κ᾽ ἔβαλαν ὅ,τι φύλαγαν διὰ τὸν ἑαυτό τους στ᾽ ἀμίλητό του στόμα

Κοινωνικοποιοῦμαι κατὰ τὰ προβλεπόμενα.

 

Ἀργὰ καὶ σταθερά.

 

Αὔριο θὰ ἔχω φθάσει.

 

[Τὴν ἀρχὴ τὴν ἔγραψε ὁ δύνης.

Ἐγώ, μετὰ εἴκοσι ἔτη, ἐπίκειται νὰ ἀπολαύσω τὸ τέλος.]