Louise Glück, Μιὰ ἱστορία χωρὶς τέλος

1.
Στὴ μέση τῆς φράσης της
ἀποκοιμήθηκε. Διηγοῦνταν
κάτι σὰν μύθο ποὺ ἀφοροῦσε
ἕνα νεαρὸ κορίτσι ποὺ ξυπνᾶ ἕνα πρωὶ
καὶ ἔχει μεταμορφωθεῖ σὲ πουλί. Πόσο ἀληθοφανές,
εἶπε ὁ ἄντρας ποὺ καθόταν δίπλα μου. Ἀναρωτιέμαι,
συνέχισε, πιστεύεις πὼς ἡ φίλη μας ἐδῶ
σχεδιάζει νὰ πετάξει καὶ νὰ φύγει ὅταν ξυπνήσει;
Τὸ δωμάτιο ἦταν πολὺ ἤσυχο.
Τὴν περιεργαζόμασταν καὶ οἱ δύο˙ στὴν πραγματικότητα
ὅλοι στὸ δωμάτιο τὴν περιεργάζονταν.
Ἐμένα μοῦ φαινόταν ἴδια ὅπως πρίν, ἂν καὶ
τὸ κεφάλι της εἶχε γείρει στὸ στῆθος της˙
παρ᾽ὅλα αὐτά, τὸ χρῶμα της ἧταν καλό – Φαίνεται νὰ ἀναπνέει,
εἶπε ὁ διπλανός μου. Καὶ μάλιστα, συνέχισε,
ὅλοι μας σὲ αὐτὸ τὸ δωμάτιο, ὅλοι ἀναπνέουμε –
ἔτσι ἀκριβῶς θέλει κανεὶς νὰ τελειώνει μιὰ ἰστορία. Ἐντούτοις,
πρόσθεσε, ἴσως δὲν μάθουμε ποτὲ
ἂν ἡ ἱστορία εἶχε τὴν πρόθεση
νὰ προειδοποιήσει γιὰ κάτι ἢ ἂν ἦταν ἐρωτικὴ ἱστορία,
δεδομένου ὅτι διακόπηκε. Ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε βέβαιοι
ὅτι ἔχουμε φτάσει στὸ τέλος.
Ἀλλὰ καὶ ποιός εἶναι βέβαιος, εἶπε. Ποιός:

2.

Μείναμε ἐκεῖ πολλὴ ὥρα,
ναυαγισμένοι, σκέφτηκα,
σὰν πλοῖα ποὺ τὰ παρέλυσε ἡ κακοκαιρία.
Ὁ διπλανός μου εἶχε ἀποσυρθεῖ στὶς σκέψεις του.
Ὑπῆρχε κάτι, διαισθανόμουν, ποὺ μᾶς ἕνωνε
ὄχι κάτι μὴ ἀναστρέψιμο ὅπως ἕνα παιδί,
ἀλλὰ πάντως κάτι τὸ πραγματικό –
Στὸ μεταξύ, δὲν μιλοῦσε κανείς.
Κανεὶς δὲν ἔτρεξε νὰ βρεῖ βοήθεια
κανεὶς δὲν γονάτισε πλάι στὴν πρηνὴ γυναίκα.
Ὁ ἥλιος ἔδυε, μάκραινε ὁ ἴσκιος τῆς φτελιᾶς
κι ἁπλωνόταν σὰν σκοτεινὴ λίμνη πάνω στὸ χορτάρι.
Ἐντέλει, ὁ διπλανὸς μου ἀνασηκώθηκε.
Προφανῶς, εἶπε, κάποιος πρέπει νὰ τελειώσει τὴν ἱστορία
ἡ ὁποία ἐπρόκειτο, πιστεύω, νὰ εἶναι
μιὰ ἐρωτικὴ ἱστορία, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ λένε οἱ ἀφελεῖς γυναῖκες, δηλαδὴ
μακροσκελής, γεμάτη παρεκβάσεις καὶ περισπασμοὺς
ποὺ ἀποσκοποῦν νὰ συγκαλύψουν τὴν θεμελιώδη
μονοτονία τῆς κοινοτοπίας. Ἀλλὰ ἐφόσον, εἶπε,
ἄλλαξε ὁ ἀγωγιάτης, ἂς ἀλλάξουμε
τώρα καὶ τὸ ἀγώι ἐπίσης. Τώρα ποὺ ἡ ἱστορία μοῦ ἀνήκει,
προτιμῶ νὰ ἀποτελεῖ ἕναν διαλογισμὸ πάνω στὴν ὕπαρξη.
Τὸ δωμάτιο ἡσύχασε ἐντελῶς.
Ξέρω τί σκέφτεστε, εἶπε, ὅλοι ἀπεχθανόμαστε
τὶς ἱστορίες ποὺ μοιάζουν στεγνὲς καὶ ἀτέρμονες, ὅμως ἡ δική μου
θὰ εἶναι μιὰ ἀληθινὴ ἐρωτικὴ ἱστορία,
ἂν ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ἐρωτευόμασταν στὰ νιάτα μας,
σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε καθόλου χρόνος.

3.

