Sylvia Plath, Τρία Ποιήματα

Στὸν Γύψο

Ποτὲ δὲν θὰ ξεφύγω! Ἔχω διπλασιαστεῖ καὶ εἶμαι δύο τώρα:
Μιὰ ὁλοκαίνουρια κατάλευκη καὶ ἡ παληὰ ὠχρή,
Ἀλλὰ ἡ κατάλευκη εἶναι ἀνώτερη ἀναμφίβολα 
Δὲν ἔχει ἀνάγκες, εἶναι μία ἀληθινὴ ἁγία.
Στὴν ἀρχὴ τὴ μισοῦσα, δὲν εἶχε προσωπικότητα –
Ξάπλωνε μαζί μου στὸ κρεββάτι σὰν νεκρὴ
Καὶ μὲ τρόμαζε, διότι τὸ σχῆμα της ἀντέγραφε ἀκριβῶς τὸ δικό μου.

Μόνο ποὺ ἐκείνη ἦταν κατάλευκη καὶ ἄθραυστη καὶ ὑγιής.
Μιὰ βδομάδα ἔκανα νὰ κοιμηθῶ, ἦταν τόσο παγωμένη.
Τὴν κατηγοροῦσα γιὰ τὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν ἀπαντοῦσε.
Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὴν ἠλίθια συμπεριφορά της!
Τὴν χτυποῦσα κι αὐτὴ ἔμενε ἀκίνητη, φιλειρηνικὴ μέχρι τέλους.
Ὥσπου ἀντιλήφθηκα πὼς αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἦταν νὰ τὴν ἀγαπῶ:
Καὶ τότε ἄρχισε νὰ ζεσταίνεται, καὶ κατάλαβα τὰ πλεονεκτήματά της.

Χωρὶς ἐμένα, δὲν θὰ ὑπῆρχε, κι ἔτσι προφανῶς ἦταν εὐγνώμων.
Τῆς ἔδωσα ψυχή, κι ἀναδύθηκα ἀπὸ μέσα της σὰν τριαντάφυλλο
ποὺ ἀναδύεται ἀνθισμένο ἀπὸ ἕνα φτηνὸ πορσελάνινο βάζο.
Κι ὅλα τὰ μάτια ἦσαν καρφωμένα ἐπάνω μου
Ὄχι στὴ λευκότητα καὶ στὴν ὀμορφιά της, ὅπως πίστευα στὴν ἀρχή.
Υἱοθέτησα ἔναν τόνο ὑπεροπτικῆς ἀνωτερότητας ἀπέναντί της καὶ τὸ δέχτηκε –
 Φἀνηκε σχεδὸν ἀμέσως πὼς εἶχε νοοτροπία σκλάβας.

Δὲν μὲ ἐνοχλοῦσε νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, καὶ ἡ ἴδια τὸ λάτρευε.
Τὸ πρωὶ μὲ ξυπνοῦσε νωρίς, ἀντανακλώντας τὸν ἥλιο
Στὸν ἐκπληκτικὰ λευκὸ κορμό της καὶ ἀναπόφευκτα παρατηροῦσα
Πόσο κόσμια καὶ ἤρεμη καὶ ὑπομονετικὴ ἦταν:
Ὅσο ἤμουν ἀδύναμη, μὲ φρόντιζε σὰν τὴν καλύτερη νοσοκόμα,
Συγκρατοῦσε τὰ κόκκαλά μου στὴ θέση τους μέχρι νὰ δέσουν.
Μὲ τὸν καιρό, ἡ φιλία μας ἔγινε σφοδρότερη.

Δὲν ἐφάρμοζε πιὰ σὰν ἐκμαγεῖο ἐπάνω μου, ἦταν ἐπιφυλακτική.
Ἔνοιωθα μάλιστα ὅτι μὲ ἐπέκρινε ἄθελά της,
Σὰν νὰ τὴν πρόσβαλαν οἱ συνήθειές μου κατὰ κάποιον τρόπο.
Ἄφηνε ἀνοιχτὰ τὰ παράθυρα κι ἔμπαινε ρεῦμα, γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀφηρημένη.
Καὶ τὸ δέρμα μου μὲ ἔτρωγε καὶ ξεφλούδιζε σιγὰ σιγὰ
Μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν μὲ φρόντιζε ἐπαρκῶς.
Καὶ τότε κατάλαβα ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα: νόμιζε πὼς ἦταν ἀθάνατη.

Ἤθελε νὰ μὲ ἐγκαταλείψει, νόμιζε πὼς ἦταν ἀνώτερη,
Καὶ πὼς τὴν ἔκρυβα ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ μοῦ κρατοῦσε κακία –
Ποὺ χαράμιζε τὶς μέρες της φροντίζοντας μιὰ μισοπεθαμένη!
Καὶ στὰ κρυφὰ ἄρχισε νὰ εὔχεται νὰ πεθάνω.
Ὕστερα κάλυπτε τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια μου, μὲ κάλυπτε ὁλόκληρη,
Καὶ φοροῦσε τὸ πρόσωπό μου ὅπως μιὰ σαρκοφάγος
φοράει τὸ πρόσωπο τοῦ Φαραώ, δὲν εἶναι ὅμως παρὰ χῶμα καὶ νερό.

Δὲν ἤμουν καθόλου σὲ θέση νὰ τὴ διώξω.
Μὲ φρόντιζε τόσο καιρὸ ποὺ ἤμουν πιὰ σχεδὸν ἀνάπηρη –
Εἷχα ξεχάσει πλέον πῶς νὰ περπατάω, πῶς νὰ κάθομαι.
Κι ἔτσι πρόσεχα πολὺ καὶ προσπαθοῦσα νὰ μὴν τὴν ἀναστατώνω
Καὶ νὰ μὴν διατρανώνω πρόωρα πὼς θὰ τὴν ἐκδικηθῶ.
Ζοῦσα μαζί της σὰν νὰ ζοῦσα μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ φέρετρο!
Ἐντούτοις, δὲν μποροῦσα χωρὶς αὐτήν, κι ἂς μὲ στεναχωροῦσε.

Σκεφτόμουν μερικὲς φορὲς πὼς θὰ δραπετεύαμε μαζί –
Στὸ κάτω κάτω, ἦταν σὰν νὰ ἤμασταν παντρεμένες, ἤμασταν τόσο δεμένες.
Τώρα καταλαβαίνω πὼς μόνο ἡ μιὰ ἀπὸ τὶς δυό μας μπορεῖ νὰ γλιτώσει.
Μπορεῖ αὐτὴ νὰ εἶναι ἁγία, κι ἐγὼ νὰ εἶμαι ἄσχημη καὶ τριχωτή,
Ἀλλὰ σύντομα θὰ ἀντιληφθεῖ πὼς αὐτὸ δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία.
Συλλέγω δυνάμεις, μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς μέρες θὰ τὰ καταφέρω χωρὶς ἐκείνην,
Καὶ θὰ ἀφανιστεῖ μέσα στὸ κενὸ τότε, καὶ θ᾽ἀρχίσω νὰ τῆς λείπω.

Ἡ Λάζαρος

Τὰ κατάφερα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μιὰ φορὰ
τὸ πετυχαίνω.

Ἕνα θαῦμα πραγματικό, τὸ δέρμα μου
λαμπρὸ σὰν λαμπατὲρ τῶν ναζί,
τὸ πόδι μου

ἕνα μπιμπελό.
Τὸ πρόσωπό μου ἔξοχο ἑβραίικο λινὸ
χωρὶς χαρακτηριστικά, κενό.

Τράβα τὰ σάβανα 
ἐχθρέ μου.
Σὲ τρομάζω;

Κοίτα τὴ μύτη μου, τὶς κόγχες τῶν ματιῶν, τὰ πάλλευκα δόντια.
Μὴν ἀνησυχεῖς, ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θὰ χαθεῖ
ἡ σάπια δυσωδία τῆς ἀνάσας μου.

Ὅπου νἆναι οἱ σάρκες 
ποὺ κατέφαγε ὁ τάφος
θὰ ξαναφυτρώσουν στὸ κορμί μου.

Καὶ τότε θὰ χαμογελῶ.
Εἶμαι μόλις τριάντα χρονῶν
κι ὅπως οἱ γάτες πεθαίνω ἑφτὰ φορές.

Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος ὑπ᾽ ἀριθμὸν τρία.
Ἄχ, πόσο μὲ κουράζει
ν᾽ ἀφανίζομαι κάθε δέκα χρόνια 

νὰ γίνομαι μύρια κομμάτια.
Καὶ ὁ φιλοθεάμων ὄχλος μασουλώντας στραγάλια
σπρώχνεται νὰ δεῖ

πῶς τραβώντας ἀπὸ πάνω μου τὰ σάβανα μὲ γδύνουν,
ὁ ὄχλος τρέχει νὰ θαυμάσει τὸ μεγάλο στριπτήζ.
Κυρίες καὶ κύριοι

ἰδού, νά τὰ χέρια μου
κι ἐδῶ τὰ γόνατά μου!
Εἶμαι πετσὶ καὶ κόκκαλο βεβαίως

ἀλλὰ παραμένω ἴδια κι ἀπαράλλαχτη.
Δέκα χρονῶν ἤμουν τὴν πρώτη φορὰ – 
ἦταν ἀτύχημα τότε.

Τὴ δεύτερη προσπάθησα
νὰ ἐπιμείνω, νὰ μὴν ξαναγυρίσω στὴ ζωή.
Σκλήρυνα σὰν βράχος, 

ἔγινα στρείδι κι ἔκλεισα
καὶ μὲ φώναζαν καὶ μὲ ξαναφώναζαν καὶ πάσχιζαν 
σὰν νἆταν πέρλες τὰ σκουλήκια στὸ κουφάρι μου νὰ τὰ ξεκολλήσουν.

Εἶναι τέχνη ὁ θάνατος
ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα.
Ἐγὼ πεθαίνω ἐξαιρετικὰ

πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν κόλαση
πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν ἀλήθεια.
Χωρὶς ἀμφιβολία, ἔχω χάρισμα.

Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις σὲ μιὰ φυλακή.
Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις καὶ νὰ μένεις ἐκεῖ.
Τὸ δύσκολο εἶναι ἡ ἐντυπωσιακὴ

ἐπιστροφὴ στὸ φῶς τῆς ἡμέρας
στὸν ἴδιο τόπο, στὸ ἴδιο πρόσωπο, στὴν ἴδια βίαιη
ἐνθουσιώδη κραυγή:

«θαῦμα!»
ποὺ μὲ ἐξαντλεῖ.
Θὰ σᾶς κοστίσει λοιπὸν ἂν θέλετε

ἀπὸ κοντὰ νὰ δεῖτε τὶς πληγές μου, θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε ν᾽ἀκούσετε τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μου,
θὰ πληρώσετε εἰσιτήριο!

