δυὸ λόγια γιὰ τὴ banalité τῆς σύγχρονης ποίησής μας

Ξαναδιαβάζοντας ἕνα βιβλίο τῆς ἀγαπημένης Σούζαν Σόνταγκ, ἔπεσα σὲ ἕνα σύντομο ἄρθρο της γιὰ τὸν κινηματογράφο, τὸ ὁποῖο μοῦ φάνηκε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ μιλάει γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ποίησης στὴ χώρα μας σήμερα. Τὸ ἄρθρο τῆς Σόνταγκ πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1995, μὲ τίτλο «Ἕνας Αἰώνας Κινηματογράφος» καὶ περιλήφθηκε στὸ βιβλίο της Where the Stress Falls τὸ 2001. Παραθέτω, σὲ δική μου πρόχειρη μετάφραση, τὸ ἐπίμαχο ἀπόσπασμα τῆς Σόνταγκ:

Ἐπὶ περίπου δεκαπέντε χρόνια παρακολουθήσαμε ἄφθονα κινηματογραφικὰ ἀριστουργήματα καὶ ἐπιτρέψαμε στοὺς ἑαυτούς μας νὰ πιστέψουν ὅτι ἔτσι θὰ συνεχίζονταν τὰ πράγματα  γιὰ πάντα. Ὁμολογουμένως, πάντα ὑπῆρχε σύγκρουση ἀνάμεσα στὸν κινηματογράφο ὡς βιομηχανία καὶ  τὸν κινηματογράφο ὡς τέχνη, ἀνάμεσα στὸν κινηματογράφο ὡς ρουτίνα καὶ τὸν κινηματογράφο ὡς πείραμα. Ἀλλὰ ἡ σύγκρουση δὲν ἦταν τέτοια ὥστε νὰ καθιστᾶ ἀδύνατη τὴ δημιουργία ἐξαίσιων ταινιῶν, σύμφωνων ἢ μὴ μὲ τὶς κρατοῦσες τάσεις. Πλέον ἡ ἰσορροπία ἔχει ἀνατραπεῖ, πρὸς ὄφελος τοῦ κινηματογράφου ὡς βιομηχανίας. Ὁ σπουδαῖος κινηματογράφος τῶν δεκαετιῶν τοῦ ἑξήντα καὶ τοῦ ἑβδομήντα ἔχει ὁλοσχερῶς ἐξοστρακισθεῖ. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1970 τὸ Χόλλυγουντ ἔκλεβε καὶ μετέτρεπε σὲ κοινὸ τόπο τὶς καινοτομίες στὴν ἀφηγηματικὴ τεχνικὴ καὶ στὸ μοντὰζ γιὰ τὶς ὁποῖες ἦσαν ὑπεύθυνες οἱ ἐπιτυχημένες νέες  εὐρωπαϊκὲς καὶ οἱ πάντα περιθωριακὲς ἀνεξάρτητες ἀμερικάνικες ταινίες.

 

Προσωπικά, δὲν γνωρίζω σχεδὸν τίποτα γιὰ τὸν κινηματογράφο, ἑπομένως δὲν μπορῶ νὰ ἀξιολογήσω τὴν ἄποψη τῆς Σόνταγκ γιὰ τὴν ἐξέλιξή του στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Μπορῶ, ὅμως, νὰ διακρίνω προφανέστατες ἀναλογίες μεταξὺ τῆς μοίρας τοῦ κινηματογράφου ὅπως περιγράφεται ἀπὸ τὴν σπουδαία διανοούμενη καὶ τῆς μοίρας τῆς νεοελληνικῆς ποίησης ὅπως τὴν παρακολουθῶ καὶ τὴν βιώνω ὁ ἴδιος.