Ὕστερα ἔπεσε ἡ νύχτα. Αὐτομάτως
ἄναψαν τὰ φῶτα.
Στὸ πάτωμα, ἡ γυναίκα κουνήθηκε.
Κάποιος τὴν εἶχε σκεπάσει μὲ μιὰ κουβέρτα
τὴν ὁποία ἐκείνη παραμέρισε.
Εἶναι πρωί, εἶπε. Εἶχε
ἀνασηκωθεῖ κάπως καὶ μποροῦσε νὰ δεῖ
τὴν πόρτα. Ὑπῆρχε ἕνα πουλί, εἶπε.
Κάποιος πρέπει νὰ τὸ φιλήσει.
Ἴσως κάποιος νὰ τὸ ἔχει φιλήσει ἤδη, εἶπε ὁ διπλανός μου.
Ὄχι, ὄχι, εἶπε ἐκείνη. Μόλις φιληθεῖ
μεταμορφώνεται σὲ ἄνθρωπο. Κι ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ πετάξει˙
μπορεῖ μόνο νὰ κάθεται καὶ νὰ στέκεται καὶ νὰ ξαπλώνει.
Καὶ νὰ φιλάει, ἀστειεύτηκε ὁ διπλανός μου.
Ὄχι πιά, εἶπε ἐκείνη. Μόνο μιὰ φορὰ
μποροῦσαν νὰ σπάσουν τὰ μάγια ποὺ πάγωσαν τὴν καρδιά του.
Ἄθλια συναλλαγή, πρόσθεσε,
νὰ δίνεις τὰ φτερά σου γιὰ ἕνα φιλί.
Μᾶς κοίταξε ἐπίμονα, σὰν νὰ βρισκόταν στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ
καὶ νὰ κοιτάζει πρὸς τὰ κάτω, ἂν καὶ στὴν πραγματικότητα ἐμεῖς ἤμασταν αὐτοὶ
ποὺ κοιτοῦσαν πρὸς τὰ κάτω. Προφανῶς δὲν ἔχω τὸ μυαλὸ ποὺ εἶχα κάποτε, εἶπε.
Τὰ πιὸ πολλὰ ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ θυμόμουν ἔχουν χαθεῖ, ἀλλὰ κάποιες
θεμελιώδεις ἀρχὲς ἔχουν ὡς ἐκ τούτου
ἀποκαλυφθεῖ μὲ ἐκπληκτικὴ καθαρότητα.
Οἱ Κινέζοι εἶχαν δίκηο, εἶπε, ποὺ τιμοῦσαν τοὺς ἡλικιωμένους.
Δεῖτε πῶς εἴμαστε, εἶπε. Μαζεμένοι ὅλοι μας σ᾽αὐτὸ τὸ δωμάτιο
περιμένουμε ἀκόμα νὰ μεταμορφωθοῦμε. Γι᾽αὐτὸ ἀναζητοῦμε τὸν ἔρωτα
τὸν ἀναζητοῦμε ὅλη μας τὴ ζωή,
ἀκόμη καὶ ἀφοῦ τὸν βροῦμε.

Ἀντικατοπτρισμὸς

I lived like an angry guest,
like a partly mended thing, an outgrown child.

Anne Sexton

I

Φοροῦσα τὰ συνηθισμένα: μπάτσος, ναύτης, πυροσβέστης
διότι σὲ τέτοιες περιπτώσεις, ἡ πρωτοτυπία διαλύει τὶς φαντασιώσεις.
Λικνιζόμουν κι ἕνα ἕνα τ᾽ἀφαιροῦσα: καπέλο, σακάκι, πουκάμισο,
ὕστερα μὲ μιὰ κίνηση τὸ παντελόνι (μὲ velcro βέβαια στὶς ραφὲς)
κι ὕστερα ἀργὰ καὶ βασανιστικὰ ἔβγαζα τὰ ἐσώρουχα
τὸ τελευταῖο εἰδικὰ μπορεῖ νὰ ἔπαιρνε ὣς καὶ δέκα λεπτὰ
ἔπρεπε νὰ παιδέψω τὸ κοινὸ ὥσπου τὸ θεῖο μέλος ν᾽ ἀποκαλύψω.
Τοὺς κοιτοῦσα στὰ μάτια, γιὰ μισὸ δευτερόλεπτο τὸν καθέναν
μ᾽ἔνα χαμόγελο κάπως σαρκαστικό, ὑπεροπτικό,
ἀπολάμβανα τὴν ἀνυπομονησία τῆς ἐπιθυμίας τους
νὰ μὲ δοῦν, νὰ μὲ κοιτάξουν.

Ἀντικειμενικά, δὲν εἶχα τὸ σῶμα τῶν ὀνείρων τους
καὶ δὲν εἶχε σημασία: ἤμουν ἐπάνω στὴ σκηνή,
μὲ παρακολουθοῦσαν τὰ φῶτα, μὲ πλαισίωνε ἡ μουσική,
ἤμουν αὐτὸς ποὺ ἦρθαν γιὰ νὰ δοῦν, ὅποιος κι ἂν ἤμουν,
ἤμουν αὐτὸς ποὺ θ᾽ἀποκαλυφθεῖ, αὐτὸς ποὺ μάταια
ἅπλωναν τὰ χέρια γιὰ ν᾽ἀγγίξουν. Μόνο τὸ βλέμμα
πραγματώνει τὸν πόθο μεταξὺ σκηνῆς καὶ πλατείας
κι ἤξερα πὼς ὅσο κι ἂν ὑπολειπόμουν τῶν πορνοστὰρ
ποὺ τοὺς συντρόφευαν στὸ porndude καὶ στὸ pornhub
τὶς ὧρες τῶν μοναχικῶν ἀπολαύσεων, ἐγὼ τοὐλάχιστον
ἤμουν κοντά τους, ἂν καὶ ὄχι ἀρκετά.

