστικὴ συνθήκη, παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς ὁ ἐπιμελητὴς τῆς ἐπιστολῆς της. Προφανὴς λοιπὸν ἡ ἐπιδίωξη νὰ πιστέψουμε, οἱ ἀναγνῶστες, ὅτι ὄχι μόνο ὑπάρχουν κάποια πραγματικὰ βιώματα πάνω στὰ ὁποῖα χτίστηκε τὸ ἔργο Γλασκώβη, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὰ βιώματα αὐτὰ ἀποτυπώνονται, μέσω τεκμηρίων, στὸ ἴδιο τὸ ἔργο.

Ἐντούτοις, ὁ συγγραφέας ἔχει ἐπιλέξει νὰ μὴν ἐντάξει ὀργανικὰ τὶς δύο ἐπιστολὲς στὸ ἔργο. Ἡ ἀρίθμηση τῶν ἑνοτήτων τῆς ποιητικῆς αὐτῆς σύνθεσης ξεκινάει μετὰ τὴν παράθεση τῶν δύο ἐπιστολῶν, οἱ ὁποῖες φαίνεται νὰ παίρνουν ἔτσι τὴ θέση ἑνὸς προοιμίου. Ἡ Γλασκώβη δὲν ξαναεμφανίζεται ὡς τόπος στὸ ὑπόλοιπο βιβλίο, ὑπάρχει ἑπομένως μόνο ὡς ὁ τόπος ὅπου βρίσκεται, καὶ περιμένει, καὶ ἀκούει, καὶ ὁρίζει τὴ δράση, ἡ γυναίκα τῆς πρώτης ἐπιστολῆς – ἂν καὶ κάποια στιγμή, στὴν πέμπτη ἑνότητα, ὁ ἀφηγητὴς ἐπιστρέφει, μᾶς λέει, στὴν «περπατημένη οδό», στὴν «επιφάνεια/της γηραιάς Αλβιόνας», ἡ ὁποία ἐκτὸς ἀπὸ συνώνυμη τῆς βρετανικῆς νήσου ἀπηχεῖ καὶ τὸ σκωτσέζικο ὄνομα τῆς Σκωτίας (Ἄλμπα). Στὶς ἐπιστολὲς ὑπονοεῖται εὐκρινῶς ὅτι ἡ σχέση ποὺ συνδέει τὸν ἄντρα καὶ τὴ γυναίκα εἶναι ἐρωτική: «αγαπημένε μου» τὸν προσφωνεῖ ἐκείνη, «θα σας δώσω ηδονές» τῆς γράφει αὐτός. Ἐντούτοις, ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς συνάντησης τῶν δύο ὑποτιθέμενων ἐραστῶν ἔχει ἤδη ἀναβληθεῖ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὠθεῖται πρὸς κάποιο ἀπροσδιόριστο μέλλον: ὁ ἄντρας δὲν κατάφερε, ἢ δὲν θέλησε, μαθαίνουμε, νὰ ἀκολουθήσει τὴ γυναίκα στὴν Γλασκώβη, κι ἂς τακτοποιοῦσε μὲ ἐνθουσιασμὸ τὶς βαλίτσες του, ἐνῶ ἡ γυναίκα δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψει ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ κινδύνου νὰ τὸν χάσει: «σκέφτηκα» λέει «πολλές φορές να γυρίσω στην πολυπόθητη πατρίδα αλλά αυτὸ επ᾽ουδενὶ λόγω γίνεται να πραγματοποιηθεί διότι βρίσκομαι ακόμα στο αεροδρόμιο και σε περιμένω.» Ὁ ἄντρας, στὴ δική του ἐπιστολή, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τῆς ὑπόσχεται ἕνα μέλλον ἐρωτικό: «θα σας δώσω όλα αυτά που επιθυμείτε», «θα ζήσουμε έρωτες περιπέτειες δράματα κι όλες τις συγκινήσεις που κυνηγούσατε μανιωδώς». Ἐπιπροσθέτως, ὅμως, ὑπόσχεται γραφές, καὶ «ποιήματα/πολλά ποιήματα».

  1. Ἡ ἡρωίδα καὶ ἡ ἀπουσία

Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ φαινομενικὰ κοινότοπο συγκείμενο ἐρωτικῆς ἀπουσίας καὶ προσμονῆς ὑπονομεύεται στὴν ἐπιστολὴ τοῦ ἄντρα συστηματικά. Μαθαίνουμε ὅτι ἡ γυναίκα ἴσως δὲν εἶναι τελικὰ τὸ κατονομασμένο πρόσωπο ποὺ ἔχει δηλωθεῖ ὡς ἡ συγγραφέας τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ ἡ «ηρωίδα» του. «Σε αντίθεση με εσάς θα είμαι ο δημιουργός κάθε μας πλάνης» τῆς λέει. Μαθαίνουμε ἐπίσης ὅτι ἴσως δὲν ἐνδέχεται, καὶ δὲν σχεδιάζεται, καμμιὰ φυσικὴ συνάντηση τῶν δύο σὲ πραγματικὸ τόπο καὶ χρόνο, ἀλλὰ μᾶλλον οἱ συναντήσεις τοποθετοῦνται στὸ μυαλὸ καὶ στὸ ἔργο τοῦ ἀφηγητῆ: «Τα χέρια μου    άγαρμπα και απείθαρχα. Μπεκρήδες εθισμένοι στην αποτυχία της εκτέλεσης. Μα το μυαλό μου δεσποινίς είναι όμορφο, σπάνιο. Το γνωρίζετε, έτσι; Παραμυθιάζει και έπειτα γκρεμίζει τα πάντα με αλήθειες – ξυράφια στο δέρμα σας». Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ σχέση, ἠ τοποθετημένη ἤδη στὸ συμβολικὸ πεδίο, εἶναι ἕνα πρόσχημα. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ ἄντρα ὑπονοεῖται ὅτι αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου γράφεται εἶναι κάτι ἄλλο. Τὰ χρωμοσώματα χ καὶ ψ, ὡς βάση τοῦ ἔμφυλου προσδιορισμοῦ, προσωποποιοῦνται: τὸ ψ, ὡς διακριτικὸ τοῦ ἀντρικοῦ φύλου, περίπου ὡς συμβολικὸς φαλλός, περιγράφεται ὄχι ἁπλῶς ὡς αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ γυναίκα εἶναι καταδικασμένη νὰ ἕλκεται, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀπατεών. Καίτοι «είναι αληθινό ακόμα κι όταν δεν γνωρίζετε την αλήθεια. Το ψ», εἶναι ἐπίσης «ο πιο ταλαντούχος ηθοποιός. Φοράει προσωπείο και προσποιείται το χ με αξιοζήλευτη επιτυχία».

  1. Ἡ διαρκὴς ἔλλειψη

Ἔτσι προγραμματικά, κυριολεκτικὰ ἐκ προοιμίου, ὑπονομεύεται στὴ Γλασκώβη ἡ φύση τοῦ ἔμφυλου ἔρωτα γιὰ νὰ ἀποδομηθεῖ ἀκόμη συστηματικότερα στὸ κυρίως σῶμα τοῦ ἔργου, ὡς ἕνα παιχνίδι βιολογικὸ καὶ νοητικό, ποὺ λαμβάνει χώρα μέσῳ μιᾶς διαρκοῦς ὑπόδυσης ρόλων, μιᾶς προσποίησης, σὲ μιὰ οὐτοπία καὶ ἀχρονία, στὸ συγκείμενο δηλαδὴ μιᾶς διαρκοῦς ἔλλειψης.

Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν ξεκινάει ἡ Γλασκώβη τοῦ Θάνου Γώγου. Τὸ κύριο σῶμα τῆς σύνθεσης ἁπλώνεται σὲ ἑφτὰ ἀνισομερεῖς καὶ ἀνομοιόμορφες ποιητικὲς ἑνότητες, καὶ καταλήγει σὲ ἔναν συντομότατο ἐπίλογο ποὺ ἀπηχεῖ καὶ παραλλάσσει μιὰ φράση κλειδὶ τῆς δεύτερης προοιμιακῆς ἐπιστολῆς. Παρὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς δεδηλωμένη ἀπροθυμία ἢ ἀνικανότητα τοῦ ἀφηγητῆ νὰ μετακινηθεῖ, ἡ ἀφήγηση πλέκεται γύρω ἀπὸ μιὰ σχεδὸν διαρκὴ περιήγηση – πού, ὄπως ἦταν ἀναμενόμενο, δὲν περιλαμβάνει τὴ Γλασκώβη. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀντίθεση, ποὺ ἐκφράζεται μὲ πολλαπλοὺς τρόπους, ἀνάμεσα στὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας καὶ στὴν συμβολικὴ του ἀποτύπωση ἀποτελεῖ, κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ βασικὸ δομικὸ στοιχεῖο τῆς ποιητικῆς σύνθεσης τοῦ Θάνου Γώγου.

Τὸ παιχνίδι παίζεται σὲ διάφορους τόπους, πραγματικοὺς ἢ ἐπινοημένους:

Η περιπλάνηση ξεκίνησε.
Κινούμαι στην επιφάνεια.
Οι πρώτες απάτες αποκαλύπτονται.

Ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ τοπογραφία ἀνοικειώνεται – ἀπὸ τὴ Λάρισα, τὴν οἰκεία γενέθλια πόλη τοῦ ποιητῆ, τὴν πρώτη ποὺ ἀναφέρεται στὴν πρώτη ἑνότητα τῆς Γλασκώβης, ταξιδεύουμε ὣς τὴν Ἀσφύξια, τὴν δυστοπικὴ πρωτεύουσα τῆς δικῆς του ὁπτικῆς τῶν πραγμάτων, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, ὄπου επιτηδευμένα προστίθενται λάθος τονισμοί. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἀναγνώστης νομίζει ὅτι ἔχει ἀναγνωρίσει ἕνα τοπόσημο, ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἀκολουθήσει μιὰ σαφὴ πορεία, μιὰ περπατημένη οδό, ὅπως λέει ὁ ποιητής, ἡ βεβαιότητά του ἀνατρέπεται, προκύπτουν νέοι τόποι, νέοι χῶροι, κάποιοι ἐξωτικοί, κάποιοι σαφῶς χτισμένοι στὸ μυαλὸ τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη διαρκῶς ἐγκαταλείπονται, «για άλλη μια φορά». Ὁ χρόνος ὁρίζεται κι αὐτὸς ἐπίσης ὡς ἀπουσία. Ἀνάμεσα στὶς «δρασκελιές αναμνήσεων και επιλεκτικών αμνησιών» καὶ στὴν ὑπόσχεση ἑνὸς «τρισευτυχισμένου μελλοντικού βίου» ποὺ μένει πάντα ἀσαφὴς καὶ φαντασιακός, ἐκτείνεται μόνο ἡ ἀσφυκτικὴ ἀβεβαιότητα τοῦ ἀνηδονικοῦ παρόντος.

  1. Ἡ οὐτοπία

Ὁ ἀφηγητὴς ἀπευθύνεται συνεχῶς στὴν γυναίκα ποὺ τὸν περιμένει στὴ Γλασκώβη. Στὶς πέντε πρῶτες ἑνότητες, αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἀναγνώστρια, αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδανικὴ ἀκροάτρια, σὲ αὐτὴν ὑποβάλλονται ὑποσχέσεις, ἐξομολογήσεις, παραδοχὲς σφαλμάτων, ἐντυπώσεις καὶ διαπιστώσεις. Καὶ στὸ τέλος τῆς δεύτερης ἑνότητας, σὲ αὐτὴν παρουσιάζεται, ὡς δῶρο ὑποθέτω, ἡ σκιαγράφηση μιᾶς νέας οὐτοπίας (ὄαση τὴν ἀποκαλεῖ ὁ ποιητὴς), τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἀντιστρέφει τὴν Ἀσφύξια, δεδομένου ὅτι πρόκειται γιὰ μια πηγή στην ασφύξια που αναβλύζει ανάσες καθαρὲς και εκβάλλει τα διοξείδια.

Ἡ Αἴξυφσα, λοιπόν, ἀποτελεῖ τὸ βασικὸ πεδίο τῆς περιήγησης τοῦ ἀφηγητῆ στὴ  τρίτη ἑνότητα. Ἐξιστοροῦνται ἐδῶ ἀποφάσεις καὶ πράξεις τοῦ παρελθόντος, ποὺ ἐνδεχομένως δημιούργησαν κάποιες στιγμὲς τὴν ὑπόνοια κάποιας ἐλπίδας, κάποιας σωτηρίας – ἕνα ἀναρχικὸ ἐλευθεριακὸ ὅραμα, ποὺ περιλαμβάνει πρωτίστως ἕναν ἔρωτα ὁ ὁποῖος παραδόξως ἔχει σταματήσει «να πουλιέται, να δεσμεύεται με ανούσιους όρκους και να αγοράζεται», ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπανάσταση, τὴν ἀλληλεγγύη, τὴν δικαιοσύνη. Συγχρόνως ὅμως παρούσα εἶναι καὶ ἡ διάψευση ὅλων αὐτῶν, ἡ προδοσία, καὶ ἡ ὑποταγὴ στὴν πανταχοῦ παρούσα ἀφέντρα/ἀκροάτρια, ἡ ὁποία ἐδῶ φαίνεται νὰ ὁρίζει τὶς λέξεις καὶ τοὺς στίχους καὶ νὰ ἀκυρώνει τὴν οὐτοπία πρὶν ἀκόμη ὁ ποιητὴς τὸ ἀντιληφθεῖ:

Μα πώς είναι δυνατόν;
Τα δικά μου λόγια τελείωναν στα άπαντα του Φρόιντ.
Είμαι  σίγουρος/ Το είχα ετοιμάσει πιο πριν/ Το γνωρίζω
Δεν είναι δικά μου αυτά τα γράμματα.
Δεν είναι και άγνωστα όμως.
Το σημάδι από κραγιόν δίπλα στο σημείο υπογραφής
Προκλητικότατο

  1. Ἡ ἀντιστροφὴ

Στὴν τέταρτη ἐνότητα ἡ ψευδαίσθηση τῆς πράξης ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ. Ἐδῶ ἐπιστρέφουμε στὴν ἐνδοσκόπηση, στὴν ἐπεξεργασία τῆς ἀνάμνησης, στὴν τροφὴ τῆς δημιουργίας.  Ἡ ἐξουσιαστικὴ ἀκροάτρια εἶναι ἐδῶ περισσότερο, ἀμεσότερα παρούσα: ἀναλαμβάνει ρόλο ἀκραιφνῶς ἐνεργὸ στὴν ποιητικὴ σύνθεση, καθὼς τὰ ἕξι σχεδὸν λυρικὰ ποιήματα ποὺ περιλαμβάνονται, ἀριθμημένα, σὲ αὐτὴν τὴν ἐνότητα, τὰ «μιλάει» ἐκείνη. Στὰ ποιήματα αὐτὰ παρατηρεῖ τὸν ἀφηγητή, τὸν περιγράφει, ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν προσγειώσει στὸ σῶμα, αὐτὸ ποὺ ἀφελῶς θεωρεῖ τὸ μόνο πραγματικό, ἀπαιτεῖ τὸν ἔρωτα, ἀπαιτεῖ τὴν ἀφοσίωση, καὶ ἀπειλεῖ:

Σίγουρα θα μ᾽αγαπά ακόμη…
(Αν όχι θα κόψω τα χέρια μου
και θα τον ορίσω υπεύθυνο)

  1. Τὸ σύνδρομο

Ἡ πέμπτη ἑνότητα χτίζεται καὶ πάλι πάνω στὸν καμβὰ μιᾶς περιήγησης, αὐτὴ τὴ φορὰ σὲ γνώριμους, ἢ τέλος πάντων, ἀναγνωρίσιμους τόπους, σὲ κοινὲς ἐμπειρίες. Ταξίδια μὲ τραῖνο, γνωριμίες, «μικρές χαρές της ζωής», «επιστροφή στην περπατημένη οδό». Ἐπίσης, συναντᾶμε ἐδῶ μιὰν ἄλλη γυναίκα, ἕνα κείμενο ποὺ ἡ ἄλλη γυναίκα ἔγραψε στὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ μὲ τὸ τραῖνο, καὶ τρία ποιήματα ἐπιγραφόμενα «Νοσταλγικό Σύνδρομο» ὅπου πρωταγωνιστεῖ ὁ παρελθὼν ἔρως. Τὰ ὅρια ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους συγχέονται, ἡ Νάνσυ, ἡ γυναίκα τοῦ τραίνου, ἀπευθύνεται στὸν ἀγαπημένο της μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἡ γυναίκα τῆς Γλασκώβης θὰ μποροῦσε νὰ ἀπευθύνεται στὸν ἀφηγητή, τὸ μέλλον φαίνεται προδιαγεγραμμένο, τὸ παρελθὸν πάντα παρόν, καὶ ὁ ποιητὴς μᾶς ἀποκαλύπτει πὼς ἴσως οἱ τόποι, οἱ χαρακτῆρες, οἱ πράξεις ποὺ παρακολουθοῦμε δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι˙ τὸ παιχνίδι αὐτὸ τῆς ἐπιθυμίας, τῆς ἔλλειψης, τῆς διάψευσης, τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ὑποταγῆς ἴσως εἶναι ἕνα εἶδος νόσου, μιὰ ἐκδήλωση τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ καὶ περιλαμβάνει, ὅπως εἶχε ὐπαινιχθεῖ ἡ δεύτερη ἐπιστολὴ τοῦ προοιμίου, τόσο τὴν ἔμφυλη διάσταση τοῦ ἔρωτα ὅσο καὶ τὴν ἐξιδανικευτικὴ ἐπαναστατικὴ πράξη ἢ ποιητικὴ δημιουργία. «Έχω άραγε παρασιτικό πλάσμα π᾽αγαπά μέσα μου;» διερωτᾶται ὁ ποιητής. Καὶ ἀκολουθοῦν τὰ τρία ἔξοχα ἐρωτικὰ ποιήματα τοῦ νοσταλγικοῦ συνδρόμου.

  1. Ἡ πραγματικότητα

Στὴν ἕκτη, προτελευταία, ἑνότητα, προσγειωνόμαστε. Ἡ περιγραφὴ γίνεται συγκεκριμένη, οἱ τόποι ἐξίσου, οἱ πράξεις βέβαιες. Ὁ ποιητής, μετὰ ἴσως τὴ λυρικὴ ἔξαρση τοῦ Νοσταλγικοῦ Συνδρόμου, θεραπεύτηκε, μᾶς λέει, καὶ παραθέτει τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ ἐξαρτελεύθερου ποιητῆ, ποὺ φαίνεται νὰ παρωδοῦν τὰ «τοπία ἤχων» τοῦ Ρίτσου, περιγράφοντας μὲ εὐθύτητα, εἰρωνεία καὶ αὐτοσαρκασμὸ περιηγήσεις στὴ Βουδαπέστη, τὸ Βερολίνο, τὸ Ρόστοκ καὶ τὸ Τρέλεμποργκ. Ἐδῶ μοιάζει νὰ ἔχουν ἀκολουθηθεῖ οἱ συμβουλὲς τῆς ἀκροάτριας – ἐξουσιάστριας ἀπὸ τὴν τρίτη ἑνότητα:  ἔμφαση στὸ σῶμα καὶ στὶς ἐμπειρίες του, λιγότερος ἀναστοχασμός, λιγότερη περίσκεψη, λιγότερη ἀναζήτηση νοήματος. Ἴσως αὐτὴ ἡ κάπως γκροτέσκα ἀναμέτρηση μὲ τὴν πραγματικότητα νὰ ἀποτελεῖ πράγματι τὴ θεραπεία. Ἐξάλλου, ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴ Γλασκώβη, σύμπτωμα τῆς νόσου, δὲν ὑπάρχει πιά, ὁ λόγος τῆς ἕκτης ἑνότητας δὲν τῆς ἀπευθύνεται.

Νευρίασα και έφυγα.
Φωτογράφησα παράνομα σε δύο μουσεία ενοχλητικούς σανδαλοφόρους Γιαπωνέζους τουρίστες Πέρασα όλα τα φανάρια πεζός  προκαλώντας την οργή γερμαναράδων οδηγών.
Γευμάτισα χορτοφάγος ντόνερ κεμπάμπ μπροστά στα έκπληκτα μάτια των  vegan συντρόφων μου.
Κατούρησα όρθιος σε όλες τις τουαλέτες.
Ένοχος!
Το παραδέχομαι. Σεξιστής είμαι.
Παλιάνθρωπος…

Ἐντούτοις, ἡ κατάληξη αὐτῆς τῆς περιήγησης, στὸ Τρέλεμποργκ τῆς Σουηδίας, προφανῶς σηματοδοτεῖ καὶ τὴν λήξη τῆς αὐταπάτης τῆς θεραπείας, ἀποκαλύπτοντας καὶ πάλι τὴν ὑφέρπουσα, καὶ ὁρίζουσα, νόσο:

Ευγενικά άραγε τότε μετρούν τους αυτόχειρες εκεί πάνω;
Σιωπηλά, ύπουλα.
Έτσι θ’ αρπάζει τις ζωές το σκανδιναβικό σύστημα.
Ευγενικά, αλέκιαστα…

Καὶ ἡ τελευταία ἑνότητα τῆς συλλογῆς, ἀκόμη πιὸ προσγειωμένη, ἀκόμη πιὸ κυνική, ἐπιγράφεται «Κόκκινα φανάρια Άμστερνταμ». Ἡ γυναίκα τῆς Γλασκώβης παραμένει ἀπούσα καὶ ἐδῶ: οὔτε αὐτὸ τὸ ποίημα τῆς ἀπευθύνεται – ἀντίθετα, αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι μᾶλλον ἡ ἀκύρωση τῆς ὑπόθεσης τῆς Γλασκώβης, ἡ κατάληξη σὲ ἕνα ἀγοραῖο περιβάλλον ἐπίγειων, ἢ μᾶλλον ὑπόγειων, ἐρώτων, διάψευσης τῆς ἐλευθεριακῆς προσδοκίας καὶ πάλης, ματαίωσης καὶ τῆς ἴδιας τῆς γραφῆς ὡς οὐτοπικῆς δυνατότητας. Οἱ πρῶτοι στίχοι τοῦ ποιήματος ὁρίζουν μὲ ἀκρίβεια τὶς προϋποθέσεις του:

«Ελευθερία, ελευθερία ελευθερία ….»

 Η καταπίεση, τα μέσα που βγαίνουν, ο σπαραγμός βίαιος, σάρκα επάνω σε σάρκα: Τίποτα που αγοράζεται και πουλιέται δεν είναι ελεύθερο/ Η εκτόνωση είναι κλάμα!

Τὸ ὅραμα ποὺ σκιαγραφήθηκε στὶς πρῶτες πέντε ἑνότητες εἶναι πιὰ νεκρό. Ἡ ὑγεία δὲν ἔχει ὁδηγήσει στὴν οὐτοπία. Ἀντιθέτως, καὶ ἡ ἐλπίδα ἔχει διαλυθεῖ.

Δάσκαλε απέτυχα.
Μάλλον κι αυτή η παράσταση δεν ήταν γι’  αυτούς τους θεατές

καταλήγει ὁ ποιητὴς πρὶν ὑποκύψει ὁριστικά, καὶ καταναγκαστικά, στοὺς ἀπεχθεῖς κανόνες τῆς ἀγορᾶς.

  1. Ἡ βεβαιότητα τῆς ἥττας

Ἡ δεύτερη ἐπιστολὴ τοῦ προοιμίου ξεκινοῦσε:

Δεσποινίς
Οφείλουμε να είμαστε γρήγοροι, γρήγοροι όπως η καταστροφή.


Διαφαινόταν ἐκεῖ ἀκόμη ἡ προοπτικὴ τῆς ὑπέρβασης, Στὸν ἐπίλογο, διαβάζουμε:

Δεσποινίς
εντέλει

Οφείλουμε
να είμαστε
Σίγουροι
Σίγουροι
όπως
η καταστροφή.

Ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀντικατάσταση μιᾶς λέξης. Στὴν ἀρχὴ τῆς περιήγησης στοὺς στίχους τῆς Γλασκώβης, ἡ ἀνάγκη γιὰ ταχύτητα εἶχε ἴσως τὴν ἔννοια τῆς ἀποτροπῆς τῆς καταστροφῆς. Στὸ τέλος τῆς περιήγησης, καὶ ἐφόσον ἡ καταστροφὴ ἔχει ἤδη διαπιστωθεῖ, τὸ μόνο ποὺ φαίνεται νὰ μένει εἶναι ἡ βεβαιότητα τῆς ἥττας.

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.oanagnostis.gr]