ἀποφθεγματικότητα

Συχνὰ συναντάει κανεὶς σὲ ποιήματα ἀποφθεγματικοὺς στίχους˙ μερικὲς φορὲς συμβαίνει μάλιστα τὸ ποίημα νὰ εἶναι ὁλόκληρο ἕνα ἀπόφθεγμα, ποὺ καρφώνεται στὸ χαρτὶ εὐελπιστώντας μὲ τὴν ἴδια εὐθυβολία νὰ καρφωθεῖ καὶ στὸν νοῦ τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νὰ προκαλέσει τὴν εὐπρόσδεκτη ἀπορία καὶ τὸν πολυπόθητο θαυμασμό.

 

Εἶναι φυσικὸ ὅτι πολλοὶ ποιητὲς βρίσκουν ἑλκυστικὸ τὸν ἀποφθεγματικὸ λόγο: κατ᾽ ἐξοχὴν πυκνὸς καὶ ἐκφραστικός, ἀλλὰ καὶ μὲ σαφὴ τὴν ἀξίωση τῆς καθολικῆς ἀποδοχῆς, ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος φαίνεται νὰ ταιριάζει γάντι στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ποίησης. Ἐπιπλέον, ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος ἐντυπώνεται στὴ μνήμη, ἑπομένως ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ προσφέρει στοὺς ἐπίδοξους ποιητὲς κάτι ἰδιαίτερα πολύτιμο: τὴν προοπτικὴ οἱ ἀναγνῶστες νὰ θυμηθοῦν κάποιους στίχους σὲ ἀνύποπτη στιγμή, καὶ νὰ τοὺς ἐντάξουν σὲ κάποιαν ἐπὶ ἀσχέτου θέματος συζήτησή τους μὲ τὴν τιμητικὴ προσθήκη “ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητής”.

 

Τὸ πρόβλημα, δυστυχῶς, εἶναι ὅτι στὴν ποίηση, ὅπως καὶ σχεδὸν παντοῦ ἀλλοῦ, οἱ εὔκολες λύσεις σπανίως ἀποδεικνύονται ἐπαρκῶς ἀποτελεσματικές. Διότι τὸ ἀπόφθεγμα ἀπὸ μόνο του, ἂν δηλαδὴ δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ  ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς δομῆς τοῦ ποιήματος, ἂν οὔτε προκύπτει ὡς κατάληξη καὶ ἐπισφράγιση οὔτε τίθεται ὡς προϋπόθεση τῆς ποιητικῆς ἐμπειρίας δὲν δικαιώνεται ποιητικά, ὅσο κι ἂν ἀκούγεται πιασάρικο, ὅσο κουραστικὰ κι ἂν ἐπαναλαμβάνεται στὴν λογοτεχνίζουσα ἀλλὰ καὶ στὴν πραγματικὴ ἀγορὰ δίκην ἀτάκας. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ἔτσι μόνο λειτουργεῖ πιὰ ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος στὴν ποίηση, σὰν σλόγκαν ἣ σὰν ἐξυπναδούλα ποὺ κυκλοφορεῖ στὴν ἀγορά, ἀποκομμένος καὶ ἄμουσος, συνοδευόμενος ἀπὸ ὑπομειδιάματα ἀναγνώρισης τῆς εὐστοχίας καὶ τῆς ἑτοιμολογίας του, πρὸς πᾶσαν χρῆσιν.

 

Διότι ὑπάρχει τεράστια ἀπόσταση μεταξὺ τοῦ “ὄττω τις ἔραται […] ἔμμεναι κάλλιστον” τῆς Σαπφοῦς (ἡ ὁποία στὸ κάτω κάτω εἶχε τὴν σεμνότητα νὰ τοῦ προτάξει τὸ λυρικὸ “ἔγω δὲ”) καὶ τοῦ “σπουδαῖο εἶναι αὐτὸ ποὺ ποθεῖ ἡ ψυχή σου” ποὺ ἀκούει κανεὶς στὶς σαπουνόπερες καὶ στὰ λαϊκότροπα τραγούδια τοῦ συρμοῦ. Στὴν πρώτη περίπτωση, αὐτὸ ποὺ κανεὶς ἀγαπᾶ ἐμφανίζεται ὡς ἡ ποιητικὴ ἀπάντηση στὸ προσγειωμένο ἐρώτημα ποὺ θέτει τὸ ποίημα˙ καί, κυρίως, αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ κανεὶς ἀντιδιαστέλλεται μὲ τὴ μαύρη γῆ τῆς ὁποίας τὴ ματαιότητα πολλαπλὰ καὶ ὀδυνηρὰ προϋποθέτει.  Στὴ δεύτερη περίπτωση, τὸ ἀπόφθεγμα εἶναι ἁπλῶς ἕνας passe-partout χρησμός, ποὺ αὐθαίρετα διεκδικεῖ καθολικὴ ἐμβέλεια, χωρὶς τὸ ἀνύπαρκτο ἔτσι κι ἀλλιῶς συγκείμενο νὰ τὸν δικαιολογεῖ ἢ νὰ τὸν δικαιώνει.