Κι ὅταν ἐπιτέλους, στὴν ἐκπνοὴ τοῦ τραγουδιοῦ
παρουσιαζόταν τὸ θέαμα ποὺ ποθοῦσαν ἐνώπιόν τους
(στύση σκληρὴ μὲ ὑποβοήθηση χημικὴ σὲ μέλος λαδωμένο),
φώναζαν ἐνθουσιασμένοι, ἔξαλλοι ἀλάλαζαν,
σίγουροι πὼς αὐτοὶ ἦσαν ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν κατάστασή μου
στὴν παρουσία τους πὼς ὀφειλόταν ἡ ὀφθαλμοφανὴς
στὸ κέντρο τοῦ κορμιοῦ μου ἐκδήλωση τοῦ πόθου˙
χάνονταν ὅλα τ᾽ἄλλα, δὲν ὑπῆρχε σκηνή, δὲν ὑπῆρχε μουσική,
δὲν ὑπῆρχε πρόσωπο, δὲν ὑπῆρχαν μηροί, δὲν ὑπῆρχε στέρνο,
ἀπρόσωπος καὶ ἀσώματος ὁ φαλλὸς κυριαρχοῦσε
στὸ βακχευμένο πλῆθος.

Ὕστερα σβήνανε τὰ φῶτα καὶ ντυνόμουν, ὄχι πιὰ
μπάτσος, ναύτης, πυροσβέστης μὲ velcro στὶς ραφὲς
ἀλλὰ ἄνθρωπος κανονικὸς τῆς ἡλικίας μου,
μὲ μπλουτζὴν καὶ φανελάκι καὶ κόκκινα σταράκια
κι ἔβγαινα ἀνάμεσά τους νὰ πιῶ ἕνα ποτό.
Κανεὶς ποτὲ δὲν μ᾽ἀναγνώριζε τότε, ἤμουν
ἕνας ἀπ᾽αὐτούς, ἕτοιμος νὰ κοιτάξω καὶ νὰ θαυμάσω
τὸν ἑπόμενο χορευτή, μακριὰ ἀπ᾽τὰ φῶτα,
μὲ στεγνὸ ἐσώρουχο, μὲ ζαρωμένο μέλος,
μέσα στὸ πλῆθος νὰ περιμένω, μὲ ἀνυπόμονη ἐπιθυμία,
τὸ τελευταῖο νούμερο.

ΙΙ

Κοιμόμουν συνήθως μόνος, τὸ πρωί.
Τὸ σῶμα μου πονοῦσε
ὄχι ἀπὸ τὴν κούραση
ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ
τόσα βλέμματα τὸ εἶχαν παραβιάσει
κι ἔτρεχαν αἷμα
οἱ πληγές.

Πάντα μὲ ξυπνοῦσαν ἐφιάλτες:
ἀποδοκιμασίες τοῦ πλήθους
ἀκρωτηριασμένα μέλη
ἡ μάνα μου νὰ χειροκροτεῖ
κανίβαλοι θεατὲς
σιωπηλὴ μουσικὴ
σβησμένα φῶτα.

Τρέμοντας πήγαινα στὸ μπάνιο
ξερνοῦσα
κοιτοῦσα τὸ γυμνό μου σῶμα
στὸν καθρέφτη
δὲν εἶχε ἀληθινὲς πληγὲς
ἀλλὰ δὲν ἦταν καὶ τίποτε σπουδαῖο˙
δὲν ἦταν ὡραῖο.

Ἀδιανόητο πῶς ἔκανα αὐτὴ τὴ δουλειά.
Μὲ δέρμα τόσο πελιδνὸ
κορμὶ πλαδαρὸ
ὄργανο μικρό, ζαρωμένο,
μαλακό, φοβισμένο
καὶ χωρὶς καμμιὰ ἐπιθυμία
ν᾽αὐτοθαυμαστῶ.


III

Μερικὲς φορές, πολὺ σπανίως, ὑπέκυπτα.
Πλησίαζα κάποιον στὸ τέλος τῆς βραδιᾶς
ἂν ἦταν ἀκόμη μόνος τὰ ξημερώματα
τοῦ χαμογελοῦσα καὶ τὸν κοιτοῦσα
μὲ τὸ βλέμμα τοῦ stripper
σαρκαστικὸ κι ὑπεροπτικό˙
μὲ ἀναγνώριζε καὶ λάμπανε τὰ μάτια του
καὶ πάντα ὅποιος κι ἂν ἦταν ἅπλωνε
τὸ χέρι του καὶ μ᾽ἔσφιγγε δυνατὰ ἐκεῖ.

Στὸ σπίτι του, ὅπου κι ἂν ἦταν,
ἐκτυλισσόταν ἡ ἴδια σκηνή:
καθόταν, μοῦ ζητοῦσε νὰ γδυθῶ,
φανταζόταν ἰδιωτικὴ ἐπανάληψη
τοῦ γνωστοῦ θεάματος, διαψευδόταν,
δὲν ὑπῆρχαν κατάλληλα φῶτα
δὲν ὑπῆρχε ἡ σωστὴ μουσική,
παρέμενα ὁλόκληρος, ἄνθρωπος κανονικός,
εὐάλωτα γυμνός.