Κι ἀκόμη πιὸ ἀκριβά, πανάκριβα θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε μιὰ λέξη μου, ἕνα ἄγγιγμά μου,
μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα μου

μιὰ τούφα ἀπ᾽τὰ μαλλιά μου, ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα μου.
Ἔτσι ἀκριβῶς, γιατρέ μου,
ἔτσι, ἐχθρέ μου.

Ἐγὼ εἶμαι τὸ πιὸ σπουδαῖο σου δημιούργημα
τὸ πιὸ πολύτιμο
τὸ ἁγνὸ χρυσό σου βρέφος

ποὺ κλαίει καθὼς λιώνει στὴν πυρά.
Καίγομαι ἤδη, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα
Καθόλου δὲν ὑποτιμῶ τὴν προσεκτική σου φροντίδα.

Ἔγινα στάχτη
Ποὺ συδαυλίζεις καὶ σκαλίζεις
Σάρκες, κόκκαλα, ὅλα τέφρα πιά.

Τ᾽ἀπομεινάρια μου: λίγο σαπούνι
μιὰ βέρα
κι ἕνα δόντι χρυσό.

Θεέ, Ἑωσφόρε,
φυλαχθεῖτε
φυλαχθεῖτε!

Μέσ᾽ἀπὸ τὴν τέφρα ξαναγεννιέμαι
τὰ πορφυρὰ μαλλιά μου ἀνεμίζω
καὶ τοὺς ἀνθρώπους καταβροχθίζω.

Ἄκρο

Ἡ γυναίκα ἔχει κατακτήσει τὴν τελειότητα.
Τὸ νεκρό της

σῶμα φορᾶ τὸ χαμόγελο τῆς ἐπιτυχίας,
ἠ αὐταπάτη μιᾶς ἀρχαίας ἀναγκαιότητας κυλάει

ἀνάμεσα στοὺς παπύρους ποὺ σχηματίζει ὁ χιτώνας της,
τὰ γυμνά της

πόδια μοιάζει σὰν νὰ λένε:
Φτάσαμε ὣς ἐδῶ, τελείωσε.

Πεθαμένα παιδιὰ σὲ στάση ἐμβρυική, σὰν ἄσπρα ἑρπετά,
πλάι σὲ μικρὲς

κανάτες γάλα, κενὲς πιά.
Τὰ παίρνει 

καὶ τὰ μαζεύει μέσα στὸ σῶμα της, ὅπως τὸ ρόδο
μαζεύει τὰ πέταλά του ὅταν ὀ κῆπος

παγώνει καὶ ξεχύνονται ἀρώματα
ἀπὸ τοὺς γλυκοὺς ψηλοὺς λαιμοὺς τῶν νυχτολούλουδων.

Ἡ σελήνη δὲν ἔχει λόγο νὰ λυπᾶται,
παρατηρεῖ μέσ᾽ ἀπὸ τὸν ὀστέινο μανδύα της.

Τὰ ἔχει συνηθίσει αὐτὰ τὰ πράγματα.
Τὰ μαῦρα της τρίζουν καὶ σέρνονται.

Louise Glück, Ὁ Μελαγχολικὸς Γραμματέας

Εἶχα ἕναν γραμματέα, ἦταν ὅμως μελαγχολικός,
τόσο μελαγχολικὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴ δουλειά του.
Ἦταν ἐπιφορτισμένος νὰ ἀνοίγει τὰ λιγοστά μου γράμματα,
καὶ νὰ συντάσσει ἀπαντήσεις σὲ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀπαντηθοῦν,
ἀφήνοντας στὸ τέλος ἕνα κενὸ γιὰ τὴν ὑπογραφή μου
καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπογραφή μου, νὰ βάζει τὰ ἀρχικά του,
μιὰ τυπικότητα πού, στὴν ἀρχή, διεκπεραίωνε μὲ πολλὴ περηφάνια. 
Ὅποτε χτυποῦσε τὸ τηλέφωνο, ἔπρεπε νὰ λέει
πὼς ὁ ἐργοδότης του ἦταν ἀπασχολημένος ἐκείνη τὴ στιγμή
καὶ νὰ ρωτάει ἂν ἤθελαν νὰ ἀφήσουν κάποιο μήνυμα.

Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες, ἦρθε νὰ μοῦ μιλήσει.
Ἀφεντικό, μοῦ εἶπε (ἔτσι μὲ ἀποκαλοῦσε),
δὲν σοῦ εἶμαι πιὰ χρήσιμος˙ πρέπει νὰ μὲ διώξεις.
Καὶ παρατήρησα ὅτι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ πράγματά του
καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγει, ἂν καὶ ἦταν νύχτα
καὶ χιόνιζε. Τὸν λυπήθηκε ἡ ψυχή μου.
Κοίτα, τοῦ εἶπα, ἐφόσον δὲν διεκπεραιώνεις τὰ λίγα σου καθήκοντα,
τί ἄλλο μπορεῖς νὰ κάνεις γιὰ μένα; Καὶ μοῦ ἔδειξε τὰ μάτια του,
ποὺ ἦσαν γεμάτα δάκρυα. Μπορῶ νὰ κλαίω, εἶπε.
Τότε θὰ πρέπει νὰ κλάψεις γιὰ μένα, τοῦ εἶπα,
ὅπως ὁ Χριστὸς ἔκλαψε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Δίσταζε, ὅμως.
Ἡ ζωή σου εἶναι ἀξιοζήλευτη, εἶπε˙
τί θὰ πρέπει νὰ σκέφτομαι ὅταν κλαίω; 
Καὶ τοῦ εἶπα πόσο ἄδειες ἦσαν οἱ μέρες μου
καὶ ὁ χρόνος, ποὺ τελείωνε,
καὶ πόσο ἀσήμαντα ἦσαν τὰ ἐπιτεύγματά μου,
καὶ καθὼς μιλοῦσα εἶχα τὴν παράδοξη αἴσθηση
πὼς γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ αἰσθανόμουν κάτι
γιὰ κάποιο ἄλλο ἀνθρώπινο ὄν –

