ἡ πλήρης τάξη

Προσφάτως μὲ ρώτησε καλὸς φίλος τὴ γνώμη μου γιὰ ἕναν σύγχρονο ποιητή. «Καλὸς εἶναι» τοῦ εἶπα, «ἐνίοτε μάλιστα πολὺ καλός, ἀλλὰ δὲν εἶναι σημαντικός». Τὴν ἰδιωτικὴ αὐτὴ ἐτυμηγορία τὴν ξεστόμισα χωρὶς νὰ πολυσκεφτῶ καὶ χωρὶς νὰ εἶμαι καθόλου σίγουρος ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ «σημαντικός». Καὶ φυσικά, τιμωρήθηκα. Ἀμέσως ὁ φίλος μου, χαμογελώντας σαρδόνια,  μὲ ρώτησε, πλατωνικῷ τῷ τρόπῳ, «τί εἶναι σημαντικός;». Ἀπάντηση, βέβαια, δὲν μπόρεσα νὰ δώσω, ἀλλὰ ἔδωσα, τοὐλάχιστον, ἕνα ἀμφιλεγόμενο, ὅπως ἀποδείχθηκε, παράδειγμα. Ὁ Σινόπουλος, τοῦ εἶπα, εἶναι μᾶλλον καλὸς ποιητής, ὄχι ὅμως σημαντικός. Ὁ Παπατσώνης, ὅμως, εἶναι προφανῶς σημαντικός. Ἡ σχετικὴ συζήτηση μὲ τὸν σαρδόνιο φίλο δὲν κράτησε πολύ˙ σχεδὸν ἀμέσως ἄλλαξα θέμα, καθὼς διαπίστωσα ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ ἐκφράσω αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦσα, διότι ἴσως δὲν ἤξερα καλὰ καλὰ τί ἐννοοῦσα.

 

Παρηγορήθηκα κάπως, ἐκ τῶν ὑστέρων, γιὰ τὴν ἀποτυχία μου νὰ λύσω τὸ πρόβλημα ἑρμηνείας ποὺ δημιούργησα, ξαναδιαβάζοντας ἕνα κείμενο τοῦ Ἔλιοτ, μὲ τίτλο «What is Minor Poetry?» δημοσιευμένο πρὶν ἑβδομήντα χρόνια. Παρηγορήθηκα, διότι καὶ ὁ Ἔλιοτ φαίνεται νὰ δυσκολεύεται νὰ ὁρίσει τί εἶναι μείζων καὶ ἐλάσσων ποίηση, καὶ μάλιστα δηλώνει ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀπερίφραστα ὅτι δὲν προτίθεται νὰ τὴν ὁρίσει στὶς δεκαοκτὼ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν! Βεβαίως, ἕνας μείζων ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως καὶ σημαντικός, οὔτε ἕνας ἐλάσσων ἀσήμαντος, ἀλλὰ ὁ Ἔλιοτ στὴν πραγματικότητα μιλᾶ γιὰ σημαντικὴ ἢ σπουδαία ποίηση, χρησιμοποιώντας τὸ important καὶ τὸ major ὡς συνώνυμα.

 

Γιὰ τὸν Ἔλιοτ, σημαντικὸς ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μεγάλα, συνθετικὰ ποιήματα, οὔτε ἐλάσσων ἢ ἀσήμαντος αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μόνο μικρὰ ποιήματα. Τὸ πρῶτο κριτήριο ποὺ θέτει ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἀντίδραση ποὺ προκαλεῖ τὸ ἔργο στὸν ἀναγνώστη ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ποίηση: τὸ ἔργο ἑνὸς μείζονος ποιητῆ, μᾶς λέει, παρωθεῖ τοὺς ἀναγνῶστες νὰ ἀναζητήσουν, καὶ νὰ διαβάσουν, ὅ,τι ἄλλο ἔχει γράψει ὁ ἐν λόγῳ ποιητής. Βεβαίως, τὸ κριτήριο αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκῶς άσφαλές, καθὼς ὁ ἀναγνώστης, ἀκόμη καὶ ὁ ἐραστὴς τῆς ποίησης, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλῶς κακόγουστος καὶ ἐντελῶς ἀπρόθυμος νὰ προσπαθήσει νὰ βελτιώσει τὸ γοῦστο του. Τὸ ἑπόμενο κριτήριο ποὺ θέτει, ὅμως, ὁ Ἔλιοτ, μοῦ φαίνεται πιὸ ἀσφαλές, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητα πιὸ σαφές: ὁ μείζων ποιητὴς χαρακτηρίζεται, μᾶς λέει, ἀπὸ μιὰ ἑνότητα ποὺ διατρέχει τὸ ἔργο του, τέτοια ὥστε ἡ ἀνάγνωση ὅλου τοῦ ἔργου φωτίζει τὴν ἀνάγνωση τῶν μεμονωμένων ποιημάτων. Καὶ μάλιστα, διαβάζοντας τὸ ἕνα ποίημά του μετὰ τὸ ἄλλο, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὰ ἴδια, δὲν πρόκειται γιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη μιᾶς πετυχημένης συνταγῆς (ὅπως, ἂς ποῦμε, στὴν περίπτωση πολλῶν συγχρόνων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν στὴ χώρα μας), ἀλλὰ τὸ κάθε ποίημα προσθέτει κάτι στὸ σῶμα τοῦ ἔργου καὶ ἐπιπροσθέτως ἡ γνώση τοῦ ὅλου ἔργου προσθέτει κάτι στὸ κάθε ποίημα. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ περίπτωση μείζονος ποιητῆ, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, στὰ καθ᾽ ἡμᾶς, εἶναι προφανῶς ὁ Καβάφης.

 

Ἐπιστρέφοντας, ὅμως, στὸ παράδειγμα ποὺ ἔδωσα στὸν σαρδόνιο φίλο, μοῦ φαίνεται πὼς καὶ ὁ Παπατσώνης εἶναι ὁπωσδήποτε μείζων μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια: ἔργο σχετικὰ μικρὸ σὲ ἔκταση, ὅπου κάθε ποίημα προσθέτει στὸ ὅλο οἰκοδόμημα καὶ ἐπιπλέον ἡ γνώση τοῦ οἰκοδομήματος ἐντείνει τὴν ἀναγνωστικὴ ἀπόλαυση ποὺ προσφέρει τὸ κάθε ποίημα. Ὁ Σινόπουλος ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ προφανέστατα ἡ πρόθεση καὶ ἡ ἐπιδίωξή του ἦταν ἀκριβῶς νὰ δημιουργήσει μεῖζον ἔργο στὰ χνάρια τοῦ Σεφέρη, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ ἔχει ἐπιτύχει: τὰ ποιήματά του διαβάζονται βεβαίως, καὶ κάποια εἶναι καλά, ἀλλὰ στὸ ἔργο του λείπει ἡ ἑνότητα, λείπει ἡ πρόσθετη νοηματοδότηση ποὺ τὰ μεμονωμένα ποιήματα θὰ προσλάμβαναν ἀπὸ τὸ ὅλον. Στὰ συνθετικά του, δέ, ποιήματα, ἐνίοτε ἔχει κανεὶς τὴν αἴσθηση μιᾶς ἐπανάληψης ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἀποφευχθεῖ, ἑνὸς μηρυκασμοῦ ποὺ δὲν προσθέτει τίποτε στὸ ποιητικὸ σῶμα. Ἑντούτοις, στὴν κοινὴ ἀντίληψη, ποὺ ἀποτυπώνεται τόσο στὴν κριτικὴ ὅσο καὶ στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας, ὁ Σινόπουλος καὶ ὄχι ὁ Παπατσώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται μείζων ποιητής. Καὶ ἴσως τελικὰ νὰ ἔχει δίκηο ἡ κοινὴ ἀντίληψη: ἴσως μείζων ποιητὴς νὰ εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔχουν μάθει νὰ ἀναγνωρίζουμε ὡς μείζονα.

 

Ἀλλὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ μείζων ποιητής, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια, δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως σημαντικός. Καί, παραδόξως, τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ καταλάβω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει ἕνα ποίημα σημαντικό, τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ἔλιοτ, στὸ ἴδιο κείμενο, ἂν καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ περιγράφει ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ κάθε γνήσιο ποίημα, ἐνῶ ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ πιὸ οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ὁ ποιητής, μᾶς λέει, πρέπει νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, τὸ ὁποῖο νὰ εἶναι ἔστω λίγο διαφορετικὸ ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ἤδη πεῖ ὁποιοσδήποτε ἄλλος˙ καὶ ἐπιπλέον τὸ διαφορετικὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ δὲν τὸ λέει ἁπλῶς μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ τὸν μοναδικὸ διαφορετικὸ τρόπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν διαφορά.

 

Ἐδῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ἔχει κάτι διαφορετικὸ νὰ πεῖ καὶ ἔχει βρεῖ τὸν (μοναδικὸ) διαφορετικὸ τρόπο νὰ τὸ πεῖ. Ἑπομένως, οὐσιῶδες στοιχεῖο εἶναι τὸ θέμα τοῦ ποιήματος, καὶ αὐτὸ ἐπιβάλλει καὶ συγκεκριμένη τεχνικὴ ἢ «ἔκφραση». Ὁ Παπατσώνης προφανῶς περνάει καὶ αὐτὸ τὸ τέστ. Οἱ πολλοὶ ὄχι. Διότι τὸ κύριο πρόβλημα μὲ τοὺς πολλοὺς (ἀκόμη καὶ μὲ θεωρούμενες μείζονες ποιήτριες καὶ ποιητὲς) εἶναι ἀκριβῶς ἡ μανιέρα, ἡ ὁποία φοριέται σὲ ὅλα τους τὰ ποιήματα ἀνεξαρτήτως θέματος, ἂν βέβαια (πράγμα σπάνιο καὶ ἀμφίβολο) ὑπάρχει θέμα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι κανένα καινούριο ποίημά τους δὲν προσθέτει τίποτε ὄχι ἁπλῶς στὸ συνολικὸ σῶμα τῆς ποίησης, ἀλλὰ οὔτε κἂν στὴ δική τους ποίηση.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

