ἐπύλλιον

καὶ σὺ μέν, ὦ Ὑμέναιε, γάμων μολπαῖον ἀοιδὰν
ἐς θρήνων γοερὸν φθέγμα μεθηρμόσαο


Ἤμουν μοναχικὸ παιδί, δὲν εἶχα φίλους, δὲν ἔβγαινα 
ἀπὸ τὸ σπίτι παρὰ μόνο γιὰ νὰ πάω στὸ σχολεῖο,
κι ἐκεῖ ὅμως προσπαθοῦσα νὰ εἶμαι μόνος, δὲν μιλοῦσα
στ᾽ ἄλλα παιδιά, δὲν ἔτρεχα, δὲν ἔπαιζα, δὲν τραγουδοῦσα,
ἡ μαμά μου ἔλεγε πάντα «καλύτερα, ἀγόρι μου, 
νὰ μὴν ἔχεις πολλὰ πολλά, δὲν ξέρεις τί σόι παιδιὰ εἶναι, 
ἂν θὰ σὲ κοροϊδέψουν, ἂν θὰ σὲ πειράξουν, μόνος σου
καλύτερα, θὰ εἶσαι πιὸ ἀσφαλὴς» κι ἐγὼ ὑπάκουα,
ἂν καὶ δὲν φοβόμουν πὼς θὰ μὲ πειράξουν τὰ ἄλλα παιδιά,
οὔτε γνώριζα γιατί θὰ ἤθελαν νὰ μὲ κοροϊδέψουν,
ἁπλῶς ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ μὴν κάνω φίλους, καὶ πάντα
ἤμουν ὀκνηρὸς καὶ διάλεγα ὅ,τι δὲν ἤθελε κόπο.
Ἔτσι συνέχισα καὶ στὰ ὕστερα παιδικά μου χρόνια,
πιστὸς στὶς βολικὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, τῆς ἥσσονος
πάντα προσπαθείας ὁπαδός, ἄλλωστε εἶχε πιὰ γίνει
ἀκόμη δυσκολότερο νὰ ἐπιχειρήσω φιλίες 
νὰ συνάψω, ἐφόσον ὅλοι γύρω μου μὲ ἤξεραν πιὰ
ὡς ἐρημίτη, ποὺ δὲν ἀπολάμβανε συναναστροφὲς
καὶ συνάφειες˙ δὲν μὲ πλησίαζαν, οὔτε μοῦ μιλοῦσαν.


Ἀλλὰ στὰ χρόνια ποὺ μεσολάβησαν, ἐνῶ ἐγὼ πιστά,
σταθερὰ συμμορφωνόμουν, μὲ ὅλο καὶ πιὸ λίγο κόπο
στὶς γνωστὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, ἐκείνη παραδόξως,
(ἢ ἴσως ὄχι, καθὼς τὰ συνηθίζουν αὐτὰ οἱ γονεῖς,
ἀλλάζουν τοὺς κανόνες διαρκῶς, γιὰ νὰ μὴν εἶσαι ποτὲ 
καλὸ παιδί) ἀναθεωροῦσε τὶς παληὲς ἀπόψεις της
κι ἔφτασε μάλιστα νὰ μὲ παρακινεῖ νὰ κάνω φίλους,
μὲ ἀγωνία προφανῶς γιὰ τὴν κοινωνικοποίησή μου
ποὺ εἶχε τόσο ἀργήσει ὥστε φαινόταν ἀδύνατη.
Συμμορφώθηκα καὶ πάλι, ὀκνὸς μὲν ἀλλὰ καὶ πρόθυμος
πάντοτε νὰ παραστήσω πὼς τῆς κάνω τὴ χάρη ὥστε
μὲ στάχτη στὰ μάτια νὰ μὲ ἀφήνει στὴν ἡσυχία μου,
καὶ στὰ δεκατρία μου εἶχα ἤδη πολλὲς ἱστορίες 
νὰ τῆς διηγηθῶ γιὰ τοὺς φίλους μου καὶ γιὰ τὶς ζωές τους, 
ἱστορίες ἀληθινὲς κυρίως, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ
διανθισμένες μὲ λεπτομέρειες ἐπινοημένες
κωμικὲς συνήθως, ποὺ στόχευαν στὴν ἀληθοφάνεια
ἀλλὰ καὶ στὴν τέρψη τῆς μοναδικῆς μου ἀκροάτριας.


Πάντως, εἶχα καταφέρει πράγματι νὰ δημιουργήσω
ἕναν πολὺ μικρὸ κύκλο οἰονεὶ φίλων: δύο ἀγόρια 
καὶ τρία κορίτσια˙ μιλούσαμε συχνὰ στὸ τηλέφωνο, 
μερικὲς φορὲς πηγαίναμε καὶ βόλτα ἢ στὸ σινεμά, 
πολὺ σπανιότερα πήγαινα στὰ σπίτια τους τὰ βράδια,
ἀλλὰ στὴ μαμὰ ἔλεγα πὼς βρισκόμασταν καθημερινὰ
σχεδόν, καὶ πήγαινα μόνος  μου μεγάλες βόλτες στὸ πάρκο
ὅπου παρατηροῦσα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρωτεύονταν.


Ποτέ, θυμᾶμαι, δὲν  ἐρχόταν κάποιος φίλος στὸ σπίτι μου.
Δὲν ἔφταιγε πὼς ντρεπόμουν γιὰ τὴ λειψή μου οἰκογένεια,
δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε αὐτό, τὸ δήλωνα μάλιστα σ᾽ὅλους,
ἔλεγα δὲν ἔχω πατέρα ἐγώ, εὐτυχῶς ἔφυγε 
καὶ τὸ ἐννοοῦσα, μ᾽ ἄρεσε αὐτὴ ἡ παραφωνία.
Ντρεπόμουν, ὅμως, γιὰ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι, γιὰ τὸ γεγονὸς
ὅτι μέναμε σὲ προσφυγικό, εἴχαμε μωσαϊκὸ
στὸ πάτωμα, δὲν ὑπῆρχε ἀσανσέρ. Κι ἔτσι ἀπέφευγα
νὰ καλέσω φίλους καὶ συμμαθητὲς γιὰ νὰ διαβάσουμε
ἤ, τὸ πιθανότερο, νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ παίξουμε.


Ὅταν, ἑπομένως, ξαφνικὰ στὰ δεκατέσσερα, εἶπα
στὴ μαμὰ πὼς θὰ ἐρχόταν ὁ Βασίλης τὸ ἀπόγευμα
ἐξεπλάγη, πρώτη φορὰ φίλος τοῦ γιοῦ της στὸ σπίτι της,
χάρηκε πολύ, εἶχε μιὰν ἀπόδειξη πιὰ πὼς δὲν ἤμουν
μονόχνωτος, οὔτε ἀποσυνάγωγος, μὰ φαινόταν πὼς
ὑπῆρχαν συνομήλικοί μου ποὺ μοῦ ἔκαναν παρέα˙
ἔφτιαξε λοιπὸν τυρόπιττα καὶ κέικ καὶ πῆγε καὶ πῆρε
ἀναψυκτικά, κι ὕστερα χτενίστηκε καὶ στολίστηκε, 
ὥστε νὰ ὑποδεχθεῖ καθὼς πρέπει τὸν καλό μου φίλο,
ἀνυποψίαστη πὼς ἡ παρουσία της, ἔστω κατὰ
τὴν ὑποδοχή, ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἀνεπιθύμητη
ἀλλὰ καὶ ντροπιαστική. Δὲν τῆς εἶπα, ἐντούτοις, τίποτα, 
δὲν θέλησα νὰ τῆς χαλάσω τὴ χαρά, ἐξάλλου εἶχα
ἤδη συμβιβασθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Βασίλης
θὰ μὲ λυπόταν ἔτσι κι ἀλλιῶς, πιθανότατα μάλιστα
θὰ αἰσθανόταν καὶ κάποια ἀποστροφὴ ἀντικρίζοντας
τὸν περιβάλλοντα χῶρο, καὶ πόσο παραπάνω κακὸ 
θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἡ χαρωπὴ μαμὰ στὴν εἴσοδο;


Ὁ Βασίλης ἦρθε, πράγματι, στὴν ὥρα του, καὶ μάλιστα
χαμογέλασε στὴ μαμά, τὴν συνεχάρη γιὰ τὸ κέικ
καὶ γενικὰ ἦταν εὔχαρις καὶ προσηνής, ἦταν ὅπως 
ἀκριβῶς εἶχε ἐλπίσει ἡ μαμά μου ὅτι θὰ ἦταν.
Καθησυχασμένη, λοιπόν, μᾶς ἄφησε ἐπιτέλους μόνους,
ἔκλεισα ἀμέσως καὶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου πίσω της
καὶ τότε διαπίστωσα μὲ τρόμο πὼς δὲν εἶχα ἰδέα,
παρὰ τὴν μεγάλη μου ἐπιθυμία νὰ συναντήσω 
τὸν ἀγαπημένο μου φίλο μακρυὰ ἀπ᾽ τὰ βλέμματα
τῶν ἀντιπαθῶν καὶ φιλοπερίεργων συμμαθητῶν μας,
ἐπιθυμία τόσο ἐπείγουσα ὥστε νὰ ὁπλιστῶ
μὲ τὸ θάρρος νὰ τὸν δεχθῶ στὸν ἀπαγορευμένο χῶρο,
δὲν εἶχα ἰδέα τί θὰ μπορούσαμε ἐκεῖνος κι ἐγὼ
νὰ ποῦμε ἢ νὰ κάνουμε τώρα ποὺ βρισκόμασταν τόσο
κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἄγνωστων ἐπιθυμιῶν μας.
Διότι ἐπίγνωση, βεβαίως, ἢ ἔστω συναίσθηση,
ὑπῆρχε ἐκατέρωθεν πὼς δὲν ἦταν ἀθώα οὔτε
ἡ πρόσκληση ἀλλὰ οὔτε ἡ πρόθυμη ἀποδοχή της.
Ἐντούτοις, τώρα ποὺ ὅλα φαίνονταν νὰ βαίνουν κατ᾽εὐχήν,
χάθηκε κι ἡ ἐπίγνωση, χάθηκε καὶ ὁ στόχος. Καθόμουν
ἁπλῶς πλάι του στὸ μονό μου κρεββάτι καὶ κοιτοῦσα
τὸ μωσαϊκὸ στὸ πάτωμα χωρὶς νὰ τοῦ λέω λέξη. 


