ἀτελῆ

Διαβάζω τὰ ἀτελῆ ποιήματα τοῦ Καβάφη στὴν ἔκδοση τῆς Lavagnini, ὅπου δεκάδες προσχέδια, σχεδιάσματα, ἐκδοχές, διορθώσεις, παραλλαγὲς παρουσιάζονται γιὰ κάθε ποίημα. Μπορεῖ κανείς, ἂν ἔχει τὸν χρόνο καὶ τὸ κουράγιο, νὰ τὰ μελετᾶ γιὰ ὧρες καὶ νὰ διαπιστώνει πόσος κάματος ἀπαιτήθηκε καὶ πόση ἀβεβαιότητα συνόδευσε τὸν κάθε στίχο˙ καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὁ ποιητὴς ἐγκατέλειψε κάποια στιγμὴ τὴν προσπάθεια, ἢ ἴσως δὲν πρόκαμε, δὲν ἔφθασαν τὰ ἔτη τοῦ βίου του, νὰ τὴν ὁλοκληρώσει: τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔμειναν ἀτελῆ καὶ θὰ ἔμεναν ἴσως γιὰ πάντα θαμμένα ἂν δὲν ἔπεφταν στὰ χέρια τῶν φιλολόγων τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, ἢ ἂν ὁ ποιητὴς ἦταν κάποιος ἄσημος τοῦ μεσοπολέμου καὶ ὄχι ὁ Καβάφης.

Σκέφτομαι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ σημειώματα, τὰ διάφορα “not for publication” ποὺ καρφίτσωνε πάνω σὲ ἀρκετὰ γραπτά του, καὶ ἀναρωτιέμαι: ἀλήθεια, ὁ ποιητὴς δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ δημοσιευθοῦν ποτὲ αὐτὰ τὰ γραπτά, ἢ μήπως προέβλεπε (καὶ ὑπομειδιοῦσε καθὼς τοῦ ἔρχονταν στὸ νοῦ οἱ μελλοντικὲς αὐτὲς δόξες) ὅτι κάποτε ὣς καὶ τὶς λίστες γιὰ τὰ ψώνια του θὰ θεωρήσουν ἄξιες δημοσίευσης οἱ μεγάλοι μας φιλόλογοι καὶ οἱ οἰκογένειές τους;

Πάντως, ἀκόμη κι ἂν ἤξερα μὲ βεβαιότητα ὅτι πράγματι δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθοῦν, ὅτι τὰ ἐννοοῦσε ὅλα ἐκεῖνα τὰ “not for publication, but may remain here”, ἀκόμη κι ἂν τὸν ἔβλεπα νὰ βρικολακιάζει ἔξαλλος γιὰ τὴν περιφορὰ τῶν καταλοίπων του στὴν ἀγορά, θὰ ἐπέμενα νὰ δημοσιευθοῦν, νὰ μᾶς δοθοῦν, νὰ τὰ διαβάσουμε, καὶ τὰ προσχέδια, καὶ τὰ σχέδια, καὶ τὶς διορθώσεις καὶ τὶς παραλλαγές˙ καὶ τὰ κρυμμένα, καὶ τὰ ἀδημοσίευτα, καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα καὶ τὰ μισοτελειωμένα. Ὅσα ἔχουν μείνει, ὅσα ἔχουν διασωθεῖ, ἀλύπητα νὰ παραδοθοῦν στὴν πιὸ ἀδυσώπητη δημοσιότητα.

Γιατὶ τώρα πιὰ σπανίζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ κατάλοιπα, οἱ ποιητὲς γράφουν καὶ διαγράφουν σὲ ἐπεξεργαστὲς κειμένου, ἐξαφανίζουν αὐτόματα τὰ ἐπώδυνα ἴχνη τῶν ποιημάτων πατώντας ἕνα κουμπί, ἐξοστρακίζουν τὰ ἀτελῆ καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα στὸ ψηφιακὸ ὑπερπέραν, ἐνῶ διατηροῦν ἀρχεῖα τέλεια, προσεκτικὰ τακτοποιημένα στοὺς σκληροὺς δίσκους του, μὲ κωδικὸ ὄνομα “ματαιοδοξία”, ἐλπίζοντας πὼς κάποιος ὑπότροφος θὰ βρεθεῖ καὶ γι᾽ αὐτούς, καὶ πὼς μετὰ ἀπὸ χρόνια ὅλο καὶ κάποιο ἐφοπλισμένο ἵδρυμα πολιτισμοῦ θὰ χρηματοδοτήσει τὴν μελέτη τῶν ἀσήμαντων ἀρχείων τους, ἐξασφαλίζοντάς τους τὴ μόνη τῆς ζωῆς τους ὑστεροφημία.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

φθόνος

Πάντα πίστευα πὼς μιὰ γρήγορη ἀνάγνωση ἀρκεῖ, ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἁπλῶς ἀναγνωριστικός:  φαίνεται πρὶν ἀκόμη τελειώσει κανεὶς τὴν πρώτη ἀνάγνωση ἂν αὐτὸ ποὺ διαβάζει εἶναι πράγματι ποίημα ἣ ἁπλῶς παριστάνει τὸ ποίημα˙ δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ἐπιμείνει, δὲν χρειάζεται νὰ βασανιστεῖ.

 

Τελευταῖα ἔχω ἀρχίσει νὰ ἀμφιβάλλω. Ὄχι γιὰ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεωροῦσα ποιητικά, δὲν ἀμφιβάλλω γι᾽αὐτά, διότι αὐτὰ  παραμένουν ποιήματα μὲ ὅση καχυποψία καὶ ἂν τὰ ξαναδιαβάζω. Ἀμφιβάλλω, ὅμως, ὅλο καὶ περισσότερο, γιὰ ὅσα ἔχω ἀπορρίψει. Διότι μπορεῖ ἐμένα νὰ μοῦ φαίνεται ὄτι τὰ ἴδια τὰ ὑποτιθέμενα αὐτὰ ποιήματα δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης, ἀλλὰ εἶναι πάρα πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ διαλαλοῦν ὅτι τὰ ἀσήμαντα αὐτὰ κειμενάκια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποιήματα, ἀλλὰ σπουδαῖα ποιήματα.

 

Φαίνεται λοιπὸν πὼς δικό μου ἦταν τὸ λάθος, πὼς ἡ ἀντίληψή μου περὶ τῆς «ποιητικότητας» δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐξάλλου, ὅσο κι ἂν προσπάθησα, ὅσο κι ἂν μελέτησα, ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ ὁρίσω τὴν «ποιητικότητα», ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ περιγράψω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸ ποίημα ποίημα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅταν λείπει, λείπει καὶ ἡ ποίηση. Ἁπλῶς ἀποφαινόμουν τόσα χρόνια, μὲ ἐπιπολαιότητα ὅπως προκύπτει, ὅτι ἐτοῦτο τάχα εἶναι ποίημα καὶ ἐκεῖνο τάχα δὲν εἶναι, στηριγμένος σὲ κάποιο ἀσαφὲς ἔνστικτο ποὺ προφανῶς λόγῳ ἀλαζονείας ἢ βλακείας θεωροῦσα ἀλάθητο, τρομάρα μου!