Ὕστερα ξάπλωνε παραιτημένος
δὲν ἤξερα κἂν τί ἤθελε
ἂν ἤθελε κάτι ἀπὸ μένα
παραμέριζα πάντως ὅσο χρειάζεται
τὸ παντελόνι του καὶ τὸ ἐσώρουχο
κι ἔμπαινα μέσα του μὲ δύναμη
ἐλπίζοντας νὰ ἐξιλεωθῶ
ὕστερα γρήγορα ντυνόμουν κι ἔφευγα
ὅ,τι ὥρα κι ἂν ἦταν.


IV

Κάθε ἀπόγευμα, τηλεφωνοῦσα στὴ μητέρα
τὴν ἴδια πάντα ὥρα, ἕνα ραντεβοὺ καθημερινὸ
μὲ σκοπὸ νὰ καθησυχάσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο
ὅτι εἴμαστε ζωντανοὶ ἀκόμα καὶ συνεχίζουμε.
Δὲν εἴχαμε ποτὲ πολλὰ νὰ ποῦμε,
τὰ προσωπικὰ εἶχαν χρόνια τώρα ἀποκλειστεῖ
γιὰ λόγους ἀμοιβαίας αὐτοπροστασίας, οὔτε ἐγὼ
ἤθελα ν᾽ἀκούω γιὰ ἀρρώστιες καὶ θανάτους, οὔτε ἐκείνη
ἄντεχε νὰ τῆς μιλῶ γιὰ νοσηροὺς ἔρωτες˙
τὰ ἐπαγγελματικά μου τὰ ἐξαντλούσαμε
σὲ δυὸ κουβέντες, ναί, ὅλα καλὰ στὴ δουλειὰ
τῆς ὁποίας ἡ φύση παρέμενε ἀσαφής.

Φτάσαμε τελικὰ νὰ λέμε μόνο γειά, τί κάνεις, καλά.
Κοιτοῦσα συχνὰ τὴν ὀθόνη τοῦ τηλεφώνου
μετὰ τὴ συνδιάλεξη κι ἔλεγχα τὸν χρόνο.
Δεκαεφτά, εἴκοσι, εἴκοσι ἕξι τὸ πολὺ
δευτερόλεπτα, ἄρχισα νὰ τὰ καταγράφω
χωρὶς ἄλλες ἐνδείξεις στὸν ὑπολογιστὴ
σ᾽ἕνα λογιστικὸ φύλλο ποὺ ὀνόμασα
συγγενικὰ δικαιώματα καὶ κάθε μήνα
ἔβγαζα τὸν μέσο ὅρο διάρκειας τῶν συνδιαλέξεων
ὥσπου πέθανε
κι ἔκλεισα τοὺς λογαριασμούς μου.

Πένθησα σιωπηλός.


V

Ὅταν συμπληρώθηκαν ἕξι μῆνες σιωπῆς
ἕξι μῆνες ποὺ δὲν μίλησα σὲ ἄνθρωπο
παρατήρησα πὼς δὲν καταλάβαινα πιὰ
τόσο εὔκολα τί ἔλεγαν οἱ ἄλλοι γύρω μου
– χρειαζόταν νὰ τὸ ἐπεξεργαστῶ, σὰν νὰ μιλοῦσαν
ξένη γλώσσα ποὺ γνώριζα ἐλάχιστα.

Στὴν ἀρχὴ δὲν ἔδωσα πολλὴ σημασία
ἄλλωστε δὲν ἦταν πιὰ χρήσιμο
οὔτε ν᾽ ἀκούω οὔτε ν᾽ ἀποκρίνομαι
τὸ μόνο ποὺ μὲ κρατοῦσε στὴ ζωὴ
ἦταν ἡ ἔκθεση τοῦ σώματός μου
ἡ διαψευσμένη προσδοκία τῆς ἁφῆς.

Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς διαπίστωνα
πὼς ὅλο καὶ πιὸ δύσκολα ἔβγαζε νόημα
τὸ ἀφασικὸ μυαλό μου ἀπὸ τὶς ἀδέσποτες ὁμιλίες
κι ἀναρωτήθηκα ἂν ἄξιζε τὸν κόπο
κάποια προσπάθεια νὰ κάνω νὰ διατηρήσω
μιὰν ἐλάχιστη δυνατότητα ἐπικοινωνίας.

Υἱοθέτησα μὲ πολὺ κόπο καὶ πολλὴ ἐπιμονὴ
μιὰ καινούρια συνήθεια: κάθε ἀπόγευμα
τὴν ἴδια πάντα ὥρα, σὰν ραντεβοὺ καθημερινό,
διάβαζα δυὸ σελίδες ἀπὸ τὸ μαγικὸ βουνό,
χρονομετρώντας προσεκτικὰ τὴ διάρκεια
τῆς ἄσκησης αὐτῆς ἀναγνωστικῆς κατανόησης.

Ὅταν κατάφερα νὰ ρίξω τὸν χρόνο στὸ μισὸ
ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ ἡμίωρο, πρόσθεσα μιὰ σελίδα,
τρεῖς μῆνες μετὰ ἄλλη μία, καὶ εἶχα φτάσει σχεδὸν
στὴ μέση τοῦ μυθιστορήματος ὅταν
πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ ζοριστῶ καὶ νὰ ἐπιχειρήσω
ἀσκήσεις ἀκουστικῆς κατανόησης κι ἄρχισα
ν᾽ἀκούω ραδιόφωνο καὶ νὰ παρακολουθῶ τηλεόραση.

Ἀπὸ τὸν θάνατο τῆς μητέρας μου πέρασαν
ἔτσι δυόμισι χρόνια σχεδὸν καθημερινῆς ἄσκησης
μὲ ἀποτελέσματα ἱκανοποιητικά, ὄχι ὅμως
ἔξοχα, κι ἀναρωτήθηκα πῶς εἶναι δυνατὸν
νὰ χάνει κανεὶς τόσα πολλά ἐνῶ στερήθηκε τόσο λίγα
(ἐν προκειμένῳ, μιὰ ἀνούσια συνδιάλεξη λίγων δευτερολέπτων).


VI

Εἶπα καλοῦ κακοῦ νὰ ξαναμάθω νὰ μιλάω ἐπίσης.
Ἐμπιστεύθηκα καὶ πάλι τὸν γραπτὸ λόγο καταρχὰς
κι ἔγραφα σημειώματα εἰς ἑαυτὸν
σὲ καθημερινὴ βεβαίως βάση ἐπὶ μῆνες
ὥσπου ν᾽ἀποκτήσω τὸ θάρρος
ν᾽ἀρχίσω κυριολεκτικὰ νὰ παραμιλῶ.

Πρόσεχα, ἐντούτοις, νὰ μὴν εἶναι παραλήρημα
τὸ παραμιλητό μου, νὰ ἔχει συνέπεια καὶ συνοχή,
μὲ κύριες καὶ δευτερεύουσες προτάσεις
σωστὰ συνταγμένες, καὶ μὲ λογικὸ εἱρμό.
Τὰ κατάφερα, ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἂν καὶ ποτὲ
δὲν μοῦ ἔλεγα τίποτα σημαντικό.

Σὲ περιγραφὲς κυρίως ἐπιδιδόμουν
ἀντικειμένων καὶ κλειστῶν χώρων
κι ἀργότερα προσώπων ἀγνώστων
ἐπιλεγμένων τυχαῖα ἀπὸ τὸ κοινό.
Μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες, δοκιμάστηκα
καὶ στὴν ἀφήγηση ἁπλῶν περιστατικῶν.

Τὰ κουτσοκαταφέρνω πιά, ὁμολογῶ,
μόνο μὲ τὶς συγκεκριμένες ἔννοιες δυσκολεύομαι
καὶ μὲ τὴ μυθοπλασία τῶν ἐφιαλτῶν,
ἰδίως ὅταν ἀκούω θορύβους κι ὁμιλίες
ἀπὸ τὸ διπλανὸ διαμέρισμα καὶ τρομοκρατοῦμαι
ὅτι μπορεῖ κάποιος νὰ μὲ ἀκούει.


VII

Δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω ἂν ὑποψιασθῶ
πὼς κάποιος μὲ ἀκούει. Τὰ χάνω.
Ἂν ἔχω ἤδη ξεκινήσει τὸ παραμιλητὸ
καὶ μοῦ περάσει ἀπ᾽τὸ μυαλὸ
πὼς μὲ ἀκοῦν, πνίγομαι, δὲν μπορῶ
ν᾽ἀνασάνω, σταματῶ στὴ μέση τῆς λέξης,
στὴ μέση τῆς συλλαβῆς ἂν χρειαστεῖ,
ὥστε μόνον ἤχοι ἄναρθροι νὰ φτάσουν
στὸν ἐπίδοξο ὠτακουστὴ
χωρὶς ρυθμό, χωρὶς εἱρμό, χωρὶς νόημα.


Εἶναι αὐστηρὰ ἰδιωτικὴ ἀπόλαυση ἡ ὁμιλία
δὲν εἶναι ἐπικοινωνιακή, δὲν ἔχει πρόθεση
νὰ ἀπευθυνθεῖ, μόνο κάπως νὰ ὑπάρξει
σὰν βάκιλλος σὲ γυάλινο κώδωνα κλεισμένος.

Ἔχω βάψει ὅλους τοὺς τοίχους ἄσπρους
καὶ τὰ πατώματα καὶ τὰ ταβάνια, μὲ ἀσβέστη
κι ἔχω συνδέσει φῶτα δυνατά, χιλιάδες βὰτ
σὲ κάθε δωμάτιο ἀνάβουν μέρα νύχτα
τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς κλινικῆς γιὰ ν᾽ἀναπλάσω
τὸ λευκὸ κελλί, τὴν ἀπουσία ἐρεθισμάτων,
τὴ νέκρωση τῶν αἰσθήσεων, τὴ σιωπή,
κυρίως τὴν ἀπαστράπτουσα ἐκείνη σιωπὴ
χωρὶς ὕπνο καὶ χωρὶς ξυπνημό,
ὅπου τὸ φῶς μοῦ στερεῖ τὸ φῶς μου.