 

Διότι πράγματι, κοιτώντας πίσω, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖ κανεὶς παραδείγματα σπουδαίων νεοελληνικῶν ποιητικῶν ἔργων ποὺ δημοσιεύθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ὅπως ἐπίσης μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ ποιητικὰ ἔργα δημοσιευμένα τὸν εἰκοστὸ αἰώνα, τὰ ὁποῖα προφανῶς πειραματίστηκαν σὲ πολλὰ ἐπίπεδα καὶ ἐπιχείρησαν νὰ ἐπαναδιατυπώσουν τὰ ποιητικὰ αἰτήματα μὲ τρόπους ποὺ δὲν ἦσαν ἤδη γνώριμοι καὶ ἀποδεκτοί (καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἔγιναν, βέβαια, ποτὲ ἀποδεκτοί). Ἐντελῶς ἐνδεικτικά, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀναξιολογικά, θὰ μποροῦσα νὰ ἀναφέρω σὲ αὐτὴ τὴν τελευταία κατηγορία τῶν, ἂς ποῦμε, ἀνανεωτῶν ἢ ἀνατροπέων, τὸν Παπατσώνη, τὸν Ἐγγονόπουλο, τὸν Φωκᾶ, τὸν Κατσαρό, τὸν Κακναβάτο, τὴ Βακαλό, τὸν Χειμωνᾶ, τὸν Ὀσύρο. Παρατηρῶ, ὅμως, ὅτι ἤδη ἀπὸ τὴν τελευταία εἰκοσαετία τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ἐλάχιστοι πειραματισμοὶ καὶ ἀκόμη λιγότερες ἀνατροπὲς φαίνεται νὰ ὑπάρχουν: ἀντ᾽ αὐτῶν, διαβάζει κανεὶς κυρίως ποίηση ποὺ θὰ τὴν ὀνόμαζα διεκπεραιωτική, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ ἡ Σόνταγκ μιλοῦσε γιὰ κινηματογράφο ρουτίνας: ἡ τεχνικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι καλὴ ἢ ἀκόμη καὶ ἄψογη, ἡ θεματολογία προσεκτικὰ ἐπιλεγμένη, τὸ τελικὸ προϊὸν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα καλὸ ἣ πολὺ καλὸ ποίημα, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα τέτοια καλὰ ποιήματα, μὲ τὴν ἴδια τεχνική, μὲ τὴν ἴδια χρήση τῆς γλώσσας, μὲ τὴν ἴδια θεματολογία καὶ μὲ τὴν ἴδια προσέγγιση ἔχουμε ξαναδεῖ καὶ μάλιστα πολλές, πάρα πολλὲς φορές, τόσες ὥστε προσωπικὰ συχνὰ ἀναρωτιέμαι γιὰ ποιό λόγο χρειαζόταν νὰ (ξανα)γραφεῖ ἕνα κατὰ τὰ ἄλλα καλὸ ποίημα ποὺ μπορεῖ νὰ διαβάζω.

 

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι θὰ ἔπρεπε ἀπαραιτήτως ἕνας ποιητὴς νὰ ἐπιδιώκει νὰ «make it new», οὔτε ὅτι ἡ ρήξη, ἡ ἀνατροπὴ, ἢ ἔστω ἡ ἀνανέωση εἶναι ἐπαρκής, ἢ ἀκόμη καὶ ἀναγκαία, συνθήκη γιὰ τὴν ποίηση. Φρονῶ, ἐντούτοις, ὅτι ἡ ἀπουσία κάθε ἀπόπειρας ἀνανέωσης στὴν νεοελληνικὴ ποίηση ἐπὶ δεκαετίες ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα πρόβλημα, εἰδικὰ ἐφόσον οἱ νεότεροι ποιητὲς τῆς ἐγχώριας γραμματείας μας φαίνεται ὅτι συνειδητὰ σχεδιάζουν καὶ συνθέτουν ποίηση διεκπεραιωτική, δηλαδὴ ποίηση προγραμματικὰ συμμορφωμένη μὲ τοὺς κανόνες ποὺ φαίνεται ὅτι διέπουν τὴν ποιητικὴ πρακτικὴ τῶν τελευταίων δεκαετιῶν σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Οἱ καινοτομίες στὴν ποίηση τοῦ περασμένου αἰώνα, οἱ ρήξεις μὲ τὴν προηγούμενη παράδοση, ἐνσωματωμένες πλέον στὴν σύγχρονη ποιητικὴ παράδοση, μοιραῖα συναπαρτίζουν καὶ προσμετρῶνται στὴ νέα ποιητικὴ «ὀρθοδοξία», στὸν κοινὸ τόπο, ἡ συμμόρφωση πρὸς τὸν ὁποῖο ἀποτελεῖ εἰσιτήριο γιὰ τὴν πρόσβαση στὴν «λέσχη» τῶν ποιητῶν.

