Ζόφος

Ἡ ἐλπίδα εἶναι τὸ πιὸ βρώμικο
ἀπ᾽ὅσα σᾶς δόθηκαν μαρτύρια.

«Ἀκήρατος», Ἔλεος

Ἐπειδὴ ἡ ἐλπίδα ἐξακολουθεῖ νὰ πεθαίνει πάντα τελευταία, ὅσο ἀδικαιολόγητη, ὅσο παράλογη καὶ ἂν εἶναι, τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα καὶ τοῦ Μαΐου καὶ τοῦ Ἰουνίου μοῦ προξένησαν μεγάλη θλίψη. Στὴν πραγματικότητα, βέβαια, σὲ γενικὲς γραμμὲς ἦσαν ἀναμενόμενα˙ ἂν ἐξέταζε κανεὶς τὴν κατάστασή μας τῶν τελευταίων ὀχτὼ τοὐλάχιστον ἐτῶν καὶ ἂν τολμοῦσε νὰ ἑρμηνεύσει μὲ στεγνὴ λογικὴ τὴν κατάσταση αὐτή, θὰ μποροῦσε νὰ προβλέψει (καὶ ἀσφαλῶς κάποιοι τόλμησαν καὶ πρόβλεψαν) τὴ ζοφερὴ αὐτὴ ἐξέλιξη. Ἴσως μάλιστα κάποιοι νὰ ἔχουν καὶ τώρα ἀκόμη τὸ θάρρος νὰ προβλέψουν τὴν ἀκόμη ζοφερότερη ἔκβαση.

Καὶ δὲν εἶναι ἡ βαριὰ ἥττα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ αὐτὴ ποὺ μὲ ἀπασχολεῖ (μολονότι γιὰ λόγους συναισθηματικοὺς καὶ ἐν πολλοῖς νοσταλγικοὺς ἀσφαλῶς μὲ θλίβει σὲ ἕναν βαθμὸ καὶ αὐτή), ἀλλὰ ἡ καταβαράθρωση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, τὴν ὁποία ἡ ἀριστερά, σὲ ὅλες της σχεδὸν τὶς ἐκφάνσεις, ἀντιπροσώπευε καὶ ὑπερασπιζόταν ἐπὶ δεκαετίες. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν διανοούμενων καὶ τῶν δημιουργῶν (τῶν λεγόμενων «πνευματικῶν ἀνθρώπων») συντασσόταν πάντα μὲ τὴν ἀριστερά. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα μας εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ νεότευκτου τότε ἀκραίου κέντρου ἡ γκρίνια γιὰ τὴν ἰδεολογικὴ ἡγεμονία τῆς ἀριστερᾶς στὰ γράμματα καὶ τὶς τέχνες. Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ὑπαρκτή, πράγματι, αὐτὴ ἡγεμονία ἄρχισε νὰ ἐξασθενεῖ τὴν ἴδια περίοδο, κλονίστηκε ἀκόμη περισσότερο τὴν ἐποχὴ τῶν μνημονίων καὶ ὑποχώρησε πλήρως ἀμέσως μετά, ἔχοντας πλέον ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν κυριαρχία στὰ γράμματα καὶ τὶς τέχνες τῶν ἀκροκεντρώων ἰδεῶν καὶ τοῦ κάλπικου νεοφιλελευθερισμοῦ τῆς διαχρονικὰ συγκρητικῆς, διαχρονικὰ ἀδίστακτης, διαχρονικὰ δολοφονικῆς δεξιᾶς.

Τὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια, ἀκόμη καὶ οἱ λογοτέχνες ποὺ (δηλώνουν ὅτι) ἀνήκουν στὸ στρατόπεδο τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας (καὶ ἐννοῶ, βεβαίως, στὴν ἀριστερά), στὴν πλειονότητά τους λειτουργοῦν μέσα στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο μὲ τοὺς ὅρους ποὺ ἔχουν τεθεῖ ἀπὸ τὴν ἡγεμονικὴ (ψευδωνύμως) νεοφιλελεύθερη διανόηση: κόσμιοι, εὐγενεῖς, μὲ διακριτὴ τὴν ἀγωνία νὰ μὴ χάσουν ὑποστηρικτές, ἀκολούθους, ἐκδότες, ἔντυπα ποὺ νὰ τοὺς φιλοξενοῦν καὶ νὰ τοὺς προωθοῦν, μὲ ἄγχος νὰ μὴν προκαλέσουν ἐπιτροπὲς (τοῦ …ὑπουργείου καὶ τῆς … ἀκαδημίας) ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς βραβεύσουν, παίζουν τὸ παιχνίδι σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες ποὺ τοὺς ἔχουν τεθεῖ, χωρὶς νὰ διανοοῦνται ὄχι νὰ ἀμφισβητήσουν ἀλλὰ οὔτε νὰ ἀναρωτηθοῦν γιὰ τοὺς ὅρους καὶ τοὺς στόχους αὐτοῦ τοῦ παιχνιδιοῦ, οὔτε βέβαια γιὰ τὶς συνέπειές του ἐπὶ τοῦ σώματος (ἴσως καὶ τοῦ πτώματος) τῆς λογοτεχνίας. 

Καὶ φυσικά, οἱ συνέπειες αὐτὲς εἶναι ἤδη ὁρατές: ἔργα ἀσήμαντα καὶ ἀναμηρυκαστικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα λείπει σχεδὸν πάντα ἡ ἀναζήτηση ἐκφραστικῶν τρόπων ἀλλὰ περισσεύει ἡ ἀναπαραγωγὴ δεδομένων μορφῶν ἀλλοτινῆς πρωτοπορίας καὶ κοινότοπων θεματικῶν. Μὲ λίγα λόγια, ἡ λογοτεχνία ποὺ πλέον παράγεται, πλὴν πραγματικὰ ἀπειροελαχίστων ἐξαιρέσεων, εἶναι συντηρητική: δὲν ἀλλάζει τίποτε, δὲν προσθέτει τίποτε στὴν ὑπόθεση τῆς λογοτεχνίας.  

Οἱ λογοτέχνες καὶ οἱ ἀπασχολούμενοι σὲ …συναφῆ ἐπαγγέλματα περιφέρονται μέσα στὸν ζόφο, ἀλληλοσυγχαίρονται καὶ ἀλληλοβραβεύονται, κατασκευάζοντας ἕνα πεδίο ὅπου ἁπλῶς μποροῦν νὰ συνεχίσουν νὰ ἀλληλοσυγχαίρονται καὶ νὰ ἀλληλοεπιβραβεύονται γιὰ τὸ τίποτε ποὺ παράγουν. Ἅλλωστε, τὸ τίποτε, ὅπως μᾶς ἔχει διδάξει πλέον τὸ ἐπιτελικὸ κράτος τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη, μὲ τὴ σωστὴ ἐπικοινωνιακὴ διαχείριση καὶ μόνον, εἶναι σὲ θέση νὰ προσπορίσει σημαντικὰ ὀφέλη (τῶν ὑλικῶν μὴ ἐξαιρουμένων) σὲ ὅσους τὸ διακονοῦν. Ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια ποὺ θὰ τὸ σταματοῦσε εἶναι πλέον τόσο passé.

Τρισχαριτωμένος Κῆπος

Εἴκοσι λεπτὰ σταματημένο
μὲ κορναρίσματα καὶ βρισιὲς νὰ τὸ περικυκλώνουν
ὑβρίδιο μοῦ φαίνεται
μεταξὺ κλούβας καὶ ἀσθενοφόρου.

Πλησιάζω.
Ἀτάραχος ὁ ὁδηγὸς περιμένει.
Σκέφτομαι κάπου ἐδῶ γύρω θὰ βρίσκονται
καὶ οἱ τραυματιοφορεῖς ἢ οἱ μπάτσοι.
Κάποιον θὰ συλλαμβάνουν
ἢ θὰ δένουν στὸ φορεῖο.

Δὲν προφταίνω ἀπὸ ποῦ ξεπήδησαν νὰ δῶ:
μὲ ἀκινητοποιοῦν
μὲ δένουν στὸ φορεῖο
μοῦ περνᾶνε χειροπέδες
μὲ φορτώνουν στὰ γρήγορα
ἡ σειρήνα ἀντικαθιστᾶ τὰ κορναρίσματα
καὶ ἡ Μπενάκη ἀποσυμφορεῖται.

Σὲ χρόνο μηδὲν ἔχω βρεθεῖ
σ᾽ ἕναν κῆπο ἥσυχο καὶ ἀχανή,
ντυμένος στὰ λευκά.
Ἀπολαμβάνω τὴ φύση
ἀναπνέω τὸν καθαρὸ ἀέρα
κάνω τὸν περίπατό μου
συναντῶ ἀνθρώπους.

