ἀπήχηση

Μελετῶ τὰ τεκμήρια ποὺ φαντάζομαι ὅτι θὰ ἐξετάσουν οἱ φιλόλογοι τοῦ μέλλοντος ἂν ἀποφασίσουν νὰ γράψουν τὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας τοῦ καιροῦ μας: ἐκδοθέντα βιβλία, κείμενα σὲ εἰδικευμένα περιοδικὰ καὶ ἱστότοπους, παρουσιάσεις καὶ κριτικές, συνεντεύξεις λογοτεχνῶν, βραβεῖα, φεστιβάλ, μεταφράσεις σὲ ξένες γλῶσσες, ἀναφορὲς σὲ ἐφημερίδες, ἱστοσελίδες καὶ περιοδικὰ ποικίλης ὕλης. Σαφῶς διακρίνονται τάσεις καὶ σταθερές, καθὼς τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τεκμήρια εἶναι συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Κάποιοι ποιητὲς ἐμφανίζονται σχεδὸν παντοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι λογικὸ καὶ ἀναμενόμενο, δεδομένου ὅτι ἡ δημοσιότητα εἶναι μεταδοτική. Ὁ φιλόλογος τοῦ μέλλοντος θὰ τοὺς δεῖ θέλοντας καὶ μή, θὰ μετρήσει τὴν ἀπήχησή τους καὶ θὰ τοὺς συμπεριλάβει, σὲ ἁρμοζόντως περίοπτη θέση, στὴν ἱστορία ποὺ θὰ συγγράψει.

 

Ψάχνω ὕστερα στὸν ὠκεανὸ τῶν τεκμηρίων γιὰ κάποιους σύγχρονους ποιητὲς ποὺ προσωπικὰ ἔχω πολὺ ἀγαπήσει. Μερικούς, εὐτυχῶς, τοὺς ἀνακαλύπτω εὔκολα: ἔχουν σοβαρὲς ἐλπίδες ἐπιβίωσης, λοιπόν. Ἄλλους, ὅμως, πολὺ ἀγαπημένους, δὲν τοὺς βρίσκω πουθενά. Αὐτοὺς ποὺ τὰ βιβλία τους ἀνακάλυψα τυχαῖα σὲ κάποιο ξεχασμένο ράφι ἑνὸς βιβλιοπωλείου, ὅπου ἔμειναν γιὰ λίγες μέρες καὶ μετὰ πολτοποιήθηκαν. Αὐτὰ τὰ βραχύβια βιβλία ἦσαν τὰ μόνα τεκμήρια τῆς ὕπαρξής τους, σὲ ἐλάχιστες ἕως λίγες ἑκατοντάδες ἀντίτυπα τυπωμένα, ἰδίοις συνήθως ἀναλώμασι –  μὲ ὅλες τὶς σημασίες τῆς λέξης. Ἀπήχηση μηδενική, καὶ λήθη ἐξασφαλισμένη. Αὐτοὶ οἱ ποιητὲς θὰ πεθάνουν μόλις πεθάνει καὶ ὁ τελευταῖος ἀναγνώστης ποὺ ἔτυχε (ἢ φρόντισαν) νὰ τοὺς διαβάσει.

 

Κοινότοπο τὸ συμπέρασμα: τὴν ἱστορία, συμεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας, τὴν γράφουν οἱ νικητές. Ἄξιος ὁ μισθός τους.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἀναμηρυκασμὸς

Διαβάζοντας ποιήματα ποὺ γράφονται καὶ ἐκδίδονται τὰ τελευταῖα χρόνια, συνήθως δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀναγνωρίσω διαφορές˙ ὄχι μόνο διαφορὲς ἀνάμεσα στὰ βιβλία τοῦ ἴδιου ποιητῆ (αὐτὸ ἐξάλλου θὰ ἦταν ἴσως ὑπερβολικὴ ἀπαίτηση στὶς περισσότερες περιπτώσεις) ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διαφορὲς ἀνάμεσα σἐ ποιητὲς ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν, ἂς ποῦμε, πρὶν δέκα ἢ εἴκοσι χρόνια καὶ ποιητὲς ποὺ ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὶς μέρες μας. Καὶ δὲν ὑπαινίσσομαι οὔτε ὅτι κλέβουν, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπροκάλυπτης λογοκλοπῆς, οὔτε ὅτι ἀντιγράφουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μὲ τὴν ἔννοια τῆς δημιουργικῆς ἀντιγραφῆς ποιητικῶν τρόπων καὶ ἀτμόσφαιρας τοῦ τύπου Eliot – Laforgue. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀδυνατῶ νὰ διακρίνω ποιό θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖται, καθὼς τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τῆς ποίησης αὐτῆς εἶναι ἁπλῶς ὅτι εἶναι νερουλή, ἀνιαρή, τετριμμένη.

Φαίνεται σὰν ὁ ἐπίδοξος ποιητὴς νὰ ἔχει μόλις ξαναδιαβάσει ὀλίγη γενιὰ τοῦ ἑβδομήντα, ὀλίγη γενιὰ τοῦ ὀγδόντα καὶ πολλὰ στιχουργήματα συγχρόνων του δημοσιευμένα σὲ περιοδικὰ καὶ διαδικτυακὲς ἀνθολογίες καὶ ἀμέσως μετὰ νὰ ἔχει κάτσει νὰ γράψει κάτι ποὺ νὰ ἀπηχεῖ τὴ γενικὴ ἀτμόσφαιρα, τοὺς ποιητικοὺς τρόπους καί, μὲ ἀρκετὴ χαλαρότητα καὶ συγκρητικὴ διάθεση, τὴν ὅποια θεματολογία τῶν διαβασμάτων αὐτῶν. Στὴν πραγματικότητα, θέμα δὲν ὑπάρχει, ἀφορμὴ δὲν ὑπάρχει, δὲν ἔχει ὑπάρξει ποτὲ ἀνάγκη νὰ ἐκφρασθεῖ ὁτιδήποτε μὲ τρόπο ποιητικό. Ἔχει ὑπάρξει μόνο μιὰ ποιητικὴ φιλοδοξία, ὑποκινούμενη καὶ ὑποδαυλιζόμενη ἀπὸ τὴν παραγωγὴ τῶν ὁμο(α)τέχνων, μιὰ κυνικὴ ἀντίδραση τοῦ τύπου «γιατί αὐτοὶ καὶ ὄχι ἐγώ;», ἡ ὁποία ἔχει ὁδηγήσει στὴν σύνθεση στίχων ποὺ πάντα κάτι ἀορίστως θυμίζουν, ἐνταγμένων προχείρως σὲ ἕνα σύνολο χωρὶς δομὴ καὶ χωρὶς αἰτία, μὲ σαφὴ ἐντούτοις τὴν πρόθεση τοῦ ἐναρμονισμοῦ μὲ τὸ κυρίαρχο μοντέλο, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ καὶ ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἔνταξη τοῦ δημιουργοῦ στὸν κύκλο τῶν ὁμο(α)τέχνων.

Βεβαίως, μιὰ παρόμοια διαδικασία οἰκείωσης καὶ δημιουργικῆς ἀναπαραγωγῆς ἑνὸς ποιητικοῦ προτύπου θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσες, ὑψηλότατης ποιότητας ποιητικὲς συνθέσεις – καὶ πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει συμβεῖ πολλὲς φορὲς στὴν ποίηση, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ἂν μιλήσουμε γιὰ τὴ σχετικὰ πρόσφατη νεοελληνικὴ ποιητικὴ παραγωγή, στὴν περίπτωση τοῦ Τραϊανοῦ καὶ τῆς Plath ἢ τῆς Μαστοράκη καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀνυπαρξία θέματος καὶ ἡ ἀνυπαρξία ἐναύσματος, εἶναι κυρίως ὅτι τὰ ἀκολουθούμενα πoιητικὰ πρότυπα εἶναι καὶ αὐτὰ ἀπεικάσματα ἀπεικασμάτων, κακέκτυπα συνήθως μιμήσεων ἄλλων ποιημάτων, καὶ ἡ ὅποια στιβαρότητα ὑπῆρχε ἐνδεχομένως στὰ μακρινὰ προπατορικά τους κείμενα ἔχει πλέον, μετὰ ἀπὸ καμμιὰ δεκαριὰ ἀναμηρυκασμούς, ξεθωριάσει. Καὶ ὅμως: αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ θολότητα τοῦ ἀέναου ἀναμηρυκασμοῦ φαίνεται ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν ἀποδοχὴ καὶ τὸν ἐγκωμιασμό.

