ὀλιγόστιχα

Ὁ πεζὸς λόγος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἁπλώνεται στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο, διαθέτει τὴν πολυτέλεια τῆς ἔκτασης, μπορεῖ νὰ ταξιδέψει ὅσο θέλει, μπορεῖ νὰ συμπεριλάβει ὅσα ἐπιθυμεῖ. Ἡ ποίηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἑστιάζει, προσηλώνεται, συμπυκνώνει. Στὴν ἔκταση ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁπλώνεται ὁ πεζογράφος, ὁ ποιητὴς ἀντιπαραθέτει τὴν ἀκραία ἔνταση τῆς δικῆς του σύνθεσης.

Γνωρίζω, βεβαίως, πὼς κομίζω γλαύκα εἰς Ἀθήνας ἐπαναλαμβάνοντας αὐτὲς τὶς κοινότοπες διαπιστώσεις. Ἀναρωτιέμαι, ὅμως, μήπως στὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν κατὰ τὶς ὁποῖες διατυπώνονται καὶ ἐπαναδιατυπώνονται, ἔχει ἐκφυλισθεῖ κάπως ἡ ἀντίληψή μας τῆς ἔννοιας αὐτῆς τῆς ποιητικῆς ἔντασης, μήπως ἔχει ὑπερτονισθεῖ ἡ ἀντίθεση μὲ τὴν ἔκταση τῆς πεζογραφίας, κατὰ τρόπο ὥστε πλέον νὰ θεωρεῖται ὅτι ἀρκεῖ ἡ μικρὴ ἔκταση γιὰ νὰ χαρακτηρισθεῖ ἕνα κείμενο ποιητικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει σαφῶς μιὰ τάση ἀνάμεσα στοὺς σύγχρονους ποιητές μας, νὰ καταφεύγουν σὲ σύντομες ποιητικὲς φόρμες μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἀπὸ μόνη της ἡ συντομία θὰ σώσει τὶς γραφές τους˙ συχνὰ μάλιστα ἡ ψευδαίσθηση αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ δεδηλωμένη καὶ ἐνίοτε θεωρητικοποιημένη περιφρόνηση πρὸς τὶς πιὸ πολύστιχες ἢ/καὶ ὀγκώδεις ποιητικὲς συνθέσεις, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται αὐτοδικαίως ἔνοχες ἐγκλημάτων ὄπως ἡ φλυαρία, ἡ χαλάρωση, ἡ ἔλλειψη ἑστίασης, ἡ ἔλλειψη προσήλωσης, ἡ ἕλλειψη πύκνωσης.

Ἀσφαλῶς εἶναι πιθανὸ ἕνα πολύστιχο ἢ ὀγκῶδες ἔργο ποὺ παρουσιάζεται ὡς ποιητικὸ νὰ εἶναι, πράγματι, ἔνοχο αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἑπομένως νὰ μὴν εἶναι, τελικά, ποιητικό. Ἐξίσου πιθανὸ εἶναι, ὅμως, ἐπίσης, ἕνα σύντομο ἢ συντομότατο στιχούργημα νὰ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σλόγκαν, ἕνα ἀνόητο ἀπόφθεγμα, ἕνα ἀσήμαντο λογοπαίγνιο, ποὺ θὰ λειτουργοῦσε ἐνδεχομένως ὡς διασκεδαστικὴ συνεισφορὰ κάποιου ἑτοιμόλογου συνομιλητῆ σὲ μιὰ κουβέντα, ἀλλὰ δὲν διαθέτει τὴν ἀναγκαία ἔνταση ὥστε νὰ λειτουργήσει ὡς ποίημα, κι ἂς μᾶς ἐκβιάζει γιὰ νὰ τὸ θαυμάσουμε ἡ ὡραιοπαθὴς πόζα του στὸ κέντρο τῆς ἄδειας σελίδας.

Ἀλλὰ τὸ λίγο δὲν εἶναι πάντα πυκνό, οὔτε τὸ πολὺ εἶναι πάντα νερωμένο. Ἡ ἔνταση εἶναι ἐξίσου ἀφόρητη καὶ στὰ εὐσύνοπτα Lustra καὶ στὰ ἐπικὰ Cantos τοῦ Πάουντ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω διαφορετικὲς στιγμὲς τοῦ ἴδιου ποιητῆ ὡς παράδειγμα. Ὅπως ἡ ποσότητα δὲν μετατρέπεται αὐτομάτως καὶ ἀβρόχοις ποσὶ σὲ ποιητικὴ ποιότητα ἔτσι καὶ ἡ ποιότητα δὲν διατίθεται ἀπαραιτήτως, οὔτε καὶ ἀποκλειστικά, σὲ περιορισμένες ποσότητες. Ἡ ἀγωνία τῆς πύκνωσης δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ τὴν εὐκολία τῆς κενῆς ἀτάκας, ὅσο κι ἂν ἡ τελευταία μᾶς προδιαθέτει ὅτι δὲν μπορεῖ, ὅλο καὶ κάποια προσπάθεια θὰ ἔχει καταβληθεῖ, ὅλο καὶ κάποιο νόημα κάπου θὰ ἐλλοχεύει καὶ θὰ μᾶς διαφεύγει, τῶν ἀδαῶν. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καμμιὰ φορά, ὁ βασιλιὰς εἶναι ἐντελῶς γυμνός, κι ἂς θαυμάζουν τὰ μινιμαλιστικά του ἐνδύματα οἱ αὐλικοί.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

ἀτελῆ

Διαβάζω τὰ ἀτελῆ ποιήματα τοῦ Καβάφη στὴν ἔκδοση τῆς Lavagnini, ὅπου δεκάδες προσχέδια, σχεδιάσματα, ἐκδοχές, διορθώσεις, παραλλαγὲς παρουσιάζονται γιὰ κάθε ποίημα. Μπορεῖ κανείς, ἂν ἔχει τὸν χρόνο καὶ τὸ κουράγιο, νὰ τὰ μελετᾶ γιὰ ὧρες καὶ νὰ διαπιστώνει πόσος κάματος ἀπαιτήθηκε καὶ πόση ἀβεβαιότητα συνόδευσε τὸν κάθε στίχο˙ καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὁ ποιητὴς ἐγκατέλειψε κάποια στιγμὴ τὴν προσπάθεια, ἢ ἴσως δὲν πρόκαμε, δὲν ἔφθασαν τὰ ἔτη τοῦ βίου του, νὰ τὴν ὁλοκληρώσει: τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔμειναν ἀτελῆ καὶ θὰ ἔμεναν ἴσως γιὰ πάντα θαμμένα ἂν δὲν ἔπεφταν στὰ χέρια τῶν φιλολόγων τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, ἢ ἂν ὁ ποιητὴς ἦταν κάποιος ἄσημος τοῦ μεσοπολέμου καὶ ὄχι ὁ Καβάφης.

Σκέφτομαι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ σημειώματα, τὰ διάφορα “not for publication” ποὺ καρφίτσωνε πάνω σὲ ἀρκετὰ γραπτά του, καὶ ἀναρωτιέμαι: ἀλήθεια, ὁ ποιητὴς δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ δημοσιευθοῦν ποτὲ αὐτὰ τὰ γραπτά, ἢ μήπως προέβλεπε (καὶ ὑπομειδιοῦσε καθὼς τοῦ ἔρχονταν στὸ νοῦ οἱ μελλοντικὲς αὐτὲς δόξες) ὅτι κάποτε ὣς καὶ τὶς λίστες γιὰ τὰ ψώνια του θὰ θεωρήσουν ἄξιες δημοσίευσης οἱ μεγάλοι μας φιλόλογοι καὶ οἱ οἰκογένειές τους;