«Ὀνομάζομαι Spiro Agnew» μοῦ λένε,
ἢ «Διονύσιος Σολωμός»
ἢ «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος».
«Χαίρω πολύ» προσθέτουν μὲ θερμὴ χειραψία.
«Ὁμοίως» τοὺς ἀπαντῶ,
καὶ χαμογελῶ πρὶν μὲ τὴ σειρά μου συστηθῶ:
«Ἐμένα μὲ λένε Marie Bonaparte,
Audre Lorde, Γεώργιο Ψύλλιαρη,
Sylvia Rivera, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,
Πάολα Ρεβενιώτη»
καὶ ἄλλα ὀνόματα, πολλά,
κάθε φορὰ διαφορετικά.

Σὲ αὐτὸν τὸν κῆπο
ἔχουν τελειώσει πιὰ τὰ ψέματα.

Louise Glück, Ἡ ἄρνηση τοῦ θανάτου

1. Ταξιδιωτικὸ ἡμερολόγιο

Τὸ διαβατήριό μου εἶχε ξεμείνει σὲ κάποιο πανδοχεῖο ὅπου διανυκτερεύσαμε κάποτε
δὲν θυμᾶμαι πῶς τὸ λέγανε. Ἔτσι ξεκίνησαν ὅλα.
Στὸ ἑπόμενο ξενοδοχεῖο δὲν μὲ δέχθηκαν
ὡραῖο ξενοδοχεῖο, μέσα στὶς πορτοκαλιές, μὲ θέα στὴ θάλασσα.
Τακτοποιήθηκες χωρὶς δεύτερη σκέψη
στὸ δωμάτιο ποὺ θὰ ἦταν τὸ δωμάτιό μας
καὶ λίγο ἀργότερα βγῆκες στὸ μπαλκόνι
καὶ μοῦ πετοῦσες σοκολατάκια μὲ ἀσημὶ περιτύλιγμα. Τὴν ἄλλη μέρα
ἔφυγες γιὰ νὰ συνεχίσεις τὸ ταξίδι ποὺ θὰ κάναμε μαζί.

Ὁ θυρωρὸς ἐξασφάλισε μιὰ παληὰ κουβέρτα γιὰ μένα.
Τὶς μέρες, καθόμουν ἔξω ἀπὸ τὴν κουζίνα. Τὶς νύχτες, ἅπλωνα τὴν κουβέρτα μου
ἀνάμεσα στὶς πορτοκαλιές. Κάθε μέρα τὰ ἴδια, μόνον ὁ καιρὸς ἄλλαζε.

Πέρασε καιρὸς καὶ τὸ προσωπικὸ ἄρχισε νὰ μὲ λυπᾶται.
Ὁ γκροὺμ μοῦ ἔφερνε φαΐ ἀπὸ τὸν μπουφὲ τοῦ δείπνου
καμιὰ πατάτα, κανένα κομμάτι κρέας. Ποῦ καὶ ποῦ λάμβανα καὶ κὰρτ ποστὰλ
μὲ ἰλλουστρασιὸν ἀξιοθέατα καὶ ἔργα τέχνης.
Μιὰ φορά, μἐ ἔνα βουνὸ χιονισμένο. Κι ἕνα μήνα ἀργότερα,
ἐμφανίστηκε κι ἔνα ὑστερόγραφο: μὲ χαιρετισμοὺς ἀπὸ τὸν Χ.

Ἕνα μήνα, λέω, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲν εἶχα αἴσθηση τοῦ χρόνου.
Ὁ γκροὺμ ἐξαφανίστηκε. Ἐμφανίστηκε ἄλλος καὶ μετὰ κι ἄλλος, νομίζω.
Καμιὰ φορὰ ἐρχόταν κάποιος γκροὺμ καὶ ξάπλωνε μαζί μου στὴν κουβέρτα.

Τὶς λάτρευα ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες! Ὁλόιδια ἡ καθεμιὰ μὲ τὴν προκάτοχό της.
Ἐκεῖ ἦταν τὰ πέτρινα σκαλιὰ ποὺ ἀνεβαίναμε μαζὶ
καὶ ἠ μικρὴ πόλη ὅπου πηγαίναμε γιὰ πρωινό.
Μποροῦσα νὰ διακρίνω τὴν παραλία ὅπου κολυμπούσαμε, ἀλλὰ ὄχι νὰ ἀκούσω πιὰ
τὰ παιδιὰ ποὺ φώναζαν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, οὔτε ἐσένα μποροῦσα
νὰ ἀκούσω νὰ μὲ ρωτᾶς ᾶν θὰ ἤθελα κάτι δροσερὸ νὰ πιῶ
ποὺ πάντα ἤθελα.