Δὲν ξέρω ἂν τὸ σύμπτωμα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὶς ἀπολύτως νοσηρὲς διαδικασίες ἔκδοσης καὶ διάδοσης τῆς σύγχρονής μας νεοελληνικῆς ποίησης ἣ ἂν ἀποτελεῖ ἐγγενὲς χαρακτηριστικό της. Αἰσιόδοξος, ἐντούτοις, παρὰ τὰ πάντα, εὐελπιστῶ ὅτι ἡ εἰκόνα εἶνα ψευδής, ὅτι στὴν διάθεση καὶ διάδοση ὀφείλεται, καὶ ὅτι σὲ κάποια (ψηφιακὰ πλέον) συρτάρια κρύβονται τὰ πραγματικὰ ποιήματα τῆς ἐποχῆς.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ξεσκαρτάρισμα

Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπεῖχα ἀπὸ τὰ λογοτεχνικὰ πράγματα: δὲν παρακολουθοῦσα ἐκδόσεις καὶ ἐκδηλώσεις, διάβαζα ἐλάχιστα καινούρια πράγματα, ἀγνοοῦσα ὀνόματα καὶ βραβεῖα. Κάποια στιγμὴ ἀντιλήφθηκα πόσο πίσω εἶχα μείνει καὶ προσπάθησα νὰ κερδίσω τὸν χαμένο χρόνο διαβάζοντας σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ποιήματα ποὺ εἶχαν ἐκδοθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια, μῆνες ἢ καὶ ἡμέρες, παρακολουθώντας σχεδὸν ὅλα τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ πηγαίνοντας σὲ ὅσες πρόφταινα ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἐκδηλώσεις (παρουσιάσεις βιβλίων, ἀναγνώσεις, καὶ τὰ ὅμοια). Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κατάφερα μὲ αὐτὸν τὸν ἐπίπονο καὶ δαπανηρὸ τρόπο νὰ ἀνακαλύψω τρεῖς τέσσερις ποιήτριες καὶ ποιητὲς ποὺ γράφουν καλά. Τρεῖς τέσσερις βέβαια δὲν εἶναι πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λίγο. Ἐνδέχεται, ἂν συνέχιζα τὸ ἴδιο βιολὶ ἐπὶ δυὸ τρία χρόνια ἀκόμη, νὰ ἀνακάλυπτα κι ἄλλους τρεῖς τέσσερις˙ καὶ αὐτὸ θὰ ἦταν κέρδος σημαντικό.

Δυστυχῶς, ὅμως, τὸ σῶμα μου μὲ πρόδωσε: παρὰ τὰ ἰσχυρὰ ἀντιεμετικὰ ποὺ κατανάλωνα σὲ ἐπικίνδυνες ποσότητες κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιπέτειας, δὲν μπόρεσα νὰ καταπνίξω τὴν ἀηδία ποὺ μοῦ προξενοῦσαν ὅσα πιεζόμουν νὰ διαβάζω: ὄχι μόνο τὰ ἄφθονα μέτρια ἢ ἀκόμη καὶ ἄθλια ποιήματα ἀλλὰ καί, κυρίως, τὰ χαμερπῆ ἐγκώμια μὲ τὰ ὁποῖα ξεπλήρωναν οἱ δημιουργοί τους χρέη πρὸς ἀλλήλους.