Στεκόταν ἐντελῶς ἀκίνητος.
Εἶχα ἀνάψει τὴ φωτιὰ στὸ τζάκι˙
θυμᾶμαι τοὺς ἀνακουφισμένους ἀναστεναγμοὺς
τῶν ξύλων ποὺ πέθαιναν –

Ἀφεντικό, εἶπε, ἔδωσες
νόημα στὴν ὀδύνη μου.

Ἡ στιγμὴ ἦταν παράξενη.
Ἡ ὅλη συζήτηση φαινόταν ἐντελῶς ψεύτικη
καὶ συγχρόνως βαθιὰ εἰλικρινής, λέξεις ὅπως ἄδειος καὶ ἀσήμαντος
ἦταν σὰν νὰ εἶχαν ξυπνήσει κάποιο συναίσθημα στὴ μνήμη μου
ποὺ εἶχε τώρα προσκολληθεῖ στὴν παρούσα κατάσταση
καὶ στὸ πρόσωπο αὐτὸ μπροστά μου.

Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε.  Τὰ δάκρυά του ἔλαμπαν
κοκκινόχρυσα στὸ φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ὕστερα ἔφυγε.

Ἔξω ἔπεφτε τὸ χιόνι,
τὸ τοπίο μεταλλασσόταν σὲ μιὰ σειρὰ
ἀπὸ κοινότοπες γενικεύσεις
διάστικτες ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ αἰνιγματικὰ
σχήματα ἐκεῖ ὅπου εἶχε μετατοπιστεῖ τὸ χιόνι.
Ὁ δρόμος ἦταν λευκός, ὅλα τὰ δέντρα ἦσαν λευκά –
Ἐπιφανειακὲς ἀλλαγές, ἀλλὰ μήπως αὐτὲς δὲν εἶναι οἱ μόνες
ποὺ βλέπουμε ποτέ;

Louise Glück, Τὸ Χαρτὶ


Πῆγα σήμερα στὴ γιατρὸ  –
ἡ γιατρὸς εἶπε ὅτι πεθαίνω,
δὲν εἶπε αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀλλὰ ὅταν τὸ εἶπα ἐγὼ
δὲν τὸ ἀρνήθηκε –

Πόσο κακὸ ἔχεις κάνεις στὸ σῶμα σου, λέει ἡ σιωπή της
Σοῦ τὸ δώσαμε καὶ κοίτα τί τὸ ἔκανες
πῶς τὸ κακομεταχειρίστηκες.
Δὲν ἀναφέρομαι μόνο στὸ κάπνισμα
ἀλλὰ καὶ στὴ διατροφή, στὸ ποτό.

Εἶναι νέα˙ τὸ σῶμα της κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἰατρικὴ μπλούζα.
Τὰ μαλλιά της εἶναι μαζεμένα πίσω, μικρὲς θηλυκὲς τοῦφες
συγκρατοῦνται ἀπὸ ἕνα σκοῦρο λάστιχο. Δὲν αἰσθάνεται ἄνετα ἐδῶ,

στὸ γραφεῖο της, μὲ τὸ πτυχίο κορνιζαρισμένο πάνω ἀπ᾽τὸ κεφάλι της,
νὰ κοιτάζει ἀποτελέσματα ἐξετάσεων
μὲ κάποια νούμερα ὑπογραμμισμένα γιὰ νὰ τὰ προσέξει.
Ἡ σπονδυλική της στήλη εἶναι ἴσια, ἐπίσης, χωρὶς συναίσθημα.

Κανεὶς δὲν μὲ δίδαξε πῶς νὰ προσέχω τὸ σῶμα μου.
Μεγαλώνοντας, σὲ προσέχει ἡ μαμά σου ἢ ἡ γιαγιά σου.
Ὅταν γλιτώνεις ἀπ᾽ αὐτές, ἀναλαμβάνει ἡ γυναίκα σου, ἀλλὰ εἶναι φοβισμένη,
δὲν κάνει καὶ πολλά. Ὁπότε, αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ἔχω
γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ γιατρὸς μὲ κατηγορεῖ  – πάντοτε τὸ φρόντιζαν γυναῖκες
καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ἔκαναν πολλὰ λάθη.

Ἡ γιατρὸς μὲ κοιτάζει  –
ἀνάμεσά μας, μιὰ στοίβα βιβλία καὶ ντοσιέ.
Εἴμαστε μόνοι στὴν κλινική.

