Sylvia Plath, Τρία Ποιήματα

Στὸν Γύψο

Ποτὲ δὲν θὰ ξεφύγω! Ἔχω διπλασιαστεῖ καὶ εἶμαι δύο τώρα:
Μιὰ ὁλοκαίνουρια κατάλευκη καὶ ἡ παληὰ ὠχρή,
Ἀλλὰ ἡ κατάλευκη εἶναι ἀνώτερη ἀναμφίβολα 
Δὲν ἔχει ἀνάγκες, εἶναι μία ἀληθινὴ ἁγία.
Στὴν ἀρχὴ τὴ μισοῦσα, δὲν εἶχε προσωπικότητα –
Ξάπλωνε μαζί μου στὸ κρεββάτι σὰν νεκρὴ
Καὶ μὲ τρόμαζε, διότι τὸ σχῆμα της ἀντέγραφε ἀκριβῶς τὸ δικό μου.

Μόνο ποὺ ἐκείνη ἦταν κατάλευκη καὶ ἄθραυστη καὶ ὑγιής.
Μιὰ βδομάδα ἔκανα νὰ κοιμηθῶ, ἦταν τόσο παγωμένη.
Τὴν κατηγοροῦσα γιὰ τὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν ἀπαντοῦσε.
Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὴν ἠλίθια συμπεριφορά της!
Τὴν χτυποῦσα κι αὐτὴ ἔμενε ἀκίνητη, φιλειρηνικὴ μέχρι τέλους.
Ὥσπου ἀντιλήφθηκα πὼς αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἦταν νὰ τὴν ἀγαπῶ:
Καὶ τότε ἄρχισε νὰ ζεσταίνεται, καὶ κατάλαβα τὰ πλεονεκτήματά της.

Χωρὶς ἐμένα, δὲν θὰ ὑπῆρχε, κι ἔτσι προφανῶς ἦταν εὐγνώμων.
Τῆς ἔδωσα ψυχή, κι ἀναδύθηκα ἀπὸ μέσα της σὰν τριαντάφυλλο
ποὺ ἀναδύεται ἀνθισμένο ἀπὸ ἕνα φτηνὸ πορσελάνινο βάζο.
Κι ὅλα τὰ μάτια ἦσαν καρφωμένα ἐπάνω μου
Ὄχι στὴ λευκότητα καὶ στὴν ὀμορφιά της, ὅπως πίστευα στὴν ἀρχή.
Υἱοθέτησα ἔναν τόνο ὑπεροπτικῆς ἀνωτερότητας ἀπέναντί της καὶ τὸ δέχτηκε –
 Φἀνηκε σχεδὸν ἀμέσως πὼς εἶχε νοοτροπία σκλάβας.

Δὲν μὲ ἐνοχλοῦσε νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, καὶ ἡ ἴδια τὸ λάτρευε.
Τὸ πρωὶ μὲ ξυπνοῦσε νωρίς, ἀντανακλώντας τὸν ἥλιο
Στὸν ἐκπληκτικὰ λευκὸ κορμό της καὶ ἀναπόφευκτα παρατηροῦσα
Πόσο κόσμια καὶ ἤρεμη καὶ ὑπομονετικὴ ἦταν:
Ὅσο ἤμουν ἀδύναμη, μὲ φρόντιζε σὰν τὴν καλύτερη νοσοκόμα,
Συγκρατοῦσε τὰ κόκκαλά μου στὴ θέση τους μέχρι νὰ δέσουν.
Μὲ τὸν καιρό, ἡ φιλία μας ἔγινε σφοδρότερη.

Δὲν ἐφάρμοζε πιὰ σὰν ἐκμαγεῖο ἐπάνω μου, ἦταν ἐπιφυλακτική.
Ἔνοιωθα μάλιστα ὅτι μὲ ἐπέκρινε ἄθελά της,
Σὰν νὰ τὴν πρόσβαλαν οἱ συνήθειές μου κατὰ κάποιον τρόπο.
Ἄφηνε ἀνοιχτὰ τὰ παράθυρα κι ἔμπαινε ρεῦμα, γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀφηρημένη.
Καὶ τὸ δέρμα μου μὲ ἔτρωγε καὶ ξεφλούδιζε σιγὰ σιγὰ
Μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν μὲ φρόντιζε ἐπαρκῶς.
Καὶ τότε κατάλαβα ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα: νόμιζε πὼς ἦταν ἀθάνατη.

Ἤθελε νὰ μὲ ἐγκαταλείψει, νόμιζε πὼς ἦταν ἀνώτερη,
Καὶ πὼς τὴν ἔκρυβα ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ μοῦ κρατοῦσε κακία –
Ποὺ χαράμιζε τὶς μέρες της φροντίζοντας μιὰ μισοπεθαμένη!
Καὶ στὰ κρυφὰ ἄρχισε νὰ εὔχεται νὰ πεθάνω.
Ὕστερα κάλυπτε τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια μου, μὲ κάλυπτε ὁλόκληρη,
Καὶ φοροῦσε τὸ πρόσωπό μου ὅπως μιὰ σαρκοφάγος
φοράει τὸ πρόσωπο τοῦ Φαραώ, δὲν εἶναι ὅμως παρὰ χῶμα καὶ νερό.

Δὲν ἤμουν καθόλου σὲ θέση νὰ τὴ διώξω.
Μὲ φρόντιζε τόσο καιρὸ ποὺ ἤμουν πιὰ σχεδὸν ἀνάπηρη –
Εἷχα ξεχάσει πλέον πῶς νὰ περπατάω, πῶς νὰ κάθομαι.
Κι ἔτσι πρόσεχα πολὺ καὶ προσπαθοῦσα νὰ μὴν τὴν ἀναστατώνω
Καὶ νὰ μὴν διατρανώνω πρόωρα πὼς θὰ τὴν ἐκδικηθῶ.
Ζοῦσα μαζί της σὰν νὰ ζοῦσα μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ φέρετρο!
Ἐντούτοις, δὲν μποροῦσα χωρὶς αὐτήν, κι ἂς μὲ στεναχωροῦσε.

Σκεφτόμουν μερικὲς φορὲς πὼς θὰ δραπετεύαμε μαζί –
Στὸ κάτω κάτω, ἦταν σὰν νὰ ἤμασταν παντρεμένες, ἤμασταν τόσο δεμένες.
Τώρα καταλαβαίνω πὼς μόνο ἡ μιὰ ἀπὸ τὶς δυό μας μπορεῖ νὰ γλιτώσει.
Μπορεῖ αὐτὴ νὰ εἶναι ἁγία, κι ἐγὼ νὰ εἶμαι ἄσχημη καὶ τριχωτή,
Ἀλλὰ σύντομα θὰ ἀντιληφθεῖ πὼς αὐτὸ δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία.
Συλλέγω δυνάμεις, μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς μέρες θὰ τὰ καταφέρω χωρὶς ἐκείνην,
Καὶ θὰ ἀφανιστεῖ μέσα στὸ κενὸ τότε, καὶ θ᾽ἀρχίσω νὰ τῆς λείπω.

Ἡ Λάζαρος

Τὰ κατάφερα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μιὰ φορὰ
τὸ πετυχαίνω.

Ἕνα θαῦμα πραγματικό, τὸ δέρμα μου
λαμπρὸ σὰν λαμπατὲρ τῶν ναζί,
τὸ πόδι μου

ἕνα μπιμπελό.
Τὸ πρόσωπό μου ἔξοχο ἑβραίικο λινὸ
χωρὶς χαρακτηριστικά, κενό.

Τράβα τὰ σάβανα 
ἐχθρέ μου.
Σὲ τρομάζω;

Κοίτα τὴ μύτη μου, τὶς κόγχες τῶν ματιῶν, τὰ πάλλευκα δόντια.
Μὴν ἀνησυχεῖς, ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θὰ χαθεῖ
ἡ σάπια δυσωδία τῆς ἀνάσας μου.

Ὅπου νἆναι οἱ σάρκες 
ποὺ κατέφαγε ὁ τάφος
θὰ ξαναφυτρώσουν στὸ κορμί μου.

Καὶ τότε θὰ χαμογελῶ.
Εἶμαι μόλις τριάντα χρονῶν
κι ὅπως οἱ γάτες πεθαίνω ἑφτὰ φορές.

Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος ὑπ᾽ ἀριθμὸν τρία.
Ἄχ, πόσο μὲ κουράζει
ν᾽ ἀφανίζομαι κάθε δέκα χρόνια 

νὰ γίνομαι μύρια κομμάτια.
Καὶ ὁ φιλοθεάμων ὄχλος μασουλώντας στραγάλια
σπρώχνεται νὰ δεῖ

πῶς τραβώντας ἀπὸ πάνω μου τὰ σάβανα μὲ γδύνουν,
ὁ ὄχλος τρέχει νὰ θαυμάσει τὸ μεγάλο στριπτήζ.
Κυρίες καὶ κύριοι

ἰδού, νά τὰ χέρια μου
κι ἐδῶ τὰ γόνατά μου!
Εἶμαι πετσὶ καὶ κόκκαλο βεβαίως

ἀλλὰ παραμένω ἴδια κι ἀπαράλλαχτη.
Δέκα χρονῶν ἤμουν τὴν πρώτη φορὰ – 
ἦταν ἀτύχημα τότε.

Τὴ δεύτερη προσπάθησα
νὰ ἐπιμείνω, νὰ μὴν ξαναγυρίσω στὴ ζωή.
Σκλήρυνα σὰν βράχος, 

ἔγινα στρείδι κι ἔκλεισα
καὶ μὲ φώναζαν καὶ μὲ ξαναφώναζαν καὶ πάσχιζαν 
σὰν νἆταν πέρλες τὰ σκουλήκια στὸ κουφάρι μου νὰ τὰ ξεκολλήσουν.

Εἶναι τέχνη ὁ θάνατος
ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα.
Ἐγὼ πεθαίνω ἐξαιρετικὰ

πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν κόλαση
πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν ἀλήθεια.
Χωρὶς ἀμφιβολία, ἔχω χάρισμα.

Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις σὲ μιὰ φυλακή.
Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις καὶ νὰ μένεις ἐκεῖ.
Τὸ δύσκολο εἶναι ἡ ἐντυπωσιακὴ

ἐπιστροφὴ στὸ φῶς τῆς ἡμέρας
στὸν ἴδιο τόπο, στὸ ἴδιο πρόσωπο, στὴν ἴδια βίαιη
ἐνθουσιώδη κραυγή:

«θαῦμα!»
ποὺ μὲ ἐξαντλεῖ.
Θὰ σᾶς κοστίσει λοιπὸν ἂν θέλετε

ἀπὸ κοντὰ νὰ δεῖτε τὶς πληγές μου, θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε ν᾽ἀκούσετε τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μου,
θὰ πληρώσετε εἰσιτήριο!

Κι ἀκόμη πιὸ ἀκριβά, πανάκριβα θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε μιὰ λέξη μου, ἕνα ἄγγιγμά μου,
μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα μου

μιὰ τούφα ἀπ᾽τὰ μαλλιά μου, ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα μου.
Ἔτσι ἀκριβῶς, γιατρέ μου,
ἔτσι, ἐχθρέ μου.

Ἐγὼ εἶμαι τὸ πιὸ σπουδαῖο σου δημιούργημα
τὸ πιὸ πολύτιμο
τὸ ἁγνὸ χρυσό σου βρέφος

ποὺ κλαίει καθὼς λιώνει στὴν πυρά.
Καίγομαι ἤδη, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα
Καθόλου δὲν ὑποτιμῶ τὴν προσεκτική σου φροντίδα.

Ἔγινα στάχτη
Ποὺ συδαυλίζεις καὶ σκαλίζεις
Σάρκες, κόκκαλα, ὅλα τέφρα πιά.