Μοῦ πῆρε καιρό, ἀλλὰ βρῆκα τελικά, νομίζω, μιὰ πιὸ ἀσφαλὴ μέθοδο γιὰ νὰ ἀνακαλύπτω καλὰ ποιήματα. Ἡ μέθοδος αὐτὴ δὲν μὲ ὑποβάλλει στὸ μαρτύριο τῆς ἀκατανίκητης ἀηδίας, καὶ φαίνεται, ὣς τώρα τοὐλάχιστον, πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀνάγνωση τοῦ χυλοῦ ποὺ συστηματικὰ διακινεῖται καὶ διαφημίζεται στοὺς λογοτεχνικοὺς κύκλους. Τὰ βήματα ποὺ ἀκολουθῶ εἶναι μετρημένα καὶ συγκεκριμένα:

  1. Ἀναζητῶ ἀπὸ τὰ βιβλιογραφικὰ δελτία τοῦ ἄμοιρου biblionet ποιητικὰ βιβλία γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω ἀκούσει οὔτε διαβάσει τίποτα
  2. Ψάχνω τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας ἢ τοῦ ποιητῆ στὸ google νὰ δῶ πόσες καὶ ποιές ἐφημερίδες, πόσες καὶ ποιές ἱστοσελίδες, καθὼς καὶ πόσα καὶ ποιά λογοτεχνικὰ ἢ λογοτεχνίζοντα ἔντυπα ἔσπευσαν νὰ δημοσιεύσουν ἐπαίνους λίγο πρὶν ἢ λίγο μετὰ τὴν ἔκδοση
  3. Ψάχνω τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας ἢ τοῦ ποιητῆ στὸ facebook καὶ ἐὰν τὸ βρῶ, ἐλέγχω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐν λόγῳ ποιήτρια ἢ ὁ ἐν λόγῳ ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ εἰκονικὰ σέβη του σὲ ἐπιφανεῖς τῆς ποιήσεως καὶ τῆς κριτικῆς
  4. Ψάχνω στὴ diavgeia.gov.gr καὶ στὴν ἐφημερίδα τῆς κυβέρνησης νὰ δῶ μήπως ὁ/ἡ δημιουργὸς ἔχει ἀθέμιτα διοριστεῖ σὲ καμμιὰ κρατικὴ θεσούλα ἢ μήπως ἔχει λάβει τίποτα ἐπιχορηγήσεις γιὰ διοργάνωση ποιητικῶν ἢ ἄλλων ἐκδηλώσεων τῆς συμφορᾶς

Ἐφόσον τὸ ὑπὸ ἔρευνα βιβλίο δὲν ἔχει λάβει, ἅμα τῇ ἐκδόσει του, πλῆθος ἐπαινετικὲς κριτικὲς στὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ κοινωνικῆς δικτύωσης˙ ἐφόσον ὁ ποιητὴς ἢ ἡ ποιήτρια δὲν θαυμάζει ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια τοὺς ἐπιφανεῖς τῆς λογοτεχνίας μας˙ καὶ ἐφόσον ὁ ποιητὴς ἢ ἡ ποιήτρια δὲν ἐξαργυρώνει τὸν ποιητικό του/της οἶστρο στὰ ταμεῖα τῆς ψευδώνυμης ἀριστερῆς κυβέρνησης, προχωρῶ στὸ ἑπόμενο βῆμα μὲ μεγάλη αἰσιοδοξία: ἀναζητῶ τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο καὶ τὸ ξεφυλλίζω.

Καὶ πράγματι, τοὺς τελευταίους μῆνες ἔχω μὲ αὐτὴν τὴν μέθοδο ἀνακαλύψει ἤδη διπλάσια ἀξιόλογα ποιητικὰ βιβλία ἀπὸ ὅσα ἀνακάλυψα μέσα στὸν σωρὸ τῶν ἐπαινουμένων τὰ προηγούμενα τέσσερα πέντε χρόνια. Καὶ τὸ κυριότερο, ἔχει ἠρεμήσει πλέον τὸ πεπτικό μου σύστημα.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]