μιὰ ἐξίσωση γιὰ τὸν ρυθμὸ

Ὅσοι μιλοῦν γιὰ τὴν ποίηση συχνὰ ἀναφέρονται στὸν ρυθμὸ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ δομικά της στοιχεῖα. Στὴν παραδοσιακὴ ἔμμετρη ποίηση, ὁ ρυθμὸς συνήθως συσχετίζεται μὲ τὸ μέτρο, δηλαδὴ μὲ τὴν κατανομὴ τονισμένων καὶ ἄτονων συλλαβῶν στὸν στίχο. Δεδομένου, ὅμως, ὅτι ἡ ποίηση δὲν γράφεται πλέον ἀπαραιτήτως σὲ ἔμμετρους στίχους, καὶ ἐνίοτε δὲν γράφεται κἂν σὲ στίχους, ὁ ὁρισμὸς τοῦ ρυθμοῦ γίνεται δυσκολότερος. Κάποιοι, ἀκόμη καὶ σήμερα, ἀπορρίπτουν συλλήβδην τὸν μὴ ἔμμετρο στίχο ὑποστηρίζοντας ἀκριβῶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ διαθέτει ρυθμό, ἄρα δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ποίηση. Ἀλλὰ ἀναφορὲς στὸ ρυθμὸ τῆς ποίησης κάνουν καὶ ὅσοι δὲν θεωροῦν τὸν ἔμμετρο στίχο ἀναγκαῖο στοιχεῖο˙ ἡ δυσκολία νὰ ὁρισθεῖ καὶ νὰ περιγραφεῖ ὁ ρυθμὸς στὴν μὴ ἔμμετρη ποίηση δὲν πτοεῖ τοὺς ποιητικολογοῦντες, τοὺς ὁδηγεῖ ὅμως συχνὰ σὲ κενὲς ὡραιολογίες περὶ τοῦ ἐξαίσιου ρυθμοῦ τῆς ποίησης τῆς τάδε ἢ κούφιους ψόγους περὶ τῆς ἔλλειψης ρυθμοῦ στὴν ποίηση τοῦ δείνα.

 

Ἂν καὶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ματαιότητα αὐτῆς τῆς ἀπόπειρας, θὰ ἤθελα νὰ προσπαθήσω νὰ δώσω μιὰ πιθανὴ περιγραφὴ τῶν στοιχείων τοῦ ποιητικοῦ ρυθμοῦ ποὺ νὰ μὴν προϋποθέτει τὴν παρουσία τοῦ μέτρου σὲ ἕνα ποίημα. Ἀναπόφευκτα, ὁ σύντομος ὁρισμὸς ποὺ μπορῶ νὰ σκεφθῶ μοιάζει ἀσαφὴς καὶ ὄχι ἰδιαίτερα χρήσιμος: ρυθμός, σκέφτομαι, εἶναι ἡ ἀνάσα τοῦ ποιήματος. Καὶ ἕνα ποίημα διαθέτει ρυθμὸ ἐὰν ἀνασαίνει σωστά, δηλαδὴ ἂν ἀνασαίνει μὲ τὸν τρόπο ποὺ ταιριάζει στὸ συγκεκριμένο ποίημα.

 

Ἐξετάζοντας τὴν ἀναλογία ρυθμοῦ καὶ ἀνάσας, παρατηρῶ ὅτι ἴσως εἶναι πιὸ χρήσιμη ἀπὸ ὅσο φαίνεται, ἴσως μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθεῖ σὲ κάτι πιὸ ὠφέλιμο ὡς ἐργαλεῖο ἀνάγνωσης ἀπὸ μιὰ ὡραία κενολογία. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνασαίνει ἀπρόσκοπτα ἢ μὲ δυσκολία, ἐπιφανειακὰ ἢ βαθειά, γρήγορα ἢ ἀργά˙ μπορεῖ ἐπίσης κανεὶς νὰ λαχανιάζει ἢ ἀκόμη καὶ νὰ χάνει τὴν ἀνάσα του. Ὁ ρυθμὀς τοῦ ποιήματος ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ ὁρισθεῖ μὲ ἀνάλογο τρόπο. Θὰ μποροῦσε νὰ ἐξετάσει κανεὶς τὴν ταχύτητα τοῦ ποιητικοῦ λόγου,  τὴ συχνότητα καὶ τὴν περιοδικότητα τῶν παύσεων, τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ταχυτήτων, τὴν ἔκταση τοῦ λόγου μεταξὺ δυὸ παύσεων.

 

Ἂς ξεκινήσω λοιπὸν ἀπὸ τὶς παύσεις, τὰ σημεῖα δηλαδὴ ποὺ ὁριοθετοῦν τὸ ρυθμὸ τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Οἱ παύσεις θὰ μποροῦσαν νὰ ὁρισθοῦν ὼς τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα ἀρθρώνεται μιὰ μονάδα ποιητικοῦ λόγου. Θὰ μποροῦσε νὰ διακρίνει κανεὶς τριῶν τοὐλάχιστον εἰδῶν παύσεις:

  • ἠχητικὴ παύση εἶναι ἡ πιὸ προφανής. Ἐδῶ τὰ ὅρια εἶναι ἁπλῶς τὰ σημεῖα στὰ ὁποῖα θὰ σταματοῦσε κανεὶς τὴ φωναχτὴ ἀνάγνωση ἑνὸς ποιήματος. Τέτοια σημεῖα δηλώνονται συνήθως μὲ τὴ στίξη ἢ μὲ ἀλλαγὴ στίχου. Στὸ δίστιχο, ἂς ποῦμε, τοῦ Σολωμοῦ “Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει˙ / λαλεῖ πουλί, παίρνει σπυρί, κι ἡ μάνα τὸ ζηλεύει”, τέτοιες παύσεις τίθενται ἀναγκαστικὰ στὰ σημεῖα ποὺ ὑποδεικνύουν τὰ κόμματα καὶ ἡ ἄνω τελεία.
  • Ἕνα δεύτερο εἶδος παύσης εἶναι ἡ νοητὴ παύση κατὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἐπεξεργασίας μιᾶς συντακτικῆς ἑνότητας˙ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ παύση δὲν ἀναπαράγεται ἀναγκαστικὰ κατὰ τὴ φωναχτὴ ἀνάγνωση, προϋποτίθεται, ὅμως, γιὰ τὴ νοητικὴ ἐπεξεργασία τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ. Στὸ ἴδιο δίστιχο τοῦ Σολωμοῦ, ὁ πρῶτος στίχος θὰ μποροῦσε νὰ χωριστεῖ μὲ αὐτὴ τὴ λογικὴ σὲ δύο ἡμιστίχια μὲ παύση στὴ “σιωπὴ” καὶ ὁ δεύτερος στίχος θὰ χωριζόταν στὰ ἴδια τρία τμήματα ποὺ ἐπιβάλλονται καὶ ἠχητικά.
  • Τὸ τρίτο εἶδος εἶναι μιὰ παύση συνήθως μεγαλύτερης διάρκειας ἀπὸ τὶς δύο πρῶτες, προφανὴς τόσο στὴ νοητικὴ ἐπεξεργασία ὅσο καὶ στὴν φωνητικὴ ἀπόδοση, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν ὁλοκλήρωση μιᾶς ἑνότητας νοήματος ἤ, ἐφόσον μιλᾶμε γιὰ ποιήματα, μιᾶς ἀλληλουχίας εἰκόνων ἢ μιᾶς ἀφηγηματικῆς σκηνῆς. Στὸ δίστιχο τοῦ παραδείγματός μου, τέτοια παύση τίθεται στὸ τέλος τοῦ πρώτου στίχου, καθὼς ὁλοκληρώνεται ἡ εἰκόνα τῆς σιωπῆς˙ ἐφόσον μάλιστα ἡ εἰκόνα ἀνατρέπεται μὲ τὴν πρώτη λέξη τοῦ δεύτερου στίχου, ἡ τομὴ γίνεται ἀκόμη προφανέστερη. Ἡ διπλὴ δήλωση τῆς παύσης αὐτῆς ἀπὸ τὸν Πολυλᾶ, μὲ ἄνω τελεία καὶ ἀλλαγὴ στίχου, ἀποτελεῖ καὶ ἀναγνώριση τῆς ἀναγκαιότητάς της.

 

Ἐπίδραση στὸν ποιητικὸ ρυθμὸ  δὲν ἔχουν, ὅμως, οἱ ἴδιες οἱ παύσεις, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ σχέση τῶν εἰδῶν τῶν παύσεων μεταξύ τους. Τὸ ποίημα μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ κατὰ τρόπο ὥστε οἱ παύσεις νὰ συμπίπτουν, ἄρα ἡ κάθε μονάδα νὰ εἶναι φωνητικά, συντακτικά, σημασιολογικὰ καὶ ὑφολογικὰ διακριτή, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ διστίχου ἀπὸ τοὺς Ἐλεύθερους Πολιορκημένους. Μπορεῖ, ὅμως, ἐπίσης, οἱ μονάδες νὰ λειτουργοῦν παραπληρωματικὰ ἢ καὶ ἀντιθετικά, μὲ συνέπεια τὴν παραγωγὴ πρόσθετου νοήματος διὰ τῆς ἀλληλοϋπονόμευσης τῶν στοιχείων: ἡ φαινομενικὴ σημασιολογικὴ ἑνότητα νὰ ἀνατρέπεται, γιὰ παράδειγμα, μέσῳ τοῦ ὑφολογικοῦ ἢ συντακτικοῦ κατακερματισμοῦ, ἢ ὁ ἐπιφαινόμενος συντακτικὸς κατακερματισμὸς νὰ ἑνοποιεῖται μέσῳ ἠχητικῆς ἢ σημασιολογικῆς ἐναρμόνισης. Προφανὲς παράδειγμα εἶναι ὁ διασκελισμός (ἡ ἀλλαγὴ στίχου στὴ μέση μιᾶς ἠχητικῆς ἢ συντακτικῆς μονάδας), φαινόμενο συχνότατο στὴν ποίηση, ἢ ἡ φαινομενικὰ αὐθαίρετη χρήση τῆς τελείας σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ὑποτιθέμενα πεζὰ τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ.

 

Ὁ ρυθμός, ὅμως, δὲν προκύπτει ἁπλῶς ἀπὸ τὶς παύσεις καὶ τὴ συναρμογή τους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ροὴ τοῦ ποιητικοῦ λόγου μέσα στὰ ὅρια ποὺ οἱ παύσεις ὁρίζουν. Ἕνα στοιχεῖο αὐτῆς τῆς ροῆς εἶναι ἡ ταχύτητα τῆς ἀνάγνωσης. Καὶ ἡ ταχύτητα προκύπτει τόσο ἀπὸ τὴν φωνητικὴ εὐκολία ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν συντακτική, σημασιολογικὴ καὶ ὑφολογικὴ συνέχεια καὶ συνέπεια. Ὅσο πιὸ ἀπρόσκοπτη εἶναι ἡ ἄρθρωση τῶν ἤχων ποὺ συναποτελοῦν μιὰ μονάδα τοῦ ποιήματος, τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ταχύτητα τῆς μονάδας˙ χασμωδίες, καθὼς καὶ ἤχοι ποὺ χρειάζονται μεγαλύτερη προσπάθεια στὴ συναρμογή τους ἐπιβραδύνουν τὴν ἐκφορά. Ὁμοίως, ἡ παρουσία διαφορετικῶν ὑφολογικῶν ἐπιπέδων στὴν ἴδια μονάδα, ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀναμενόμενης σύνταξης, ἡ σημασιολογικὴ ὑπέρβαση ἐπίσης ἐπιβραδύνουν τὴν ἐπεξεργασία τοῦ ποιήματος στὸν νοῦ τοῦ ἀναγνώστη. Καὶ πάλι, οἱ διάφορες ταχύτητες μπορεῖ νὰ λειτουργοῦν μὲ τρόπο συγκλίνοντα ἢ ἀποκλίνοντα, μπορεῖ δηλαδὴ ἡ ταχύτητα νὰ μειώνεται ἢ νὰ αὐξάνεται συγχρόνως σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα ἢ μπορεῖ ἡ σημασιολογική, ἂς ποῦμε, συνέχεια νὰ ἀνατρέπεται ἀπὸ κάποιο φωνητικὸ πρόσκομμα˙ ἡ ἀπόκλιση δημιουργεῖ, βεβαίως, πρόσθετο νόημα.

 

Ἄλλα στοιχεῖα τῆς ροῆς, ποὺ περιπλέκουν ἀκόμη περισσότερο τὰ πράγματα, εἶναι ἡ συχνότητα τῶν παύσεων καὶ ἡ συνακόλουθη μικρὴ ἢ μεγάλη ἔκταση τῶν μονάδων καθὼς καὶ οἱ ἐναλλαγὲς ταχύτητας ἀπὸ μονάδα σὲ μονάδα. Τὸ ποίημα μπορεῖ νὰ δομεῖται μὲ βάση μικρὲς ἀσθματικὲς μονάδες μεγάλης ταχύτητας ἐκφορᾶς, ὅπως τὰ περισσότερα ποιήματα τοῦ Σαχτούρη, ἢ ἀργόσυρτες μονάδες δύσκολης έκφορᾶς, μὲ σπάνιες παύσεις, ὅπως ἡ Γραφὴ Ε τῆς Ἀραβαντινοῦ, ἢ άκόμη καὶ ἐναλλαγές, ὁπωσδήποτε καθόλου τυχαῖες, διαφορετικῶν έκτάσεων, ταχυτήτων καὶ παύσεων, ὅπως στὸ δεύτερο μέρος τῆς ἐλιοτικῆς Ρημαγμένης Γῆς.

 

Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ρυθμικὴ ἐξίσωση ποὺ προσπαθῶ νὰ περιγράψω εἶναι δύσκολη: τέσσερα ἤδη παύσεων καὶ τέσσερα ἤδη ταχυτήτων συνδυάζονται μὲ ποικίλους τρόπους, ἀποκλίνοντες καὶ συγκλίνοντες, μὲ στόχο τὴ δημιουργία μιᾶς συνολικῆς ἁρμονικῆς δομῆς ποὺ ὀνομάζουμε ποίημα. Ἡ δουλειὰ τοῦ ποιητῆ εἶναι ἀκριβῶς κάθε φορὰ νὰ καταφέρνει νὰ ἰσορροπεῖ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ μὲ τρόπο ὥστε τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα νὰ παραμένει ἁρμονικὸ εἴτε μέσῳ τῆς συντονισμένης ἑνοποιητικῆς συμφωνίας ὅλων τῶν στοιχείων εἴτε μέσῳ τῆς ἐξισορρόπησης τῶν ὑπαρκτῶν ἐντάσεών τους στὴν ὑπηρεσία τῆς συνολικῆς ποιητικῆς δομῆς.

 

Ἡ ἔμμετρη καὶ ὁμοιοκατάληκτη ποίηση ὑπῆρξε παραδοσιακὰ συγκλίνουσα ὡς πρὸς τὸν ρυθμὸ ὅπως τὸν ὁρίζω ἐδῶ, ἂν καὶ ἡ ἀναβίωσή της τὶς τελευταῖες δεκαετίες διατηρεῖ ἁπλῶς τὸν συγκλίνοντα ἠχητικὸ ρυθμὸ ὼς ἑνοποιητικὸ μηχανισμό, μὲ συχνὰ ἀποκλίνουσες δομὲς στὰ ἄλλα ἐπίπεδα, καὶ κυρίως στὸ συντακτικό. Ἡ ποίηση σὲ ἐλεύθερο στίχο ἢ σὲ πεζό, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἐπιχειρεῖ (ἢ τουλάχιστον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρεῖ) τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἰσορροπία τῶν στοιχείων της χωρὶς τὴν βοήθεια ποὺ προσφέρει τὸ καλούπι τοῦ μέτρου καὶ τῆς ὁμοιοκαταληξίας.  Συχνότατα ἀποτυγχάνει – ἢ δὲν προσπαθεῖ κἄν. Ὅταν, ὄμως, τὰ καταφέρνει, καὶ ἰδιαίτερα ὅταν τὸ ποίημα στηρίζεται σὲ ἀποκλίνοντα στοιχεῖα ποὺ ἔχουν συναρμοσθεῖ σὲ συνολικὴ δομὴ ἐπικίνδυνης ἰσορροπίας, μᾶς ἀποζημιώνει μὲ τὸ παραπάνω.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

εὔζωνες

Πολλά, πάρα πολλὰ ποιήματα γράφονται καὶ ἐκδίδονται. Σὲ ἱστολόγια καὶ προσωπικὲς ἱστοσελίδες, σὲ συλλογικὲς (ἢ ἔστω συλλογικότερες) ἱστοσελίδες, σὲ λογοτεχνικὰ καὶ παραλογοτεχνικὰ περιοδικά, καὶ φυσικὰ σὲ βιβλία: τυπώνονται περισσότερα ποιητικὰ βιβλία παρὰ ποτέ, διπλάσια σχεδὸν ἀπὸ ὅσα ἐκδίδονταν πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια, καὶ ὑπερδεκαπλάσια ὅσων ἐκδίδονταν πρὶν ἀπὸ τριάντα χρόνια, σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ biblionet.

