der Tod ist ein Meister aus Deutschland

H ποίηση του Paul Celan ίσως να μην προορίζεται για να την καταλάβουμε, ίσως, όπως είπε ο Steiner, οποιαδήποτε ερμηνεία, και ακόμη και η ανάγνωσή της, να αποτελεί εισβολή. Με παράτολμο θράσος, ωστόσο, σκέφτηκα να μεταφράσω ένα από τα λιγότερο δύσβατα, και οπωσδήποτε το πιο διάσημο ποίημά του: Todesfuge.

Η πραγματική απόλαυση του ποιήματος κρύβεται εδώ, όπου ο ίδιος ο ποιητής το διαβάζει.

ΦΟΥΓΚΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

μαύρο γάλα της αυγής πίνουμε τα βράδια
μαύρο γάλα πρωί μεσημέρι μαύρο γάλα και τη νύχτα
πίνουμε πίνουμε
σκάβουμε έναν τάφο ψηλά στα σύννεφα εκεί θα έχουμε άνεση
στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει στη Γερμανία καθώς πέφτει το σκοτάδι
η χρυσή σου κόμη Μαργαρίτα,
αυτό γράφει και φεύγει από το σπίτι κι αστράφτουν τα αστέρια και σφυρίζει για ναρθούν τα σκυλιά του
και σφυρίζει για ναρθούν οι Εβραίοι του και τους προστάζει να σκάψουν στη γη έναν τάφο
μας προστάζει μουσική για χορό να παίξουμε

μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και το μεσημέρι σε πίνουμε το βράδι
πίνουμε σε πίνουμε
στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει στη Γερμανία καθώς πέφτει το σκοτάδι
η χρυσή σου κόμη Μαργαρίτα
η σταχτιά σου κόμη Σουλαμίτις σκάβουμε έναν τάφο στους ουρανούς εκεί θα έχουμε άνεση

φωνάζει σκάψτε βαθύτερα ανοίξτε λάκκο πιο βαθύ μέσα στη γη και εσείς και οι άλλοι
τραγουδήστε τώρα και παίξτε
αρπάζει το οπλο από τη ζώνη του και κραδαίνει τα μάτια του είναι γαλανά
εσείς με τα φτυάρια σκάψτε πιο βαθιά και οι άλλοι παίξτε μουσική για χορό

μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και το μεσημέρι σε πίνουμε το βράδι
πίνουμε σε πίνουμε
στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας η χρυσή σου κόμη Μαργαρίτα
η σταχτιά σου κόμη Σουλαμίτις παίζει με τα φίδια
φωνάζει παίξτε πιο γλυκά το θάνατο ο θάνατος είναι δεξιοτέχνης από τη Γερμανία
φωνάζει τώρα παίξτε τα βιολιά πιο σκοτεινά και σαν καπνός στους ουρανούς θα υψωθείτε
θα βρείτε στα σύννεφα τάφο εκεί θα έχετε την άνεσή σας

μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι δεξιοτέχνης από τη Γερμανία
σε πίνουμε το βράδι και το πρωί
πίνουμε σε πίνουμε
ο θάνατος είναι δεξιοτέχνης από τη Γερμανία τα μάτια του είναι γαλανά
σε πυροβολεί με σφαίρες μολυβένιες ξέρει καλό σημάδι
στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας η χρυσή σου κόμη Μαργαρίτα
αμολάει κατεπάνω μας τους σκύλους μας δωρίζει έναν τάφο στον ουρανό
παίζει με τα φίδια ονειρεύεται πως ο θάνατος είναι δεξιοτέχνης από τη Γερμανία

η χρυσή σου κόμη Μαργαρίτα
η σταχτιά σου κόμη Σουλαμίτις

the love that dare not speak its name

Μεταφράζω τὸ πιὸ τολμηρὸ ἀπόσπασμα τῆς “ἀπολογίας” τοῦ Oscar Wilde στὸ δικαστήριο ποὺ τὸν δίκασε γιὰ τὴν ἐρωτική του προτίμηση. Ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀκροατηρίου ἀνάγκασε τὸν δικαστὴ νὰ πεῖ, συνοψίζοντας τὸν σκοπὸ τῆς δίκης: “ἂν ὑπάρξει ἡ παραμικρὴ ἐκδήλωση συναισθήματος ἐφεξῆς, θὰ ἐκκενώσω τὴν αἴθουσα”.