Ὑπάρχει μιὰ καταπακτὴ ἐδῶ, καὶ μέσα της
ἡ χώρα τῶν νεκρῶν. Καὶ οἱ ζωντανοὶ σὲ σπρώχνουν
θέλουν νὰ μπεῖς πρῶτος, πρὶν ἀπὸ αὐτούς.

Ἡ γιατρὸς τὸ γνωρίζει αὐτό. Ἔχει τὰ βιβλία της,
κι ἐγὼ ἔχω τὰ τσιγάρα μου. Στὸ τέλος
γράφει κάτι σὲ ἕνα χαρτί.
Αὐτὸ θὰ τακτοποιήσει τὴν πίεσή σου, λέει.

Καὶ τὸ βάζω στὴν τσέπη μου, καὶ φεύγω.
Καὶ μόλις βγῶ ἔξω, τὸ σκίζω, σὰν νὰ ἦταν εἰσιτήριο γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο.

Ἦταν τρέλλα ὅτι ἦρθε ἐδῶ,
σὲ ἕναν τόπο ὅπου δὲν ξέρει κανέναν.
Εἶναι μόνη, δὲν φοράει βέρα.
Μόνη στὸ σπίτι, ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πίνει ἕνα, μετρημένο, ποτήρι κρασὶ τὴν ἡμέρα
καὶ τὸ δεῖπνο της δὲν εἶναι δεῖπνο.


Καὶ βγάζει τὴν ἄσπρη μπλούζα:
ἀνάμεσα στὴ μπλούζα καὶ τὸ σῶμα της,
φοράει μόνο ἕνα λεπτὸ βαμβακερό.
Καὶ κάποια στιγμή, τὸ βγάζει κι αὐτό.

Γιὰ νὰ γεννηθεῖς, τὸ σῶμα σου συνάπτει μιὰ συμφωνία μὲ τὸν θάνατο
κι ἔκτοτε τὸ μόνο ποὺ κάνει εἶναι νὰ προσπαθεῖ νὰ μὴν τὴν τηρήσει –

Ξαπλώνεις μόνος. Ἴσως κοιμᾶσαι, ἴσως δὲν ξυπνᾶς ποτέ.
Γιὰ πολὺ καιρό, ὅμως, ἀκοῦς κάθε ἦχο.
Εἶναι μιὰ νύχτα ὅπως ὅλες οἱ θερινὲς νύχτες˙ τὸ σκοτάδι δὲν ἔρχεται ποτέ.

Louise Glück, Ὀκτὼ Πεζὰ Ποιήματα

Θεωρία τῆς Μνήμης

Πρὶν πολλὰ πολλὰ χρόνια, πρὶν γίνω βασανισμένος καλλιτέχνης, προσβεβλημένος ἤδη ἀπὸ πόθο ἀλλὰ ἀνίκανος νὰ σχηματίσω δεσμοὺς διαρκείας, πολὺ καιρὸ πρὶν ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἤμουν ἔνδοξος ἡγεμὼν καὶ εἶχα ξανακατακτήσει, κομμάτι κομμάτι, μιὰ ὁλόκληρη χώρα – ἔτσι μοῦ δήλωσε μιὰ μάντισσα ποὺ ἐξέτασε τὴν παλάμη μου. Βλέπω σπουδαῖα πράγματα ἐμπρός σου, εἶπε, ἢ ἴσως πίσω σου, δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι σίγουρη. Παρ᾽ὅλα αὐτά, πρόσθεσε, τί σημασία ἔχει; Αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν εἶσαι παρὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τοῦ κρατάει τὸ χέρι μιὰ μάντισσα. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ὑποθέσεις καὶ ὄνειρα.

Οὐτοπία 

Ὅταν σταματήσει τὸ τραῖνο, εἶπε ἡ γυναίκα, πρέπει νὰ ἀνέβεις. Μὰ πῶς θὰ ξέρω, ρώτησε τὸ κορίτσι, ἂν εἶναι τὸ σωστὸ τραῖνο; Θὰ εἶναι τὸ σωστὸ τραῖνο, εἶπε ἡ γυναίκα, ἐπειδὴ εἶναι ἡ σωστὴ στιγμή. Ἕνα τραῖνο προσέγγιζε τὸν σταθμό˙ σύννεφα γκρίζου καπνοῦ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν καμινάδα. Εἶμαι τόσο τρομαγμένη, σκέφτεται τὸ κορίτσι, καὶ ἁρπάζει τὶς κίτρινες τουλίπες ποὺ θὰ δώσει στὴ γιαγιά της. Τοῦ ἔχουν πλέξει τὰ μαλλιά σὲ σφιχτὲς κοτσίδες γιὰ νὰ μὴ λυθοῦν στὸ ταξίδι. Ὕστερα, χωρὶς λέξη, ἀνεβαίνει στὸ τραῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἔνας παράξενος ἦχος, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ γλώσσα ὅπως αὐτὴ ποὺ μιλάει τὸ κορίτσι, ἀλλὰ  μοιάζει πιὸ πολὺ μὲ θρῆνο ἢ στεναγμό.

Ἀπαγορευμένη Μουσικὴ

Ἡ ὀρχήστρα ἔπαιζε ἤδη ἀρκετὴ ὥρα, καὶ εἶχε περάσει τὸ andante, τὸ scherzoκαὶ τὸ pocoadagio, καὶ ὁ πρῶτος φλαουτίστας εἶχε γείρει τὸ κεφάλι στὸ ἀναλόγιό του, καθὼς ἤξερε ὅτι δὲν θὰ τὸν χρειάζονταν μέχρι αὔριο, καὶ ἦρθε ἡ σειρὰ ἑνὸς κομματιοῦ στὴν παρτιτούρα ποὺ τὸ ἔλεγαν ἡ ἀπαγορευμένη μουσική, διότι ὁ συνθέτης εἶχε δώσει ὁδηγίες νὰ μὴν παίζεται. Ἔπρεπε, ὅμως, νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ μὴν παίζεται, κι ἂν ἤθελε ὁ μαέστρος ἂς ἔκανε μιὰ παύση. Ἀπόψε, ὅμως, ἀποφασίζει ὁ μαέστρος, πρέπει νὰ παιχθεῖ – διψάει νὰ γίνει διάσημος. Ὁ φλαουτίστας ξυπνάει ἀπότομα. Κάτι καινούριο φτάνει στὰ αὐτιά του, κάτι ποὺ δὲν ἔχει ἀκούσει ποτὲ πρίν. Ὁ ὕπνος κόβεται. Ποῦ βρίσκομαι τώρα, σκέφτεται. Καὶ μετὰ τὸ ἐπανέλαβε, σὰν γέρος ξαπλωμένος στὸ πάτωμα ἀντὶ γιὰ τὸ κρεββάτι του. Ποῦ βρίσκομαι τώρα; 

Τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο

Ἕνας ἡλικωμένος συγγραφέας εἶχε τὴ συνήθεια νὰ γράφει τὴ λέξη ΤΕΛΟΣ σὲ μιὰ κενὴ σελίδα πρὶν ξεκινήσει νὰ γράφει τὶς ἱστορίες του, καὶ μετὰ συνήθιζε νὰ παίρνει μιὰ δέσμη σελίδες, χαρακτηριστικὰ λεπτὴ τὸν χειμώνα ποὺ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας διαρκοῦσε λίγο, καὶ συγκριτικὰ μεγαλύτερη τὸ καλοκαίρι ποὺ ἡ σκέψη του ξαναγινόταν χαλαρὴ καὶ συνειρμική, διασταλτικὴ σὰν τὴ σκέψη τῶν νεαρῶν. Ἀσχέτως τοῦ ἀριθμοῦ τους, τοποθετοῦσε αὐτὲς τὶς σελίδες πάνω ἀπὸ τὴν τελευταία, ὥστε νὰ τὴν κρύβουν. Μόνο τότε τοῦ ἐρχόταν ἡ ἱστορία, ἀπέριττη καὶ ἐξευγενισμένη τὸν χειμώνα, πιὸ ἐλεύθερη τὸ καλοκαίρι. Μὲ αὐτὴ τὴ μέθοδο εἶχε γίνει διάσημος, σπουδαῖος.

Ἐργαζόταν κατὰ προτίμηση σὲ ἕνα δωμάτιο χωρὶς ρολόγια, καὶ ἄφηνε τὸ φῶς νὰ τοῦ πεῖ πότε τελείωνε ἡ ἡμέρα. Τὸ καλοκαίρι, ἤθελε τὸ παράθυρο ἀνοιχτό. Πῶς θὰ μποροῦσε, ὅμως, καὶ τὸ καλοκαίρι νὰ μπαίνει χειμωνιάτικος ἀέρας στὸ δωμάτιο; Ἔχεις δίκηο, φώναξε στὸν ἀέρα, αὐτὸ ἀκριβῶς μοῦ ἔλειπε, αὐτὴ ἡ ἀποφασιστικότητα, αὐτὴ ἡ σκαιότητα, αὐτὴ ἡ ἔκπληξη – ἄχ, ἂν μποροῦσα νὰ τὸ καταφέρω αὐτό, θὰ ἤμουν θεός! Καὶ ξάπλωνε στὸ κρύο πάτωμα τοῦ γραφείου του καὶ παρακολουθοῦσε τὸν ἀέρα ποὺ ἀνακάτευε τὶς σελίδες, μπερδεύοντας τὶς γραμμένες καὶ τὶς ἄγραφτες, καὶ τὸ τέλος ἀνάμεσά τους.

 Ἕνα διακεκομμένο ταξίδι 

Τελικὰ οἱ σκάλες ἦσαν πιὸ δύσκολες ἀπὸ ὅ,τι περίμενα κι ἔτσι κάθησα, ἂς ποῦμε, στὴ μέση τῆς διαδρομῆς. Δίπλα στὰ σκαλιὰ ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο παράθυρο καὶ περνοῦσα τὴν ὥρα παρατηρώντας τὰ μικρὰ δράματα καὶ τὶς μικρὲς κωμωδίες ποὺ ἐκτυλίσσονταν ἔξω στὸν δρόμο, ἂν καὶ δὲν ἔβλεπα κανέναν γνωστό μου ἐκεῖ ἔξω, κανέναν, σὲ κάθε περίπτωση, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε οἱ ἴδιες οἱ σκάλες χρησιμοποιοῦνταν, ἀπὸ ὅσο μποροῦσα νὰ δῶ. Πρέπει νὰ σηκωθεῖς, ἀγόρι μου, εἶπα στὸν ἑαυτό μου. Καθὼς αὐτὸ φαινόταν ἀδύνατο, ἔκανα ὅ,τι καλύτερο μποροῦσα στὴ δεδομένη περίσταση: ἔπεσα νὰ κοιμηθῶ, μὲ τὸ κεφάλι καὶ τὰ χέρια μου στὸ πάνω σκαλὶ καὶ τὸ σῶμα μου ζαρωμένο στὸ κάτω. Λίγη ὥρα μετά, ἕνα κοριτσάκι ἐμφανίστηκε στὴν κορυφὴ τῆς σκάλας, κρατώντας τὸ χέρι μιᾶς ἡλικιωμένης γυναίκας. Γιαγιά, εἶπε τὸ κοριτσάκι, εἶναι ἕνας πεθαμένος στὶς σκάλες! Πρέπει νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ κοιμηθεῖ, εἶπε ἡ γιαγιά. Πρέπει νὰ τὸν προσπεράσουμε ἥσυχα. Βρίσκεται σὲ ἐκεῖνο τὸ στάδιο τῆς ζωῆς ὅπου οὔτε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχὴ οὔτε ἡ πρόοδος πρὸς τὸ τέλος μοιάζει ἀνεκτή˙ ἑπομένως, ἔχει ἀποφασίσει νὰ σταματήσει, ἐδῶ, μὲς στὴ μέση, μολονότι ἐμποδίζει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐμᾶς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ χάνουμε τὶς ἐλπίδες μας˙ καὶ στὴ δική μου ζωή, συνέχισε, ὑπῆρξε μιὰ τέτοια στιγμή, ἂν καὶ συνέβη πρὶν πολὺ καιρό. Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἄφησε τὴν ἐγγονή της νὰ προπορευθεῖ, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ μὲ προσπεράσουν χωρὶς νὰ μὲ ἐνοχλήσουν.

Θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω ὁλόκληρη τὴν ἱστορία της, διότι μοῦ φάνηκε, ὅπως περνοῦσε, δυνατὴ γυναίκα, ἕτοιμη νὰ ἀπολαύσει τὴ ζωή, καὶ συγχρόνως εὐθυτενής, χωρὶς ψευδαισθήσεις. Ἀλλὰ σύντομα ἄρχισαν νὰ ψιθυρίζουν, ἢ ἀπομακρύνθηκαν. Ἄραγε θὰ τὸν βροῦμε ὅταν ἐπιστρέψουμε, ρώτησε τὸ κορίτσι χαμηλόφωνα. Ὣς τότε θὰ ἔχει φύγει πρὸ πολλοῦ, εἶπε ἡ γιαγιά της, θὰ ἔχει τελειώσει τὴν ἀνάβαση ἢ τὴν κατάβαση, ὅ,τι ἀπὸ τὰ δύο κι ἂν ἐπιχειρεῖ. Ἂς τὸν ἀποχαιρετήσω τώρα, λοιπόν, εἶπε τὸ κοριτσάκι. Καὶ γονάτισε στὸ ἀποκάτω σκαλί,  ψάλλοντας μιὰ προσευχὴ τὴν ὁποία ἀναγνώρισα, ἦταν ἑβραϊκὴ νεκρώσιμη δέηση. Κύριε, ψιθύρισε, ἡ γιαγιά μου λέει ὅτι δὲν εἶστε νεκρός, σκέφτηκα ὅμως πὼς αὐτὴ ἡ προσευχὴ θὰ παρηγορήσει τὸν τρόμο σας, καὶ δὲν θὰ εἶμαι ἐδῶ νὰ τὴν ψάλω τὴν κατάλληλη ὥρα.

Ὅταν τὴν ξανακούσετε, εἶπε, ἴσως οἱ στίχοι νὰ εἶναι λιγότερο τρομακτικοί, ἂν θυμηθεῖτε πῶς τοὺς πρωτακούσατε, τραγουδισμένους ἀπὸ ἕνα κοριτσάκι.

Τὸ ἄλογο καὶ ὁ ἀναβάτης

Ἦταν μιὰ φορὰ ἕνα ἄλογο, καὶ πάνω του ἕνας ἀναβάτης. Φαινόταν τόσο ὄμορφος κι αὐτὸς καὶ τὸ ἄλογο ὅπως τοὺς φώτιζε ὁ φθινοπωρινὸς ἥλιος καθὼς πλησίαζαν τὴν ξένη πόλη! Οἱ ἄνθρωποι συνωθοῦνταν στοὺς δρόμους ἢ φώναζαν ἀπὸ τὰ παράθυρα. Γρηὲς κάθονταν  καὶ παρατηροῦσαν ἀνάμεσα σὲ γλάστρες. Ἀλλὰ ἂν ἔψαχνε κανεὶς νὰ βρεῖ κανένα ἄλλο ἄλογο ἢ ἄλλον ἀναβάτη, μάταια θὰ ἔψαχνε. Φίλε μου, εἶπε τὸ ζῶο, γιατί δὲν μὲ ἐγκαταλείπεις; Μόνος, θὰ βρεῖς τὸν δρόμο σου ἐδῶ. Ἄν, ὅμως, σὲ ἐγκατέλειπα, εἶπε ὁ ἄλλος, θὰ σήμαινε πὼς ἀφήνω πίσω μου ἕνα κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ τὸ κάνω αὐτὸ ἐφόσον δὲν γνωρίζω ποιό κομμάτι εἶσαι;