 

Τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ἐντυπωσιακῆς ἄνθισης τῆς ποίησης στὴ νεοελληνικὴ γραμματεία δὲν ἔχω πρόθεση νὰ τὶς συζητήσω – ὁ καθένας μπορεῖ νὰ κάνει τὶς δικές του ὑποθέσεις. Αὐτὸ ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει καὶ ποὺ θέλω νὰ σχολιάσω ἐδῶ εἶναι μᾶλλον οἱ συνέπειες τῆς ἀνθοφορίας.

 

Ἔκανα τὸ ἑξῆς πείραμα: ἐξέτασα τὸν κατάλογο τῶν ποιητικῶν βιβλίων ποὺ ἐκδόθηκαν πρὶν ἀπὸ τριάντα χρόνια, ὅταν δηλαδὴ ἤμουν εἰκοσαετὴς καὶ σχετικῶς ἀθῶος, καὶ σημείωσα τί ποσοστὸ ἀπὸ αὐτὰ εἶχα διαβάσει τότε καὶ μπορῶ ἀκόμη νὰ θυμηθῶ, ἔστω μέσες ἄκρες, τὸ περιεχόμενό τους. Τὸ ἀποτέλεσμα μὲ ξάφνιασε: 48%, ποὺ εἶναι, πάντως, λιγότερα ἀπὸ σαράντα βιβλία. Στὴ συνέχεια ἐπανέλαβα τὸ πείραμα μὲ ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἐκδόθηκαν πρὶν δέκα χρόνια˙ τὸ ἀποτέλεσμα γιὰ τὸ ἔτος 2007 ἦταν ἕνα μίζερο 5%, καὶ σὲ ἀπόλυτο ἀριθμὸ 21 μόλις βιβλία.

 

Φυσικά, αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα μιᾶς προσωπικῆς στατιστικῆς, ἐπηρεασμένα σαφῶς καὶ ἀπὸ τὶς δυνατότητες τῆς ἐπιλεκτικῆς μου μνήμης καὶ ἀπὸ τὶς διακυμάνσεις στὴν ἀναγνωστικὴ ἐνασχόλησή μου μὲ τὴν ποίηση καὶ ἀπὸ τὸ προσωπικό μου ποιητικὸ γοῦστο καὶ ἀπὸ ἀστάθμητους παράγοντες τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται ὅτι ὅσο καλὴ θέληση κι ἂν ἔχει κανείς, ὅσο ἐπιεικὲς καὶ ἀσύδοτο κι ἂν εἶναι τὸ ποιητικὸ γοῦστο του, ὅσο πολὺ χρόνο καὶ χρῆμα κι ἂν ἔχει στὴ διάθεσή του, παραμένει ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ μπορέσει νὰ παρακολουθήσει μὲ συνέπεια καὶ μὲ ἀξιώσεις ἀφομοίωσης τὴ σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή, καθὼς μιλᾶμε γιὰ σχεδὸν δύο βιβλία τὴν ἡμέρα!

 

Ἑπομένως, εὔκολα ἐξηγεῖται τὸ γεγονὸς τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ βιβλία ἐκδίδονται χωρὶς νὰ διαβάζονται, ἢ χωρὶς νὰ διαβάζονται ὅσο θὰ μποροῦσαν καὶ ἀπὸ ὅσους θὰ μποροῦσαν. Ἐξηγεῖται ἐπίσης τὸ ὅτι οἱ παρουσιάσεις καὶ οἰ κριτικὲς ποιητικῶν βιβλίων εἶναι κατὰ κανόνα σύντομες, γενικόλογες καὶ ἀσαφεῖς: προφανῶς, οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὶς γράφουν κατ᾽ ἐπάγγελμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὸ χρόνο νὰ διαβάσουν οὔτε κἂν τὰ (λίγα, συγκριτικῶς) βιβλία ποίησης περὶ τῶν ὁποίων γράφουν. Ἐξηγεῖται, τέλος, καὶ ἡ φρενίτιδα μὲ τὴν ὁποία κάποιοι ποιητὲς ἐπιδίδονται σὲ δημόσιες σχέσεις κολακείας καὶ ὑποταγῆς: ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ξεχωρίσει τὸ βιβλίο τους ἀνάμεσα σὲ τόσες ἑκατοντάδες, χρειάζεται, προφανῶς, νὰ τὸ “τρέξουν”.

 

Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ δυσκολεύομαι νὰ ἐξηγήσω, ἴσως ἐπειδὴ ἀποτελεῖ καὶ δική μου ἰδιοτροπία, εἶναι ἡ στάση τῶν ὑπολοίπων, τῆς πλειονότητας δηλαδὴ τῶν ἐκδιδόμενων ποιητῶν, τῶν ἑξακοσίων περίπου ποιητῶν ἐτησίως ποὺ δὲν φαίνεται νὰ θέλουν ἢ νὰ μποροῦν νὰ “τρέξουν” τὰ βιβλία τους, βιβλία ποὺ μὲ πολὺ κόπο (καὶ συχνότατα μὲ ἔξοδα ποὺ εἶναι, ὁπωσδήποτε, σημαντικὰ ἐν μέσῳ τῆς κρίσης) καταφέρνουν νὰ ἐκδώσουν καὶ ἐπιμένουν νὰ ἐκδίδουν, ἂν καὶ γνωρίζουν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διαβασθοῦν παρὰ ἀπὸ ἐλάχιστους φίλους τους, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν προφανῶς νὰ τὰ διαβάσουν καὶ ἀπὸ τὸ χειρόγραφο.

 

Μοῦ θυμίζουν τοὺς εὔζωνες αὐτοὶ οἱ ποιητές, εἰδικὰ ἂν εἶναι νέοι, ὡραῖοι, εὐσταλεῖς καὶ παραχαϊδεμένοι. Τοὺς φαντάρους δηλαδὴ τῆς Προεδρικῆς Φρουρᾶς, πού, πρωὶ καὶ βράδυ, κάθε Κυριακή, κάθε ἑορτή, κάθε ἐπίσημην ἡμέρα, σκαρφαλώνουν στὸν ἱερὸ βράχο τῆς Ἁκρόπολης καὶ μὲ συνοδεία ζωντανῆς μουσικῆς ἀνεβάζουν, χωρὶς θεατές, τὴν παράσταση τῆς ἔπαρσης καὶ τῆς ὑποστολῆς τῆς σημαίας˙ καθὼς τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ Ἀκρόπολη εἶναι κλειστὴ γιὰ τὸ κοινό, μόνον οἱ ἴδιοι οἱ εὔζωνες μποροῦν νὰ θαυμάσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον˙ μόνο ποὺ γι᾽ αὐτούς, πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ ἀγγαρεία˙ αὐτοὶ ποὺ ἴσως θὰ ἀπολάμβαναν τὴν τελετὴ δὲν ἔχουν, καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποκτήσουν, πρόσβαση στὴν (ἀμφίβολης, οὕτως ἢ ἄλλως, αἰσθητικῆς) ἰδιωτικὴ αὐτὴ φαντασμαγορία.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἀποτυχημένοι ποιητὲς

Κρυφάκουγα προχθὲς δύο νέους καὶ ὡραίους ποιητὲς νὰ συζητοῦν. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δὲν κρυφάκουγα, καθὼς ἔχω λάβει, σὲ γενικὲς γραμμές, καλὴ ἀνατροφή˙ διάβαζα ἁπλῶς μιὰ συνομιλία τους στὸ facebook, ἐκτεθειμένη στὰ βλέμματα ὅλων τῶν (πολλῶν) διαδικτυακῶν φίλων τους, ἀλλὰ ἡ συνομιλία τους ἔμοιαζε τόσο μὲ ἰδιωτικὴ συζήτηση, ὥστε αἰσθάνθηκα σὰν ὠτακουστής. Μιλοῦσαν γιὰ κάποιον ἀποτυχημένο, μεγαλύτερης ἡλικίας, ποιητή, χωρὶς νὰ τὸν κατονομάζουν. Ἀποδοκιμαστικὰ μιλοῦσαν, ἀσφαλῶς, καὶ μὲ κάποια κακεντρέχεια, ἀλλὰ μόνο οἱ ἴδιοι ἤξεραν σὲ ποιόν καὶ σὲ τί ἀναφέρονταν. Καὶ σκέφτηκα, μὲ θλιμμένη παράνοια, ὅτι θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ ἀναφέρονται καὶ σὲ ἐμένα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἂν καὶ ἀμέσως μετὰ ἀντιλήφθηκα πὼς δὲν θὰ μποροῦσαν, διότι θὰ ἔπρεπε καταρχὰς νὰ μὲ ξέρουν ὡς ποιητὴ πρὶν μπορέσουν νὰ μὲ κατατάξουν στοὺς ἀποτυχημένους.

 

Πάντως, βοηθούντων καὶ τῶν πάντα παραμονευόντων συμπλεγμάτων, μὲ ἔβαλαν σὲ σκέψεις οἱ δύο εὐειδεῖς ποιητές.  Καὶ ἀναρωτήθηκα: εἶναι, ἂς ποῦμε, ἐπιτυχημένη ποιήτρια ἡ φίλη μου ποὺ ἔχει πάρει δυὸ βραβεῖα γιὰ τὰ δυό της ποιητικὰ βιβλία,  ποὺ γνωρίζει προσωπικὰ ἑκατοντάδες ποιητὲς καὶ ποιήτριες, ποὺ ἐμφανίζεται σὲ σχεδὸν ὅλες τὶς ποιητικὲς ἐκδηλώσεις ἀνὰ τὴν ἐπικράτεια, ποὺ ἀνθολογεῖται σὲ ὅλα τὰ περιοδικὰ καὶ τὶς ἱστοσελίδες, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔντυπες ἀνθολογίες; Προφανῶς, ναί, εἶναι πετυχημένη˙ ἀδιαφιλονίκητη ἡ ἐπιτυχία της κι ἂς μὴ μοῦ ἀρέσουν ἐμένα τὰ ποιήματά της. Ἐγώ, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ποὺ ἐλάχιστοι ἔχουν διαβάσει ποιήματά μου, ποὺ δὲν ἤμουν ποτὲ ὑποψήφιος γιὰ κανένα βραβεῖο, ποὺ δὲν ἐμφανίζομαι σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις, ποὺ δὲν ἀνθολογοῦμαι πουθενά, ποὺ γνωρίζω ἐλάχιστους ποιητὲς καὶ ποιήτριες, μὲ τὰ ἴδια ἀκριβῶς κριτήρια, εἶμαι ἐξίσου ἀδιαφιλονίκητα ἀποτυχημένος ποιητής.

 

Τὸ πρόβλημα, βέβαια, καὶ ἴσως ἡ σωτήρια σκέψη γιὰ κάτι σὰν καὶ τοῦ λόγου μου, εἶναι ὅτι ἡ σύμφραση “πετυχημένος/ἀποτυχημένος ποιητής” εἶναι παράδοξη, ὅτι τὰ ἐπίθετα “πετυχημένος” καὶ “ἀποτυχημένος” ἐννοιολογικὰ δὲν συλλαμβάνουν κάτι ποὺ μοῦ φαίνεται οὐσιῶδες στὴν περίπτωση τοῦ ποιητῆ καὶ τοῦ ποιήματος, ἐνῶ ἀντίθετα τονίζουν κάτι ποὺ ἐγὼ θεωρῶ ἐπουσιῶδες καὶ ἄσχετο.

 

Στὸ λεξικὸ βλέπω ὅτι πετυχημένος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει διακριθεῖ στὴ σταδιοδρομία του ἢ στὸ ἔργο ποὺ ἔχει ἀναλάβει καὶ στὸ ὁποῖο ἔχει ἀφοσιωθεῖ. Στὸ βαθμὸ ποὺ προϋποτίθεται ἀφοσίωση καὶ ἔργο, θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη “ἐπιτυχημένος” γιὰ νὰ χαρακτηρίσει ἕναν ποιητή. Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ βάρος πέφτει στὴν διάκριση καὶ στὴ σταδιοδρομία: πετυχημένο δὲν θὰ ἔλεγαν ἕναν ποιητὴ ποὺ ἁπλῶς ἔχει ἀφοσιωθεῖ στὸ ἔργο του, ἀλλὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ ἔχει διακριθεῖ στὸ ἔργο ποὺ ἔχει ἀναλάβει, ἄρα ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ συναίσθηση ὅτι ἔχει ἀναληφθεῖ ἔνα ἔργο, ὅτι ἔχει χτισθεῖ (ἢ τοὐλάχιστον χτίζεται) μιὰ σταδιοδρομία, μιὰ καριέρα σὰν νὰ λέμε, ὑπάρχει ἡ προϋπόθεση ὅτι εἶναι κανεὶς “ἐπαγγελματίας” ποιητὴς (ὅπως τὸ ἔθεσε, παραδόξως ὄχι ἐπικριτικά, μιὰ συνομήλική μου ποιήτρια) καὶ ἐπιδιώκει καὶ καταφέρνει νὰ διακριθεῖ, δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀξία του ἀπὸ τοὺς λογοτεχνικοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ τοῦ ἀποδοθοῦν τιμές. Βεβαίως, ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ ποιητῆ προϋποθέτει, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, ὅτι ὑπάρχει πράγματι κάποια ἀξία. Ἀλλὰ ἐπ᾽αὐτοῦ ἔχει ἀπαντήσει ὁ χρόνος, ποὺ γκρεμίζει στὴ λήθη ἐξίσου ποιητὲς τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀναγνωρίσθηκε κάποτε θεσμικὰ καὶ ποιητὲς ποὺ ποτὲ δὲν ἔλαβαν κανενὸς εἴδους ἀναγνώριση, ἀλλὰ ποὺ ἐπίσης χαρίζει διάρκεια ἐξίσου σὲ ἔργα ποιητῶν ποὺ ἀναγνωρίστηκαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ ποιητὲς ποὺ ἀνακαλύφθηκαν πολὺ ἀργότερα. Γιὰ νὰ μὴν προσβάλω ἐγχώριες εὐαισθησίες, θὰ ἀναφέρω ὡς ἀκραῖα παραδείγματα δυὸ Ἄγγλους ποιητές: τὸν σπουδαῖο Gerard Manley Hopkins, ἀπολύτως ἀποτυχημένο στὴν ἐποχή του, καὶ τὸν δικαίως ξεχασμένο Alfred Austin, ὁ ὁποῖος ὅμως διετέλεσε poet laureate στὸν καιρό του, ἔλαβε δηλαδὴ τὴ σημαντικότερη διάκριση ποὺ δίνεται σὲ ποιητὲς στὴ χώρα του – βεβαίως, αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ γράφει στίχους γιὰ τὰ γενέθλια τῆς βασίλισσας καὶ ὅποτε γεννιέται καμμιὰ πριγκηποπούλα, ἀλλὰ τί νὰ γίνει, ἡ τιμὴ τιμὴ δὲν ἔχει!

 

Τὸ ζητούμενο, ὅμως, ὅταν κάνει κανεὶς ποίηση δὲν εἶναι οἱ δάφνες, ἡ σταδιοδρομία, ἡ ἀναγνώριση, τὰ βραβεῖα, οἱ κύκλοι ποιητῶν καὶ οἱ ἑταιρεῖες συγγραφέων, δὲν εἶναι δηλαδὴ ἡ “ἐπαγγελματικὴ” σχέση μὲ τοὺς θεσμοὺς γύρω ἀπὸ τὴν ποίηση. Τὸ ζητούμενο εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ἔργο, καὶ ἡ ἀφοσίωση σὲ αὐτό. Καὶ ἀφοσίωση θὰ πεῖ νὰ συνεχίζει κανεὶς νὰ γράφει ποίηση, ἔστω καὶ ὑπὸ δημόσια ἀδιαφορία (ἡ ὁποία ποτὲ – κακὰ τὰ ψέμματα –  δὲν εἶναι εὐχάριστη), πασχίζοντας πάντα νὰ βρεῖ τὸν μοναδικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ γραφτεῖ αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ γράψει. Τὶς περισσότερες φορές, ὁμολογουμένως, θὰ καταλήξει σὲ ἀποτυχία, καὶ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν θὰ διακριθεῖ: τὶς περισσότερες φορὲς θὰ ἀποτύχει νὰ γράψει αὐτὸ ποὺ μόνο νὰ ὑποψιάζεται μπορεῖ ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ γραφτεῖ καὶ ποὺ ἔχει προσπαθήσει σκληρὰ νὰ γράψει. Ὅταν, ὅμως, καὶ ἐάν, τὰ καταφέρει, ἡ πιθανὴ πικρία τῆς ἀποτυχίας ἐξαφανίζεται αὐτοδικαίως. Διότι οἱ ὅροι τῆς ἀποτυχίας ἢ τῆς ἐπιτυχίας δὲν εἶναι πλέον ἁπλῶς ἐπουσιώδεις, ἔχουν καταστεῖ ἀνόητοι καὶ ἀδιανόητοι. Καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι παρὰ παρηγοριὰ στὸν ἄρρωστο ὥσπου νὰ βγεῖ ἡ ψυχή του, ἀλλὰ ἐνδέχεται τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλίσει ὅτι θὰ ἐπιμείνει ὁ ἄρρωστος ὥσπου νὰ βγεῖ ἐπιτέλους αὐτὴ ἡ ψυχή.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]