Ὁ ἔρωτας ποὺ δὲν τολμᾶ νὰ πεῖ τὸ ὄνομά του στὴν ἐποχή μας εἶναι ἡ μεγάλη τρυφερότητα ποὺ ἐμπνέει ἕνας νέος ἄνδρας σὲ ἕναν μεγαλύτερο. Σὰν τὸν ἔρωτα ποὺ συνέδεσε τὸν Δαυὶδ καὶ τὸν Ἰωνάθαν, τὸν ἔρωτα ποὺ ὁ Πλάτων ἔθεσε ὡς βάση τῆς φιλοσοφίας του, τὸν ἔρωτα ποὺ ἀποτυπώνεται στὰ σονέτα τοῦ Μιχαὴλ Ἄγγελου καὶ τοῦ Σαίκσπηρ. Πρόκειται γιὰ μιὰ βαθιὰ πνευματικὴ ἀγάπη, ἁγνὴ καὶ ἄμωμη. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ἐμπνέει καὶ διαπνέει σπουδαῖα ἔργα τέχνης ὅπως αὐτὰ τοῦ Σαίκσπηρ καὶ τοῦ Μιχαὴλ Ἄγγελου, καθὼς κι ἐκεῖνες τὶς δυὸ ἐπιστολές μου, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἀξία τους. Τὸν ἔρωτα αὐτοῦ τοῦ εἴδους δὲν τὸν καταλαβαίνει ἡ ἐποχή μας, γι᾽αὐτὸ τὸν περιγράφω ὡς ἔρωτα ποὺ δὲν τολμᾶ νὰ πεῖ τὸ ὄνομά του, καὶ ἐξαιτίας του βρίσκομαι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἐδῶ ὅπου βρίσκομαι. Ὅ ἔρωτας αὐτὸς εἶναι ὡραῖος, εἶναι ἐξαίσιος, ἀποτελεῖ τὴν πιὸ εὐγενὴ μορφὴ τρυφερότητας. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀφύσικο σὲ αὐτόν. Πρόκειται γιὰ ἔρωτα διανοητικό, ποὺ συχνὰ ἑνώνει ἕναν μεγαλύτερο καὶ ἕναν νεότερο ἄνδρα, καθὼς ὁ μεγαλύτερος διαθέτει νοῦ στιβαρὸ καὶ ὁ νεότερος ἔχει ἐμπρός του ὅλη τὴ χαρά, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ μαγεία τῆς ζωῆς. Ὁ κόσμος ἀδυνατεῖ νὰ τὸ καταλάβει αὐτό. Ὁ κόσμος χλευάζει τὸν ἔρωτα αὐτὸν καὶ τοὺς ἄνδρες ποὺ ἐρωτεύονται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τοὺς στέλνει ἐνίοτε στὸν δήμιο.

Η Μελέτη της Αισθητικής

Το ποίημα του Ezra Pound The Study in Aesthetics, του οποίου παραθέτω εδώ την εκδοχή μου, είναι από τα πιο αγαπημένα μου. Ανήκει στη συλλογή Lustra και γράφτηκε το 1916. Το πρωτότυπο κείμενο μπορεί κανείς να βρει και εδώ. Αν και δεν υπάρχει ηχογράφηση του Pound να διαβάζει το συγκεκριμένο ποίημα, θα συνιστούσα αναχρονιστικά τη φωνή του να τραγουδά το Usura (Canto XLV), σε διαρκές repeat, ως υπόκρουση σε οποιοδήποτε ποίημα από τα Lustra, για να μας θυμίζει ότι ο στίχος του Pound δεν είναι ελεύθερος, αλλά ρυθμικότατος.

Τα εξής λόγια του ποιητή νομίζω ότι αποκαλύπτουν πολλά για την ποίησή του:

Το έργο τέχνης αποτελεί ένα συγκερασμό ελευθερίας και τάξης. Είναι απολύτως προφανές ότι η τέχνη αιωρείται μεταξύ του χάους από τη μια μεριά και της τεχνικής από την άλλη.

Η Μελέτη της Αισθητικής

 

Ήσαν κάτι πολύ μικρά παιδιά με ρούχα μπαλωμένα

Και τα χτύπησε σοφία ασυνήθιστη

Μόλις πέρασε μπροστά τους η γυναίκα, σταμάτησαν το παιχνίδι

Παράτησαν τα βότσαλα και φώναξαν:

Guarda! Ahi, guarda! Ch’e b’ea!

 

 

Όμως τρία χρόνια μετά

Άκουσα το νεαρό Δάντη, δεν ξέρω το επώνυμό του –

Γιατί υπάρχουν, στο Sirmione, είκοσι οκτώ Δάντες και τριάντα τέσσερεις Κάτουλλοι –

Και ήταν πάρα πολλές οι σαρδέλλες στην ψαριά

Και οι μεγαλύτεροι

Τις παράχωναν σε μεγάλα ξύλινα κασόνια

Για να τις πάνε στην αγορά στη Brescia, και αυτός

Πηδούσε δεξιά και αριστερά, άρπαζε τα εξαίσια ψάρια

Και μπλεκόταν σε όλων τα πόδια

Και μάταια τον διέταζαν να sta fermo!

Και όποτε δεν τον άφηναν να στολίσει

Τα ψάρια στα κασόνια

Χάιδευε όσα είχε ήδη στολίσει

Και μουρμούριζε μόνο για δική του ευχαρίστηση

Απαράλλακτη την ίδια φράση:

Ch’e b’ea!

 

 

Και σάστισα ελαφρώς μόλις την άκουσα.

Η Λάζαρος

[Ακολουθεί η δική μου εκδοχή του ποιήματος Lady Lazarus της Sylvia Plath. Η ποιήτρια είπε για αυτό το ποίημα: Μιλά μια γυναίκα που έχει το θαυμάσιο και φοβερό χάρισμα να αναγεννάται. Το πρόβλημα είναι ότι πρώτα πρέπει να πεθάνει. Είναι ο Φοίνικας, το ελεύθερο πνεύμα, είναι ό,τι θέλετε. Και είναι επίσης μια καλή, απλή, εξαιρετικά πολυμήχανη γυναίκα.

Η παρακάτω εκδοχή στηρίζεται στο κείμενο των Collected Poems (Λονδίνο: Faber and Faber, 1981), το οποίο υπάρχει και εδώ. Σώζεται επίσης μία ανάγνωση του ποιήματος από την ίδια την Plath , όπου προστίθενται ελάχιστοι στίχοι.]

Η Λάζαρος

Το πέτυχα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μιά φορά
Τα καταφέρνω.

Είναι ένα θαύμα, το δέρμα μου
λαμπρό σαν λαμπατέρ των ναζί.
Το δεξί μου πόδι

ένα κομψοτέχνημα.
Το πρόσωπό μου εξαίσιο εβραίικο λινό
χωρίς χαρακτηριστικά, κενό

Τράβα τα σάβανα
Ω εχθρέ μου.
Είμαι τρομακτική;

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η λευκή οδοντοστοιχία;
Η δυσωδία της ανάσας όπου νάναι
Θα χαθεί.

Όπου νάναι οι σάρκες
που αφάνισε ο τάφος
θα φυτρώσουν πάλι πάνω μου

Κι εγώ θα χαμογελώ.
Είμαι τριάντα χρονών
Και σαν γάτα πεθαίνω εφτά φορές

Τούτη είναι η τρίτη.
Τι τρομερό
Να εξολοθρεύεσαι κάθε δέκα έτη.

Να γίνεσαι μύρια κομμάτια.
Ο όχλος μασουλάει στραγάλια
και σπρώχνεται

να δει που θα μου βγάλουν τα σάβανα
να δει το μεγάλο στριπτήζ.
Κυρίες και κύριοι

Ιδού τα χέρια μου
Να οι λευκοί μηροί
Είμαι πετσί και κόκαλο, δε λέω,

Ωστόσο, είμαι πάντα η ίδια, ολόιδια γυναίκα.
Την πρώτη φορά ήμουν δέκα ετών.
Ήταν ατύχημα

Τη δεύτερη θέλησα
να επιμείνω, να μη γυρίσω ποτέ.
Σκλήρυνα σα βράχος

έκλεισα σα στρείδι
και με φώναζαν και με ξαναφώναζαν
και σαν πέρλες τραβούσαν τα σκουλήκια από πάνω μου.

Είναι μια τέχνη να πεθαίνεις
όπως όλα τα άλλα.
Εγώ πεθαίνω εξαιρετικά

Πεθαίνω με τον τρόπο της κόλασης
Πεθαίνω με τον τρόπο της αλήθειας
Έχω ταλέντο, οπωσδήποτε

Δεν είναι δύσκολο να πεθάνεις σε ένα κελλί
Δεν είναι δύσκολο να πεθάνεις και να ακινητήσεις
Αλλά η θεατρική

επιστροφή στο φως της ημέρας
στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια βίαιη
περιχαρή κραυγή:

“Θαύμα, θαύμα”
Αυτό είναι το δύσκολο.
Θα σας κοστίσει

να δείτε τις πληγές μου, θα σας κοστίσει
να ακούσετε την καρδιά μου.
Έχω βάλει εισιτήριο

Και θα σας κοστίσει, θα σας κοστίσει ακριβά να πάρετε
μιά λέξη μου, ένα άγγιγμά μου
ή μια σταγόνα αίμα

Μια τούφα μαλλιά, ένα σκισμένο ρούχο.
Να λοιπόν, Herr Doktor.
Να, Herr Εχθρέ.

Είμαι το έργο σου
το πολύτιμο
το βρέφος το ολόχρυσο

Που λιώνει και γίνεται ατόφιο χρυσάφι
Γίνομαι μια φωτοβολίδα
Μη νομίσεις πως υποτιμώ την προσεκτική σου φροντίδα

Γίνομαι τέφρα
Εσύ συδαυλίζεις και σκαλίζεις
Σάρκες, οστά, όλα γίνανε σκόνη

Λίγο σαπούνι
μια βέρα
ένα χρυσό δόντι

Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε
Προσοχή
Προσοχή

Μέσα από την τέφρα μου ξαναγεννιέμαι
με την κόμη πορφυρή
και τρώω τους άντρες σαν τρελή

Sylvia Plath, 23-29 Οκτωβρίου 1962