 

Δὲν μπορεῖ, βεβαίως, νὰ θεωρεῖται πρόοδος ἢ ἐξέλιξη στὴν τέχνη τῆς ποίησης αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔχει ἐκφυλισθεῖ σὲ κοινὸ τόπο τῆς ἐγχώριας ποιητικῆς παραγωγῆς ἐδῶ καὶ τριάντα, σαράντα ἢ ἑξήντα χρόνια˙ οὔτε βεβαίως οἱ τάσεις πού, γιὰ παράδειγμα, ἀποτέλεσαν πρωτοπορία στὴν ἀμερικάνικη ποιητικὴ παραγωγὴ τῆς δεκαετίας τοῦ ἑβδομήντα ἢ τοῦ ὀγδόντα μπορεῖ νὰ θεωροῦνται (ἢ νὰ σερβίρονται ὡς) σύγχρονες στοὺς ἰθαγενεῖς καταναλωτὲς τῆς ποίησης. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι κἂν αὐτό˙  τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι πραγματικὰ δὲν ἐνδιαφέρει τὴν συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν σύγχρονων ποιητῶν νὰ πειραματισθοῦν μὲ τὶς συμβάσεις τῆς τέχνης «τους», νὰ τὶς ἀνανεώσουν ἢ νὰ τὶς ἀνατρέψουν. Αὐτὸ ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει εἶναι ἀπλῶς ἡ ἐπιτυχὴς ἔνταξή τους στὸν κανόνα, σκοπός τους εἶναι ἀκριβῶς ὅλη αὐτὴ ἡ banalité τῆς ἀναπαραγωγικῆς, διεκπεραιωτικῆς, τραγικὰ συντηρητικῆς συμμόρφωσης πρὸς τὶς κρατοῦσες συμβάσεις.

 

Καὶ δυστυχῶς, ἂν καὶ πρόκειται ὁμολογουμένως γιὰ ἀπίστευτα φιλόδοξα πλάσματα, ἡ φιλοδοξία τους περιορίζεται, κατὰ τρόπο ὀξύμωρο, στὸ ἐλάχιστο: τὴ συμβατικὴ ἀποδοχή. Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ἀναπόφευκτα ἡ ποίηση δὲν προχωρεῖ καὶ δὲν ἐξελίσσεται, ἁπλῶς συντηρεῖται μέσα στὴ φορμόλη ποὺ παρασκευάζουν οἱ κλειδοκράτορες τῆς «λέσχης» γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπιβίωσή τους.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φωνὴ

Τοὐλάχιστον δύο ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ποιητὲς ποὺ ἔχω διαβάσει ὑπῆρξαν ποιητικὰ ἄφωνοι στὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἐπωαζόταν ἡ ποίησή τους καὶ δὲν εἶχαν ἰδέα γιὰ τὴν ἀναπηρία τους αὐτή.

 

Ἡ μία εἶναι ἡ Πλάθ, ἡ ὁποία ἐπὶ τοὐλάχιστον μιὰ δεκαετία ἔγραφε ποιήματα ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς δὲν ἦσαν παρὰ ἀσκήσεις σὲ διάφορες στιχουργικὲς μορφὲς ἣ μιμήσεις ποιητῶν ποὺ ἡ ἴδια θαύμαζε. Στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς δεκαετίας δημοσίευσε πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ποιήματα σὲ περιοδικά, ἐξέδωσε τὴν μοναδικὴ ποιητική της συλλογὴ ποὺ πρόφτασε νὰ δεῖ τυπωμένη, ἀλλὰ δὲν φαίνεται νὰ ἀμφισβήτησε τὴν ἱκανότητά της νὰ γράφει ποιήματα (κρίνοντας ἀπὸ τὰ ἡμερολόγια καὶ τὶς ἐπιστολές της ποὺ δημοσιεύθηκαν μετὰ τὸν θάνατό της), μὲ ἄλλα λόγια δὲν φαίνεται νὰ εἶχε συναίσθηση τῆς μετριότητας τῆς ποιηματογραφίας της. Ὅταν, ὅμως, κάποτε ἐπινόησε τὴν ποιητικὴ φωνή της καὶ ἄρχισε νὰ γράφει τὰ σπουδαῖα ποιήματα ποὺ δημοσιεύθηκαν στὸ Ariel, ἀντιλήφθηκε ἀκριβῶς τί συνέβαινε καὶ ἀναδρομικὰ μπόρεσε νὰ ἀξιολογήσει τὸ ποιητικό της παρελθόν: «γράφω τὰ καλύτερα ποιήματα τῆς ζωῆς μου» ἔγραψε στὴ μητέρα της, «αὐτὰ θὰ μὲ κάνουν διάσημη».

 

Ὁ δεύτερος σπουδαῖος ποιητὴς ποὺ διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἄφωνος ἦταν ὁ Καβάφης. Ἡ περίπτωσή του, μάλιστα, εἶναι πιὸ κραυγαλέα ἀκόμη, διότι ἐνῶ στὰ πρώιμα ποιήματα τῆς Πλὰθ διακρίνει κανεὶς ἐνίοτε ψήγματα αὐτοῦ ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε, στὰ ποιήματα ποὺ δημοσίευε ὁ Καβάφης ἐπὶ τοὐλάχιστον δεκαπέντε χρόνια δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε ποὺ νὰ ὑποψιάζει τὸν ἀναγνώστη ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἀκολουθήσει, ἀπὸ τὴν ἴδια αὐτὴ πέννα, ἡ σπουδαία καβαφικὴ ποίηση. Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι καὶ ὁ Καβάφης, τὴ στιγμὴ ποὺ ἀπέκτησε φωνὴ καὶ ἔγινε ὁ Καβάφης, φαίνεται πὼς ἐπίσης ἀντιλήφθηκε ἀκριβῶς τί τοῦ συνέβαινε καὶ ἀξιολόγησε μὲ ἀκρίβεια τὴν ὣς τότε ἀποτυχία του. Ἀποκήρυξε συλλήβδην τὰ μιμητικὰ γυμνάσματα τοῦ παρελθόντος του καὶ μάλιστα, κατὰ τὸν Μαλάνο, ἄλλαξε καὶ τὴν ὑπογραφή του ἀπὸ Κ. Φ. Καβάφης σὲ Κ. Π. Καβάφης, διαδίδοντας ὅτι ὁ Κ.Φ. δὲν ἦταν ὁ ἴδιος, ἀλλὰ «ἕνας μακρυνὸς ἐξάδελφος ποὺ ἔγραφε καὶ αὐτὸς ποιήματα, μὰ ποὺ δὲν ἦσαν μεγάλο πρᾶγμα».

 

Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ὁ μέτριος ποιητὴς εἶναι καταδικασμένος σὲ ἄγνοια τῆς μετριότητάς του: δὲν διαθέτει οὔτε τὴν ἱκανότητα νὰ ἀξιολογήσει τὸ ἔργο του, οὔτε τὴ στοιχειώδη αὐτοπροστατευτικὴ μέριμνα ποὺ θὰ τὸν ἐμπόδιζε νὰ δημοσιεύει τὰ πονήματά του. Ἂν ποτὲ, ὅμως, καταφέρει νὰ σπάσει τὸν φαῦλο κύκλο, ἔστω μετὰ ἀπὸ χρόνια ἄσκησης καὶ αὐταπάτης, καὶ νὰ γράψει πραγματικὰ καλὴ ποίηση, τότε μᾶλλον ἐπέρχεται κάποιο εἶδος ἐπιφοίτησης καὶ ἀντιλαμβάνεται ἐπιτέλους ποιά ἀκριβῶς ἦσαν τὰ ποιητικά του σφάλματα καὶ ποιά φωνὴ μέσα του θὰ μπορέσει νὰ ἀρθρώσει ποιητικὸ λόγο.

 

Χρησιμοποιῶ τὴν μεταφορὰ αὐτὴ τῆς «φωνῆς» γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ κάτι ποὺ θεωρῶ τὸ πιὸ δύσκολο καὶ τὸ πιὸ σπάνιο ἐπίτευγμα στὴν ποίηση: τὴν ἐπινόηση (καὶ ἴσως, ἐν μέρει, ἀνακάλυψη) ἑνὸς νέου ποιητικοῦ δρόμου, τὴν ὁποία ἀπαραιτήτως συνοδεύει μιὰ αὐστηρή, ἀξιολογικὴ ποιητικὴ αὐτογνωσία.

 

Δὲν εἶναι τυχαῖο, βεβαίως, ὅτι τὴν πορεία αὐτή, ἀπὸ τὸν ἀσήμαντο μιμητισμὸ ὢς τὴν συγκρότηση τῆς ποιητικῆς φωνῆς, μποροῦμε νὰ τὴν παρατηρήσουμε (καὶ νὰ τὴν τεκμηριώσουμε) μόνο σὲ σημαντικοὺς ποιητές. Οἱ ἀσήμαντοι μένουμε καρφωμένοι στὰ ἀρχικὰ στάδια τῆς πορείας, μὲ τὴν ψευδὴ βεβαιότητα ὅτι γράφουμε ποιήματα˙ καὶ οἱ ἀφειδεῖς ἔπαινοι τῶν φίλων μας στὸ λογοτεχνικὸ καὶ παραλογοτεχνικὸ κουρμπέτι ἐγγυῶνται ὅτι δὲν θὰ προχωρήσουμε ποτὲ ρούπι παραπέρα, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ποιητικὴ αὐτογνωσία μας οὔτε ὡς πρὸς τὴν ποιητική μας συγκρότηση. Ἄφωνοι καὶ ἄμουσοι θὰ συνεχίσουμε, ἐν μέσῳ ἰαχῶν καὶ χειροκροτημάτων νὰ γράφουμε «ἡ ἀρχαία τραγωδία, ἡ ἀρχαία τραγωδία / εἶναι ἱερὰ κι εὐρεῖα ὡς τοῦ σύμπαντος καρδία», ἀνυποψίαστοι ὅτι στὴν ἐπόμενη γωνία, σὲ ἕνα παράλληλο ἴσως σύμπαν, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς περιμένει ἡ «χαρὰ τῆς ἀφθαρσίας».

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

συμμόρφωση

Μιλῶ συχνὰ γιὰ ἀναμηρυκασμὸ καὶ ἐπανάληψη στὴν σύγχρονη ποιητική μας παραγωγή. Θὰ ἦταν ἴσως ἀκριβέστερο νὰ πῶ πὼς αὐτὸ ποὺ κατεξοχὴν χαρακτηρίζει τὴ σύγχρονη ποιηματογραφία μας εἶναι ὁ συντηρητισμός, ἡ συμμόρφωση πρὸς τὸ κυρίαρχο μοντέλο. Ὁ ἀναμηρυκασμὸς εἶναι ἁπλῶς ἡ φυσικὴ συνέπεια τοῦ συντηρητισμοῦ ποὺ χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονη ποιηματογραφία, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ δηλωμένα πολιτικὰ φρονήματα τῶν ποιηματογράφων.

 

Ἡ ποίηση ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς ποιηματογράφους σὰν παρωχημένη χειροτεχνία: στόχος τους εἶναι ἁπλῶς τὰ ἐργόχειρά τους νὰ μοιάζουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο μὲ τὰ κειμήλια τῆς ἐν λόγῳ χειροτεχνίας ποὺ φυλάσσονται στὰ διάφορα λαογραφικὰ μουσεῖα, περιγράφονται στὰ ἀντίστοιχα λαογραφικὰ ἔντυπα καὶ βραβεύονται ἀπὸ διάφορους ἐξωραϊστικοὺς συλλόγους. Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ χειροτέχνες αὐτοὶ δὲν δοκιμάζουν νέες τεχνικὲς οὔτε ἀποπειρῶνται νὰ ἀπεικονίσουν νέα μοτίβα εἶναι ὅτι ἡ πιστὴ ἀναπαραγωγὴ τῶν παρωχημένων κειμηλίων ἐξασφαλίζει στοὺς χειροτέχνες εὐνοϊκὴ ὑποδοχὴ τῶν ἐργοχείρων τους ἐκ μέρους τῶν μουσείων καὶ τῶν ἐξωραϊστικῶν συλλόγων.

 

Οἱ πιὸ πολλοὶ μελετοῦν τοὺς καταλόγους τῶν κεντρικῶν λαογραφικῶν μουσείων μεγάλων πόλεων καὶ κωμοπόλεων, ἐπισημαίνουν τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῶν πιὸ θαυμαστῶν χειροτεχνημάτων (αὐτῶν δηλαδὴ περὶ τῶν ὁποίων ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ θαυμαστικὰ ἀπὸ ἄλλους ὁμοτέχνους ἢ/καὶ λαογράφους), τὰ ἀποδελτιώνουν, καὶ τὰ ἀναπαράγουν μὲ ἐπιμέλεια.

 

Μερικοὶ πιὸ φιλέρευνοι ἀνατρέχουν σὲ καταλόγους μουσείων ἀπὸ τόπους ἢ χρόνους μακρινοὺς καὶ καταφέρνουν νὰ θαμπώσουν τοὺς ὁμοίους τους, καθὼς καὶ τὰ πιὸ προχωρημένα διοικητικὰ συμβούλια ἐξωραϊστικῶν συλλόγων, μὲ χειροτεχνήματα ποὺ παρουσιάζουν ὡς καινούρια, πρωτότυπα, ἀκόμη καὶ ἀνατρεπτικά. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ἀκόμη φροντίζουν πάντα νὰ δείξουν καὶ νὰ ἀναδείξουν τὴ σχέση τους μὲ τὰ πρότυπα ἀναγνωρισμένα χειροτεχνήματα, διότι γνωρίζουν πὼς ἡ καινοτομία, ἔστω καὶ κάλπικη, θέτει σὲ κίνδυνο τὴν ἀποδοχή: οἰ ἐξωραϊστικοὶ σύλλογοι θέλγουν συνταξιούχους ὑπαλλήλους, ὄχι avant garde ἀνατροπεῖς.

 

Τὸ χειρότερο, ὄμως, εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ συχνὰ ἐπίπονη μιμητικὴ ἐνασχόληση μὲ τὴν παρωχημένη χειροτεχνία εἶναι, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ἐμπρόθετη καὶ ἐνσυνείδητη, δηλαδὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιηματογράφους τοῦ ἀναμηρυκασμοῦ γνωρίζουν τί κάνουν καὶ γιατί τὸ κάνουν. Καὶ ἐνῶ ἡ πλειονότητα διαθέτει μόνον ἀναμηρυκαστικὲς ἱκανότητες καὶ δὲν θὰ μποροῦσε, οὕτως ἣ ἄλλως, νὰ γράψει κάτι διαφορετικό, κάποιοι ἀπὸ τοὺς ποιηματογράφους δίνουν ἐνίοτε τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ γράψουν καὶ γνήσια ποιήματα, ἀλλὰ ἐπιλέγουν νὰ μὴν τὰ γράψουν καὶ νὰ συνεχίσουν τὴν παραγωγὴ ποίησης ἀναμηρυκασμοῦ ἀκριβῶς ἐπειδὴ γνωρίζουν πὼς μόνο ἡ συμμόρφωση θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει μιὰ θέση ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ποὺ (ἀλληλο-) ἀναγνωρίζονται ὡς ποιητές.

 

Ἄλλωστε, δὲν εἶναι λίγα αὐτὰ ποὺ κερδίζει ὁ φέρελπις ποιητὴς ἀκολουθώντας τὴν πεπατημένη˙ μὲ ἁπλὰ λόγια κερδίζει τὴν ἔνταξή του στὸν λογοτεχνικό θεσμό, καὶ συγκεκριμένα:

  • δημοσιεύσεις τῶν ποιημάτων του σὲ ἔγκριτα περιοδικὰ καὶ ἱστοσελίδες τοῦ λογοτεχνικοῦ χώρου
  • ἔκδοση τῶν ποιημάτων του (ἔστω καὶ μὲ κάποιο οἰκονομικὸ κόστος) ἀπὸ οἴκους μὲ διασυνδέσεις στὸ λογοτεχνικὸ μάρκετινγκ
  • ἔκθεση τῶν βιβλίων του στὶς πιὸ προφανεῖς θέσεις τῶν πάγκων τῶν βιβλιοπωλείων καὶ μάλιστα ἐπὶ πολὺ καιρὸ
  • παρουσιάσεις τῶν ποιημάτων του σὲ πολλαπλὲς ἐκδηλώσεις, καθὼς ἐπίσης καὶ σὲ ραδιοφωνικὲς καὶ πιθανὸν ἐπίσης τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς
  • βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις καὶ “κριτικὲς” ὄχι μόνο στὰ προαναφερθέντα περιοδικά, ἔντυπα καὶ διαδικτυακά, τοῦ λογοτεχνικοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐφημερίδες καὶ δωρεὰν ἔντυπα εὐρύτερης κυκλοφορίας
  • βραβεῖα, καὶ χρηματικὰ ἀκόμη, συλλόγων, περιοδικῶν, σωματείων, ὑπουργείων, ἀλλὰ καὶ τοῦ λεγόμενου ἀνώτατου πνευματικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας
  • ἐγγραφὴ τοῦ ἔργου του στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας, ὡς ἀναγκαία ἀπόρροια τῶν παραπάνω.

 

Ἐφόσον, λοιπόν, κανεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ συγκαταλέγεται στοὺς ποιητὲς καὶ νὰ ἀπολαύει τῶν σχετικῶν προνομίων, ἡ προφανὴς ὁδὸς εἶναι νὰ συμμορφώνεται μὲ τὰ προϋπάρχοντα πρότυπα καὶ νὰ τὰ ἀναπαράγει. Ὁ ἀναμηρυκασμὸς εἶναι μονόδρομος.

 

Ἂν χρειάζεται κανεὶς ἀποδείξεις ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ἀρκεῖ νὰ ρίξει μιὰ φρικαλέα ματιὰ στὸ περιεχόμενο τῶν ἑκατοντάδων ποιητικῶν έκδηλώσεων ποὺ διοργανώνονται κάθε χρόνο, στοὺς ἴδιους τοὺς διοργανωτὲς τῶν ἐκδηλώσεων αὐτῶν, στὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά, στὶς λογοτεχνικὲς στῆλες ἐφημερίδων, περιοδικῶν καὶ ἱστοτόπων εὐρείας ἀναγνωσιμότητας, στοὺς καταλόγους τῶν ἐκδοτῶν καὶ στοὺς καταλόγους βραβευθέντων κάθε λογῆς. Θὰ παρατηρήσει κανεὶς ὄχι μόνο ὅτι οἱ ἴδιοι, πάνω κάτω, ποιηματογράφοι συμμετέχουν παντοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν τάσεις οὔτε ταυτότητες, οἱ ἴδιοι ἀκριβῶς ποιηματογράφοι ἐμφανίζονται καὶ στὶς σελίδες τῆς Καθημερινῆς, καὶ στὰ σαλόνια τῆς Lifo, καὶ σὲ παραδοσιακὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά καὶ σὲ περιθωριακὰ λογοτεχνικὰ ἔντυπα καὶ ἱστοσελίδες, καὶ σὲ φεστιβὰλ ἰλλουστρασιὸν ἱδρυμάτων πολιτισμοῦ καὶ σὲ ἐκδηλώσεις σὲ δῆθεν ἐναλλακτικὰ στέκια. Ἂν μάλιστα ἔχει κανεὶς τὸ κουράγιο νὰ διαβάσει καὶ τὰ γραπτὰ τῶν περισσότερων ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ποιηματογράφους, θὰ δυσκολευθεῖ πολὺ νὰ βρεῖ διαφορές, θὰ δυσκολευθεῖ ἀφάνταστα νὰ ταυτοποιήσει στίχους τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ δὲν θὰ δυσκολευθεῖ καθόλου νὰ ἀναγνωρίσει ποιῶν “προγόνων” οἱ στίχοι ἀπηχοῦνται καὶ οἱ τρόποι υἱοθετοῦνται (κατὰ τὴ γνώμη μου, τοῦ Σεφέρη, κυρίως, ἐκ τῶν παλαιοτέρων, μὲ ἀρκετὴ γενιὰ τοῦ ἑβδομήντα, ἑλληνικὴ καὶ ἀμερικανική, ὡς καρύκευμα).

 

Σὲ αὐτὰ τὰ συμφραζόμενα, ἡ ἀμφισβήτηση τῶν κανόνων, ἡ ἐξέλιξη τῶν ποιητικῶν τρόπων, ἡ ἀνατροπὴ τοῦ κυρίαρχου μοντέλου προϋποθέτουν ὅτι ὁ φέρελπις ποιητὴς γνωρίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ (ἤ, ἔστω, μαθαίνει καθοδὸν) ὅτι θὰ πρέπει νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ποίηση ἀντὶ νὰ ἐνισχύει τὴν ποιηματογραφία. Αὑτὴ ἡ ἀντίφαση τὸν ὁρίζει: ἐγκαταλείποντας ἐθελοντικὰ κάθε ἐλπίδα συμμετοχῆς στὸν λογοτεχνικὸ θεσμό, ἴσως καταφέρει νὰ γίνει τελικὰ ποιητής. Παρίας, φυσικά, καθὼς ἀντίπαλο δέος δὲν ὑπάρχει: ὁ ἀφομοιωτικὸς πολτὸς τοῦ κυρίαρχου μοντέλου ἔχει πνίξει τὰ πάντα.

 

Ἡ μόνη ἐλπίδα ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ κρατήσει ζωντανὴ τὴ φιλοδοξία τοῦ ἀναγκαστικὰ παρία ποιητῆ εἶναι νὰ καταγράψει κάποτε ἡ φιλολογικὴ ἐπιστήμη (ἀλλὰ σίγουρα ὄχι ἡ ἀγορὰ καὶ σίγουρα ὄχι ἡ κριτικὴ) τὴν περίπτωσή του σὲ κάποια ὑποσημείωση τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας. Ὁ λογοτεχνικὸς κανόνας, πάντως, ἐδῶ ποὺ ἔχουμε φτάσει, δὲν ἀφήνει περιθώρια σὲ παρείσακτους: ἀνατροπὲς δὲν προβλέπονται καὶ δὲν ἀναμένονται.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]