 

Ἡ εὔκολη λύση λοιπὸν τοῦ πιασάρικου ποιητικόμορφου σλόγκαν τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐκθέσει τὸν ποιητή, ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀνειλικρίνεια τῆς πρόθεσής του. Διότι ἡ αὐθεντία τοῦ ποιήματος μόνο ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ποίημα ἐκπηγάζει˙ ἂν ἐπιχειρήσεις νὰ τοῦ τὴν ἐπιβάλλεις, κοινῶς νὰ τοῦ τὴν φορέσεις, τὸ ποίημα σὲ ἐκδικεῖται δι᾽ ἐξοστρακισμοῦ.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἐπικαιρικὰ

Στὴν ποίηση δὲν ὑπάρχουν θεματολογικοὶ κανόνες: δὲν ὑπάρχουν θέματα ἐγγενῶς ποιητικὰ καὶ θέματα ἀπαγορευμένα. Τίποτε, λοιπόν, δὲν ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ γράφονται καὶ ποιήματα τῆς ἐπικαιρότητας, ποιήματα ἐμπνευσμένα ἀπὸ ἕνα ἐπίκαιρο γεγονός, ἢ ἀκόμη καὶ ποιήματα ποὺ σχολιάζουν τὰ ἐπίκαιρα γεγονότα. Χρειάζεται, ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς θεματολογίας, ἐντιμότητα˙ καὶ χρειάζεται, ἐπίσης, χρόνος.

Διότι τὸ “θέμα” ἑνὸς ἀληθινοῦ ποιήματος δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ ἐνδεχομένως ἐμπνέει τὸν ποιητή, ἀλλὰ ἡ στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στὸ γεγονὸς αὐτό: ἡ διαδικασία κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἐξωτερικὸ γεγονὸς μετατρέπεται σὲ βίομμα (κατὰ τὴν εὑρηματικὴ ἀνορθογραφία τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ), ἡ διαδικασία δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὀξὺ βλέμμα τοῦ ποιητῆ συλλαμβάνει τὸ γεγονός, τὸ οἰκειοποιεῖται, καὶ τὸ μετατρέπει σὲ ποιητικὴ πρώτη ὕλη. Ἡ ἐντιμότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ ἐπιβάλλει ὅτι ἡ ποιητικὴ πρώτη ὕλη ἀντλεῖται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιομματικὸ κοίτασμα καὶ ὄχι ἀπὸ μιὰ ἀνεπεξέργαστη πραγματικότητα ποὺ παραμένει ἐξωτερικὴ ἀφήνοντας τὸν ποιητὴ ψυχρό.

Ὁ χρόνος ποὺ πρέπει νὰ διατεθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα εἶναι ὁ χρόνος τῆς ἐπεξεργασίας τῆς πρώτης αὐτῆς ὕλης: ὁ χρόνος ποὺ ἀφιερώνεται, δηλαδή, κατ᾽ ἀνάγκην, στὴν δόμηση τοῦ ποιήματος καὶ στὴν ἀποκρυστάλλωση τῆς μορφῆς του. Καὶ αὐτός, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, εἶναι πολὺς χρόνος καὶ δύσκολος˙ καὶ εἶναι, ἐπίσης, ψυχρὸς χρόνος, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, καὶ πάλι γιὰ λόγους ἐντιμότητας, ἐπιβάλλεται ἡ ἀποστασιοποίηση τοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν συγκίνηση τοῦ βιόμματος ὥστε νὰ γίνει δυνατὸς ὁ μέγιστος βαθμὸς συγκέντρωσης στὰ ἐκφραστικὰ μέσα, ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴν μέγιστα ἀκριβὴ ἀποτύπωση τοῦ βιόμματος αὐτοῦ μὲ ποιητικὸ τρόπο – ἐν θερμῷ, δηλαδὴ ὅσο ἀκόμη βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ βιόμματος, ἐλάχιστοι, νομίζω, ποιητὲς θὰ μποροῦσαν νὰ δομήσουν μὲ ἐπιτυχία καὶ μὲ ἀκρίβεια ἕνα ποίημα.