Πέρασαν ἴσως ἕνα δυὸ λεπτὰ κι ἄρχισα νὰ ἱδρώνω,
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
κάτι νὰ πῶ μοῦ ἔκοβε καὶ τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
ὁ Βασίλης, ὅμως, εὐτυχῶς, παρέμεινε ἀπτόητος 
καὶ χαμογελαστὸς καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἤμουν πιὰ βέβαιος
πὼς θὰ πεθάνω ἢ θὰ φύγει τρέχοντας ἀπὸ τὸ σπίτι
τοῦ τρελλοῦ, «θέλεις νὰ παλέψουμε;» μὲ ρώτησε κι ἔβγαλε
πρὶν ἀπαντήσω τὸ μπλουζάκι του κι ἔμεινα ἔκπληκτος
νὰ κοιτάζω τὸ γυμνὸ στέρνο του, νὰ περιεργάζομαι
τὴν ἁμυδρὴ τριχοφυία ποὺ μόλις εἶχε ἐμφανισθεῖ
στὸ στομάχι του, μιὰ λεπτὴ γραμμὴ ποὺ διέκοπτε ξαφνικὰ
ἡ φόρμα του κρύβοντας τὴ συνέχεια τῆς διαδρομῆς της
μὲ μιὰ σεμνοτυφία ἀναπόφευκτα ἐρεθιστικὴ 
ποὺ σχεδὸν ἀμέσως προξένησε ἐμφανεῖς ἀντιδράσεις
στὸ σῶμα μου. Βιαστικά, γιὰ νὰ μὴν προσέξει τὴν ἀλλαγή, 
ἔβγαλα κι ἐγὼ τὴ μπλούζα μου καὶ πέσαμε στὸ κρεββάτι 
σὰν ζῶα˙ παλεύαμε, βαριανασαίναμε καὶ ξέραμε
καὶ οἱ δύο πιὰ γιὰ ποιό λόγο συναντηθήκαμε καὶ τί
ἀκριβῶς ἐσήμαινε ἡ πάλη αὐτὴ τῶν σωμάτων μας,
κι ἂς περιοριστήκαμε στὴν ἀθώα ἐξερεύνηση
τῶν ἐπιδράσεων τῆς ἁφῆς, τῆς ἐπαφῆς καὶ τῆς πίεσης
αὐτή, τὴν πρώτη μας φορὰ μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο.
Ὅταν ἡ ἔνταση πέρασε τὸ ὅριο τοῦ παιχνιδιοῦ,
σὰν συνεννοημένοι σταματήσαμε τὴν ἴδια στιγμὴ
καὶ οἱ δυό, χαμογελάσαμε, χαϊδέψαμε ὁ ἕνας 
τὸν μηρὸ τοῦ ἄλλου καὶ σηκωθήκαμε ἀπ᾽τὸ κρεββάτι.
Ξαναφορέσαμε τὰ μπλουζάκια μας καὶ παίζαμε κάποιο
ἐπιτραπέζιο ὅταν ἡ μαμὰ χτύπησε τὴν πόρτα
καὶ ρώτησε ἂν θέλουμε νὰ μᾶς ἑτοιμάσει βραδινὸ
κι ὁ Βασίλης τῆς εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ φύγει δυστυχῶς,
ἐξάλλου ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀπάντηση περίμενε
καὶ ἡ μαμά μου, δεδομένου ὅτι δὲν εἶχα καλέσει 
τὸν Βασίλη γιὰ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους προετοιμασία
θὰ ἀπαιτοῦσε μία πρόσκληση σὲ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους
διαχείριση, ὁπότε ἀναμενόμενη κι εὐπρόσδεκτη
ἡ ἄρνηση τοῦ Βασίλη, δὲν μὲ κατέβαλε, τοῦ εἶπα
ὅμως κι ἐγὼ «τὴν ἄλλη φορὰ τότε», καὶ μὲ κοίταξε 
στὰ μάτια καὶ συμφώνησε, «ναί, τὴν ἄλλη φορά», κι ἤθελα
νὰ τὸν φιλήσω μὰ φυσικὰ δὲν γινόταν ἐνώπιον
τῆς μαμᾶς καὶ δὲν ἤξερα τότε ἂν θὰ γινόταν ποτὲ
ἀκόμη κι ἂν καμμιὰ μαμὰ δὲν ἦταν παρούσα, ἐντούτοις
ἤμουν ἀφάνταστα χαρούμενος, τὸν ἀποχαιρέτησα
καὶ μόλις ἔκλεισε ἡ ἐξώπορτα, «πολὺ καλὸ παιδὶ»
εἶπε ἡ μαμά μου καὶ συμφώνησα καὶ χαμογέλασα.