Πάντως, ἀκόμη κι ἂν ἤξερα μὲ βεβαιότητα ὅτι πράγματι δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθοῦν, ὅτι τὰ ἐννοοῦσε ὅλα ἐκεῖνα τὰ “not for publication, but may remain here”, ἀκόμη κι ἂν τὸν ἔβλεπα νὰ βρικολακιάζει ἔξαλλος γιὰ τὴν περιφορὰ τῶν καταλοίπων του στὴν ἀγορά, θὰ ἐπέμενα νὰ δημοσιευθοῦν, νὰ μᾶς δοθοῦν, νὰ τὰ διαβάσουμε, καὶ τὰ προσχέδια, καὶ τὰ σχέδια, καὶ τὶς διορθώσεις καὶ τὶς παραλλαγές˙ καὶ τὰ κρυμμένα, καὶ τὰ ἀδημοσίευτα, καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα καὶ τὰ μισοτελειωμένα. Ὅσα ἔχουν μείνει, ὅσα ἔχουν διασωθεῖ, ἀλύπητα νὰ παραδοθοῦν στὴν πιὸ ἀδυσώπητη δημοσιότητα.

Γιατὶ τώρα πιὰ σπανίζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ κατάλοιπα, οἱ ποιητὲς γράφουν καὶ διαγράφουν σὲ ἐπεξεργαστὲς κειμένου, ἐξαφανίζουν αὐτόματα τὰ ἐπώδυνα ἴχνη τῶν ποιημάτων πατώντας ἕνα κουμπί, ἐξοστρακίζουν τὰ ἀτελῆ καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα στὸ ψηφιακὸ ὑπερπέραν, ἐνῶ διατηροῦν ἀρχεῖα τέλεια, προσεκτικὰ τακτοποιημένα στοὺς σκληροὺς δίσκους του, μὲ κωδικὸ ὄνομα “ματαιοδοξία”, ἐλπίζοντας πὼς κάποιος ὑπότροφος θὰ βρεθεῖ καὶ γι᾽ αὐτούς, καὶ πὼς μετὰ ἀπὸ χρόνια ὅλο καὶ κάποιο ἐφοπλισμένο ἵδρυμα πολιτισμοῦ θὰ χρηματοδοτήσει τὴν μελέτη τῶν ἀσήμαντων ἀρχείων τους, ἐξασφαλίζοντάς τους τὴ μόνη τῆς ζωῆς τους ὑστεροφημία.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

φθόνος

Πάντα πίστευα πὼς μιὰ γρήγορη ἀνάγνωση ἀρκεῖ, ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἁπλῶς ἀναγνωριστικός:  φαίνεται πρὶν ἀκόμη τελειώσει κανεὶς τὴν πρώτη ἀνάγνωση ἂν αὐτὸ ποὺ διαβάζει εἶναι πράγματι ποίημα ἣ ἁπλῶς παριστάνει τὸ ποίημα˙ δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ἐπιμείνει, δὲν χρειάζεται νὰ βασανιστεῖ.

 

Τελευταῖα ἔχω ἀρχίσει νὰ ἀμφιβάλλω. Ὄχι γιὰ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεωροῦσα ποιητικά, δὲν ἀμφιβάλλω γι᾽αὐτά, διότι αὐτὰ  παραμένουν ποιήματα μὲ ὅση καχυποψία καὶ ἂν τὰ ξαναδιαβάζω. Ἀμφιβάλλω, ὅμως, ὅλο καὶ περισσότερο, γιὰ ὅσα ἔχω ἀπορρίψει. Διότι μπορεῖ ἐμένα νὰ μοῦ φαίνεται ὄτι τὰ ἴδια τὰ ὑποτιθέμενα αὐτὰ ποιήματα δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης, ἀλλὰ εἶναι πάρα πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ διαλαλοῦν ὅτι τὰ ἀσήμαντα αὐτὰ κειμενάκια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποιήματα, ἀλλὰ σπουδαῖα ποιήματα.

 

Φαίνεται λοιπὸν πὼς δικό μου ἦταν τὸ λάθος, πὼς ἡ ἀντίληψή μου περὶ τῆς «ποιητικότητας» δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐξάλλου, ὅσο κι ἂν προσπάθησα, ὅσο κι ἂν μελέτησα, ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ ὁρίσω τὴν «ποιητικότητα», ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ περιγράψω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸ ποίημα ποίημα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅταν λείπει, λείπει καὶ ἡ ποίηση. Ἁπλῶς ἀποφαινόμουν τόσα χρόνια, μὲ ἐπιπολαιότητα ὅπως προκύπτει, ὅτι ἐτοῦτο τάχα εἶναι ποίημα καὶ ἐκεῖνο τάχα δὲν εἶναι, στηριγμένος σὲ κάποιο ἀσαφὲς ἔνστικτο ποὺ προφανῶς λόγῳ ἀλαζονείας ἢ βλακείας θεωροῦσα ἀλάθητο, τρομάρα μου!

 

Βέβαια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ πρέπει νὰ μοῦ ἀναγνωρισθεῖ ὅτι μόνο ὡς πρὸς τίς, ἂς ποῦμε, ἀρνητικὲς κρίσεις ἔσφαλα: γιὰ ὅσα ποιήματα ἔχω θεωρήσει καλά, σπανίως διατυπώνουν ἀμφιβολίες οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα˙ στὴ χειρότερη περίπτωση, δὲν διατυπώνουν τίποτα. Ἄρα, κατέληξα, τὸ πρόβλημά μου εἶναι πὼς δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν ποίηση παντοῦ ὅπου ὑπάρχει, ὄχι πὼς δὲν μπορῶ νὰ τὴν διακρίνω καθόλου. Καὶ καθὼς ποιήματα προσπαθῶ κι ἐγὼ νὰ γράφω, ἐνδέχεται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐγὼ νὰ τὰ ἀπορρίπτω ὄχι μόνο λόγῳ ἀλαζονείας καὶ βλακείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φθόνο. Εἶναι, μάλιστα, πολὺ πιθανὸ νὰ μὲ τυφλώνει ὁ φθόνος ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐπαινοῦν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα, ἐνῶ σωπαίνουν (ὅταν εἶμαι τυχερός, διότι ἐνδέχεται καὶ νὰ ψέγουν) γιὰ τὰ δικά μου.

 

Αὐτὴ ἡ φρικτὴ ὑποψία (ἡ τόσο προφανής, ἐντούτοις, ἡ τόσο τετριμμένη) πολὺ μὲ ἔχει ταράξει. Καὶ προσπαθώντας νὰ τὴν ἀποδείξω ψεύτικη, ἐπιστρέφω τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅλο καὶ συχνότερα σὲ ποιήματα ποὺ ἔχω κατὰ καιροὺς ἀποφασίσει ὅτι δὲν εἶναι ποιήματα, ἐπιστρέφω μὲ πρόθεση νὰ βασανίσω τὰ κριτήριά μου καὶ νὰ ἀποκαλύψω τὰ ταπεινὰ κίνητρά μου, ἐπιστρέφω καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω καὶ προσπαθῶ, καὶ προσπαθῶ πολὺ σκληρά, νὰ βρῶ τί μοῦ κρύβει τόσα χρόνια ὁ τυφλός μου φθόνος, ποιά πολύτιμη ποιητικὴ οὐσία ἀρνοῦμαι τόσα χρόνια νὰ ἀναγνωρίσω. Ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ μὴν βρίσκω τίποτα.

 

Καὶ τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι λίγο πιὸ ψύχραιμα, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν θὰ βρῶ: δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ἡ λύση τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι νὰ βρῶ τὴν «ποιητικότητα» ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι τὴν βρῆκα, καὶ (ἂν τὸ ἀντέξει τὸ στομάχι μου) νὰ διαλαλήσω κι ἐγὼ ὅσα ἀκριβῶς διαλαλοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα. Διότι ἡ πραγματικὰ φρικτὴ ὑποψία ποὺ πιστεύω ὅτι μὲ πολὺ πιὸ ἐκκωφαντικὸ τρόπο ἐπιβεβαιώνεται εἶναι πὼς κάποιοι τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζουν ἐπίσης καλὰ ὅτι «ποιητικότητα» δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου διαλαλοῦν ὅτι κατοικεῖ. Ἔχουν ὅμως γερὸ στομάχι καὶ ἀποτελεσματικότατη μέθοδο γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ φθονήσουν κανέναν ποτέ: νὰ λένε αὐτὸ ποὺ εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ σωπαίνουν γιὰ ὅσα εἶναι ἀληθινά.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]