Ὅταν ἔπαψαν οἱ κὰρτ ποστάλ, ἄρχισα νὰ ξαναδιαβάζω τὶς παληές.
Ἔβλεπα τὸν ἑαυτό μου νὰ στέκεται κάτω ἀπὸ τὸ μπαλκόνι
ἐνῶ ἔβρεχε φιλιὰ μὲ ἀσημὶ περιτύλιγμα, καὶ δὲν πίστευα πὼς μὲ ἐγκαταλείπεις
καὶ σὲ ἐκλιπαροῦσα, ἂν καὶ χωρὶς λόγια –

Ὁ θυρωρός, ἀντιλήφθηκα, στεκόταν πλάι μου.
Μὴ λυπᾶσαι, εἶπε. Ἔχεις ξεκινήσει τὸ δικό σου ταξίδι,
ὅμως δὲν πηγαίνεις ἀλλοῦ, ὅπως ὁ φίλος σου, ἀλλὰ μέσα σου, στὶς ἀναμνήσεις σου.
Καθὼς χάνονται, ἴσως πετύχεις
ἐκείνη τὴν ἀξιοζήλευτη κενότητα μέσα στὴν ὁποία
ὅλα κυλοῦν, ὅπως στὴν ἄδεια κούπα τοῦ Ταοτετζίνγκ –
Τὰ πάντα ἀλλάζουν, εἶπε, καὶ τὰ πάντα συνδέονται.
Ἐπίσης τὰ πάντα ἐπανέρχονται, ἀλλὰ καθετὶ ποὺ ἐπανέρχεται
εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔφυγε –

Σὲ κοιτάζαμε καθὼς ἔφευγες. Κατεβαίνοντας τὰ πέτρινα σκαλιὰ
ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴν πόλη. Αἰσθάνθηκα
πὼς κάτι ἀληθινὸ εἶχε εἰπωθεῖ
καὶ μολονότι θὰ προτιμοῦσα νὰ τὸ ἔχω πεῖ ἐγὼ ἡ ἴδια
χάρηκα ὅτι τοὐλάχιστον τὸ εἶχα ἀκούσει.

2. Ἡ ἱστορία τοῦ διαβατηρίου

Ἐκεῖνο ἐπέστρεψε, ἀλλὰ ἐσὺ ὄχι.
Νά πῶς συνέβη:

Μιὰ μέρα ἔφτασε ἕνας φάκελος,
μὲ γραμματόσημα μιᾶς μικρῆς εὐρωπαϊκῆς χώρας.
Ὁ θυρωρὸς μοῦ τὸν ἐνεχείρισε μὲ ἐπισημότητα.
Προσπάθησα νὰ τὸν ἀνοίξω ἐξίσου εὐπρεπῶς.

Μέσα ἦταν τὸ διαβατήριό μου.
Ἐκεῖ ἦταν καὶ τὸ πρόσωπό μου, ἢ αὐτὸ ποὺ ἦταν τὸ πρόσωπό μου
κάποτε, στὸ βαθὺ παρελθόν.
Ἤμουν ὅμως ἀλλοῦ πιά,
τὸ πρόσωπο αὐτὸ ποὺ χαμογελοῦσε μὲ αὐτοπεποίθηση,
πλῆρες ἀναμνήσεων ἀπὸ τὰ ταξίδια ποὺ κάναμε μαζὶ
καὶ τὰ ὄνειρα ποὺ κάναμε γιὰ ἄλλα ταξίδια –

Τὸ πέταξα στὴ θάλασσα.

Βυθίστηκε ἀμέσως.
Στὸν βυθό, στὸν βυθό, ἐνῶ ἐγὼ ἐξακολούθησα
νὰ κοιτάζω ἐπίμονα τὰ κενὰ νερά.

Ὅλη αὐτὴ τὴν ὥρα ὁ θυρωρὸς μὲ παρακολουθοῦσε.
Ἔλα, εἶπε, στηρίξου στὸ μπράτσο μου. Καὶ ἀρχίσαμε
νὰ περπατᾶμε γύρω ἀπὸ τὴ λίμνη, κατὰ τὴν καθημερινή μου συνήθεια.

Παρατηρῶ, εἶπε, πὼς δὲν θέλεις πιὰ
νὰ ἐπιστρέψεις στὴν παληά σου ζωή,
δηλαδή νὰ περπατᾶς σὲ εὐθεία ὅπως ὁ χρόνος
ἐπιτάσσει, ἀλλὰ μᾶλλον (σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἔγνεψε πρὸς τὴ λίμνη)
προτιμᾶς νὰ περπατᾶς σ᾽ἕναν κύκλο ποὺ φιλοδοξεῖ
νὰ καταλήξει σ᾽ἐκείνη τὴν ἀκινησία στὴν καρδιὰ τῶν πραγμάτων,
ἂν καὶ μοῦ ἀρέσει νὰ πιστεύω πὼς μοιάζει ἐπίσης μὲ ρολόι.