Ἔπεσα ἤρεμος γιὰ ὕπνο, σὰν νἆταν ὅλη μου ἡ ζωὴ 
ὀνειρική, σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα φοβηθεῖ τίποτα,
σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα ἀνησυχήσει γιὰ τίποτα, σὰν 
ποτὲ νὰ μὴν εἶχα πεῖ ψέμματα, γιατὶ δὲν χρειαζόταν.
Τὴ νύχτα, ὅμως, τίποτα δὲν μένει στὴ θέση του, καμμιὰ
ἠρεμία δὲν μένει ἀδιατάρακτη, καὶ δὲν φτουράει
κανεὶς ἐφησυχασμός. Πρὶν περάσει μιὰ ὥρα, ξύπνησα
κάθιδρως. Ξαφνικά, δὲν ἦταν πιὰ σαφῆ καὶ ξεκάθαρα 
τὰ γεγονότα τῆς προηγούμενης μέρας, ἐφιάλτες
εἶχαν καταστρέψει τὴ βεβαιότητά μου, φοβόμουν
νὰ πάω σχολεῖο, φοβόμουν καὶ νὰ σκεφτῶ τὸν Βασίλη, 
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
τὴ σημασία μοῦ ἔκοβε τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
μόλις πῆγε ἑφτὰ ἡ ὥρα φώναξα μὲ βραχνὴ φωνὴ
τὴ μαμά μου, ὑλοποιήθηκε φοβισμένη μπροστά μου,
εἶπα «εἶμαι ἄρρωστος», τὸ θερμόμετρο μ᾽ἐπιβεβαίωσε,
ἡ μαμὰ πῆγε στὴ δουλειά, ἐγὼ ἔμεινα στὸ κρεββάτι
τρέμοντας ἀπὸ φόβο κι ἀπὸ τὸν πυρετό, κοκκαλωμένος,
ἡ μαμὰ τηλεφωνοῦσε κάθε μισὴ ὥρα, ρωτοῦσε
ἂν ἤμουν καλύτερα, ἂν ἔπρεπε νὰ φωνάξει γιατρό,
τὸ σήκωνα καὶ μὲ ὑποκρισία τὴν καθησύχαζα
καὶ θύμωνα μὲ τὴν ἐπιμονή της καὶ μὲ τὸν φόβο μου,
γιατὶ φοβόμουν, ὄχι πὼς ὁ Βασίλης δὲν μὲ ἤθελε,
ἀλλὰ πὼς δὲν θὰ τὸ μάθαινα ποτέ, γιατὶ θὰ πέθαινα
ἐδῶ, μόνος στὸ κρεββάτι μου, ἀπὸ ἀβεβαιότητα.
Ὥσπου τὸ μεσημέρι, στὶς δύο καὶ τέταρτο ἀκριβῶς,
χτύπησε ξανὰ τὸ τηλέφωνο καὶ ἦταν ὁ Βασίλης,
«μᾶς ἔλειψες» μοῦ εἶπε «εἶσαι καλά;» κι ἀμέσως ἔγινα 
καλὰ καὶ τοῦ εἶπα ὅτι βαριόμουν τὸ πρωὶ κι ἔκανα 
τὸν ἄρρωστο καὶ γέλασε καὶ εἶπε «νὰ προειδοποιεῖς
ὅμως, νὰ μὴν ἀνησυχῶ» καὶ γέλασα κι ἐγὼ καὶ εἶπε
«θἄρθω τὸ ἀπόγευμα νὰ σὲ δῶ, ἀφοῦ εἶσαι ἄρρωστος
ὑποτίθεται, ἔχω καὶ δικαιολογία, μὲ θέλεις;»
καὶ τοῦ εἶπα πὼς ἀσφαλῶς τὸν θέλω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ
γνωρίζαμε καὶ οἱ δύο ἀκριβῶς τί σήμαινε «σὲ θέλω»
καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ νὰ ἀκυρωθεῖ.


Ἀκολούθησαν πολλὲς ἀκόμη ἐπισκέψεις, δικές του
καὶ δικές μου, πότε στὸ σπίτι του και πότε στὸ δικό μου,
χωρὶς πιὰ τὸν φόβο τῆς μεταμέλειας καὶ τοῦ χλευασμοῦ,
μὲ τὸ ἴδιο πάντα τελετουργικό: ἀμοιβαία κατ᾽ἀρχὰς 
ἀμηχανία˙ γρήγορο γδύσιμο˙ ἐπίμονο βλέμμα˙
ψεύτικη πάλη ὅπου κανένα σημεῖο τῶν σωμάτων
δὲν ἔμενε ἀνεξερεύνητο˙ τέλος, κοφτὲς ἀνάσες 
μὲ τὰ πρόσωπα κολλημένα καὶ τὰ κορμιὰ ν᾽ἀναρριγοῦν.


Καταλαβαίνετε, πιστεύω, ποιά ἦταν ἡ συνέχεια 
τῆς ἱστορίας μας˙ στερεῖται ἄλλωστε πρωτοτυπίας.
Ἀντιθέτως, θὰ λέγαμε ὅτι μοιάζει μὲ κοινότοπη
ἀμερικάνικη ταινία, ἢ Bildungsroman ἂν εἶναι
κανεὶς ἐπιεικής, πάντως πέρασαν περίπου τρεῖς μῆνες
ὥσπου ὁ Βασίλης κι ἐγὼ νὰ δώσουμε τὸ πρῶτο φιλὶ
στὸ στόμα, ὥσπου νὰ ἐμφανιστεῖ κάποια ἀνησυχία
στὸ βλέμμα τῆς μαμᾶς, ὥσπου δηλαδὴ νὰ καταλάβουμε
ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ περιγράψει κανεὶς
τὰ παιχνίδια μας καὶ μὲ βεβαιότητα νὰ ὀνομάσουμε
τελικὰ ἔρωτα τὶς πράξεις μας, μεταξύ μας ἀσφαλῶς,
καθὼς καὶ οἱ πράξεις καὶ οἱ λέξεις ἦσαν ἐμπιστευτικές,
πάντα μὲ τὴν πόρτα κλειστή, μὲ τὴ μαμὰ νὰ καραδοκεῖ,
μὲ ἐξέλιξη ἀργή, σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μυστική,
ἀναπόδραστη, ἐντούτοις, σὰν τὸ σπέρμα ποὺ ἀναβλύζει
κάθε φορὰ ποὺ δυὸ ἔφηβοι παραδίδονται στὸν πόθο.
Καὶ φυσικά, λίγους ἀκόμη μῆνες μετά, τολμήσαμε
περισσότερα, καταργήθηκε τὸ ἄλλοθι τῆς πάλης
καὶ πιὰ μόλις ἔκλεινε ἡ πόρτα πέφταμε μὲ τὰ μοῦτρα
ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, γδυνόμασταν τελείως, φιλιόμασταν
καὶ σταδιακὰ δοκιμάζαμε ὅλες τὶς στάσεις, τὶς πράξεις
καὶ τὶς κινήσεις ποὺ χαρίζουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἡδονή.


Ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι τέτοιες συνευρέσεις,
καὶ μάλιστα ὅταν σημαίνουν τὸ τέλος τῆς παρθενίας,
ἐντυπώνονται στὸν νοῦ κι ἀφήνουν ἀναμνήσεις δυνατὲς
καὶ ἀνεξίτηλες, ἐναγκαλισμῶν καὶ ὀργασμῶν, ἐγὼ
θυμᾶμαι, παραδόξως, μονάχα τὰ μάτια τοῦ Βασίλη 
πῶς κοίταζαν ἐπίμονα πότε τὰ μάτια μου καὶ πότε
τὴν κλειστὴ πόρτα. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὰ ἐπιτραπέζια,
τὶς μουσικὲς ποὺ ἀκούγαμε, Siouxsie, Cure καὶ Joy Division,
φόρμες γυμναστικῆς, βαμβακερὰ μπλουζάκια, μποξεράκια,
πεταμένα στὸ πάτωμα ἢ στὴν καρέκλα τοῦ γραφείου,
μπλὲ καραβάκια στὰ ξεχασμένα παιδικά μου σεντόνια
καὶ τὸν «θαυμαστὸ κόσμο τῶν ζώων», ποὺ τὸν ξεφυλλίζαμε
ξαπλωμένοι μπρούμυτα στὸ πάτωμα ἐνῶ χαϊδεύαμε
ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ ἀμφίθυμη, κατά τι τολμηρή,
τρυφερότητα στὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας, ἀκριβῶς
ὅπως ὅταν φιλᾶς κάποιον στὸ μάγουλο, ἀλλὰ φροντίζεις
λίγο ν᾽ἀγγίξουν τὰ χείλη σου τὰ δικά του, ἐλάχιστα
νὰ ξεμυτίσει ἡ γλώσσα σου ἀπὸ τὰ χείλη, κοιτώντας
τον συγχρόνως κατάματα, μειδιώντας μὲ προσδοκία. 