 

Βέβαια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ πρέπει νὰ μοῦ ἀναγνωρισθεῖ ὅτι μόνο ὡς πρὸς τίς, ἂς ποῦμε, ἀρνητικὲς κρίσεις ἔσφαλα: γιὰ ὅσα ποιήματα ἔχω θεωρήσει καλά, σπανίως διατυπώνουν ἀμφιβολίες οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα˙ στὴ χειρότερη περίπτωση, δὲν διατυπώνουν τίποτα. Ἄρα, κατέληξα, τὸ πρόβλημά μου εἶναι πὼς δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν ποίηση παντοῦ ὅπου ὑπάρχει, ὄχι πὼς δὲν μπορῶ νὰ τὴν διακρίνω καθόλου. Καὶ καθὼς ποιήματα προσπαθῶ κι ἐγὼ νὰ γράφω, ἐνδέχεται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐγὼ νὰ τὰ ἀπορρίπτω ὄχι μόνο λόγῳ ἀλαζονείας καὶ βλακείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φθόνο. Εἶναι, μάλιστα, πολὺ πιθανὸ νὰ μὲ τυφλώνει ὁ φθόνος ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐπαινοῦν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα, ἐνῶ σωπαίνουν (ὅταν εἶμαι τυχερός, διότι ἐνδέχεται καὶ νὰ ψέγουν) γιὰ τὰ δικά μου.

 

Αὐτὴ ἡ φρικτὴ ὑποψία (ἡ τόσο προφανής, ἐντούτοις, ἡ τόσο τετριμμένη) πολὺ μὲ ἔχει ταράξει. Καὶ προσπαθώντας νὰ τὴν ἀποδείξω ψεύτικη, ἐπιστρέφω τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅλο καὶ συχνότερα σὲ ποιήματα ποὺ ἔχω κατὰ καιροὺς ἀποφασίσει ὅτι δὲν εἶναι ποιήματα, ἐπιστρέφω μὲ πρόθεση νὰ βασανίσω τὰ κριτήριά μου καὶ νὰ ἀποκαλύψω τὰ ταπεινὰ κίνητρά μου, ἐπιστρέφω καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω καὶ προσπαθῶ, καὶ προσπαθῶ πολὺ σκληρά, νὰ βρῶ τί μοῦ κρύβει τόσα χρόνια ὁ τυφλός μου φθόνος, ποιά πολύτιμη ποιητικὴ οὐσία ἀρνοῦμαι τόσα χρόνια νὰ ἀναγνωρίσω. Ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ μὴν βρίσκω τίποτα.

 

Καὶ τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι λίγο πιὸ ψύχραιμα, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν θὰ βρῶ: δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ἡ λύση τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι νὰ βρῶ τὴν «ποιητικότητα» ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι τὴν βρῆκα, καὶ (ἂν τὸ ἀντέξει τὸ στομάχι μου) νὰ διαλαλήσω κι ἐγὼ ὅσα ἀκριβῶς διαλαλοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα. Διότι ἡ πραγματικὰ φρικτὴ ὑποψία ποὺ πιστεύω ὅτι μὲ πολὺ πιὸ ἐκκωφαντικὸ τρόπο ἐπιβεβαιώνεται εἶναι πὼς κάποιοι τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζουν ἐπίσης καλὰ ὅτι «ποιητικότητα» δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου διαλαλοῦν ὅτι κατοικεῖ. Ἔχουν ὅμως γερὸ στομάχι καὶ ἀποτελεσματικότατη μέθοδο γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ φθονήσουν κανέναν ποτέ: νὰ λένε αὐτὸ ποὺ εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ σωπαίνουν γιὰ ὅσα εἶναι ἀληθινά.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φιλοδοξία

Ὅλοι ὅσοι γράφουμε καὶ ἐκθέτουμε τὰ γραπτά μας σὲ δημόσια θέα εἴμαστε φιλόδοξοι. Γράφουμε προφανῶς γιὰ νὰ μᾶς διαβάσουν καὶ πιστεύουμε (ἢ τοὐλάχιστον ἐλπίζουμε) ὅτι αὐτὰ ποὺ γράφουμε ἀξίζει νὰ διαβαστοῦν. Ἡ φιλοδοξία αὐτὴ μοῦ φαίνεται ἀναγκαία, καθὼς ἡ ἔλλειψή της ἀναγκαστικὰ συνεπάγεται τὴ σιωπή.

 

Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἀπὸ τοὺς διακινούμενους ποιητὲς φαίνεται πὼς ὑποκινοῦνται ἀπὸ  μιὰ φιλοδοξία διαφορετικοῦ τύπου, μιάν, ἂς ποῦμε, ρεαλιστικὴ φιλοδοξία (κατὰ τὴν Realpolitik):  νὰ συνθέσουν ποιήματα ποὺ νὰ ἀρέσουν στοὺς δυνάμει ὁμοίους τους, ποιήματα ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὴν ἔνταξή τους στὸ κλὰμπ τῶν ποιητῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων, ὥστε νὰ συλλέξουν τὰ σχετικὰ ὀφέλη, ἄυλα (ἀναγνώριση, ἐπαίνους, βραβεῖα, δόξα) ἀλλὰ καὶ χειροπιαστἀ (δημόσιες ἢ ἡμιδημόσιες ἀμειβόμενες θέσεις, ἐπιχορηγήσεις, ὑποτροφίες, ἴσως ἀκόμη καὶ εἰσπράξεις ἀπὸ πωλήσεις ἢ δραματοποιήσεις ποιημάτων).

 

Συνήθως ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία παράγει ποιήματα πολτοῦ, ἀλλὰ ἂν εἴμαστε δίκαιοι θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, κι ἂς μὴν τὸ θέλουμε, ὅτι ὑπάρχουν σαφῶς καὶ περιπτώσεις ρεαλφιλόδοξων ποιητῶν ποὺ γράφουν καλὰ ποιήματα. Στὸ κάτω κάτω δὲν εἶναι τόσο δύσκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕνα καλὸ ποίημα. Ἀρκεῖ νὰ ξέρει γράμματα, νὰ διαθέτει λίγο μυαλὸ καὶ νὰ εἶναι ἀποφασισμένος: μπορεῖ τότε νὰ ἐφαρμόσει ὅσα τὸν διδάσκει ἡ μελέτη τῆς ποίησης ὥστε τεχνικὰ νὰ εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ δημιούργημά του, νὰ ἐπιλέξει κάποιο θέμα ἐνδιαφέρον καὶ κατὰ προτίμηση ἐπίκαιρο, νὰ τὸ ἐπεξεργασθεῖ μὲ τρόπο ὑπολογισμένα καινοφανή, καὶ νὰ ξοδέψει κάποιες ὧρες συνθέτοντας τὸ ποίημά του μὲ προσοχὴ καὶ μὲ σεβασμὸ στὶς σύγχρονες τάσεις καὶ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς.

 

Φοβᾶμαι, ὅμως, πὼς ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία ἔχει μᾶλλον κοντὰ ποδάρια. Διότι στὴν καλύτερη περίπτωση θὰ ὁδηγήσει σὲ λίγα καλὰ ποιήματα καὶ στὴν χειρότερη σὲ λίγα πρόσκαιρα ὀφέλη. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ  ὁδηγήσει σὲ ποιήματα σημαντικά. Τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει ἄλλου εἴδους φιλοδοξία, τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει νὰ ἐπιθυμεῖ κανεὶς νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα ποὺ θὰ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ, δηλαδὴ ἕνα ποίημα ποὺ θὰ διαφέρει, ποὺ θὰ προσθέτει, ποὺ θὰ προωθεῖ τὴν ὑπόθεση τῆς ποίησης – καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα ἀντιμετωπίζουν τὴν ἐχθρότητα τῶν ρεαλιστῶν˙ καὶ δικαίως, διότι καθὼς ἀνατρέπουν τὰ δεδομένα, ἀποτελοῦν ἀπειλή, τόσο γιὰ τοὺς ρεαλφιλόδοξους, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ τρέφουν καὶ ἀνταμείβουν τὶς ρεαλιστικὲς φιλοδοξίες ὥστε νὰ διασωθοῦν.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]