Οἱ αἰσθήσεις μπερδεύονται, ἀκούω τὴ λάμψη,
βλέπω τὴ σιωπή, ὀσφραίνομαι τὴν ἀπόσταση,
γεύομαι τὴ φθορά. Ἀγγίζω τὴ σήψη.
Ἥσυχος ἐγκαταλείπω τὰ ἐγκόσμια.

[Ὁ Ἀντικατοπτρισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ Μαντεῖο. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ διαδικτυακὸ περιοδικὸ Χάρτης, τεῦχος 54, Ἰούνιος 2023]

«Ακόμα και στη φαντασία μου έμοιαζα με φύση νεκρή»

Γιὰ τὸν Σαλὸ Μαγνήτη τῆς Ρωξάνης Νικολάου

Γιὰ τὸν Λεοντάρη, ἡ ποίηση ἦταν «μιὰ συμφορὰ πάνω στὶς ἄλλες συμφορές μας, ἕνα ἀκόμη μαρτύριο τῆς ὕπαρξης» (Δοκίμια γιὰ τὴν ποίηση, 1985). Τὰ χρόνια, βεβαίως, ἔχουν περάσει, ἔχουν ἀλλάξει οἱ ἀναγνῶστες, ἔχει ἀλλάξει τὸ λογοτεχνικὸ πεδίο, καὶ μαζὶ ἔχει ἀλλάξει, πιστεύω, καὶ ὁ τρόπος ποὺ οἱ ἄνθρωποι ποὺ δημοσιεύουν ποιήματα ποὺ ἔχουν γράψει ἀντιλαμβάνονται τὴν ποίηση: σίγουρα ὄχι σὰν συμφορὰ ἢ μαρτύριο τῆς ὕπαρξης, ἀλλὰ μᾶλλον σὰν project, σὰν (δημιουργικὴ βεβαίως, ἀλλὰ πάντως) ἐργασία ποὺ ὁλοκληρώνεται σύμφωνα μὲ κάποιους κανόνες, διακινεῖται σύμφωνα μὲ κάποιες συμβάσεις καὶ προωθεῖται μέσα σὲ ἕνα πλέγμα σχέσεων καὶ συναφειῶν, ὥστε νὰ ἀνταμείψει τὴ (θεμιτή, ἀναμφίβολα) φιλοδοξία τῶν ποιητῶν μὲ τὴν ἀποδοχή καὶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου και, ἐνίοτε, ἑνὸς κατά τι εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ.

Παρ᾽ὅλα αὐτά, ἐνδέχεται πάντα νὰ πέσει στὰ χέρια μας κάποια ποιητικὸ βιβλίο ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ ἐποχὴ ἀπὸ τοὺς ποιητές της («The age demanded an image / Of its accelerated grimace» λέει προφητικὰ ὁ Πάουντ στὸ Hugh Selwyn Mauberley). Ἐνδέχεται πάντα νὰ πέσουν στὰ χέρια μας ποιήματα τὰ ὁποῖα νὰ αἰσθανθοῦμε (σωματικά, μὲ ρίγη) πῶς ἀποτυπώνουν τὸ μαρτύριο τῆς ὕπαρξης, τὴ συμφορὰ τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης. Ὅπως εἶναι λογικό, τέτοια βιβλία δὲν χαρτογραφοῦνται συνήθως καὶ δὲν ἐντάσσονται σὲ κανενὸς εἴδους κανόνα, οὔτε τοῦ κέντρου οὔτε τῆς περιφέρειας τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπηρετοῦν καὶ προωθοῦν τὴν ὑπόθεση τῆς ποίησης˙ καὶ ἡ τύχη τους συχνὰ ἐπιβεβαιώνει τὴν πεποίθηση τῶν δημιουργῶν τους ὅτι ἡ ποίηση ἐξακολουθεῖ νὰ  εἶναι «μιὰ συμφορὰ πάνω στὶς ἄλλες συμφορές μας».

Ἕνα τέτοιο βιβλίο εἶναι ὀ Σαλὸς Μαγνήτης τῆς Ρωξάνης Νικολάου, ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Φαρφουλὰ τὸ 2022. Πρόκειται γιὰ τὸ τρίτο βιβλίο τῆς ποιήτριας˙ τὸ πρῶτο ἦταν ἰδιωτικὴ ἔκδοση ποὺ δὲν εἶχα τὴν τύχη νὰ διαβάσω (Ποιήματα 1991-1999), ἐνῶ τὸ δεύτερο ἦταν ὁ ἐντυπωσιακὸς Ψαλιδιστής (Τεχνοδρόμιο 2018). Ἡ Νικολάου σαφῶς δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δημοσιεύουν ἀκατάσχετα. Τὰ 53 ποιήματα τῆς συλλογῆς Σαλὸς Μαγνήτης εἶναι προφανὲς ὅτι ἔχουν συμπεριληφθεῖ μετὰ ἀπὸ προσεκτικὴ ἐπιλογή.

Ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου, Σαλὸς Μαγνήτης, δίνει πιστεύω κάποια κλειδιὰ γιὰ τὴν ἀνάγνωσή του. Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ἐπιθέτου «σαλὸς» δὲν εἶναι, ἀσφαλῶς, τυχαία: ἡ σύνδεση μὲ τὴν ἔννοια τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητας εἶναι προφανὴς καί, πιστεύω, ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου τῆς Νικολάου (ἡ σύνδεση ἔχει ἐπισημανθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν Δ. Πυρκεττῆ στὸ Ποιεῖν). Ὅτι ἐν προκειμένῳ ἡ σαλότητα δὲν χαρακτηρίζει κάποιον ἄνθρωπο (ἔστω ἅγιο), ἀλλὰ ἕναν μαγνήτη, ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς παράδοξες, ἀλλὰ πυκνὰ νοηματοδοτημένες, συζεύξεις ποὺ ἐπικυρώνουν τὴν σαλότητα τῆς φαινομενικὰ ταπεινῆς ποίησης τῆς Νικολάου. Ἐξηγοῦμαι: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ σαλὸς ἅγιος ἐπιτελεῖ τὴν σαλότητα ὡς ὄχημα τῆς ἄκρας ταπείνωσης, ἡ ποιήτρια ἐπιτελεῖ τὴν ταπεινότητα ὡς ὄχημα μιᾶς ἑρμηνείας τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης. Ὁ μαγνήτης δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἀντικείμενο ποὺ δημουργεῖ μαγνητικὰ πεδία, πεδία δηλαδὴ τῶν ὁποίων τὴν ὕπαρξη συνάγουμε ἀπὸ τὶς ἑλκτικὲς καὶ ἀπωθητικὲς δυνάμεις ποὺ ἀναπτύσσονται στὴν ἀλληλεπίδραση τοῦ μαγνήτη μὲ τὸ περιβάλλον του. Ὁ σαλὸς μαγνήτης, ἑπομένως, θὰ μποροῦσε νὰ περιγραφεῖ ὡς μία δύναμη ἕλξης καὶ ἄπωσης ποὺ λειτουργεῖ μὲ μὴ συμβατικὸ τρόπο καὶ τῆς ὁποίας τὴν ταπεινὴ ὕπαρξη συνάγει κανεὶς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος. Ὡς τίτλος ποιητικῆς συλλογῆς, δείχνει, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ἑστιάζει στὶς σχέσεις ποὺ ἀναπτύσσονται στὸν περιβάλλοντα χῶρο του γιὰ νὰ διερευνήσει τὴ φύση τοῦ χώρου αὐτοῦ, ὅπου, μέσῳ τῆς διαντίδρασής τους, θολώνουν τὰ ὅρια μεταξὺ ἀστικοῦ καὶ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἔμψυχων ὄντων καὶ ἄψυχων ἀντικειμένων, ζωντανῶν καὶ νεκρῶν ἀνθρώπων, σαλότητας καὶ λογικῆς.

῾Η συλλογὴ ξεκινάει μὲ ἕνα ποίημα ποὺ μᾶς προσανατολίζει στὴ θεματικὴ τοῦ βιβλίου: μέσα σὲ ἕνα λάκκο, μιὰ εἰκόνα σισσύφειας προσπάθειας διάσωσης ἢ ἐπιβίωσης, ὅπου παραμένει ἀσαφὲς ποιός εἶναι ὁ διασώστης καὶ ποιός ὁ ἀπειλούμενος, ἢ ἀκόμη καὶ ἂν ὁ διασώστης διασώζει ἢ ὑπονομεύει, φαίνεται νὰ περιγράφει τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση, γιὰ τὴν ὁποία ἡ «φαντασμαγορία της μέρας και της νύχτας» ὑπάρχει μόνο ὡς ὄνειρο, κάπου μακριά. Μέσα σὲ ἕναν τέτοιο λάκκο φαίνεται πὼς κινοῦνται τὰ πρόσωπα τῶν ποιημάτων τῆς Νικολάου, συχνὰ ἀφομοιωμένα ἀπὸ τὴ φύση γύρω τους, μέρος τοῦ τοπίου τόσο ὅσο καὶ τὰ δέντρα, τὰ ζῶα, τὰ ἔντομα, οἱ ἀράχνες καὶ τὰ σαμιαμίδια˙ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα παρουσιάζεται περίπου ὡς νεκρὴ φύση γύρω καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία κάπως ἐπιζοῦν τὰ χθαμαλότερα πλάσματα τῆς ζώσας φύσης, ἐνῶ οἱ ἀνθρώπινες κατασκευὲς ἔχουν γκρεμιστεῖ καὶ τὸ τοπίο ποὺ περιγράφεται ἕπεται μιᾶς καταστροφῆς: «γυαλιἀ καρφιά / το λιγοστό μου πάτωμα». Τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἰσορροπεῖ ἀνάμεσα στὴν ἀγανάκτηση γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν μὴ ἀνθρώπινων («πώς γίνεται / να ζει το λεμόνι / το ζουζούνι») καὶ στὴν νοσταλγία γιὰ τὴν ἐποχὴ πρὶν τὴν παρακμὴ («Κλάους δες / τα εικοσιδύο μου χρόνια δες / κρέμονται πορτοκάλια / στα χιονισμένα σου κλαδιά).

Σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον κινοῦνται οἱ σαλοὶ ἅγιοι τῆς Νικολάου, πότε παρατηρητές, πότε συμμέτοχοι, πότε πρωταγωνιστές, οἱ αἴροντες τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, ποὺ ὑποφέρουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος ὅλου τοῦ πόνου τῶν ἀνθρώπων. Στὸ ἐξαιρετικὸ «Ἀγκάθινο Στεφάνι» ἡ σαλὴ ἁγία δὲν ἀντέχει τὸ κλάμα τοῦ ἀγνώστου ποὺ ἀπὸ μακριὰ τῆς φαίνεται ὅτι ἀκούγεται, διαπιστώνει πὼς διαλύεται τὸ «μαδημένο στεφάνι του μετώπου» της καὶ μέσα στὸν καθρέφτη βλέπει μιὰ γυναίκα νὰ μαζεύει τὰ πεσμένα ἀγκάθια καὶ νὰ τὴν καθησυχάζει «θα ξαναφτιάξεις το στεφάνι, / κοίτα πόσα σου μάζεψα / αγκάθια». Ἀλλοῦ τὸ ὑποκείμενο κλαίει «για εκείνα / που ολόγυμνα / στην παγωνιά του κόσμου / στέκονται και με κοιτούν». Ἀλλοῦ ἐπανεμφανίζεται ὡς τραυλὸ παιδὶ παγιδευμένο σὲ ἕνα ἐφιαλτικὸ τσίρκο νὰ «κλωτσάει / την πέτρα της γλώσσας του» περιγράφοντας τὴν ἐρήμωση. Στὴν ἔρημο τῆς Ἁγίας Φυλάξεως ὁ ἀναχωρητὴς ἅγιος «ανοίγει με το κομπρεσέρ ένα λαγούμι / ρίχνει μέσα το συσσίτιο της ημέρας και ξαπλώνει». Ἐνῶ σὲ πιὸ ἀστικὸ περιβάλλον «ρωτάει στον άνεμο / – έχετε ένα ευρώ; / ρωτάει τα πετεινά τ᾽ουρανού / που κατεβαίνουν στη γη / και τσιμπολογούν τα ψίχουλα / – να φάω κι εγώ μαζί σας;».

Ἡ ταπεινότητα τῆς σαλῆς ἁγιότητας ἀποτυπώνεται καὶ μέσα ἀπὸ τοὺς ποιητικοὺς τρόπους τῆς Νικολάου. Δὲν ὑπάρχει τίποτα πομπῶδες ἐδῶ, δὲν ὑπάρχουν ἐντυπωσιακὲς φράσεις – σλόγκαν, δὲν ὑπάρχει μεγαλοστομία, δὲν ὑπάρχει ἴχνος πόζας ἢ ποιητικισμοῦ. Ἡ γλώσσα τῆς Νικολάου εἶναι ἁπλή, καθημερινή, καὶ τὸ βιωματικὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιεῖται εἶναι ξεκάθαρα ἀπὸ πρῶτο χέρι, μὲ ἀναφορὲς σὲ πρόσωπα, χώρους καὶ καταστάσεις τῆς πραγματικότητας τῆς ποιήτριας, ἀπὸ τὴν Ζάχα Χαντὶντ ὣς τὴ Λίνα Ζένιου, ἀπὸ τὴν Χαϊδελβέργη ὣς τὴν Ἁγία Φύλαξη, καὶ ἀπὸ τοὺς κήπους καὶ τὶς ἀγροτικὲς ἐργασίες ὣς τοὺς θαλάμους νοσοκομείων ὅπου παραστέκεται κανεὶς στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ χάσει.

Ἡ ποιήτρια γνωρίζει καὶ ἀποδέχεται, ὄχι βέβαια χωρὶς θλίψη, τὰ ὅρια τῆς τέχνης καὶ δηλώνει ἀπροκάλυπτα: «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα / κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει». Ὡστόσο, ἐπιτρέπει νὰ διατυπωθεῖ κάποιου εἴδους ἐλπίδα, ὅτι κάποια διέξοδος θὰ βρεθεῖ, κάποια σωτηρία. Ψήγματα σαλῆς αἰσοδοξίας διατρέχουν ὅλη τὴ συλλογή, πότε ἀχνῆς (ὅπως στὸ ἔξοχο «Μήπως γεννηθεῖ») πότε αὐτοϋπονομευόμενης (ὅπως στὸ σαρκαστικὸ  «3022 μ.Χ»). Τελικά, στὸ πεζὸ ποίημα ποὺ κλείνει τὴ συλλογή, ἡ ἐλπίδα ἐντοπίζεται σὲ μιὰ ὀλιγαρκὴ ἐσωτερικὴ διάθεση ἀνάπλασης μετὰ τὴν καταστροφή, σὰν σὲ ὄνειρο ὅπου ὁ σαλὸς δείχνει τὸν  δρόμο: «φέρε στο νου ένα ξεχασμένο εργοστάσιο και στο βάθος κάποιον να φτιάχνει παιχνίδια από άχυρα και κουρέλια». Κατὰ κάποιον τρόπο, μοῦ φαίνεται πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει κατορθώσει καὶ ἡ Νικολάου στὸν Σαλὸ Μαγνήτη: νὰ φτιάξει ὡραῖα παιχνίδια ἀπὸ τὰ ἄχυρα καὶ τὰ κουρέλια ποὺ ἀποτελοῦν τὸν κόσμο γύρω μας.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ διαδικτυακὸ φρέαρ τὴν 24η Ἰουνίου 2023]