Τ᾽ἀπομεινάρια μου: λίγο σαπούνι
μιὰ βέρα
κι ἕνα δόντι χρυσό.

Θεέ, Ἑωσφόρε,
φυλαχθεῖτε
φυλαχθεῖτε!

Μέσ᾽ἀπὸ τὴν τέφρα ξαναγεννιέμαι
τὰ πορφυρὰ μαλλιά μου ἀνεμίζω
καὶ τοὺς ἀνθρώπους καταβροχθίζω.

Ἄκρο

Ἡ γυναίκα ἔχει κατακτήσει τὴν τελειότητα.
Τὸ νεκρό της

σῶμα φορᾶ τὸ χαμόγελο τῆς ἐπιτυχίας,
ἠ αὐταπάτη μιᾶς ἀρχαίας ἀναγκαιότητας κυλάει

ἀνάμεσα στοὺς παπύρους ποὺ σχηματίζει ὁ χιτώνας της,
τὰ γυμνά της

πόδια μοιάζει σὰν νὰ λένε:
Φτάσαμε ὣς ἐδῶ, τελείωσε.

Πεθαμένα παιδιὰ σὲ στάση ἐμβρυική, σὰν ἄσπρα ἑρπετά,
πλάι σὲ μικρὲς

κανάτες γάλα, κενὲς πιά.
Τὰ παίρνει 

καὶ τὰ μαζεύει μέσα στὸ σῶμα της, ὅπως τὸ ρόδο
μαζεύει τὰ πέταλά του ὅταν ὀ κῆπος

παγώνει καὶ ξεχύνονται ἀρώματα
ἀπὸ τοὺς γλυκοὺς ψηλοὺς λαιμοὺς τῶν νυχτολούλουδων.

Ἡ σελήνη δὲν ἔχει λόγο νὰ λυπᾶται,
παρατηρεῖ μέσ᾽ ἀπὸ τὸν ὀστέινο μανδύα της.

Τὰ ἔχει συνηθίσει αὐτὰ τὰ πράγματα.
Τὰ μαῦρα της τρίζουν καὶ σέρνονται.

Louise Glück, Ὁ Μελαγχολικὸς Γραμματέας

Εἶχα ἕναν γραμματέα, ἦταν ὅμως μελαγχολικός,
τόσο μελαγχολικὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴ δουλειά του.
Ἦταν ἐπιφορτισμένος νὰ ἀνοίγει τὰ λιγοστά μου γράμματα,
καὶ νὰ συντάσσει ἀπαντήσεις σὲ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀπαντηθοῦν,
ἀφήνοντας στὸ τέλος ἕνα κενὸ γιὰ τὴν ὑπογραφή μου
καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπογραφή μου, νὰ βάζει τὰ ἀρχικά του,
μιὰ τυπικότητα πού, στὴν ἀρχή, διεκπεραίωνε μὲ πολλὴ περηφάνια. 
Ὅποτε χτυποῦσε τὸ τηλέφωνο, ἔπρεπε νὰ λέει
πὼς ὁ ἐργοδότης του ἦταν ἀπασχολημένος ἐκείνη τὴ στιγμή
καὶ νὰ ρωτάει ἂν ἤθελαν νὰ ἀφήσουν κάποιο μήνυμα.

Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες, ἦρθε νὰ μοῦ μιλήσει.
Ἀφεντικό, μοῦ εἶπε (ἔτσι μὲ ἀποκαλοῦσε),
δὲν σοῦ εἶμαι πιὰ χρήσιμος˙ πρέπει νὰ μὲ διώξεις.
Καὶ παρατήρησα ὅτι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ πράγματά του
καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγει, ἂν καὶ ἦταν νύχτα
καὶ χιόνιζε. Τὸν λυπήθηκε ἡ ψυχή μου.
Κοίτα, τοῦ εἶπα, ἐφόσον δὲν διεκπεραιώνεις τὰ λίγα σου καθήκοντα,
τί ἄλλο μπορεῖς νὰ κάνεις γιὰ μένα; Καὶ μοῦ ἔδειξε τὰ μάτια του,
ποὺ ἦσαν γεμάτα δάκρυα. Μπορῶ νὰ κλαίω, εἶπε.
Τότε θὰ πρέπει νὰ κλάψεις γιὰ μένα, τοῦ εἶπα,
ὅπως ὁ Χριστὸς ἔκλαψε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Δίσταζε, ὅμως.
Ἡ ζωή σου εἶναι ἀξιοζήλευτη, εἶπε˙
τί θὰ πρέπει νὰ σκέφτομαι ὅταν κλαίω; 
Καὶ τοῦ εἶπα πόσο ἄδειες ἦσαν οἱ μέρες μου
καὶ ὁ χρόνος, ποὺ τελείωνε,
καὶ πόσο ἀσήμαντα ἦσαν τὰ ἐπιτεύγματά μου,
καὶ καθὼς μιλοῦσα εἶχα τὴν παράδοξη αἴσθηση
πὼς γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ αἰσθανόμουν κάτι
γιὰ κάποιο ἄλλο ἀνθρώπινο ὄν –

Στεκόταν ἐντελῶς ἀκίνητος.
Εἶχα ἀνάψει τὴ φωτιὰ στὸ τζάκι˙
θυμᾶμαι τοὺς ἀνακουφισμένους ἀναστεναγμοὺς
τῶν ξύλων ποὺ πέθαιναν –

Ἀφεντικό, εἶπε, ἔδωσες
νόημα στὴν ὀδύνη μου.

Ἡ στιγμὴ ἦταν παράξενη.
Ἡ ὅλη συζήτηση φαινόταν ἐντελῶς ψεύτικη
καὶ συγχρόνως βαθιὰ εἰλικρινής, λέξεις ὅπως ἄδειος καὶ ἀσήμαντος
ἦταν σὰν νὰ εἶχαν ξυπνήσει κάποιο συναίσθημα στὴ μνήμη μου
ποὺ εἶχε τώρα προσκολληθεῖ στὴν παρούσα κατάσταση
καὶ στὸ πρόσωπο αὐτὸ μπροστά μου.

Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε.  Τὰ δάκρυά του ἔλαμπαν
κοκκινόχρυσα στὸ φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ὕστερα ἔφυγε.

Ἔξω ἔπεφτε τὸ χιόνι,
τὸ τοπίο μεταλλασσόταν σὲ μιὰ σειρὰ
ἀπὸ κοινότοπες γενικεύσεις
διάστικτες ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ αἰνιγματικὰ
σχήματα ἐκεῖ ὅπου εἶχε μετατοπιστεῖ τὸ χιόνι.
Ὁ δρόμος ἦταν λευκός, ὅλα τὰ δέντρα ἦσαν λευκά –
Ἐπιφανειακὲς ἀλλαγές, ἀλλὰ μήπως αὐτὲς δὲν εἶναι οἱ μόνες
ποὺ βλέπουμε ποτέ;

Louise Glück, Τὸ Χαρτὶ


Πῆγα σήμερα στὴ γιατρὸ  –
ἡ γιατρὸς εἶπε ὅτι πεθαίνω,
δὲν εἶπε αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀλλὰ ὅταν τὸ εἶπα ἐγὼ
δὲν τὸ ἀρνήθηκε –

Πόσο κακὸ ἔχεις κάνεις στὸ σῶμα σου, λέει ἡ σιωπή της
Σοῦ τὸ δώσαμε καὶ κοίτα τί τὸ ἔκανες
πῶς τὸ κακομεταχειρίστηκες.
Δὲν ἀναφέρομαι μόνο στὸ κάπνισμα
ἀλλὰ καὶ στὴ διατροφή, στὸ ποτό.

Εἶναι νέα˙ τὸ σῶμα της κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἰατρικὴ μπλούζα.
Τὰ μαλλιά της εἶναι μαζεμένα πίσω, μικρὲς θηλυκὲς τοῦφες
συγκρατοῦνται ἀπὸ ἕνα σκοῦρο λάστιχο. Δὲν αἰσθάνεται ἄνετα ἐδῶ,

στὸ γραφεῖο της, μὲ τὸ πτυχίο κορνιζαρισμένο πάνω ἀπ᾽τὸ κεφάλι της,
νὰ κοιτάζει ἀποτελέσματα ἐξετάσεων
μὲ κάποια νούμερα ὑπογραμμισμένα γιὰ νὰ τὰ προσέξει.
Ἡ σπονδυλική της στήλη εἶναι ἴσια, ἐπίσης, χωρὶς συναίσθημα.

Κανεὶς δὲν μὲ δίδαξε πῶς νὰ προσέχω τὸ σῶμα μου.
Μεγαλώνοντας, σὲ προσέχει ἡ μαμά σου ἢ ἡ γιαγιά σου.
Ὅταν γλιτώνεις ἀπ᾽ αὐτές, ἀναλαμβάνει ἡ γυναίκα σου, ἀλλὰ εἶναι φοβισμένη,
δὲν κάνει καὶ πολλά. Ὁπότε, αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ἔχω
γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ γιατρὸς μὲ κατηγορεῖ  – πάντοτε τὸ φρόντιζαν γυναῖκες
καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ἔκαναν πολλὰ λάθη.

Ἡ γιατρὸς μὲ κοιτάζει  –
ἀνάμεσά μας, μιὰ στοίβα βιβλία καὶ ντοσιέ.
Εἴμαστε μόνοι στὴν κλινική.

Ὑπάρχει μιὰ καταπακτὴ ἐδῶ, καὶ μέσα της
ἡ χώρα τῶν νεκρῶν. Καὶ οἱ ζωντανοὶ σὲ σπρώχνουν
θέλουν νὰ μπεῖς πρῶτος, πρὶν ἀπὸ αὐτούς.

Ἡ γιατρὸς τὸ γνωρίζει αὐτό. Ἔχει τὰ βιβλία της,
κι ἐγὼ ἔχω τὰ τσιγάρα μου. Στὸ τέλος
γράφει κάτι σὲ ἕνα χαρτί.
Αὐτὸ θὰ τακτοποιήσει τὴν πίεσή σου, λέει.

Καὶ τὸ βάζω στὴν τσέπη μου, καὶ φεύγω.
Καὶ μόλις βγῶ ἔξω, τὸ σκίζω, σὰν νὰ ἦταν εἰσιτήριο γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο.

Ἦταν τρέλλα ὅτι ἦρθε ἐδῶ,
σὲ ἕναν τόπο ὅπου δὲν ξέρει κανέναν.
Εἶναι μόνη, δὲν φοράει βέρα.
Μόνη στὸ σπίτι, ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πίνει ἕνα, μετρημένο, ποτήρι κρασὶ τὴν ἡμέρα
καὶ τὸ δεῖπνο της δὲν εἶναι δεῖπνο.


Καὶ βγάζει τὴν ἄσπρη μπλούζα:
ἀνάμεσα στὴ μπλούζα καὶ τὸ σῶμα της,
φοράει μόνο ἕνα λεπτὸ βαμβακερό.
Καὶ κάποια στιγμή, τὸ βγάζει κι αὐτό.

Γιὰ νὰ γεννηθεῖς, τὸ σῶμα σου συνάπτει μιὰ συμφωνία μὲ τὸν θάνατο
κι ἔκτοτε τὸ μόνο ποὺ κάνει εἶναι νὰ προσπαθεῖ νὰ μὴν τὴν τηρήσει –

Ξαπλώνεις μόνος. Ἴσως κοιμᾶσαι, ἴσως δὲν ξυπνᾶς ποτέ.
Γιὰ πολὺ καιρό, ὅμως, ἀκοῦς κάθε ἦχο.
Εἶναι μιὰ νύχτα ὅπως ὅλες οἱ θερινὲς νύχτες˙ τὸ σκοτάδι δὲν ἔρχεται ποτέ.