συνταγὴ

Πρὶν λίγα μόλις χρόνια, ὄχι πάνω ἀπὸ εἴκοσι, ὁμολογοῦσε κανεὶς μόνο σὲ στενοὺς φίλους, καὶ μόνο χαμηλόφωνα καὶ ἐμπιστευτικά, ὅτι γράφει ποιήματα. Ἀκόμη κι ἔτσι, ὅμως, αἰσθανόταν καὶ κάπως ἄβολα μὲ αὐτὴν τὴν ἐκμυστήρευση, καθὼς συχνότατα (καὶ δικαίως, τὶς περισσότερες φορές) μιὰ τέτοια δήλωση, ἀκόμη καὶ ἂν γινόταν σὲ συνθῆκες ἐχεμύθειας, ἀντιμετωπιζόταν μὲ χλευασμό. Πλέον, φαίνεται ὅτι ἔχουν ξεπεραστεῖ αὐτὰ τὰ συμπλέγματα: τὸ νὰ λέει κανεὶς ὄχι ἁπλῶς ὅτι γράφει ποιήματα ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ποιητὴς ἔχει φτάσει νὰ θεωρεῖται, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἐξίσου θεμιτό, καὶ ἐπιθυμητὸ σὲ κάποιους κύκλους, μὲ τὸ νὰ λέει ὅτι εἶναι διευθυντὴς πολιτικοῦ γραφείου γνωστοῦ βουλευτῆ ἢ ἠθοποιὸς μὲ καριέρα σὲ δημοφιλῆ σήριαλ τῆς τηλεόρασης.

 

Τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς στὴν κοινὴ πρόσληψη δὲν μπορῶ νὰ τὶς προσδιορίσω μὲ βεβαιότητα, ὑποθέτω, ὅμως, πὼς ἔχουν παίξει κάποιο ρόλο:

  • τὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης μὲ τὴν ὑπερπροσφορὰ ποιήσεως, ἀκέραιας ἢ ἐξ ἀποσπασμάτων, μὲ ἢ χωρὶς φλορὰλ εἰκόνες,
  • ἡ πληθώρα χώρων, εἰκονικῶν καὶ ἔντυπων, ὅπου μπορεῖ κανεὶς ἀνέξοδα νὰ δημοσιεύσει τὶς ποιητικές του ἀπόπειρες,
  • ἡ σωρεία βραβείων καὶ διακρίσεων ποὺ ἀφειδῶς καὶ ἐνίοτε ἀκατανοήτως ἐπιδαψιλεύονται σὲ νέους ποιητές,
  • οἱ ἀλλεπάλληλες ἀποθεωτικὲς παρουσιάσεις βιβλίων, δίκην μπουλουκιοῦ, ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον
  • ἡ γενναιόδωρη προβολὴ τῶν νέων (καὶ ὡραίων) ποιητῶν ἀπὸ τὰ ἀγοραῖα, ἔστω καὶ ἂν διανέμονται δωρεάν, ἔντυπα, μὲ φωτογραφικὰ ἀφιερώματα τύπου «ὁ George Le Nonce καὶ οἱ γάτοι του μαγειρεύουν sushi».

 

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅποιες κι ἂν εἶναι οἱ αἰτίες, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι δεδομένο: ἡ ἰδιότητα «ποιητὴς» δὲν ἐπιφέρει πλέον χλεύη, οὔτε ὁδηγεῖ τοὺς φέροντες στὴν ἀνυποληψία˙ ἀντιθέτως, μπορεῖ ὄχι μόνον δόξα ἀλλὰ ἀκόμη καὶ γκόμενο/γκόμενα νὰ σοῦ ἐξασφαλίσει, ἂν παίξεις τὰ χαρτιά σου σωστά, ἄν, δηλαδή, φροντίσεις ὄχι ἁπλῶς νὰ γράφεις ποιήματα, ἀλλὰ νὰ γράφεις μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ προσπορισθεῖς τὴν μέγιστη δυνατὴ ἀποδοχή, τὴν τιμητικότερη δυνατὴ ὑποδοχή, τὸν πιὸ ἀπύθμενο δυνατὸ θαυμασμό. Χρειάζεται μόνον νὰ ἀκολουθήσεις καὶ στὴν ποίησή σου καὶ στὴν ἐν γένει (δημόσια τοὐλάχιστον) συμπεριφορά σου μερικοὺς ἁπλοὺς κανόνες.

 

Ὁ πρῶτος κανόνας εἶναι θεματολογικός: τὸ ποιητικό σου πόνημα, εἴτε χαϊκοὺ εἶναι εἴτε ἔπος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχει ξεκάθαρο θέμα. Μπορεῖς, ἀσφαλῶς, νὰ ἀναφέρεσαι, ἤ, ἀκόμη καλύτερα, ὑπογείως νὰ ἐγγίζεις θέματα ὅπως ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης, ὁ χρόνος καὶ ἡ μνήμη, ἡ ποίηση καὶ ἡ τέχνη γενικότερα, ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης, καὶ ἡ οὐρανία Ἀφροδίτη. Ὁ ἀναγνώστης, ἐντούτοις, δὲν θὰ πρέπει σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μπορεῖ μὲ βεβαιότητα νὰ διακρίνει συγκροτημένο θέμα στὸ πόνημά σου, μόνον νύξεις θεμάτων, διότι ἡ ποίηση, ὅπως ξέρουμε ἀπὸ τὶς σχολικὲς ἤδη ἀναλύσεις, εἶναι λόγος ὑπαινικτικός. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὑπάρχουν θέματα τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρει οὔτε ἀκροθιγῶς νὰ ὑπαινιχθεῖς, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, οἱ μὴ ἐξιδανικευμένες σαρκικὲς ἀπολαύσεις. Φρόντισε, λοιπόν, κατὰ τὴ διόρθωση τῶν πονημάτων σου, νὰ προσθέσεις ὀλίγα νεφελώματα, κατὰ προτίμηση ἀρχαιοπρεπῆ, σὲ ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στὰ σώματα καὶ στὶς ἡδονές τους. Ἔτσι, ὄχι ἁπλῶς δὲν θὰ κατηγορηθεῖς γιὰ «χυδαιότητα», ἀλλὰ θὰ ἐπαινεθεῖς γιὰ τὴν ὑπόρρητη αἴσθηση τοῦ ἐρωτισμοῦ ποὺ διαπνέει τὶς γραμμές σου.

 

Ὁ δεύτερος κανόνας εἶναι λεξιλογικός: τὸ σῶμα τοῦ ποιητικοῦ σου ἔργου θὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνει λέξεις σπάνιες, οἱ ὁποῖες θὰ ἀναγκάσουν τὴν συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν ἀναγνωστῶν νὰ ἀνατρέξει στὰ λεξικά. Δὲν χρειάζεται οἱ λέξεις αὐτὲς νὰ εἶναι πολλές, τρεῖς τέσσερις ἀνὰ συλλογὴ ἀρκοῦν, καὶ πάντως ὄχι περισσότερες ἀπὸ τρεῖς ἀνὰ δεκαεξασέλιδο. Διότι ὅπως μᾶς ἔχει διδάξει ἡ σχετικὴ ἐπιφυλλιδογραφία, ἡ λεξιθηρία δὲν εἶναι ἀρετή (ὅλα τὰ εἰς -θηρία εἶναι ἀποφευκτέα), ἀλλὰ τὸ πλούσιο λεξιλόγιο ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ ὁποιοδήποτε συγγραφικὸ ἔργο, πόσο μᾶλλον γιὰ ἔργο ποιητικό. Διάλεξε λοιπὸν μερικὲς τυχαῖες λέξεις ἀπὸ τὸ πόνημά σου καὶ ἀντικατάστησέ τες μὲ σπανιότερες ποὺ θὰ βρεῖς στὰ λεξικὰ συνωνύμων. Καὶ μὴ σὲ ἀνησυχεῖ ἂν πρόκειται γιὰ λέξεις ποὺ δὲν χρησιμοποιήθηκαν τὰ τελευταῖα δυὸ τρεῖς χιλιάδες χρόνια, ὡς ποιητὴς εἶσαι αὐτονοήτως ὁπαδὸς τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἑνότητας: ἡ γλώσσα εἶναι μία, καὶ ὅπως ἡ Μακεδονία, εἶναι ἑλληνική. Μὴ σὲ ἀνησυχεῖ ἐπίσης ἂν δὲν γνωρίζεις πῶς κλίνονται οἱ λέξεις ποὺ ἐπέλεξες, ἢ ἂν σοῦ διαφεύγει κάποια πτυχὴ τῆς σημασίας τους, νὰ θυμᾶσαι πὼς εἶσαι ποιητὴς καὶ ἑπομένως ἔχεις ποιητικὴ ἄδεια ὡς πρὸς τὰ γραμματικὰ λάθη καὶ τὸ ἀκαταλόγιστο ὡς πρὸς τὰ σημασιολογικά (δὲς σχετικὰ καὶ τὸν πρῶτο κανόνα).