Ἕνα ἔργο μυθοπλασίας

Ὅταν, μετὰ ἀπὸ πολλὲς νύχτες, γύρισα τὴν τελευταία σελίδα, μὲ κατέκλυσε μιὰ θλίψη. Ποῦ εἶχαν πάει ὅλοι, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ φαίνονταν τόσο πραγματικοί; Γιὰ νὰ ξεχαστῶ, ἀποφάσισα νὰ κάνω ἕναν νυχτερινὸ περίπατο˙ἐνστικτωδῶς, ἄναψα τσιγάρο. Στὸ σκοτάδι, τὸ τσιγάρο ἔφεγγε σὰν φωτιὰ ποὺ ἄναψε κάποιος ἐπιζῶν. Ἀλλὰ ποιός θὰ μποροῦσε νὰ διακρίνει αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὴ τὴ μικρὴ κουκκίδα ἀνάμεσα στὰ ἄπειρα ἀστέρια; Στάθηκα λίγο στὸ σκοτάδι, μὲ τὸ τσιγάρο νὰ φέγγει καὶ νὰ μικραίνει, ἡ κάθε εἰσπνοὴ ὑπομονετικὰ νὰ μὲ καταστρέφει. Πόσο μικρὸ ἦταν, πόσο σύντομο. Σύντομο, ναί, σύντομο, ὅμως ἦταν μέσα μου πιά, ἐκεῖ ὅπου ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν τὰ ἀστέρια.

Τὸ ζευγάρι στὸ πάρκο

Ἕνας ἄντρας περπατάει μόνος στὸ πάρκο καὶ δίπλα του περπατᾶ μιὰ γυναίκα, ἐπίσης μόνη. Πῶς τὸ καταλαβαίνει κανείς; Εἶναι σὰν νὰ ὑπῆρχε μιὰ γραμμὴ ἀνάμεσά τους, σὰν τὶς γραμμὲς στὰ γήπεδα. Ἐντούτοις, ἂν τοὺς φωτογράφιζες θὰ ἔμοιαζαν μὲ παντρεμένο ζευγάρι, ἕνα βάρος ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, βάρος ὅπως καὶ οἱ χειμῶνες ποὺ ἔχουν ὑπομείνει μαζί. Κάποια ἄλλη στιγμή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἄγνωστοι ἕτοιμοι νὰ συναντηθοῦν τυχαῖα. Τῆς πέφτει τὸ βιβλίο της˙σκύβει νὰ τὸ σηκώσει, ἀγγίζει, τυχαῖα, τὸ χέρι του καὶ ἡ καρδιά της ἀνοίγει σὰν παιδικὸ μουσικὸ κουτί. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ κουτὶ ξεπροβάλλει μιὰ μικρὴ ξύλινη μπαλλαρίνα. Ἐγὼ τὸ ἔφτιαξα αὐτό, σκέφτεται ὁ ἄντρας˙ καίτοι στὸ ἴδιο σημεῖο βιδωμένη περιστρέφεται, δὲν παύει νὰ εἶναι χορεύτρια, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα κομμάτι ξύλο. Ἔτσι μᾶλλον ἐξηγεῖται ἡ αἰνιγματικὴ μουσικὴ τῶν δέντρων.

Στὸ τελευταῖο της βιβλίο, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 2014  μὲ τίτλο Πιστὴ καὶ Ἐνάρετη Νύχτα [Faithful and Virtuous Night], ἡ Glück περιλαμβάνει, γιὰ πρώτη φορά, καὶ ὀχτὼ ποιήματα σὲ πεζὸ λόγο, τὰ ὁποῖα μεταφράζονται ἐδῶ. Ἡ ἴδια ἐξηγεῖ, σὲ συνέντευξή της στὴν Elisa Gonzalez τῆς Washington Square Review πῶς τὰ πεζὰ αὐτὰ ποιήματα, λειτουργώντας ὡς κλωβοὶ ἀντήχησης, τὴν βοήθησαν νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ ὑλικό της.  Στὰ ποιήματα αὐτὰ ἀξιοποιοῦνται μὲ ἰδιαίτερη ἀποτελεσματικότητα οἱ τεχνικὲς τῆς ἀποστασιοποίησης καὶ τοῦ χιοῦμορ, ποὺ ἡ ποιήτρια (στὸ δοκίμιό της, American Narcissism,  ἀπὸ τὸ βιβλίο τηςAmerican Originality, Farrar, Straus and Giroux, 2017) θεωρεῖ βασικὰ συστατικὰ μιᾶς ποιητικῆς ποὺ ἐπιχειρεῖ προγραμματικὰ νὰ διαχωρίσει τὸ λυρικὸ ἐγὼ ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, δημιουργώντας μιὰ νέου τύπου, ἐν ψυχρῷ, ἐξομολογητικὴ ποίηση. 

Βεβαίως, ἡ χαρακτηριστικὴ εὐθύτητα καὶ ἡ ἀκριβολόγος ἐκφραστικὴ αὐστηρότητα τῆς Γκλὺκ εἶναι ἐμφανεῖς καὶ σὲ αὐτὰ τὰ ποιήματα, ὅπως καὶ σὲ ὅλο τὸ (ὕστερο) ἔργο της, ἐνῶ βασικὸ θέμα παραμένει ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀποσπασματικότητα, ὡς ὁρίζουσες τοῦ βίου καὶ τῆς θνητότητας, ἀλλὰ καὶ τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας.

[πρώτη δημοσίευση αὐτῆς τῆς μετάφρασης: frear.gr, 23 Ἀπριλίου 2019]