Μιλῶ, ἑπομένως, γιὰ μιὰ πορεία οἰκείωσης τοῦ γεγονότος κατ᾽ ἀρχὰς καὶ ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὸ βίομμα στὴ συνέχεια˙ γιὰ μιὰ πορεία κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ ποιητὴς μὲ ἐντιμότητα νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν ἰσχυρὴ πιθανότητα ἀποτυχίας εἴτε στὴν πρώτη φάση εἴτε στὴ δεύτερη, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ πρόθυμος νὰ ἐγκαταλείψει τὴν προσπάθεια ἐφόσον τὸ διαφαινόμενο ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ποιητικό, δὲν εἶναι, δηλαδή, εἰλικρινές.

Ἴσως ἡ κύρια δυσκολία ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ποίηση ἐπικαιρικῆς θεματολογίας νὰ εἶναι ἀκριβῶς ὅτι, ἐφόσον τὸ ποίημα δημοσιοποιεῖται ὅσο ἀκόμη ἡ θεματολογία παραμένει ἐπίκαιρη, μᾶλλον δὲν περισσεύει ἀρκετὸς χρόνος ὥστε ἡ διαδικασία τῆς σύνθεσης νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ ἐπιτυχία. Ἄν, δέ, τύχει (ὅπως συχνὰ τυχαίνει) ἡ ἐπικαιρότητα νὰ ἀσκεῖ τὶς δικές της πιέσεις γιὰ τὴν ταχύτερη καὶ μαζικότερη δημοσιοποίηση τῶν ἐν λόγῳ ἐπίκαιρων πονημάτων, καὶ ὁ ποιητὴς διακρίνει (ὅπως συχνὰ διακρίνει) τὴν προοπτικὴ μιᾶς ἐξίσου μαζικῆς ὑποδοχῆς τῶν γραφτῶν του καὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἴδιου, τότε ἡ ἀποτυχία τῶν δημοσιοποιηθέντων δῆθεν ποιημάτων εἶναι τόσο ἀναπόφευκτη ὅσο καὶ ὁ καταποντισμός, ἐν τέλει, τοῦ ποιητῆ, ὅταν τὰ περιρρέοντα θὰ ἔχουν πιὰ ξεχαστεῖ, συμπαρασύροντας στὴ λήθη καὶ τὰ ἀνέντιμα κατασκευάσματα ποὺ παρουσιάστηκαν κάποτε ὡς “ποιήματα ἐποχῆς”.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

ὀλιγόστιχα

Ὁ πεζὸς λόγος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἁπλώνεται στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο, διαθέτει τὴν πολυτέλεια τῆς ἔκτασης, μπορεῖ νὰ ταξιδέψει ὅσο θέλει, μπορεῖ νὰ συμπεριλάβει ὅσα ἐπιθυμεῖ. Ἡ ποίηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἑστιάζει, προσηλώνεται, συμπυκνώνει. Στὴν ἔκταση ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁπλώνεται ὁ πεζογράφος, ὁ ποιητὴς ἀντιπαραθέτει τὴν ἀκραία ἔνταση τῆς δικῆς του σύνθεσης.

Γνωρίζω, βεβαίως, πὼς κομίζω γλαύκα εἰς Ἀθήνας ἐπαναλαμβάνοντας αὐτὲς τὶς κοινότοπες διαπιστώσεις. Ἀναρωτιέμαι, ὅμως, μήπως στὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν κατὰ τὶς ὁποῖες διατυπώνονται καὶ ἐπαναδιατυπώνονται, ἔχει ἐκφυλισθεῖ κάπως ἡ ἀντίληψή μας τῆς ἔννοιας αὐτῆς τῆς ποιητικῆς ἔντασης, μήπως ἔχει ὑπερτονισθεῖ ἡ ἀντίθεση μὲ τὴν ἔκταση τῆς πεζογραφίας, κατὰ τρόπο ὥστε πλέον νὰ θεωρεῖται ὅτι ἀρκεῖ ἡ μικρὴ ἔκταση γιὰ νὰ χαρακτηρισθεῖ ἕνα κείμενο ποιητικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει σαφῶς μιὰ τάση ἀνάμεσα στοὺς σύγχρονους ποιητές μας, νὰ καταφεύγουν σὲ σύντομες ποιητικὲς φόρμες μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἀπὸ μόνη της ἡ συντομία θὰ σώσει τὶς γραφές τους˙ συχνὰ μάλιστα ἡ ψευδαίσθηση αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ δεδηλωμένη καὶ ἐνίοτε θεωρητικοποιημένη περιφρόνηση πρὸς τὶς πιὸ πολύστιχες ἢ/καὶ ὀγκώδεις ποιητικὲς συνθέσεις, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται αὐτοδικαίως ἔνοχες ἐγκλημάτων ὄπως ἡ φλυαρία, ἡ χαλάρωση, ἡ ἔλλειψη ἑστίασης, ἡ ἔλλειψη προσήλωσης, ἡ ἕλλειψη πύκνωσης.

Ἀσφαλῶς εἶναι πιθανὸ ἕνα πολύστιχο ἢ ὀγκῶδες ἔργο ποὺ παρουσιάζεται ὡς ποιητικὸ νὰ εἶναι, πράγματι, ἔνοχο αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἑπομένως νὰ μὴν εἶναι, τελικά, ποιητικό. Ἐξίσου πιθανὸ εἶναι, ὅμως, ἐπίσης, ἕνα σύντομο ἢ συντομότατο στιχούργημα νὰ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σλόγκαν, ἕνα ἀνόητο ἀπόφθεγμα, ἕνα ἀσήμαντο λογοπαίγνιο, ποὺ θὰ λειτουργοῦσε ἐνδεχομένως ὡς διασκεδαστικὴ συνεισφορὰ κάποιου ἑτοιμόλογου συνομιλητῆ σὲ μιὰ κουβέντα, ἀλλὰ δὲν διαθέτει τὴν ἀναγκαία ἔνταση ὥστε νὰ λειτουργήσει ὡς ποίημα, κι ἂς μᾶς ἐκβιάζει γιὰ νὰ τὸ θαυμάσουμε ἡ ὡραιοπαθὴς πόζα του στὸ κέντρο τῆς ἄδειας σελίδας.

Ἀλλὰ τὸ λίγο δὲν εἶναι πάντα πυκνό, οὔτε τὸ πολὺ εἶναι πάντα νερωμένο. Ἡ ἔνταση εἶναι ἐξίσου ἀφόρητη καὶ στὰ εὐσύνοπτα Lustra καὶ στὰ ἐπικὰ Cantos τοῦ Πάουντ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω διαφορετικὲς στιγμὲς τοῦ ἴδιου ποιητῆ ὡς παράδειγμα. Ὅπως ἡ ποσότητα δὲν μετατρέπεται αὐτομάτως καὶ ἀβρόχοις ποσὶ σὲ ποιητικὴ ποιότητα ἔτσι καὶ ἡ ποιότητα δὲν διατίθεται ἀπαραιτήτως, οὔτε καὶ ἀποκλειστικά, σὲ περιορισμένες ποσότητες. Ἡ ἀγωνία τῆς πύκνωσης δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ τὴν εὐκολία τῆς κενῆς ἀτάκας, ὅσο κι ἂν ἡ τελευταία μᾶς προδιαθέτει ὅτι δὲν μπορεῖ, ὅλο καὶ κάποια προσπάθεια θὰ ἔχει καταβληθεῖ, ὅλο καὶ κάποιο νόημα κάπου θὰ ἐλλοχεύει καὶ θὰ μᾶς διαφεύγει, τῶν ἀδαῶν. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καμμιὰ φορά, ὁ βασιλιὰς εἶναι ἐντελῶς γυμνός, κι ἂς θαυμάζουν τὰ μινιμαλιστικά του ἐνδύματα οἱ αὐλικοί.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]