ποίηση τοῖς μετρητοῖς

Στὰ χέρια μου ἔχουν πέσει ἑκατοντάδες ποιητικὰ βιβλία τὰ τελευταῖα χρόνια. Δύο ἀπὸ τὰ καλύτερα παραμένουν ἀνέκδοτα, ἀλλὰ γιὰ καλή μου τύχη οἱ συγγραφεῖς τους εἶναι φίλοι μου καὶ ἔτσι μοῦ δόθηκε τὸ προνόμιο νὰ τὰ διαβάσω. Ὑποθέτω, λοιπόν, πὼς ὑπάρχουν καὶ ἄλλα καλὰ ποιητικὰ βιβλία ποὺ δὲν ἔχουν ἐκδοθεῖ καὶ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ διαψεύσουν τὴν προσωπική μου ἐντύπωσή ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σύγχρονης ἐγχώριας ποιητικῆς παραγωγῆς εἶναι γιὰ τὰ σκουπίδια.

 

Τὰ δύο αὐτὰ βιβλία παραμένουν ἀνέκδοτα παρὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν συγγραφέων τους. Οἱ συγγραφεῖς τους τὰ ὑπέβαλαν σὲ ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐκτιμοῦσαν καὶ περίμεναν καιρό, πολὺ καιρό, νὰ μάθουν ἂν κατὰ τὴ γνώμη τῶν ἐν λόγῳ ἐκδοτικῶν οἴκων ἄξιζαν νὰ ἐκδοθοῦν. Ἔλαβαν ἀπάντηση ἀπὸ ἕναν ἐκδοτικὸ οἶκο ὁ καθένας – οἱ λοιποὶ δὲν ἀπάντησαν ποτὲ τίποτε, οὔτε κἂν ὅτι ἔχουν λάβει τὰ δακτυλόγραφα, ὑπάρχουν ὅμως ἐνδείξεις ὅτι τὰ ἔλαβαν, καθὼς προσέθεσαν τὶς ἠλεκτρονικὲς διευθύνσεις τῶν συγγραφέων στὶς λίστες τους ὥστε νὰ τοὺς ἀποστέλλουν μαζικὰ ἠλεκτρονικὰ μηνύματα στὰ ὁποῖα διαφημίζουν τὶς νέες τους ἐκδόσεις.

 

Οἱ δύο ἐκδότες ποὺ καταδέχθηκαν νὰ ἀπαντήσουν φαίνεται πὼς ἀξιολόγησαν θετικὰ τὰ δακτυλόγραφα καὶ συμφώνησαν νὰ τὰ ἐκδώσουν. Ζήτησαν, ὅμως, ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς μιὰ «μικρὴ συμμετοχὴ» στὰ ἔξοδα τῆς ἔκδοσης: τετρακόσια εὐρὼ ὁ ἕνας, πεντακόσια ὁ ἄλλος. Ἂς σημειωθεῖ ὄτι πρόκειται γιὰ μικροῦ ὄγκου βιβλία, δύο ἢ τριῶν   δεκαεξασέλιδων, ποὺ θὰ τυπώνονταν σὲ τριακόσια, τὸ πολύ, ἀντίτυπα. Ἂς σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι πρόκειται γιὰ μικροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐκδίδουν κυρίως ποίηση καὶ ποὺ θεωροῦνται περιφερειακοί, ἐκτὸς τῶν mainstream κυκλωμάτων, ἀλλὰ σοβαροὶ καὶ ἐπιλεκτικοί.

 

Οἰ φίλοι συγγραφεῖς δὲν ἐξεπλάγησαν. Γνώριζαν ὅτι τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ τοὺς ζητηθεῖ κάποια οἰκονομικὴ συμμετοχὴ στὰ ἔξοδα τῆς ἔκδοσης, τὸ περίμεναν, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι λογικό, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὸ ἐπιβάλλουν τὰ σύγχρονα ἐκδοτικὰ ἤθη στὴν Ἑλλάδα. Συμφώνησαν, λοιπόν, νὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν ποὺ τοὺς ζητήθηκε, δώσανε τὰ χέρια, κλείσανε ἡμερομηνίες καὶ τιρὰζ καὶ ἔμειναν ἥσυχοι.

