πρὶν ἀπὸ τὴν ὅποια δική μου μορφὴ ὑλοποίηση μιᾶς διαστροφῆς στὸ βάθος

Στὸ τέλος, ἔκοψε τὰ μακριά της μαλλιά. Δὲν ἦταν εὔκολη ἀπόφαση, γιατὶ τὰ μακριὰ μαλλιά της τὰ διατηροῦσε ἀπὸ πολὺ μικρή. Ἦταν ἴσως ἡ μοναδικὴ φιλαρέσκεια ποὺ συντηροῦσε: τὰ περιποιόταν, τὰ βούρτσιζε, τὰ ἔβαφε γιὰ νὰ καλύψει τὰ γκρίζα. Κάποτε τῆς εἶπε κάποιος πὼς ἦσαν ἀταίριαστα στὴν ἡλικία της, ἐξάλλου δὲν ἦταν καὶ πρακτικὸ νὰ ἔχει τόσο μακριὰ μαλλιά, κι ἐκείνη τὰ ἔκοψε, βαθύτατα προσβεβλημένη ἀπὸ τὴ χυδαιότητα τοῦ συνομιλητῆ της.

Κράτησε. ὅμως, τὰ σκοῦρα γυαλιὰ ποὺ ἔκρυβαν τὴ σκοτεινότητα τῶν ματιῶν της. Καὶ τὰ φοροῦσε πάντα, μέρα νύχτα, ἀποφασισμένη νὰ μὴ δώσει ποτὲ καμμιὰ σημασία σὲ ὅσους τῆς ἔλεγαν ἢ τῆς διεμήνυαν ὅτι τὰ γυαλιά της ἦσαν δῆθεν ὑπερβολικὰ νενανικά, δῆθεν ἀταίριαστα κι αὐτὰ ἐντελῶς μὲ τὴν ἡλικία της.

 

Κατὰ τὰ λοιπά, οἱ ἀπολαύσεις της, λέει, ἦσαν αὐτὲς τοῦ νοῦ.

Ἔζησε μὲ τὸν τρόπο μιᾶς ἄλλης ἤδη ἐποχῆς. Καὶ ὅταν πέθανε δὲν τὸ πίστευε πὼς εἶχε πεθάνει, πὼς δὲν εἶχε προλάβει νὰ ζήσει, νὰ ζωγραφίσει ὅσο ἔπρεπε. Εἶχε, ἐντούτοις, προλάβει τοὐλάχιστον νὰ γράψει τὴν ποίησή της. Καὶ κατάφερε νὰ ἐπιζήσει, ὅσο ἐπέζησε, χωρὶς πολλοὺς διαβρωτικοὺς βιοπορισμούς, γράφοντας, ζωγραφίζοντας, μεταφράζοντας.  Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν πρόδωσε, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν φρικτὴ ὑποψία ὅτι ἦταν ἤδη παράφρων.

 

Δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ βρεῖς τὰ ποιήματά της στὰ βιβλιοπωλεῖα. Ἐξαντλημένα ἀπὸ χρόνια, καὶ δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἐπαρκὴς ζήτηση στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ ξαναεκδοθοῦν. Καὶ ἡ ἴδια, ἄλλωστε, τὰ εἶχε ἐγκαταλείψει. Ἔγραφε, βέβαια, δὲν μποροῦσε νὰ μὴν γράφει τὴν ποίησή της, ἀλλὰ τὴν ἄφηνε στὴν τύχη της: δὲν διόρθωνε, δὲν ἐπεξεργαζόταν τὰ ποιήματα τῶν τελευταίων της ἐτῶν, καὶ ἀσφαλῶς δὲν τὰ ἐξέδιδε. Ἦσαν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχαν: ἡμιτελῆ, θνησιγενῆ.

Τὰ μυθιστορήματα της, ὅμως, κυκλοφοροῦν ἀκόμη. Ἡ μεγάλη της ἐλπίδα, ἡ μεγάλη της φιλοδοξία. Ὅτι τὰ μυθιστορήματα θὰ τῆς δώσουν τὴ δόξα καὶ τὴν ἀναγνώριση ποὺ τῆς ὑποσχέθηκαν κάποτε τὰ ποιήματα. Ἀλλὰ μόνο στὰ ποιήματα ἀποκαλύπτεται τὸ φαντασμαγορικὸ πρόσωπο τῆς ἀβύσσου. Στὰ ποιήματα κρύβεται τὸ ἀληθινό της πρόσωπο. Στὰ ποιήματα ποὺ ἐγκατέλειψε καὶ τὴν ἐγκατέλειψαν. Στὰ ποιήματα ποὺ δὲν βρίσκει πιὰ κανεὶς στὰ ράφια τῶν βιβλιοπωλείων.

 

Δὲν ξέρω τί ἀκριβῶς μὲ συνέδεσε μὲ τὴν ποίησή της. Ἴσως ἦταν ἡ ἐφηβική μου κατάθλιψη˙ τὸ μπρίτζ˙ἡ ἐμμονὴ μὲ τὴν Πλάθ˙ ἡ παράνοια τῶν “γραμμάτων”˙ ἡ σχέση ἀγάπης – μίσους μὲ τὸν Ἔλιοτ˙ ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν Ἑωσφόρο τῆς ὁδοῦ Καψάλη˙ ὁ ἀνυπόκριτος θαυμασμὸς γιὰ τὴ Σόνταγκ˙ ἡ ἐμμονὴ μὲ τοὺς ἤχους˙ ὁ ἀθῶος ἐλιτισμός˙ τὸ χίππικο παρελθόν˙ ὀ Λέοναρντ Κοέν.

Τὰ ποιητικὰ βιβλία της τὰ ἔχω χάσει. Πλὴν ἑνός, τὰ δάνεισα πρὸ ἐτῶν σὲ φίλο ποὺ πέθανε, καὶ πῶς νὰ ζητήσω ἀπὸ τοὺς ἄγνωστους τεθλιμμένους συγγενεῖς τὰ δανεισμένα. Σκέφτηκα πὼς ἐπρόκειτο περὶ οἰωνοῦ μᾶλλον, πὼς ἐκείνη φρόντισε νὰ πεθάνει ἔτσι ξαφνικὰ ὁ φίλος μου, ὥστε νὰ μὴν ἔχω πιὰ πρόσβαση στὰ ποιήματά της καὶ νὰ τὰ ξεχάσω. Νύχτες καὶ μέρες χωρὶς σημασία.

Ἂν καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ποτὲ δὲν ἔχασα τὴν ἐπαφὴ μαζί της. Μετὰ τὸ θάνατό της μάλιστα συνομιλοῦμε συχνότερα. Μοῦ μιλᾶ ποῦ καὶ ποῦ, μὲ στίχους ποιημάτων της. Γνωστῶν καὶ ἄγνωστων.

 

~ ἀπὸ George Le Nonce στὶς 15 Δεκεμβρίου, 2006.

Μία ἀπάντηση to “πρὶν ἀπὸ τὴν ὅποια δική μου μορφὴ ὑλοποίηση μιᾶς διαστροφῆς στὸ βάθος”

  1. Ισως το ποίημα που κράτησες, να μπορούσες να το κάνεις ποστ και να γίνει συντροφιά και στις δικές μας νύχτες…

Σχόλια

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

 
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: