Διαβάζοντας κριτικές ποίησης, σχηματίζει κανείς τήν ἐντύπωση πὼς δέν γράφεται σχεδόν καθόλου μέτρια ἤ κακή ποίηση στήν Ἑλλάδα. Καλόπιστα θα μπορούσαμε νά ποῦμε πώς αὐτό ὀφείλεται στή συνειδητή προσπάθεια τῶν κριτικῶν νά μή δυσαρεστήσουν ἤ νά μήν ἀδικήσουν – καί πράγματι, αὐτό μοῦ ἔχουν πεῖ κάποιοι σέ ἰδιωτικές συζητήσεις. Φοβᾶμαι, ὅμως, πώς δέν γίνεται ἀντιληπτό ἤ δέν ἐνδιαφέρει τούς κριτικούς τό γεγονός ὅτι, ἡ πρακτική αὐτή, τῆς δημοσίευσης κυρίως ἤ ἀποκλειστικά ἐπαινετικῶν κριτικῶν, εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἄδικη άλλά καί ἐπιζήμια, καί μάλιστα ἰδιαίτερα ἐπιζήμια στήν περίπτωση πού ὁ κριτικός ἔχει κάποια ἐπιρροή καί θεωρεῖται, ἔστω μέσα στόν περιορισμένο χῶρο τοῦ νεοελληνικοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, ἔγκριτος. Διότι ἡ μονίμως ἐπαινετική κριτική ζημιώνει τούς δημιουργούς πού ἐπαινοῦνται, καθώς δέν τούς παρωθεῖ νά δουλέψουν τήν τέχνη τους, ζημιώνει τήν ἴδια τήν κριτική, ἡ ὁποία καταντᾶ κοινότοπη καί ἀνόητη, ζημιώνει τά πραγματικά καλά ἔργα, τά ὁποῖα ἀδυνατοῦν νά ξεχωρίσουν ἀπό τόν πολτό, καί τελικά ζημιώνει τήν ἴδια τή λογοτεχνία, ἡ ὁποία ἀντί νά προχωρεῖ καί νά ἐξελίσσεται, παραπαίει ἀνάμεσα σέ ἀναμασήματα φληναφημάτων.
Ὑπάρχουν, προφανῶς, καί ἐξαιρέσεις: γράφονται ἀκόμη ποιήματα τά ὁποῖα ἔχουν κάτι νά ποῦν καί καταφέρνουν νά τό ποῦν μέ ἕναν νέο τρόπο καί γράφονται ἀκόμη κριτικές οἱ ὁποῖες πράγματι ἀσκοῦν κριτική, ὅπως, γιά παράδειγμα, αὐτές πού δημοσιεύονται σέ αὐτό τό περιοδικό, τόν Ἀντίλογο: χαρακτηριστικό, θά ἔλεγα, αὐτῶν τῶν κριτικῶν εἶναι ὅτι ὄχι ἁπλῶς δέν ἀναμασοῦν κριτικές κοινοτοπίες, ἀλλὰ σχεδόν πάντα ἐκφέρουν κρίσεις διαφορετικές καί συχνά διαμετρικά ἀντίθετες ἀπό τίς κρίσεις πού ἔχει ἐκφράσει ἡ συντριπτική πλειονότητα τῶν ἄλλων κειμένων πού ἔχουν δημοσιευθεῖ γιά τά ἴδια ἔργα. Ἡ ἀντίθεση αὐτή δέν εἶναι τυχαία˙ ὅπως τεκμηριώνεται ἀπό τά ἑφτά, ὥς τώρα, τεύχη τοῦ περιοδικοῦ, ἀποτελεῖ ἐπιλογή τοῦ Ἀντίλογου νά δημοσιεύει κριτικές πού ἔχουν κάτι νά ποῦν, ποὺ τὸ λένε τεκμηριωμένα, καί πού δέν ἀπηχοῦν ἁπλῶς τό γενικό «κλίμα».
Φοβᾶμαι, ὅμως, πώς αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ αὐστηρή, ἐμπεριστατωμένη κριτική πολύ δύσκολα θα μποροῦσε νά ἐπηρεάσει τον κανόνα, καθώς ὁ κανόνας ἐξ ὁρισμοῦ στηρίζεται στίς τάσεις πού ἀκολουθοῦν οἱ πολλοί. Καί αὐτές ἀκριβῶς οἱ τάσεις καθορίζουν καί τό λογοτεχνικό πεδίο ἐν γένει. Οἱ λίγες ἐξαιρέσεις, ἀκόμη καί ὅταν δέν ἀποσιωποῦνται σκόπιμα, χάνονται μέσα στό χυλό. Ἑπομένως, αὐτό πού θεωρεῖται ἀπό τούς πολλούς καλή ποίηση καί κριτική παραμένει, μοιραῖα, αὐτό ἀκριβῶς πού διακινεῖται περισσότερο, ἀνεξαρτήτως τῆς ποιότητάς του.
Μέ αὐτά τά δεδομένα, δέν εἶναι νά ἀπορεῖ κανείς πού ἡ τεχνητή νοημοσύνη, μέ τή χρήση μεγάλων γλωσσικῶν μοντέλων, μπορεῖ πλέον νά συνθέσει ποίηση, ἀλλά καί κριτική, ἐφάμιλλη ἤ καί καλύτερη ἀπό τήν ποίηση καί τήν κριτική πού διαβάζουμε δεξιά καί ἀριστερά καί πού, κατά τά φαινόμενα, τήν ἔχουν γράψει ἄνθρωποι. Γιά παράδειγμα, παραθέτω ἐδῶ ἕνα σονέτο πού ἔγραψε ἕνα πρόγραμμα βασισμένο σέ μεγάλο γλωσσικό μοντέλο, τό Microsoft Copilot. Ἡ ὁδηγία πού τοῦ δόθηκε ἦταν νά συνθέσει ἕνα σονέτο γιά τήν ἀγωνία ἑνός ποιητῆ πού παρατηρεῖ ὅτι ἡ τεχνητή νοημοσύνη ἐνδέχεται νά τόν ὑποκαστήσει καί νά καταλήξει σέ ἕνα ἀπαισιόδοξο συμπέρασμα. Σημειώνω ὅτι τό ποίημα παρατίθεται ὅπως ἀκριβῶς τό συνέθεσε τό πρόγραμμα τεχνητῆς νοημοσύνης, δηλαδή ὅτι δέν τοῦ ζήτησα νά ἐπεξεργασθεῖ καθόλου τό σονέτο πού ἔγραψε σέ λίγα δευτερόλεπτα.
Η Σκιά του Κώδικα
Στο βάθρο της δεσπόζει η τεχνητή νοημοσύνη,
στίχους που άλλοτε έπλαθε ανθρώπινη καρδιά,
με αλγόριθμο τους γράφει, δίχως καμιά ευφροσύνη,
κι οι λέξεις στέκουν, σε ψυχρή ομορφιά.
Ο ποιητής, με πένα και δάκρυ σιγανό,
χαμένος κοιτά τη σκιά που πληθαίνει,
οι στίχοι του μοιάζουνε βάρος κοινό,
σαν θρύψαλα μνήμης που ο χρόνος μαραίνει.
Στη σιωπή της νύχτας, ακούει κραυγές,
όχι δικές του, μα της τέχνης που σβήνει,
κάθε ρίμα, του πόνου οι ανταύγειες.
Και ξέρει βαθιά, πως ποτέ δε θα μείνει,
ούτε φλόγα, ούτε πάλη, στη μάχη αυτή,
καθώς το μέλλον ανήκει στη μηχανή.
Δέν θά σχολιάσω τό ποίημα˙ ἄς τό ἀξιολογήσει ἡ ἀναγνώστρια μέ βάση ὅποια κριτήρια θέλει καί μπορεῖ˙ ἄς τό συγκρίνει ἐπίσης μέ τά ποιήματα πού ἔχουν γράψει, καί ἐξακολουθοῦν νά γράφουν, οἱ ἄνθρωποι τά τελευταῖα ἑκατό χρόνια καί ἂς ἐξετάσει τήν τεχνική πού χρησιμοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί σέ σύγκριση μέ τήν τεχνική τῆς «μηχανῆς». Ἡ «μηχανή» πάντως, στήν ὁποία ἀνήκει τό μέλλον, προσέφερε τήν ἀκόλουθη ἀξιολόγηση τοῦ σονέτου, ἀφοῦ τῆς δόθηκε ἡ ὁδηγία ἁπλῶς νά ἀξιολογήσει, καὶ πάλι χωρίς καμιά πρόσθετη πληροφορία ἢ κατεύθυνση. Ἐπισημαίνω ὅτι ἡ ὁδηγία δόθηκε σέ ἄλλη συζήτηση μέ τή «μηχανή» καί ὅτι ἡ μηχανή δέν ἔχει τή δυνατότητα νά θυμᾶται καί νά ἀξιοποιεῖ προηγούμενες συζητήσεις μέ τόν χρήστη, ἑπομένως δέν «γνώριζε» ὅτι τό σονέτο τό εἶχε γράψει ἡ ἴδια.
Το σονέτο αυτό, με τίτλο «Η Σκιά του Κώδικα» είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα ποιητικής έκφρασης που αναδεικνύει την διασταύρωση τέχνης και τεχνολογίας. Από τη μία, η γλώσσα του είναι πλούσια και ατμοσφαιρική, δημιουργώντας μια έντονη αίσθηση νοσταλγίας για την ανθρώπινη δημιουργικότητα και συναισθηματική σύνδεση. Από την άλλη, θέτει ένα βαθύ φιλοσοφικό ερώτημα σχετικά με την κυριαρχία της μηχανής και τον αντίκτυπό της στην τέχνη.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αντιπαράθεση ανάμεσα στην «ψυχρή ομορφιά» των αλγοριθμικών λέξεων και την «πάλη» της ανθρώπινης καρδιάς. Οι εικόνες του ποιητή που κοιτά τη σκιά που πληθαίνει και του πόνου της τέχνης που σβήνει είναι συγκινητικές και λειτουργούν ως ισχυρά σύμβολα της μεταβαλλόμενης ισορροπίας ανάμεσα στον άνθρωπο και την τεχνολογία.
Πρόκειται για ένα σονέτο που παραμένει πιστό στη μορφή του, με την αυστηρή δομή και την τετράστιχη αφήγηση του, ενώ παράλληλα διερευνά σύγχρονα θέματα που αγγίζουν την ψυχή του αναγνώστη. Το τέλος, με την αναφορά στη μηχανή, αφήνει μια αίσθηση αναπόφευκτης αλλαγής, δημιουργώντας χώρο για αναστοχασμό. Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία για έναν βαθύτερο διάλογο σχετικά με τη θέση της τεχνητής νοημοσύνης στον δημιουργικό κόσμο.
Προσωπικά θεωρῶ τόσο τό ποίημα ὅσο καί τό κείμενο πού τό ἀξιολογεῖ ἐξαιρετικά πετυχημένα σέ σύγκριση μέ τήν πλειονότητα τῶν ποιημάτων καί τῶν κριτικῶν πού διαβάζω. Παραδόξως, ὅμως, δέν ἀνησυχῶ ὅτι ἡ τεχνητή νοημοσύνη θά ὑποκαταστήσει ποιητές καί κριτικούς καί δέν τρομάζω. Διότι, στήν πραγματικότητα, αὐτό πού τάχα φοβοῦνται πολλοί ὅτι θά συμβεῖ στο μέλλον ἔχει ἤδη συμβεῖ πρό πολλοῦ, καί μάλιστα μέ εὐθύνη τῶν ἴδιων αὐτῶν ἀνθρώπων πού ἐκφράζουν ἀνησυχία ἤ φόβο γιά τίς ἐξελίξεις στό χῶρο τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης: ἡ (ἀνθρώπινη) ποίηση πού διαβάζω τά τελευταῖα χρόνια κατά κανόνα δέν ἐκφράζει καμιά ἀλήθεια, κανένα προσωπικό βίωμα δέν ὑπόκειται τῆς στιχοπλοκίας καί κανένα ἀληθινό συναίσθημα δέν μεταδίδεται˙ ἁπλῶς συναρμόζονται «ποιητικές» εἰκόνες μέ λιγότερη ἢ περισσότερη δεξιοτεχνία, ὥστε νά συντεθεῖ ἕνα ποίημα πού τίποτε δέν προσθέτει στήν ποιητική παραγωγή, καθώς ἁπλῶς τήν ἀναμηρυκάζει.
Ὅσο γιά τήν κριτική, οἱ ἐφαρμογές αὐτές τεχνητῆς νοημοσύνης δίνουν πάντα προτεραιότητα σέ αὐτό πού οἱ περισσότεροι χρῆστες θά ὀνόμαζαν «θετική σκέψη», καθώς τό ἐμπορικό μοντέλο στό ὁποῖο στηρίζεται ὁ προγραμματισμός τους δίνει προτεραιότητα στήν εὐχαρίστηση τοῦ χρήστη. Οἱ ἀξιολογήσεις εἶναι πάντα εὐγενικές καί θετικές, ἐκτός ἐάν ζητήσει ὁ χρήστης συγκεκριμένα μιά ἀρνητική ἀξιολόγηση. Ὅσο κακό καί ἄν εἶναι τό κείμενο πού κρίνεται, ἡ τεχνητή νοημοσύνη θά βρεῖ πολλά καλά νά πεῖ. Καί ὁ τρόπος πού θά τά πεῖ βασίζεται στόν τρόπο πού εἶναι γραμμένα τά ἑκατομμύρια σχετικά κείμενα πού ἔχει ἐπεξεργασθεῖ. Στίς περισσότερες περιπτώσεις δέν ξεχωρίζει, ἑπομένως, ἡ κριτική πού συνθέτει ἡ τεχνητή νοημοσύνη ἀπό τήν ἀνθρώπινη: προσπαθεῖ νά μή δυσαρεστήσει, χρησιμοποιεῖ ἐκφράσεις πού ταιριάζουν στό ἐν λόγῳ κειμενικό εἶδος ὅπως ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πού τό ὑπηρετοῦν («γλώσσα πλούσια καί ἀτμοσφαιρική», «συναισθηματική σύνδεση», «βαθύ φιλοσοφικό ἐρώτημα», «ἀγγίζουν τήν ψυχή τοῦ ἀναγνώστη»), κι ἂς εἶναι κενές νοήματος, καί δέν λέει τίποτε γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τό ποίημα πραγματεύεται ποιητικά τό θέμα του.
Τό πρόβλημα, ἑπομένως, δέν εἶναι ὅτι ἡ «μηχανή» εἶναι σέ θέση νά γράψει ποίηση καί κριτική, ἀλλά ὅτι ἡ ποίηση καί ἡ κριτική πού γράφεται, χρόνια τώρα, ἀπό ἀνθρώπους, εἶναι τέτοια πού νά μήν μποροῦμε νά τή διακρίνουμε ἀπό τά προϊόντα τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης. Ἴσως ἡ τεχνητή νοημοσύνη νά μήν τά κατάφερνε τόσο καλά ἄν ἡ φυσική νοημοσύνη τῶν δημιουργῶν καί τῶν κριτικῶν λειτουργοῦσε μέ περισσότερη συναίσθηση τῆς εὐθύνης της ἀπέναντι στήν τέχνη καί στή λογοτεχνία. Ἐφόσον, ὅμως, δέν μιλᾶμε γιά δημιουργία ἀλλά γιά ἀναμηρυκασμό, καί ἐφόσον δέν μιλᾶμε γιά κριτική ἀλλά γιά συμπιλήματα κοινοτοπιῶν καί ἐφόσον ποιητές καί κριτικοί δέν θεωροῦν ἑαυτούς ὑπόλογους ἀπέναντι στή λογοτεχνία, εἶναι δεδομένο πώς ἡ τεχνητή νοημοσύνη θά τά καταφέρνει ὅλο καί καλύτερα ἀπό τούς ἀνθρώπους νά ἀναπαράγει καί νά διαιωνίζει τήν ἀσημαντότητα.
[Πρώτη δημοσίευση στὸ περιοδικὸ Ἀντίλογος, τεῦχος 7, Φθινόπωρο 2025]