Τότε ἀνέσυρε ἀπὸ τὴν τσέπη του
τὸ μεγάλο ρολόι ποὺ εἶχε πάντα μαζί του. Σὲ προκαλῶ, εἶπε,
νὰ τὸ κοιτάξεις καὶ νὰ πεῖς ἂν εἶναι Δευτέρα ἢ Τρίτη.
Ἂν ὅμως κοιτάξεις τὸ χέρι ποὺ τὸ κρατάει, θὰ ἀντιληφθεῖς πὼς δὲν εἶμαι
νεαρὸς πιά, τὰ μαλλιά μου ἄσπρισαν.
Καὶ οὔτε θὰ ἐκπλαγεῖς ἂν σοῦ πῶ
πὼς κάποτε ἦταν σκοῦρα, ὅπως πιστεύω πὼς ἧταν καὶ τὰ δικά σου
καὶ σγουρά, θὰ ἔλεγα.

Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς ἀπαγγελίας, καὶ οἱ δυό μας
παρακολουθούσαμε κάτι παιδιὰ ποὺ παίζανε στὰ ρηχά,
φορώντας πλαστικὰ σωσίβια.
Κόκκινα καὶ μπλέ, πράσινα καὶ κίτρινα,
ἕνα οὐράνιο τόξο ἀπὸ παιδιὰ ποὺ καταβρέχονταν στὴ διάφανη λίμνη.

Ἄκουγα τὸ ρολόι νὰ χτυπάει
φαινομενικὰ δηλώνοντας πὼς ὁ χρόνος περνάει
ἐνῶ στὴν πραγματικότητα τὸν ἀκύρωνε.

Πρέπει νὰ ἀναρωτηθεῖς, εἶπε, ἂν αὐταπατᾶσαι.
Ὅτι κοιτάζεις τὸ ρολόι, ἐννοῶ, καὶ ὄχι
τὸ χέρι ποὺ τὸ κρατάει. Σταθήκαμε γιὰ λίγο, ἀτενίζοντας τὴ λίμνη,
καὶ ὁ καθένας σκεφτόταν τὶς δικές του σκέψεις.

Ἀλλὰ ἔτσι δὲν εἶναι, ἀκριβῶς ὅπως τὴν περιγράφεις,
εἶπα, καὶ ἡ ζωὴ τοῦ φιλοσόφου. Ποὺ ἐπαναλαμβάνει τὴν ἴδια διαδρομὴ
περιμένοντας ὥσπου ἡ ἀλήθεια νὰ ἀποκαλυφθεῖ.

Ἀλλὰ δὲν δημιουργεῖς πιὰ πράγματα, εἶπε, ὅπως κάνει
ὁ φιλόσοφος. Θυμᾶσαι τότε ποὺ διατηροῦσες αὐτὸ ποὺ ὀνόμαζες
ταξιδιωτικὸ ἡμερολόγιο; Μοῦ τὸ διάβαζες τακτικά.
Θυμᾶμαι ὅτι περιεῖχε κάθε λογῆς ἱστορίες,
κυρίως ἱστορίες γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ ἱστορίες γιὰ τὴν ἀπώλεια, διανθισμένες
μὲ φανταστικὲς λεπτομέρειες ποὺ οἱ περισσότεροι δὲν θὰ πρόσεχαν,

ἐντούτοις, καθὼς τὶς ἄκουγα εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς ἄκουγα
τὶς δικές μου ἐμπειρίες, μόνο ποὺ ἡ διατύπωση ἦταν πολὺ ὡραιότερη,
ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τὰ πῶ τόσο ὡραῖα. Αἰσθανόμουν

ὅτι μιλοῦσες σὲ ἐμένα ἢ γιὰ ἐμένα ἂν καὶ ἤμουν πάντα πλάι σου.
Πῶς τὸ λέγανε; Ταξιδιωτικὸ ἡμερολόγιο νομίζω πὼς τὸ ἀποκαλοῦσες
ἂν καὶ ἐγὼ συχνὰ τὸ ἔλεγα Ἄρνηση τοῦ Θανάτου, ἀπηχώντας τὸν Ἔρνεστ Μπέκερ.
Ἐπίσης ἐμένα μὲ ἀποκαλοῦσες κάτι παράξενο.

Θυρωρό, εἶπα. Θυρωρὸ σὲ ἀποκαλοῦσα.
Καὶ πιὸ πρὶν σὲ ἀποκαλοῦσα ἐσὺ,  ποὺ ἀποτελεῖ, πιστεύω,
σύμβαση τῆς μυθοπλασίας.