der Besuch der alten Dame

Η Μύκονος μοιάζει με την Claire Zachanassian: γερασμένη, αμετανόητη, ανήθικη, ανικανοποίητη, μεθυστική, εκμαυλίστρια. Την επισκέφθηκα με κάποια απροθυμία, για τρεις μέρες μόνο, μετά τέσσερα έτη αποφασισμένης απουσίας. Με θυμήθηκε και τη θυμήθηκα. “Ήρθατε σε καλή εποχή,” μας είπαν όλοι, αλλά δεν έχει σημασία γιατί πάντα το ίδιο έλεγαν. Δεν αποκλείεται, βέβαια, πάντα να είναι καλή εποχή για τη Μύκονο, όποιος και αν είσαι, όποια και αν είναι η ηλικία σου, όποια και αν είναι η διάθεσή σου. Γιατί το νησί αυτό διαθέτει το άπειρο των επιλογών – και ο απίστευτος αριθμός των επιλογών που το κατακλύζουν αποτελεί ακριβώς τη σαγηνευτική σήψη της, τον ασύλληπτο κυνισμό της.

Πρωτοπήγα στη Μύκονο στα δεκαέξι μου – πριν είκοσι τρία χρόνια. Ταξιδεύοντας πάνω σε ένα καράβι επί εφτά ώρες. Η Μύκονος δεν ήταν ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη, αλλά εγώ ήμουν διαφορετικός. Ακούραστος έπαιρνα το λεωφορείο για τον Πλατύ Γιαλό, από εκεί τη βάρκα για το Super Paradise, όπου όλη μέρα θαύμαζα τα γυμνά σώματα των ανδρών γύρω μου, τα ίδια σώματα που απολάμβανα το βράδυ στα φτηνά μπαρ, στη σκοτεινή Παραπορτιανή, στο άθλιο δωμάτιο (rooms to let, χωρίς κλιματισμό και χωρίς παράθυρο) της κυρα Μαριγώς στην Αργύραινα, της κυρα Μαριαλένας στον Πετεινάρο, της κυρα Νότας στη Φάμπρικα. Το νησί ήταν από τότε αδηφάγο, αλλά όταν είναι κανείς τόσο νέος δεν ενδιαφέρεται για το αν διαθέτει τα χρήματα που θα εξασφαλίσουν την πλαστική καλοπέραση του lifestyle στις πανάκριβες ξαπλώστρες της Ψαρρούς, δεν ξέρει τη διαφορά μεταξύ ενός κοκτέηλ σαμπάνιας στο Kastro bar και μιας χλιαρής μπίρας στην Κεντρική Κρεαταγορά του πάλαι ποτε Nefeli, δεν ενθουσιάζεται στην ιδέα της ολοκάθαρης πισίνας της residence, ούτε σταματά μπροστά στις βιτρίνες των ημιθανών icons στο ματογιάννι. ‘Οταν είναι κανείς τόσο νέος το μόνο που τον συνταράσσει είναι η καυτή γεύση της παλλόμενης ανώνυμης σάρκας που η γηραιά κυρία φιλοξενεί με λαιμαργία τόσες δεκαετίες τώρα.

Η τρέλα των πρώτων ετών: χημικά υποβοηθούμενα σεξουαλικά όργια στα μπαρ της χώρας, αδιάκοπο λίκνισμα μέρα νύχτα στους ρυθμούς του νεαρού τότε house, συμπαράσταση στους βίαιους καβγάδες της φίλης Γ. με την άπιστη Α., ακόμη και όταν η Γ. έριξε το αυτοκίνητο στη θάλασσα στον Αη Γιάννη, εν μέσω πανσελήνου, φτηνά δερμάτινα outfits από το ήδη ξεπεσμένο remember, το πρώτο piercing στο αυτί, βραδινοί περίπατοι με την άγνωστη ακόμη ηθοποιό φίλη κάνοντας show στους δρόμους που δεν εξέπλησσαν κανέναν, ο νεόκοπος εκδότης lifestyle να μοιράζει δεκαχίλιαρα στους πορτιέρηδες των gay bar ώστε να τον προσκυνάνε, το μοναδικό one night stand που ακολούθησα ώς το Manchester, τα σουβλάκια στο Jimmy αποκλειστική τροφή για όλο το διάστημα της παραμονής, οι διαγωνισμοί ξεπέτας με το φίλο Στέφανο, tsimpouki time της υπέροχης Roberta στα στενά γύρω από το γουμένιο, γνήσια αηδία για τους αστούς της Κατρίν και του Φιλιππή…