 

Λίγους μῆνες μετά, καὶ ἀφοῦ εἶχε ἤδη παρέλθει ἡ συμφωνημένη ἡμερομηνία ἔκδοσης ἀλλὰ οἱ ἐκδότες τηροῦσαν σιγὴ ἰχθύος, οἱ φίλοι συγγραφεῖς ἐπικοινώνησαν ἐκ νέου μὲ τοὺς ἐκδότες καὶ τοὺς ρώτησαν τί συμβαίνει. Χρειάστηκε, μάλιστα, νὰ ὲπικοινωνήσουν πολλὲς φορὲς ὥσπου νὰ πάρουν κάποια ἀπάντηση. Ἡ ἀπάντηση, ὅταν ἦρθε, πῆρε τὴ μορφὴ ἐρώτησης χονδρεμπόρου: «γιὰ πόσα ἀντίτυπα εἴχαμε πεῖ ὅτι ἐνδιαφέρεσαι; καὶ εἶσαι σίγουρος ὅτι εἴχαμε συμφωνήσει τόσα λίγα λεφτά; διότι αὐτὰ δὲν φτάνουν οὔτε γιὰ τὰ τυπογραφικά…»

 

Οἱ φίλοι συγγραφεῖς δικαίως ἐξοργίσθηκαν καὶ ἀποφάσισαν νὰ μὴν συνεχίσουν. Οἱ ἐκδότες, βεβαίως, ἀδιαφοροῦν, καθὼς ὑπάρχουν δεκάδες ἄλλοι ἐπίδοξοι ποιητὲς ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώσουν διπλά, καὶ τρίδιπλα καὶ τετράδιπλα.  Οἱ φίλοι μου, ὅμως, οἱ ὁποῖοι ὑπενθυμίζω ὅτι ἔχουν γράψει δύο ἀπὸ τὰ καλύτερα ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἔχω διαβάσει τὰ τελευταῖα χρόνια, δὲν ξέρω ἂν θὰ βροῦν τὸ κουράγιο νὰ ἀρχίσουν πάλι νὰ στέλνουν τὰ ποιήματά τους στοὺς ἐκδότες, εἰσπράττοντας εἴτε σιωπὴ καὶ ἀδιαφορία εἴτε ἀπαιτήσεις γιὰ χρήματα τὰ ὁποῖα καὶ ἂν ἀκόμη ἦσαν πρόθυμοι, κατὰ πᾶσα πιθανότητα δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ δώσουν. Διότι πράγματι τὰ τέσσερα ἢ πέντε κατοστάρικα ποὺ ζήτησαν καταρχὰς οἱ δῆθεν περιθωριακοὶ καὶ δῆθεν ἐκλεκτικοὶ ἐκδότες εἶναι λίγα σὲ σχέση μὲ ὅσα ζητοῦν οἱ λιγότερο περιθωριακοί: γύρω στὰ δύο χιλιάρικα, μαθαίνω, εἶναι ἡ μέση τιμὴ γιὰ τρία δεκαεξασέλιδα σὲ τριακόσια ἀντίτυπα, ἐνῶ ἂν ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος  τυχαίνει νὰ ἔχει παράδοση στὶς ποιητικὲς ἐκδόσεις ἢ διασυνδέσεις μὲ τὶς διάφορες ἐπιτροπὲς βραβείων, τὸ κόστος ἀνεβαίνει σημαντικά, καὶ μπορεῖ νὰ φτάσει καὶ τὶς πέντε χιλιάδες εὐρώ, ἰδιαίτερα ἂν ὁ ἐκδότης ἔχει ἀπὸ πάνω νὰ πληρώσει καὶ προμήθειες σὲ λογοτεχνικοὺς μαστρωπούς, σὲ ἀνθρώπους δηλαδὴ μὲ κάποιο ὄνομα στὴν πιάτσα ποὺ πληρώνονται ἀπὸ τὸν ἐκδότη μὲ τὸ κομμάτι γιὰ νὰ τοῦ προμηθεύουν «ψώνια» (ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται κατὰ κόρον ἀπὸ ἕναν τέτοιο ἐκδότη) πρόθυμα νὰ πληρώσουν ὥστε νὰ ἐκδοθοῦν.

 

Τὸ πιθανότερο εἶναι, ἑπομένως, ὅτι δὲν θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ποιήματα τῶν φίλων μου. Διότι οἱ φίλοι μου δὲν ἔχουν τὸ κουράγιο νὰ ξαναμποῦν σὲ αὐτὴ τὴ διαδικασία. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἂν εἶχαν τὸ κουράγιο, δὲν ἔχουν, ἢ δὲν διαθέτουν, τὰ ἀπαιτούμενα λεφτά.

 

Τὸ πιὸ ἀνησυχητικό, ὅμως, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἀπὸ τὰ ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἐκδίδονται καὶ ποὺ διαβάζουμε ὅλοι ὅσοι ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν ποίηση, τὰ συντριπτικὰ περισσότερα, τὸ 95% πιστεύω, ἔχουν ἐκδοθεῖ ὄχι ἁπλῶς μὲ ἔξοδα τοῦ συγγραφέα, ἀλλὰ καὶ μὲ μιὰ σημαντικὴ οἰκονομικὴ δωρεὰ τοῦ συγγραφέα πρὸς τὴν ἐπιχείρηση τοῦ ἐκδότη. Διότι βέβαια ἡ οἰκονομικὴ συνεισφορὰ τοῦ συγγραφέα εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τοῦ κόστους τῆς ἔκδοσης. Καὶ τὸ ὕψος τῆς δωρεᾶς καθορίζει συχνὰ καὶ τὴν «καριέρα» τοῦ βιβλίου: οἱ πιὸ ἀκριβοπληρωμένοι ἐκδότες ἔχουν τὶς κατάλληλες διασυνδέσεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἀναλάβουν τὴν προώθηση, μέσῳ πολλαπλῶν παρουσιάσεων καὶ ἐπαινετικῶν κριτικῶν, ἀλλὰ καὶ μέσῳ προτάσεων βιβλιοπωλείων καὶ ἐρασιτεχνῶν δῆθεν ἀλλὰ ἀμειβόμενων βιβλιοπωλῶν.

 

Παρ᾽ ὅλα αὐτά, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν χρηματιζόμενων ἐκδοτῶν καὶ συνεργατῶν τους ἐξακολουθοῦν ἀνερυθρίαστα νὰ καμώνονται πὼς εἶναι ἐπιλεκτικοί, πὼς τοὺς ἀφορᾶ ἡ ποιότητα, πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ὑπόθεση τῆς λογοτεχνίας. Ἐνῶ εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ μιμητικὸ ἀνακυκλωνόμενο σκουπιδιαριὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὴν σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή. Διότι τελικὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιόλογη ποιητικὴ παραγωγή, τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι αὐτὴ δὲν φτάνει συνήθως στὴν κατανάλωση: σπανίως οἱ καλοὶ ποιητὲς εἶναι εὔποροι καὶ ἀκόμη σπανιότερα εἶναι τόσο ψώνια ὥστε τὰ ἐλάχιστα χρήματα ποὺ βγάζουν νὰ τὰ διαθέτουν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ ἔργου τους.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

Sandro Penna: ἐπιθυμία, μοναδικότητα, οὐσία

Τὴν ποίηση τοῦ Σάντρο Πέννα τὴν γνώρισα χάρη στὸν Σωτήρη Παστάκα τὸ 1981. Δὲν τὸ ξέρει, ἀλλὰ τοῦ εἶμαι εὐγνώμων γιὰ αὐτὴ τὴ γνωριμία. Ἐπρόκειτο γιὰ ἔνα μικρὸ βιβλιαράκι μὲ ποιήματα τοῦ Πέννα στὴ σειρὰ τοῦ «μικροῦ δέντρου». Ἔκτοτε, ὁ Σωτήρης Παστάκας ξανακοίταξε τὶς μεταφράσεις του καὶ τὶς ξαναδούλεψε, πράγμα ἀναμενόμενο, διότι νομίζω πὼς κανεὶς εὐαίσθητος καὶ εὐσυνείδητος μεταφραστὴς δὲν μένει ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς μεταφράσεις του, ἰδιαίτερα ἂν μεταφράζει ποίηση, ἰδιαίτερα ἂν εἶναι ὁ ἴδιος ποιητής. Ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, κάθε νέα ἀπόπειρα μετάφρασης ἑνὸς ποιήματος μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὸ ρυθμὸ καὶ στὴν αἴσθηση τοῦ πρωτοτύπου.

Σαράντα χρόνια, λοιπόν, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ποιητῆ, καὶ τριάντα ἕξι χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση ἐκείνη, χάρη στὸν Σωτήρη Παστάκα καὶ πάλι, μὲ τὴν πολύτιμη φροντίδα τοῦ Βάσσου Γεώργα καὶ τῶν ἐκδόσεων Bibliothèque,  ὁ Σάντρο Πέννα ξαναεμφανίζεται ἐνώπιόν μας, σὲ ἕνα καλαίσθητο βιβλίο μὲ τὸν τίτλο Τὸ Μάθημα τῆς Αἰσθητικῆς. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Πέννα μᾶς εἶναι πλέον πολὺ λιγότερο ἄγνωστος πιά, καθὼς ἔχουν μεσολαβήσει καὶ ἄλλες μεταφράσεις, ποιημάτων καὶ πεζῶν του, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀξιοσημείωτη εἶναι ἐκείνη τοῦ Ἐρρίκου Σοφρᾶ (Ὁ Σκονισμένος Ποδηλάτης, τὸ Ροδακιό, 2012), ἐνῶ καὶ νεότερες μεταφράσεις, ὅπως αὐτὴ τοῦ Εὐριπίδη Γαραντούδη (Ποιητική, τεῦχος 18, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2016), εἶναι ἐν ἐξελίξει.