 

Ὁ τρίτος κανόνας εἶναι δομικός: κανένα σου ποιητικὸ πόνημα δὲν πρέπει νὰ ἔχει ἀρχή, μέση καὶ τέλος, κανένας στίχος (ἐὰν γράφεις σὲ στίχους) δὲν πρέπει νὰ σταματᾶ ὅπου σταματᾶ γιὰ λόγους σύνταξης, ρυθμοῦ ἢ ἁρμονίας, καὶ κανένας τίτλος (ἐὰν χρησιμοποιεῖς τίτλους) δὲν πρέπει νὰ δηλώνει κάτι συγκεκριμένο ἢ σαφὲς περὶ τοῦ πονήματος. Τὰ ποιήματά σου πρέπει νὰ φαίνονται αὐθαίρετα, νὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τυχαιότητα σὲ ὅλα τὰ ἑπίπεδα. Καὶ ὁ πιὸ σίγουρος τρόπος νὰ πετύχεις αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐμπιστευθεῖς τὴν τυχαιότητα, νὰ ἀλλάζεις στίχο ὅπου νἆναι, νὰ κόβεις τυχαῖα φράσεις ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ νὰ τὶς κολλᾶς ἀλλοῦ, καὶ νὰ φροντίζεις κατὰ τὴν τελικὴ φάση τῆς σύνθεσης νὰ διαγράψεις τοὺς πρώτους καὶ τοὺς τελευταίους στίχους, διότι ποτὲ δὲν ξέρεις ποῦ μπορεῖ νὰ ἔχει παρεισφρήσει εἱρμός. Οἱ ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες εἶναι βέβαιο πὼς ὄχι μόνο θὰ ἀναζητήσουν ἀλλὰ καὶ θὰ ἀνακαλύψουν ἀξιοθαύμαστες ποιητικὲς δομὲς ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν, κι ἂν εἶσαι τυχερὸς θὰ γράψουν στὰ περιοδικὰ καὶ στὶς ἱστοσελίδες ἔξοχα ἑρμηνευτικὰ σχόλια, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχες στερηθεῖ ἂν δὲν ἀγκάλιαζες τὴν τυχαιότητα.

 

Ὁ τέταρτος κανόνας εἶναι ὁ ὑπερβατικός, γνωστὸς στοὺς παροικοῦντες καὶ ὡς σουρεαλιστικός (καὶ οὐχὶ ὑπερρεαλιστικός): φρόντισε νὰ διακοσμήσεις τὰ πονήματά σου μὲ ἀναφορὲς σὲ στοιχεῖα ποὺ δὲν ταιριάζουν σημασιολογικὰ μὲ τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ ὑποσκάπτουν δηλαδὴ ὅποιον λογικὸ εἱρμὸ ἔχει ἐπιβιώσει μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τρίτου κανόνα.  Μπορεῖς εὔκολα νὰ πετύχεις τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα χρησιμοποιώντας ἁπλῶς τὸν σύνδεσμο «καὶ» σὲ διάφορα τυχαῖα σημεῖα  ἀκολουθούμενο ἀπὸ ἕναν ἀταίριαστο ὅρο. Ἂν, γιὰ παράδειγμα, ἔχεις γράψει κάπου «τὰ μαλλιά μου ἄλουστα» μπορεῖς εὔκολα νὰ ἀπογειώσεις τὸν στίχο προσθέτοντας εἴτε ἕνα οὐσιαστικὸ («τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ φωνήεντά μου ἄλουστα») εἴτε ἕνα ἐπίθετο («τὰ μαλλιὰ μου ἄλουστα καὶ μελωδικἀ»). Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ κανόνα, διασφαλίζεις ἕναν ἀκόμη ἀναγκαῖο ροῦμπο στὰ σχόλια ποὺ θὰ γράψουν οἱ ἐπαρκεῖς γιὰ τὸ ἔργο σου, τὸν ροῦμπο περὶ ὑπερρεαλιστικῶν καταβολῶν ποὺ ἔχουν, ὅμως, ἀφομοιωθεῖ ἀξιοθαύμαστα.

 

Ὁ πέμπτος κανόνας εἶναι ὁ συντεχνιακός, γνωστὸς στοὺς παροικοῦντες καὶ ὡς καρσονικός, λόγῳ τῆς εὐρέως διαδεδομένης στοὺς νεότερους, ἀγγλοσπουδαγμένους καὶ μή, ποιητές μας παρανάγνωσης καὶ παρανόησης τοῦ ἔργου τῆς σπουδαίας Καναδῆς ποιήτριας. Ὁ κανόνας αὐτὸς ἐπιβάλλει τὸ ἔργο σου ὄχι ἁπλῶς νὰ σχετίζεται ἀλλὰ καὶ νὰ παραπέμπει στὸ ἔργο, ἀλλὰ καὶ στὸν βίο, ἄλλων δημιουργῶν, στοὺς ὁποίους θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε, ἐπὶ ποινῇ δημόσιας ἀδιαφορίας, νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ τοὐλάχιστον δυὸ τρεῖς ποὺ δὲν εἶναι γνωστοὶ στὸ εὐρὺ κοινὀ, ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι μαϊντανοί. Βέβαια, δὲν θὰ ἀποφύγεις, καὶ δὲν σὲ συμφέρει νὰ ἀποφύγεις, τὸν Σολωμό, γιὰ παράδειγμα, ἢ τὴν Κικὴ Δημουλᾶ, ἀλλὰ καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀναφερθεῖς κάπου καὶ στὸν Ἄθω Δημουλά, ἂς ποῦμε, ὡς (φεῦ!) λιγότερο γνωστό, ἢ ἀκόμη καλύτερα στὸν σούφι ποιητὴ Sultan Bahu. Μπορεῖ ὁ κανόνας αὐτὸς νὰ φαίνεται δυσκολότερος ἀπὸ τοὺς προηγούμενους, ἀλλὰ μὴ φοβοῦ: στὴν πραγματικότητα χρειάζεται ἐλάχιστη δουλειά, καθὼς δὲν προϋποθέτει γνώση τοῦ ἔργου κανενὸς δημιουργοῦ, ἀλλὰ μόνο κάποιες βικιπαιδικῆς προελεύσεως πληροφορίες. Γιὰ παράδειγμα, δεῖτε τὸ ἑξῆς ἔξοχο ποίημα ποὺ μόλις σκάρωσα κατὰ τὴ συνταγή μου: «πρηνὴς παρατηρεῖ /τὰ γκρεμισμένα/ εἴδωλα/ καὶ ὄνειρα ὁ Sultan Bahu ἀπὸ τῆς /μητέρας του τὸ μαυσωλεῖο/ καθὼς φιλᾶ τὸ/ χῶμα καὶ τὴν ψυχή/ της». Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται νὰ ξέρει κανεὶς γιὰ τὸν Sultan Bahu ὥστε νὰ γράψει αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ἡ ἑξῆς πληροφορία ἀπὸ τὴν wikipedia: «his mother, Mai Rasti, herself a pious woman, has her own mausoleum in Shorkot». Οἱ ἐπιτροπὲς τῶν λογοτεχνικῶν βραβείων, ἐντούτοις, θὰ θαυμάσουν ἀναμφίβολα τὴν εὐρυμάθεια τοῦ ποιητῆ, καὶ θὰ τὴν ἐπαινέσουν στὰ σκεπτικά τους.

 

Ὁ ἕκτος καὶ τελευταῖος κανόνας δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ποίηση ἀλλὰ μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἐπίδοξου ποιητῆ καὶ μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ «κανόνας ἐπιβίωσης». Πρόκειται γιὰ κανόνα ἁπλὸ ἀλλὰ πολύτιμο, διότι εἶναι ὁ μόνος μὲ τὸν ὁποῖο μὴ συμμόρφωση σημαίνει βέβαιη ἀποτυχία. Στὴν ἁπλούστερη διατύπωσή του, ὁ κανόνας λέει: μὴν δυσαρεστήσεις ποτὲ μὲ κανέναν τρόπο κανέναν ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων ἢ δυνάμει ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων ἢ ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὁποιαδήποτε σχέση μὲ (δυνάμει) ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων. Προσοχή, ὅμως: δὲν ἐπιτρέπεται ἐδῶ οὔτε ἀμφισβήτηση οὔτε περίσκεψη περὶ τῆς ἔννοιας τοῦ ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων – ὅλοι ὅσοι γράφουν ὅ,τι καὶ ἂν γράφουν ὅπου καὶ ἂν τὸ γράφουν εἶναι δυνάμει ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, ὅπως εἶναι καὶ οἱ ἐκδότες βιβλίων καὶ περιοδικῶν, καὶ οἱ διαχειριστὲς ἱστοσελίδων, καὶ οἱ τυπογράφοι, καὶ οἱ βιβλιοπῶλες, ἀκόμη καὶ ὁ περιπτερὰς ἀπὸ ὅπου ἀγοράζει τσιγάρα ἡ Δημουλᾶ. Ἡ μόνη θεμιτὴ συμπεριφορὰ ἀπέναντί τους εἶναι ὁ ἀνυπόκριτος θαυμασμός. Ἀκρότητες ὅπως ἡ ἐπίδοση δώρων ἰδιοχείρως στοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων κατὰ τὶς δημόσιες ἐμφανίσεις τους δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖες, οὔτε ὅμως καὶ βλαβερές, κάθε ἄλλο. Πάντως, μὲ δεδομένο, καὶ ἐκφρασμένο, τὸν θαυμασμὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν καταφέρει κανεὶς νὰ ἀκολουθήσει παρὰ δυὸ τρεῖς ἀπὸ τοὺς πέντε πρώτους κανόνες, ἡ ἐπιτυχία του στὴν ἐγχώρια πολιτεία τῶν γραμμάτων εἶναι βεβαία!

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

παρεξηγήσεις

Ὁ Νάσος Βαγενᾶς, στὸ ποίημα μὲ τὸ ὁποῖο προλογίζει τὴν ἔξοχη Πανωραία του (Κέδρος, 2016), περιγράφει τὴν ἡρωίδα τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ μυθιστορήματος ὡς ἑξῆς:

«Ἡ θεία μου ἡ Πανωραία, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ ποιητικά (εἶχε τελειώσει μόνο τὸ δημοτικό), μιλοῦσε, χωρὶς νὰ τὸ ξέρει, μὲ γλώσσα ποιητική.

Ἀλλὰ μιλοῦσε καὶ κανονικά. Ἔλεγε τὰ σύκα σύκα, τὸ ψωμὶ ψωμί, τὴ σκάφη σκάφη, κάθε φορὰ ποὺ ἔπλενε τὴ στολὴ τοῦ ἀντρός της, ποὺ εἶχε βρεῖ ἡρωικὸ θάνατο στὴν Κορυτσά.»

Στὶς δύο αὐτὲς σύντομες παραγράφους, καταρχὴν ὁ ποιητὴς ἀντιδιαστέλλει τὴν «ποιητικὴ γλώσσα» πρὸς τὴν «κανονική», ἐμμέσως καὶ σαφῶς ἀναφερόμενος στὴν πιὸ αὐτονόητη ἴσως, τὴν πιὸ προφανή, ἰδιότητα τῆς ποιητικῆς γλώσσας: τὴν μὴ κυριολεκτικότητά της. Συγχρόνως, ὅμως, θέτει, ἐξίσου ἐμμέσως καὶ σαφῶς, δύο ἐρωτήματα τῶν ὁποίων οἱ ἀπαντήσεις εἶναι λιγότερο προφανεῖς καὶ αὐτονόητες: ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ διαθέτει γνώση τῶν «ποιητικῶν»˙ καὶ ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ γνωρίζει ὅτι αὐτὸ ποὺ παράγει εἶναι λόγος ποιητικός.

 

Στὸ πρῶτο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχει «ἰδέα ἀπὸ ποιητικὰ» ὁ ποιητής, ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ ἔδιναν οἱ περισσότεροι ποιητὲς εἶναι «ἀναμφιβόλως». Καὶ ἴσως γι᾽ αὐτὸ οἱ πιὸ πολλοὶ ἐπίδοξοι νέοι καὶ μεσόκοποι ποιητὲς στὴν Ἑλλάδα μελετοῦν καὶ συλλέγουν πληροφορίες καὶ γνώσεις περὶ τῆς ποίησης καὶ τῶν ποιητῶν, τὶς ὁποῖες σὲ πρώτη εὐκαιρία συμπεριλαμβάνουν ἀμάσητες καὶ ἐπιδεικτικὲς στὰ δικά τους πονήματα, μὲ ἄλλοθι κάποια ποιητικὴ σχολὴ ποὺ εἴτε ὑποτίθεται ὅτι ἀκολουθοῦν εἴτε (συνηθέστερα) ὑποκρίνονται ὅτι ὑπονομευτικὰ χλευάζουν. Τὰ παραγόμενα ποιήματα μπορεῖ νὰ μὴν ὁμιλοῦν γλώσσα ἰδιαιτέρως ποιητική, ἀλλὰ πάντως ὁμιλοῦν περὶ τῆς ποίησης, μὲ τὴν ψευδὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸ ἀρκεῖ, ὅπως ἔχει ἀρκέσει γιὰ τόσους μοντερνιστές, μεταμοντερνιστές, καὶ κυρίως μεταμεταμοντερνιστές. Δὲν ἀρκεῖ, ὅμως˙ πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως: ἀκόμη καὶ ἂν καταλήξουμε ὅτι ἡ γνώση γιὰ τὰ ποιητικὰ εἶναι πράγματι ἀναγκαία, δὲν συνεπάγεται πὼς εἶναι καὶ ἐπαρκής.

 

Στὸ δεύτερο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀναγκαιότητας τῆς ποιητικῆς αὐτοσυνειδησίας, γιὰ νὰ μιλήσω τὴ (μὴ κανονικὴ ἀλλὰ καὶ μὴ ποιητικὴ) γλώσσα τους,  ἡ ἀπάντηση τῶν κατ᾽ ἐπιβολὴν ποιητῶν εἶναι καὶ πάλι προφανῶς καταφατική: ὁ ἀληθινὸς ποιητὴς γνωρίζει ἀκριβῶς τί κάνει καὶ εἶναι μάλιστα σὲ θέση νὰ ἀρθρώσει θεωρητικὸ καὶ κριτικὸ λόγο περὶ τῆς ποίησης, μᾶς λένε ἐν μέσῳ πολλῶν ἀναφορῶν σὲ ποιητές, θεωρητικοὺς καὶ κριτικοὺς τῆς λογοτεχνίας ποὺ (τοὺς φαίνεται ὅτι) συμφωνοῦν μαζί τους. Στὸ πλαίσιο αὐτό, πασχίζουν ὅλοι νὰ γράφουν σωρηδὸν ἐμβριθῆ κείμενα καὶ νὰ δίνουν συνεντεύξεις ὅπου ἡ γνώση τους γιὰ τὸ «ποιητικὸ φαινόμενο» μετριέται μὲ τὸν ὄγκο τῶν παραπομπῶν καὶ τῶν ἐπικλήσεων σὲ αὐθεντίες˙ δὲν εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν ἔχουν χρόνο γιὰ νὰ γράψουν παρὰ δέκα εἴκοσι ποιηματάκια τὸ χρόνο ἀκόμη καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν εἶναι εὔποροι ἢ εὐνοημένοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ συγκυρία καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τρῶνε ὀχτάωρα ἀσκώντας βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα. Πρόκειται, βεβαίως, καὶ πάλι γιὰ παρεξήγηση: ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ σου ὡς ποιητῆ καὶ τοῦ δημιουργήματός σου ὡς ποιήματος, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποτελεῖ ὅρο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν καταγραφὴ ἢ τὴ διαφήμισή της˙ αὐτὲς ἄλλους στόχους ὑπηρετοῦν, συχνὰ δὲ προξενοῦν θυμηδία, ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἐμβριθῶς αὐτοαναλυόμενος ὡς ποιητὴς διαψεύδεται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Καὶ πάλι, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἂν θὰ ἐκφρασθεῖ ἢ ὄχι ἡ συνείδηση τῆς ποιητικῆς πράξης, ἀλλὰ ἂν ἀποτελεῖ ἀληθὴ ἢ ψευδὴ συνείδηση, δηλαδὴ ἂν ἡ πράξη εἶναι ὅντως ποιητική.

 

Ἡ παρεξήγηση, ὅμως, ποὺ ὁδηγεῖ στὰ πιὸ τραγικά, ἢ στὰ πιὸ κωμικά, ἀποτελέσματα σχετίζεται μὲ τὸ πιὸ βασικό, τὸ πιὸ προφανές, τὸ πιὸ κοινότοπο: τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ποίησης δὲν εἶναι γλώσσα κυριολεκτική. Δυστυχῶς, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἑρμηνεύεται μὲ ὑπερβολικὰ κυριολεκτικὸ τρόπο καὶ οἱ ἐπίδοξοι ποιητὲς πασχίζουν νὰ στριμώξουν στοὺς στίχους τους μεταφορές, παρομοιώσεις, μετωνυμίες, ἀλληγορίες, καὶ οὔτω καθεξῆς, μὲ στόχο νὰ ἐκβιάσουν τὴν ἀμφισημία, τὴν πολυσημία ἢ τὴ σκοτεινότητα ποὺ πιστεύουν ὅτι θὰ ἀποτελέσει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποιητικοῦ (τους) ἔργου καὶ τῆς «κανονικῆς» ὁμιλίας.

 

Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη παγίδα: διότι ἡ ποίηση πράγματι δὲν κυριολεκτεῖ, ἀλλὰ τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο αἴρεται ἡ κυριολεξία δὲν εἶναι ἡ φράση, οὔτε ὁ στίχος, ἀλλὰ τὸ ποίημα. Ἡ ὑποψία ὅτι ἕνα φαινομενικὰ μονοσήμαντο ποίημα μπορεῖ νὰ ἀπογειωθεῖ δὲν φαίνεται νὰ περνάει ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἀκόμη καὶ ποιητῶν ποὺ ἔχουν διαβάσει καὶ ἔχουν ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια θαυμάσει καὶ Παπατσώνη, καὶ Φωκᾶ, καὶ Βαγενᾶ. Διότι, βεβαίως, αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ τὴν Πανωραία, ἂς ποῦμε, σπουδαῖο ἔργο δὲν εἶναι ἡ συμβατικὴ ἔλλειψη κυριολεξίας μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται τὰ λεξικά, ἀλλὰ ἡ δόμηση ἑνὸς φαινομενικὰ κυριολεκτικοῦ, μονοσήμαντου ἀφηγήματος, ποὺ ὅμως (ἢ μᾶλλον: ἑπομένως) κατορθώνει νὰ μιλήσει ποιητικά, δηλαδὴ χωρὶς νὰ κραυγάζει καὶ χωρὶς νὰ καλολογεῖ, καὶ γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία τοῦ ποιητῆ καὶ γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]