Ἔτσι περνοῦσαν οἱ βδομάδες, εὐχάριστες καὶ κρυμμένες.
Δὲν εἶχα τότε τὸ χάρισμα νὰ προβλέπω πὼς ἡ χαρὰ
τελειώνει πάντα ξαφνικά, ὅπως πέφτει ἡ γκιλλοτίνα,
κι ἡ ἀμεριμνησία μου ἐνίσχυε τὴν ἀπόλαυση.
Ἦταν ὡραία ἡ συντροφιὰ τοῦ Βασίλη, τὸ σῶμα του
ἦταν ὡραῖο, οἱ συζητήσεις μας, οἱ συναντήσεις μας,
οἱ συνευρέσεις μας ἦσαν ὡραῖες. Δὲν μοῦ πέρασε κἂν
ἀπὸ τὸ μυαλὸ μιὰ Παρασκευὴ ποὺ δὲν τηλεφώνησε,
παρ᾽ὅλο ποὺ τριακόσια τόσα βράδια μοῦ τηλεφωνοῦσε
ἀνελλιπῶς, πὼς συνέβαινε κάτι κακό. Ὑπέφερα
ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν πίστευα πὼς αὐτὴ ἡ παράλειψη
ἀποτελοῦσε προμήνυμα τέλους, καὶ σίγουρα ὄχι
τοῦ τέλους τοῦ ὁποίου ὄντως ἦταν ἡ ἐπισφράγιση.
Τηλεφώνησα τὴν ἑπομένη, βρῆκα τὸν πατέρα του,
ἀκατανόητα μοῦ φάνηκαν ὅσα διεκτραγώδησε:
γιὰ ξαφνικοὺς πόνους στὴ μέση, γενικὴ ἀδυναμία, 
νοσοκομεῖο, ἐξετάσεις, ἄγνωστη ἔκβαση, αὐτὸ 
κυρίως δὲν εἶχε νόημα, ἡ φρικτὴ λέξη «ἔκβαση»
λὲς καὶ μιλούσαμε γιὰ ἀγῶνες, γιὰ μάχες ἢ γιὰ δίκες,
ἐνῶ ἐπρόκειτο σαφῶς περὶ ἐλαφρᾶς ἀσθενείας,
τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νἄχει παιδὶ δεκαπέντε χρονῶν;
Πῆγα, βεβαίως, εὐθὺς στὸ νοσοκομεῖο, δὲν ρώτησα
κἂν ἂν ὑπάρχει ἐπισκεπτήριο καὶ τί ὥρα, πήγαινα
κάθε βράδυ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀκόμα καὶ ὅταν
τὸν μετέφεραν στὴν ἀπομόνωση καὶ μᾶς ἀνάγκαζαν
νὰ φορᾶμε μάσκες κι ἀποστειρωμένες ποδιὲς πρὶν μποῦμε,
ἀκόμα καὶ τότε συνέχισα, πήγαινα κάθε βράδυ
καὶ δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία πὼς ὅλα
αὐτὰ ἦσαν παροδικά, ἕνα δυσάρεστο διάλειμμα
ποὺ θὰ περνοῦσε καὶ θὰ ξεχνιόταν σὲ λίγες ἑβδομάδες.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο τυφλωμένος ἀπὸ ἔρωτα
νὰ ὑποψιαζόμουν ὅτι δὲν ἦταν αἰσιόδοξη
ἡ πρόγνωση, ὅτι δὲν εἶναι παιχνίδι ἡ λευχαιμία.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο ἀδαὴς νὰ ἀμφισβητοῦσα
τὴν ἀναιδὴ βεβαιότητα πὼς οἱ νέοι δὲν πεθαίνουν.
Ἤμουν, ὅμως, νέος, βαριὰ ἐρωτευμένος καὶ ἀδαής.
Καὶ μοιραῖα, ὅπως εἴθισται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις,
λίγες μέρες μετὰ ὁ Βασίλης ἔφυγε˙ κι ὄχι ὅπως
λέμε πὼς φεύγει κάποιος γιὰ νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ, ὄχι!
Ἔφυγε κατὰ τὸν χυδαῖο εὐφημισμὸ ποὺ δηλώνει
τὴν ἀναπόφευκτη καὶ ὁριστικὴ ἀνθρώπινη μοίρα˙
πέθανε, δηλαδή˙ μὲ λόγια ποιητικά, ἀναχώρησε
ἀπὸ τὴ ζωή μου κι ἀπὸ τὴ ζωή˙ ξαφνικὴ ἀρρώστια
κι ἔμεινα πάλι μόνος ὅπως ἤμουν πάντα˙ μ᾽ἕνα πένθος
ὅμως, καινούριο ἀπόκτημα, ἐπίμονο ἀπόστημα,
ποὺ ἐκδηλωνόταν ὄχι τόσο σὰν παράπονο, ἀλλὰ 
μᾶλλον σὰν σύγχυση κι ἀπορία ἐνώπιον τοῦ τέλους,
αὐτῆς τῆς ἀκατανόητης ἀλλὰ μόνιμης διακοπῆς
ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει καὶ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ 
νὰ ἀντέξει. Εἶναι, βλέπετε,  ἀπάνθρωπος ὁ θάνατος
τῶν ἀνθρώπων: καίει τὰ τείχη τοῦ σώματος καὶ διαλύει 
τὰ σπλάχνα τους καὶ σκορπίζει τὶς σκέψεις τους σὲ ἄγνωστο
ἀχαρτογράφητο προορισμό, τὴν κόλαση μᾶλλον,
ὅπου δὲν ὑπάρχουν πιὰ οἱ ἄνθρωποι ὅπως τοὺς ξέραμε,
μὲ καρδιὰ καὶ μὲ σῶμα καὶ ὄργανα ζῶντα κι ἐπείγοντα. 


Σαράντα, σχεδόν, χρόνια μετά, δὲν ἔχω μάθει ἀκόμα
ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ἔχω καταλάβει πῶς δραπετεύει
κανεὶς ἀπ᾽τὸ πένθος,  ἡ ἀνάμνηση τοῦ Βασίλη μένει
πάντα στὴ σκέψη μου, πρώτη σὲ μιὰ μακρὰ πλέον σειρὰ
πεθαμένων μὲ τοὺς ὁποίους κάποτε συνυπήρξαμε,
παίξαμε, ἀνακαλύψαμε, ἑνωθήκαμε κι ὕστερα 
χάθηκαν, καὶ μὲ καθέναν ποὺ χανόταν ἔχανα κι ἐγὼ
λίγη ἀκόμα σιγουριά, λίγη ἀκόμα βεβαιότητα.
Ἐδῶ ποὺ ἔχω φτάσει, εἶναι φυσική μου κατάσταση
ἡ ἀπορία, τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐκπλήξει
γιατὶ τίποτα δὲν περιμένω, τίποτα δὲν γνωρίζω,
τίποτα δὲν προβλέπω˙ τὸ μέλλον δὲν ὑπάρχει, τὸ παρὸν
βαλτώνει, μόνο τὸ παρελθὸν ἐπιβιώνει, ἔγκλειστο
σὲ φρικτὲς ἀναμνήσεις ἀνυποψίαστων ὀνειρικῶν
ἐρώτων, ἐφηβικῶν παιχνιδιῶν, στείρων ἀνακαλύψεων
χωρὶς σημασία. Οἱ καθρέφτες δὲν ξέρω πιὰ τί δείχνουν,
οἱ ἀναμνήσεις δὲν γνωρίζω πόσο εἶναι ἀληθινές,
πόσες λεπτομέρειες ἐπινοήθηκαν καὶ ἀπὸ ποιόν,
ἂν ἦταν ἡ ἀληθοφάνεια ὁ στόχος ἢ ἡ τέρψη, 
κυρίως ποιός ἀστόχησε, ποιός βρέθηκε στὴ θέση αὐτὴ
νὰ μπλέκει ψέμματα μὲ ἀλήθειες, χωρὶς παρὸν καὶ μέλλον.

[Πρώτη δημοσίευση στὸ ἀσσόδυο. Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Μαντεῖο.]

Σχόλια

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.