Ἀναρωτιέμαι: δικαιολογεῖται τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ ἕναν ποιητὴ ὀλιγογράφο, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκταση καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν ποιημάτων του, ἕναν ποιητὴ προγραμματικὰ ἐλάσσονα, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ πολλοὶ ἄλλοι σημαντικοὶ ποιητὲς τῆς παγκόσμιας γραμματείας παραμένουν ἀμετάφραστοι ἢ κακομεταφρασμένοι;  Ἂν πάρει κανεὶς ἐπίσης ὑπόψη ὅτι εἰδικὰ ἡ ποίηση τοῦ Πέννα διακρίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλα χαρακτηριστικά, ἰδιαιτέρως ἀντιδημοφιλῆ, ὅπως ἡ μονοθεματικότητά της, ἡ ἁπλότητά της καὶ ἡ μοναχικότητά της, φαίνεται ἀκόμη πιὸ δύσκολο νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ αὐξημένο ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴν ποίηση αὐτὴ τὰ τελευταῖα χρόνια. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης τοῦ Penna ἀποτελοῦν κατὰ τὴν ἄποψή μου καὶ τὰ βασικὰ θέλγητρά της.

 

Στοιχεῖο πρῶτο: ἐπιθυμία

Ἡ ποίηση τοῦ Penna εἶναι σχεδὸν μονοθεματικὴ καὶ τὸ θέμα της εἶναι, ξεκάθαρα, ἐπαναληπτικὰ καὶ ἴσως ἐμμονικά, ὁ ἀνδρικὸς ὁμοφυλοφιλικὸς ἔρωτας.

Συνήθως, στὸ ἐντόπιο λογοτεχνικὸ πεδίο, τὰ ὁμοερωτικὰ ποιήματα κατατάσσονται σὲ δική τους κατηγορία, εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος. Οἱ πιὸ φωτισμένοι ἀπὸ τοὺς εἰδήμονες, ἂς εἶναι καὶ ἑτερόφωτοι, ἀντιμέτωποι μὲ ἕνα ἐρωτικὸ ποίημα ὁμοφυλοφιλικῆς διάθεσης, στὴν καλύτερη περίπτωση μιλοῦν συνοπτικὰ καὶ βιαστικὰ γιὰ τὴν «προφανὴ» σχέση μὲ τὸν Χριστιανόπουλο καὶ τὸν Καβάφη καὶ ξεμπερδεύουν, ἀλλὰ πάντως ὁ ποιητικὸς «κανόνας» φαίνεται ἐξ ὁρισμοῦ νὰ ἐξοστρακίζει τὰ ποιήματα ὁμοερωτικῆς θεματικῆς σὲ ἕναν χῶρο ἐκτὸς τῆς mainstream λογοτεχνίας.

Στὴν περίπτωση τοῦ Penna, ὡστόσο, ἡ ὁμοερωτικὴ θεματολογία, καίτοι ἀπερίφραστη, ὄχι μόνο δὲν ἐξορίζει τὴν ποίησή του στὸ ράφι μὲ τὰ «εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀναγνώσματα» ἀλλά, παραδόξως, τῆς παραχωρεῖ μιὰ θέση στὸ mainstream, ἀκόμη κι ἂν ἕνας τοὐλάχιστον ἐκ τῶν μεταφραστῶν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ δηλώσει ὅτι ὁ ἴδιος, κι ἂς μεταφράζει Πέννα, εἶναι πάντως straight.

Ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία στὴν ποίηση τοῦ Penna ἐμφανίζεται μὲ δύο τρόπους: ὼς βλέμμα καὶ ὡς πράξη – ὄχι, ὅμως, ὡς ἔλλειψη, οὔτε ὡς διάψευση. Εἶναι ἐπιθυμία ἐπιθετική, θετική, σίγουρη, ποὺ ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασή της θυμίζει τὸν Ἐλύτη καὶ τὸν Ἐμπειρίκο μᾶλλον παρὰ τὸν Καβάφη. Κυριαρχεῖ ἡ προσδοκία τῆς εὐόδωσης, ἡ ἀπόλαυση τῆς πράξης, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἀνταποκρίνεται τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο δὲν τὸ βάζει κάτω, δὲν βυθίζεται σὲ θλίψη, ἐξακολουθεῖ νὰ κοιτάζει καὶ νὰ θαυμάζει. Ὁ Penna κοιτάζει τὰ ἀγόρια του καὶ τὸ βλέμμα του ἐκφράζει εὐθέως καὶ ἀνενδοίαστα τὴν ἐπιθυμία του: τυλίγει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου, τὸ διεκδικεῖ, τὸ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ γεύεται. Δὲν ὑπάρχει ἀπόκρυψη, δὲν ὑπάρχει συστολή:

Τὸ βρῆκα τὸ ἀγγελούδι μου

σ᾽ἕνα ὕποπτο σινεμά.

Κάπνιζε ἕνα τσιγαράκι

κι εἶχε τὰ μάτια του ὑγρά.

 

Στοιχεῖο δεύτερο: μοναδικότητα

Ἡ ποίηση τοῦ Penna δὲν φαίνεται νὰ ἐντάσσεται σὲ κάποια ποιητικὴ παράδοση ποὺ θὰ διευκόλυνε τὶς σχηματικὲς ἀναγνώσεις, τὶς βολικὲς κατατάξεις καὶ τὴν εὔκολη ἀναγνώριση ἐκ μέρους τοῦ δήμου καὶ τῶν σοφιστῶν.  Ὁ Penna οὔτε ἀνήκει σὲ κάποια σύγχρονή του σχολή (λόγου χάρη, τὸν μοντερνισμὸ ἢ τὸν φουτουρισμό), οὔτε προαναγγέλλει προδρομικά, κάποια σύγχρονή μας τάση (ὅπως, ἂς ποῦμε, τὸν μεταμοντερνισμό, σὲ ὁποιαδήποτε ἔκφανσή του). Ἀντίθετα, τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ κυριαρχοῦσε ὁ φουτουρισμός, ἐν συνεχείᾳ ὁ ἑρμητισμός, καὶ ἐν τέλει ὁ μοντερνισμός τοῦ ὕστερου Pound καὶ τοῦ Eliot, ὁ Penna ἐπιλέγει νὰ ἀκολουθήσει ἕνα δρόμο δικό του, ποὺ μεγαλύτερη σχέση ἔχει μὲ τὸν Στράτωνα καὸ τὸν Μελέαγρο, παρὰ μὲ τοὺς συγχρόνους καὶ τοὺς ἐπιγόνους του.

Ὁ Penna εἶναι ἕνας ποιητὴς εἰκαστικός, ἴσως κινηματογραφικός: κάποια ἀπὸ τὰ ὀλιγόστιχα ποιήματά του μοιάζουν μὲ φωτογραφίες, ἄλλα μὲ σκηνὲς ἀπὸ ἰταλικὲς νεορεαλιστικὲς ταινίες,  τὶς ὁποῖες φαίνεται νὰ προοικονομεῖ ἡ ποίησή του.  Καὶ ὅπως στὸν νεορεαλισμὸ τοῦ de Sica καὶ τοῦ Rosselini (ἀλλὰ καί, ἀκόμα περισσότερο, ὅπως στὸν πιὸ λοξὸ μετανεορεαλισμὸ τοῦ πρώιμου Pasolini), ἔτσι καὶ στὴν ποίηση τοῦ Penna, τὸ βλέμμα ἑστιάζει στὴν φαινομενικὰ ἀσήμαντη καθημερινότητα καὶ ἀπομονώνει μιὰ μορφή, μιὰ κίνηση, μιὰ αἴσθηση, ἡ ὁποία μέσῳ τῆς μονοσημαντότητάς της μεγεθύνεται καὶ καταλαμβάνει ὁλόκληρη τὴν ὀθόνη:

Ἀφήνει τὸ οὐρητήριο ὁ νεαρὸς μὲ τὸ μέλος

ἀκόμη ἀπ᾽ ἔξω: ἀξιοθαύμαστη ἀμέλεια

γιὰ κάποιον ποὺ μόλις φτάνει δεκαπενταύγουστο

σ᾽ ἔνα παραθαλάσσιο χωριό.

 

Στοιχεῖο τρίτο: οὐσιαστικότητα

Ἡ ποίηση τοῦ Penna δὲν διαθέτει κανένα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα ποὺ προσδίδουν αἴγλη καὶ προσπορίζουν ἀναγνώριση σὲ πολλοὺς ἐπιφανεῖς σύγχρονούς μας ποιητές: δὲν εἶναι ἀμφίσημη οὔτε ἑρμητική, δὲν πειραματίζεται μὲ τὴ μορφή, δὲν χρησιμοποιεῖ γλώσσα δύσβατη ἢ ἐξεζητημένη, δὲν ἐπιστρατεύει πρωτότυπα σχήματα λόγου. Ἀντιθέτως μάλιστα, ὁ Penna ἀποστρέφεται τὴν ἐκζήτηση καὶ λέει αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ θέλει νὰ πεῖ, ἁπλὰ καὶ ξεκάθαρα, σὲ γλώσσα καθημερινή, μὲ ἐλάχιστα σχήματα λόγου ἢ ἄλλα κοσμήματα. Καὶ δομεῖ ποιήματα ἔμμετρα καὶ ρυθμικά, ἐνίοτε ὁμοιοκατάληκτα, χωρὶς μορφικὲς ἐπαναστάσεις.

Ἐπειδὴ μπορεῖ. Ἐπειδὴ ἔχει, πράγματι, κάτι νὰ πεῖ. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ποίηση δὲν εἶναι τέχνασμα, οὔτε τεχνοτροπία. Ὅπως λέει ὁ ἴδιος, στὸ ἡμερολόγιό του, la poesia è come una “sostanza” a sè, così come la volontà, l’intelligenza.

Καὶ πολὺ ἁπλὰ θέλω νὰ πῶ πὼς ὅταν ὑπάρχει οὐσία, εὐφυία καὶ βούληση. δὲν χρειάζονται οἱ φιοριτοῦρες καὶ τὰ δεκανίκια.

Φαίνεται λοιπὸν πὼς ὁ τίτλος Τὸ Μάθημα τῆς Αἰσθητικῆς ποὺ ἐπιλέχθηκε γιὰ τὴν ἐπιλογὴ ποιημάτων ποὺ ἐξέδωσε ἡ Bibliothèque, εἶναι ἰδιαιτέρως εὔστοχος. Τὰ ποιήματα τοῦ Penna εἶναι, πράγματι, ἕνα μάθημα αἰσθητικῆς, ἤ, ἐν προκειμένῳ, ποιητικῆς. Ἐξάλλου, καὶ στὸ ὁμώνυμο ποίημα, τὸ μάθημα περνάει ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὰ κοσμητικά του στοιχεῖα, στὴν οὐσία τῆς ἐπιθυμίας, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ οὐσιαστικότερο ὅλων, στὴν πράξη. Ἡ πράξη εἶναι ἡ δικαίωση τῆς ποίησης αὐτῆς.

[πρώτη δημοσίευση: www.bibliotheque.gr]

Λὲς καὶ ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά: τί κοιτάζει στ᾽ ἀλήθεια ὁ ποιητὴς Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τὰ ποιήματα τοῦ Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου τὰ διαβάζω συνήθως μὲ εὐχαρίστηση. Καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ εὐχαρίστηση ἐπίσης ἔχουν συντεθεῖ. Πρόκειται γιὰ ποιήματα ἑνὸς προγραμματικά, πιστεύω, ἐλάσσονος ποιητῆ, ποὺ καταγράφει στιγμιότυπα μιᾶς ἁπλῆς, μικροαστικῆς καθημερινότητας καὶ τὰ φωτίζει μὲ τὴ λοξὴ ματιὰ τοῦ ποιητῆ: ποιήματα χαρούμενα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ποὺ ἀναφέρονται χωρὶς ἀναστολὲς στὶς μικρὲς καὶ τὶς μεγαλύτερες χαρὲς τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ποιήματα ἐρωτικά, μὲ ἀσυνήθιστα ἀπροκάλυπτο σωματικὸ ἐρωτισμό, καὶ σὲ κάθε περίπτωση ποιήματα καλογραμμένα, καλοδομημένα, ρυθμικά, ἀπὸ ἕναν ποιητὴ ποὺ προφανῶς ἔχει κατακτήσει τὴν τεχνικὴ ἁρτιότητα.

Ἀποκαλυπτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ Γιαννακόπουλου, ἀλλὰ καὶ ἐξόχως περιγραφικὸ τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς συλλογῆς Τί κοιτάει στ᾽ἀλήθεια ὀ ποιητής εἶναι τὀ παρακάτω ποίημα, μὲ τὸν ἀπολύτως ταιριαστὸ τίτλο Φιλοδοξίες:

Ακούγεται ασήμαντο για φιλοδοξία
και ξεπερασμένο και ρομαντικό,
μα δεν είναι άσχημο για πεπρωμένο:

να μείνω στη μνήμη των ανθρώπων
ως εκείνος που κάθε χρόνο
έγραφε για τις αμυγδαλιές
λες και τις έβλεπε πρώτη φορά.

 

Ἡ φιλοδοξία φαίνεται θεμιτὴ καὶ μᾶλλον σεμνὴ ἐκ πρώτης ὄψεως. Ἂν συγκριθεῖ μὲ τὴ μεγαλορρημοσύνη πολλῶν (ἂν ὄχι τῶν περισσότερων) ὁμήλικων καὶ νεότερων ἀπὸ τὸν Γιαννακόπουλο ποιητῶν, ἡ φιλοδοξία νὰ γράψει κανεὶς γιὰ κάτι ἁπλό, καθημερινό, ἐπαναλαμβανόμενο, φαίνεται πράγματι σεμνότατη. Ἐντούτοις, ἂν τὴν ἐξετάσουμε προσεκτικότερα, πρόκειται γιὰ μιὰ φιλοδοξία ἀκραία: νὰ μπορεῖ νὰ γράφει κανεὶς γιὰ τὸ ἁπλό, τὸ καθημερινό, τὸ προφανές, ἐπανανακαλύπτοντάς το κάθε φορά, καὶ ἀποκαλύπτοντας κάθε φορὰ μιὰν ὄψη του ποὺ παρὰ τὴν διαρκὴ παρουσία της κάτω ἀπὸ τὴ μύτη του, παρὰ τὴν τριβή, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἄγνωστη. Ἡ πρόθεση (ποὺ μάλιστα στὸν τρίτο στίχο περιγράφεται ὡς πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἁπλὴ πρόθεση, ἐπιθυμία ἢ φιλοδοξία: ὡς πεπρωμένο) εἶναι νὰ ἀνοικειωθεῖ ἡ οἰκεία καθημερινότητα, μὲ ὅπλο τὸ ποιητικὸ βλέμμα: ὅπλο δύσχρηστο, ποὺ θὰ ἐκπυρσοκροτοῦσε στὰ χέρια τῶν ἀδαῶν, εἰδικὰ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τὸ ἄλλοθι τοῦ σπουδαίου καὶ μεγάλου “ποιητικοῦ” θέματος γιὰ νὰ κουκουλώσει τὶς κακοτεχνίες, τὶς ἀστοχίες καὶ τὴν ἀγραμματοσύνη˙ ἀλλὰ ὁ Γιαννακόπουλος τὸ χειρίζεται καλά, καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου πετυχαίνει τὸ στόχο.

Ὁ Γιαννακόπουλος γνωρίζει γράμματα. Ξέρει ἑλληνικά, ξέρει τὸν ρυθμὸ τῆς γλώσσας καὶ ξέρει τὸν ρυθμό τῆς ποίησης. Κανονικά, βέβαια, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ γνώση θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται δεδομένη ἐφόσον μιλᾶμε γιὰ ποιητή. Ἡ σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή, ὅμως, ἀποδεικνύει ὄχι ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι δεδομένη, ἀλλὰ ὅτι εἶναι καὶ σπάνια. Καὶ ἑπομένως, χρειάζεται νὰ ἐπισημαίνεται, ὅταν συμβαίνει, ὅτι τὸ αὐτονόητο ἔχει ἐπιτευχθεῖ. Στὴν περίπτωση τοῦ Γιαννακόπουλου ἔχει ἐπιτευχθεῖ, καὶ μάλιστα σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό: ἡ γλώσσα ρέει, δὲν ὑποκρίνεται, δὲν σκοντάφτει, δὲν αὐτοθαυμάζεται.

Ὁ χαμηλόφωνος τόνος ὅσο καὶ ἡ καθημερινή, ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσήμαντη, θεματολογία ἀποτελοῦν προφανῶς ἐπιλογὲς τοῦ ποιητῆ, καὶ μάλιστα δύσκολες ἐπιλογές. Δὲν πρόκειται γιὰ ποιητὴ ποὺ τόσο μπορεῖ καὶ τόσο ποιεῖ, ἀλλὰ προφανῶς γιὰ ποιητὴ ποὺ ξέρει καὶ μπορεῖ καὶ ἐπιλέγει νὰ μιλήσει μὲ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἁπλότητα καὶ ἀμεσότητα γιὰ τὶς πιὸ κοινὲς ἐμπειρίες.

Ὁμολογουμένως, δὲν ἀποφεύγει καὶ κάποιες κακοτοπιές. Ἄλλωστε, ἡ φιλοδοξία, σύμφυτη μὲ τὴν ποιητικὴ ταυτότητα καὶ ἀναπόφευκτη, εἶναι πάντα κακὸς σύμβουλος, πόσῳ μᾶλλον ἐδῶ ποὺ τὸ στοίχημα εἶναι μεγάλο. Διότι τὸ στοίχημα δὲν εἶναι νὰ γραφτοῦν ποιηματάκια τῆς καθημερινότητας, ἀλλὰ νὰ γραφτοῦν ἅρτια ποιήματα ἐπὶ τῆς καθημερινότητας. Στὰ ποιήματά του τὰ πιὸ προγραμματικά, τὰ πιὸ δηλωτικὰ τῶν προθέσεών του καὶ λιγότερο ἀφηγηματικὰ/περιγραφικά, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ τὰ καταφέρνει. Πρόκειται γιὰ τὰ ποιήματα στὰ ὁποῖα ἐγκαταλείπεται τὸ ἰμαζιστικὸ ὑπόβαθρο καὶ τὰ ἡνία παίρνει ἡ ἀποφθεγματικότητα ἢ ὁ διδακτισμός. Εὐτυχῶς, τὰ ποιήματα αὐτὰ εἶναι πολὺ λίγα˙ βρίσκονται κυρίως στὴν ἑνότητα Ἡ ζωὴ μέσα στὸ ποίημα, ἂν καὶ ὑπάρχουν καὶ δυὸ τρία σὲ ἄλλες ἑνότητες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ πρῶτο, δυστυχῶς, ποίημα τῆς συλλογῆς.

Ἐντούτοις, ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ συλλογὴ συνολικά, δὲν μένει ἀμφιβολία ὅτι τὸ στοίχημα ἔχει κερδηθεῖ. Κάποια ποιήματα, μάλιστα, ἀποτελοῦν παραδείγματα (μαθήματα σχεδὸν) τῆς ποιητικῆς ἀνοικείωσης τῆς καθημερινότητας καὶ τῆς ἀνύψωσης τοῦ ἐλάσσονος σὲ μεῖζον˙ ἂς ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τὸν “ἦχο τῆς πληγῆς” (μὲ τὴν ἔξοχη συναισθησία του καὶ τὴν μέχρι ἀσφυξίας πυκνότητά του) , τὸ “πῶς ἐπανέρχεται ἡ πραγματικότητα” (ἕνα ἀπὸ πολλὰ ὅπου δικαιώνεται ποιητικὰ ἡ ἀπροκάλυπτη σωματικότητα τῆς ἐρωτοπραξίας), τὰ “πρώιμα κεράσια” (τὰ ὁποῖα μοῦ φαίνονται σὰν μετα-ιμαζιστικὴ ἀπάντηση στὸ περίφημο “this is just to say” τοῦ Williams), τὸ “μυθιστόρημα” (ὅπου ἡ μοντερνιστικὴ σπουδὴ ὑποκύπτει στὴν καθημερινὴ ἀφήγηση) καὶ κυρίως τὸ “δῶρο”, τὸ καλύτερο, κατὰ τὴν ἄποψή μου, ποίημα τῆς συλλογῆς, ὅπου γίνεται φανερὸ πόσο καλὰ ἔχουν ἀφομοιωθεῖ τὰ διδάγματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ καὶ τοῦ Philip Larkin:

 

Το δώρο

Πόση είναι η χαρά σου, όταν οδηγείς
κι έχεις στο διπλανό κάθισμα
ξεδιπλωμένη την ΙΟΝ αμυγδάλου,
προσεκτικά σπασμένη σε οκτώ κομμάτια,
ν᾽ απλώνεις το χέρι και να παίρνεις ένα,
κι ύστερα κι άλλο, ώς το τελευταίο,

μα τα μάτια σου στον δρόμο σταθερά,

κι όταν πας πια να μαζέψεις το περιτύλιγμα,
πόση είναι η χαρά σου τότε που ανακαλύπτεις
πως είχες χάσει το μέτρημα και βρίσκεις
ένα κομμάτι ακόμα να ᾽χει απομείνει
και το φέρνεις αργά στο στόμα να το απολαύσεις
που είναι το τελευταίο, οριστικά τώρα.

Στὸ “δῶρο” ὁ ποιητὴς περιγράφει μιὰ ἐντελῶς ἀσήμαντη καθημερινὴ ἐμπειρία μὲ τὸν τρόπο μιᾶς ταινίας. Διηγεῖται πῶς προετοιμάζει κανεὶς μιὰ μικρὴ καθημερινὴ ἀπόλαυση, τὴν κατανάλωση μιᾶς σοκολάτας, γιὰ νὰ συνοδεύσει μιὰ καθημερινὴ ἀγγαρεία, μᾶλλον. Καὶ πῶς παράλληλα μὲ τὴν ἀγγαρεία ἀπολαμβάνει κανεὶς καὶ τὴν μικρὴ του γευστικὴ ἁμαρτία. Ἀλλὰ στὸν τελευταῖο, ἀριστοτεχνικὰ δομημένο, στίχο, ἀποκαλύπτεται ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς ἀσήμαντης καθημερινότητας, γινόταν λόγος γιὰ τὸ μεῖζον, τὸ θέμα τοῦ ποιήματος δὲν ἦταν πῶς τρώει κανεὶς μιὰ σοκολάτα ὁδηγώντας, ἀλλὰ τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ἀπόλαυσης˙ ὁ καταληκτήριος στίχος φωτίζει τὸ ποίημα καὶ ἀναγκαζόμαστε νὰ δοῦμε τὴν σοκολάτα ΙΟΝ ἁμυγδάλου μὲ τρόπο καινούριο, σὰν νὰ τὴν βλέπουμε γιὰ πρώτη φορά.

Ὁ ποιητὴς ἔχει προφανῶς πραγματοποιήσει τὴ φιλοδοξία του. Ἀνυπομονῶ νὰ δῶ πῶς ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ διαχειριστεῖ τὸ πεπρωμένο του.