Louise Glück, Μιὰ ἀνάμνηση

Ὑπέφερα ἀπὸ μιὰ νόσο

τῆς ὁποίας τὰ αἴτια ποτὲ δὲν προσδιορίστηκαν

ἂν καὶ μοῦ ἦταν ὅλο καὶ πιὸ δύσκολο νὰ συνεχίσω νὰ ὑποκρίνομαι

ὁμαλότητα, καλὴ ὑγεία ἣ χαρὰ τῆς ζωῆς –

Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς ἤθελα νὰ κάνω παρέα μόνο μὲ ὅσους ἦσαν σὰν ἐμένα

Ἔψαχνα παντοῦ νὰ τοὺς βρῶ, κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια

καὶ δὲν ἦταν καθόλου εὔκολο

καθὼς ἦσαν ὅλοι κρυμμένοι ἢ μεταμφιεσμένοι.

Στὸ τέλος ὅμως βρῆκα κάποιους ὁμοίους μου

καὶ πότε πότε πήγαινα περίπατο

στὸ ποτάμι μὲ ὅποιον εὐκαιροῦσε

καὶ τοῦ μιλοῦσα μὲ μιὰ εἰλικρίνεια ποὺ εἶχα σχεδὀν ξεχάσει —

Ἐντούτοις, τὶς περισσότερες φορὲς σωπαίναμε, προτιμούσαμε

τὸ ποτάμι ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε —

Στὶς ὄχθες χόρευε τὸ χορτάρι μὲ τὸ φθινοπωρινὸ ἀεράκι.

Καὶ μοῦ θύμιζε, νόμιζα, ἕνα τοπίο

ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία, ἀλλὰ

δὲν ὑπῆρχε ποτάμι στὴν παιδική μου ἡλικία,

μόνο σπίτια καὶ κῆποι. Ὁπότε τὸ πιθανότερο εἶναι

πὼς ἐπέστρεφα στὸν καιρὸ ἐκεῖνο

πρὶν ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, στὴ λήθη, ἴσως

αὐτὸ νὰ ἦταν τελικὰ τὸ ποτάμι ποὺ θυμόμουν.

Rae Armantrout, Ἀπόγειο

Τὸ Φῶς 1

Πῆγε τρεῖς, μόνο δυὸ ὧρες φῶς ἔχουμε ἀκόμη,
νὰ πέφτει λαμπρὸ στὴν ἀχλαδιὰ τοῦ κήπου,
ὅπου μαραίνονται ἤδη κάποια κόκκινα φύλλα.
Καὶ τ᾽ ἄλλα φύλλα στὸ θάμνο ποὺ πιστεύουμε
πὼς εἶναι μᾶλλον φούλι – πῆραν ξανὰ τὸ ἴδιο κίτρινο
χρῶμα ποὺ εἶχαν ὅταν βγῆκαν – θὰ πέσουν ὅπου νἆναι.

Θὰ μοῦ λείψεις πολὺ ὅταν χαθεῖς.
Θὰ μοῦ ἔλειπες ἀκόμη κι ἂν ἀνοιγόκλεινα τὰ μάτια
ἢ ἂν κάποιο βιαστικὸ σύννεφο ἔκρυβε τὸν ἥλιο.
Μοῦ λείπει αὐτὴ ἐδῶ ἡ στιγμὴ
καθὼς ἐξακολουθεῖ νὰ συμβαίνει.

Τὸ Φῶς 2

Ἐκεῖνο τὸ δεντράκι,
μὲ τὰ μαραμένα φύλλα
ἐν μέρει χρυσά, ἐν μέρει
βαθυκόκκινα,  δὲν ἔχει πιὰ
πάρε-δῶσε μὲ κανέναν –
ἄκαμπτο φθάνει στὸ ἀπόγειο
καὶ δὲν δοξάζει κανέναν.

Ὁ χρυσὸς ποὺ γιὰ χάρη του
ἰσοπέδωσαν οἱ δικοί μου τὸν κόσμο –

ἐκεῖ ἐκταμιεύεται.

Louise Glück, Τραγούδι

Ὁ Λῆο Κροὺζ φτιάχνει πανέμορφες ὁλόλευκες πορσελάνες
θὰ ἤθελα νὰ σοῦ φέρω κι ἐσένα 
ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς
ἔτσι ὅπως εἶναι ἡ κατάσταση

Μοῦ μαθαίνει
τὰ ὀνόματα τῶν φυτῶν τῆς ἐρήμου
μοῦ ἔχει δώσει ἕνα βιβλίο
καθὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ δῶ τὰ ἴδια τὰ φυτᾶ

Ὁ Λῆο πιστεύει πὼς ὅ,τι φτιάχνουμε οἱ ἄνθρωποι
εἶναι πιὸ ὄμορφο
ἀπ᾽ ὅ,τι ὑπάρχει στὴ φύση

κι ἐγὼ λέω ὄχι.
Καὶ ὁ Λῆο λέει
περίμενε καὶ θὰ δεῖς.

Κάνουμε σχέδια
γιὰ ἕναν περίπατο στὴν ἔρημο μαζί.
Πότε, τὸν ρωτάω, 
πότε; Ποτὲ πιά:
αὐτὸ δὲν τὸ λέμε.

Μοῦ μαθαίνει
νὰ ζῶ μὲ τὴ φαντασία μου:

περπατάω στὴν ἔρημο
καὶ μὲ φυσάει κρύος ἀέρας˙
βλέπω τὸ σπίτι του στὸ βάθος˙
βλέπω καπνὸ στὴν καμινάδα.

Ἀπὸ τὸν κλίβανο, σκέφτομαι˙
μόνον ὁ Λῆο φτιάχνει πορσελάνη στὴν ἔρημο

Ἄ, λέει, ὀνειρεύεσαι πάλι

Κι ἐγὼ λέω χαίρομαι ποὺ ὀνειρεύομαι
πὼς ἡ φωτιὰ καίει ἀκόμη.