Η αγαλλίαση του ζευγαριού: επί δέκα έτη, ο Γ. και εγώ δεν χρειάστηκε να συζητήσουμε προορισμό διακοπών, ήταν γνωστό, άρρητα συμφωνημένο πως η γηραιά κυρία μας περίμενε κάθε καλοκαίρι, κάθε Σεπτέμβριο, κάθε Πάσχα. Την αδιάκοπη έκλυση αδρεναλίνης των αδιάκοπων περιστασιακών γαμησιών διαδέχθηκε η ηδονή της γνώσης του οργασμού, οι μαραθώνιοι ολοήμερων περιπτύξεων και ολονύκτιων πάρτυ για δύο, η ζηλόφθονη υποδοχή που μας επεφύλασσαν κάθε χρόνο οι δεσμώτες της γηραιάς κυρίας, ξενοδόχοι, ιδιοκτήτες μπαρ, drag queens, κοσμικοί, έκπληκτοι πάντα που ήμασταν ακόμη μαζί. Οι συνήθειες αναπτύχθηκαν γρήγορα: πρωινό στον κάβο, μπάνιο στην ψαρρού, κοκτέηλ στο κάστρο, φαγητό και κρασί σε κάποιο από τα εστιατόρια που σνομπάραμε παλαιότερα, σαμπάνια με τη Phyllis στο πιάνο μπαρ, ποτά στο Porta, ένα night cup στην πλατεία της Αγίας Κυριακής, κρέπες για να στρώσει το στομάχι, χρύσανθος στη Φτελιά πότε πότε για γαστριμαργικές απολαύσεις απίστευτης ομορφιάς, μεσημεριανά στο καλό λειβάδι για μπριζόλες με το Γιάννη, και η γηραιά κυρία γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Όλο και περισσότεροι γνωστοί που δεν προφταίναμε να δούμε, όλο και πιο πολυτελείς έξοδοι, όλο και πιο πολύ αλκοόλ, όλο και μεγαλύτερη ανάλωση. Αλλά πάντα η Μύκονος μας παρέσυρε σε κάθε ευκαιρία, ακόμη και γεμάτη με άθλιους βιαγκρασμένους γέροντες που συνόδευαν βίζιτες με φουσκωτά χείλη, ακόμη και γεμάτη με χαζογκόμενες που επισκέπτονταν την πλατεία Αγίας Κυριακής σαν να πήγαιναν σε τσίρκο για να θαυμάσουν το freak show…

Ούτε εγώ ξέρω πώς έγινε και σταματήσαμε απότομα προ τετραετίας το προσκύνημα, πώς είπαμε “δεν έχει νόημα” και ρίξαμε σχεδόν μαύρη πέτρα στο νησί, καίτοι ο εκμαυλισμός μας είχε ολοκληρωθεί προ πολλών ετών. Ήρθαν άλλα ταξίδια, πιο εξωτικά, κατά τα οποία συχνά παρατηρούσαμε ότι ασυναίσθητα αναζητούσαμε συνήθειες που μιμούνταν τη ζωή μας στη Μύκονο. Πάντως, τα Ελληνικά νησιά μάλλον τα αποφεύγαμε σε όλο αυτό το διάστημα, ίσως ενδομύχως αποφεύγοντας την ύστατη αυτή προδοσία.

Και ξαφνικά, σχεδόν τυχαία, μετά τέσσερα έτη, η επιστροφή για ένα τριήμερο. Επιστροφή λίγο φοβισμένη, δεν ξέραμε πόσο θα έχει αλλάξει το νησί, τί θα είναι ακόμη ανοιχτό, ποιοί φίλοι θα είναι ακόμη στα πόστα τους, αν θα θυμόμαστε τις δαιδαλώδεις διαδρομές από το ένα μπαρ στο άλλο. Αλλά η γηραιά κυρία ξέρει να είναι ιδιαίτερα γοητευτική όταν την έχεις εγκαταλείψει για λίγο και έχει ανάγκη να σε κατακτήσει εκ νέου. Όλοι ήσαν εκεί. Κάθε βήμα και ένα καλώς ορίσατε. Κεράσματα. Φιλιά. Τα “μας λείψατε” σχεδόν απολύτως πειστικά. Οι διασκεδάσεις απαράλλαχτες, σαν να ήμασταν είκοσι ετών.

Η residence πιο όμορφη παρά ποτέ. Ωραία gay ζευγάρια, γριές κολονακιώτισσες χωρίς pretences, καθαρή κρύα πισίνα, το μεγαλύτερο διαμέρισμα που είχαμε ποτέ, εξαιρετικές γάτες να χαϊδεύονται στα φυλλώματα, και εκατό μέτρα παραπέρα όλη η τρέλα για την οποία επιστρέφει κανείς στη Μύκονο. Οι επιλογές πολλαπλάσιες όσων θυμόμασταν: ησυχία ερημητηρίου στην πισίνα, νεοϋορκέζικο cabaret στο πιάνο μπαρ, γαλλικό fun στην πόρτα, ημίαιμη πόζα στην taverna italiana, freak show αποτυχημένου john waters στον ίκαρο, τα λιπαρά brownies του αφρού, η μαρία-να-σας-κλείσω-ξαπλώστρα-για-αύριο-honey στην Ψαρρού, Bach με kir και mimoza στο κάστρο, αναίσθητα εφηβάκια έξω από το cavo, βίζιτες στο ματογιάννι με χείλια που θα ζήλευε και η πιο επίμονη τραβεστί…

Και στην Παραπορτιανή οι gay σαν να μην έχει περάσει ούτε μια νύχτα από τα eighties, πιστοί στο προσκύνημα, χρησιμοποιώντας τη γηραιά κυρία με τον ίδιο τρόπο που τους χρησιμοποιεί και αυτή.

~ ἀπὸ George Le Nonce στὶς 18 Σεπτεμβρίου, 2006.

Μία ἀπάντηση to “der Besuch der alten Dame”

  1. joie de vivre και γλυκιά μελαγχολία, γιώργο.

Σχόλια

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

 
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: