animalia paradoxa: ἁφὴ

Δὲν ξέρει ἂν αὐτὴ ἡ σκόνη στὰ δάχτυλά του
εἶναι ἁπλῶς τὸ χρῶμα ἀπὸ τὰ φτερά μου
ἣ κάτι πιὸ ζωτικῆς σημασίας.

Δὲν ξέρει τώρα ποὺ μὲ ἀπελευθέρωσε
ἂν θὰ καταφέρω ξανὰ νὰ πετάξω νὰ λάμψω 
σὰν οὐράνιο τόξο στὸν ἥλιο
ἢ ἂν ἀνάπηρος θὰ ἐκμετρήσω ἕρποντας.

Ποτὲ δὲν ἀντιστάθηκε στὴν ὀμορφιά.

Οὔτε μικρὸς ὅταν ἔπιανε ἀπὸ τὰ φτερὰ τὶς πεταλοῦδες
οὔτε τώρα ποὺ προσεκτικὰ μὲ τὶς ἄκρες τῶν δαχτύλων
χαϊδεύει ἔκθαμβος τὸ σῶμα μου
έλπίζοντας πὼς θὰ τοῦ παραδοθῶ
πὼς θὰ μείνω στὴν ἀγκαλιά του
ὥσπου νὰ ἑνωθῶ μὲ τὸ χῶμα.

animalia paradoxa: ὅραση

Ἔχω χίλια μάτια
καὶ δὲν κλείνουν ποτέ.

Βλέπω χίλιες εἰκόνες κάθε φορὰ
καὶ συνθέτω.

Μικροσκοπικὲς εἰκόνες
τεμαχισμένης πραγματικότητας.

Ἕνα νύχι ἐδῶ, μιὰ ρώγα ἐκεῖ,
μιὰ κλείδωση πιὸ πέρα.

Χρειάζεται χρόνο ὁ ἀργός μου ἐγκέφαλος
γιὰ νὰ συνθέσει τὸ πάζλ.

Καὶ καθὼς καίγονται ἕνα ἕνα τὰ μάτια μου 
σὰν πίξελ σὲ παληὲς ὀθόνες

σὲ ὑποθέσεις μᾶλλον στηρίζεται ἡ ὅρασή μου
ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια.

Στὰ εἴκοσί μου εἶχαν ἤδη χαθεῖ
στοιχεῖα τῶν περιγραμμάτων.

Στὰ τριάντα μου ἐκτεταμένα κενὰ
καταλάμβαναν τὶς ἐνδιάμεσες ἐπιφάνειες.

Στὰ σαράντα τὰ νεκρὰ σημεῖα ἔφταναν σχεδὸν
τὸ μισὸ τοῦ κάθε εἰδώλου.

Πλέον διακρίνω μόνο τὰ ἀκαταμάχητα
αὐτὰ ποὺ αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν ἀφήνουν τὸ βλέμμα νὰ καεῖ.

Διὰ τῆς μνήμης ὅλα τ᾽ ἄλλα
ἀνασυγκροτῶ καθὼς φθείρεται τὸ σῶμα καὶ ἀποσύρεται

κι ἂς ἐπιμένει τὸ χάρμα τῶν λίγων ὀφθαλμῶν ποὺ μοῦ μείνανε
νὰ μὲ βασανίζει προσηλωμένο σὲ ὅσα ἔφυγαν.

Louise Glück, Ὁ Μελαγχολικὸς Γραμματέας

Εἶχα ἕναν γραμματέα, ἦταν ὅμως μελαγχολικός,
τόσο μελαγχολικὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴ δουλειά του.
Ἦταν ἐπιφορτισμένος νὰ ἀνοίγει τὰ λιγοστά μου γράμματα,
καὶ νὰ συντάσσει ἀπαντήσεις σὲ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀπαντηθοῦν,
ἀφήνοντας στὸ τέλος ἕνα κενὸ γιὰ τὴν ὑπογραφή μου
καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπογραφή μου, νὰ βάζει τὰ ἀρχικά του,
μιὰ τυπικότητα πού, στὴν ἀρχή, διεκπεραίωνε μὲ πολλὴ περηφάνια. 
Ὅποτε χτυποῦσε τὸ τηλέφωνο, ἔπρεπε νὰ λέει
πὼς ὁ ἐργοδότης του ἦταν ἀπασχολημένος ἐκείνη τὴ στιγμή
καὶ νὰ ρωτάει ἂν ἤθελαν νὰ ἀφήσουν κάποιο μήνυμα.

Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες, ἦρθε νὰ μοῦ μιλήσει.
Ἀφεντικό, μοῦ εἶπε (ἔτσι μὲ ἀποκαλοῦσε),
δὲν σοῦ εἶμαι πιὰ χρήσιμος˙ πρέπει νὰ μὲ διώξεις.
Καὶ παρατήρησα ὅτι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ πράγματά του
καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγει, ἂν καὶ ἦταν νύχτα
καὶ χιόνιζε. Τὸν λυπήθηκε ἡ ψυχή μου.
Κοίτα, τοῦ εἶπα, ἐφόσον δὲν διεκπεραιώνεις τὰ λίγα σου καθήκοντα,
τί ἄλλο μπορεῖς νὰ κάνεις γιὰ μένα; Καὶ μοῦ ἔδειξε τὰ μάτια του,
ποὺ ἦσαν γεμάτα δάκρυα. Μπορῶ νὰ κλαίω, εἶπε.
Τότε θὰ πρέπει νὰ κλάψεις γιὰ μένα, τοῦ εἶπα,
ὅπως ὁ Χριστὸς ἔκλαψε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Δίσταζε, ὅμως.
Ἡ ζωή σου εἶναι ἀξιοζήλευτη, εἶπε˙
τί θὰ πρέπει νὰ σκέφτομαι ὅταν κλαίω; 
Καὶ τοῦ εἶπα πόσο ἄδειες ἦσαν οἱ μέρες μου
καὶ ὁ χρόνος, ποὺ τελείωνε,
καὶ πόσο ἀσήμαντα ἦσαν τὰ ἐπιτεύγματά μου,
καὶ καθὼς μιλοῦσα εἶχα τὴν παράδοξη αἴσθηση
πὼς γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ αἰσθανόμουν κάτι
γιὰ κάποιο ἄλλο ἀνθρώπινο ὄν –

Στεκόταν ἐντελῶς ἀκίνητος.
Εἶχα ἀνάψει τὴ φωτιὰ στὸ τζάκι˙
θυμᾶμαι τοὺς ἀνακουφισμένους ἀναστεναγμοὺς
τῶν ξύλων ποὺ πέθαιναν –

Ἀφεντικό, εἶπε, ἔδωσες
νόημα στὴν ὀδύνη μου.

Ἡ στιγμὴ ἦταν παράξενη.
Ἡ ὅλη συζήτηση φαινόταν ἐντελῶς ψεύτικη
καὶ συγχρόνως βαθιὰ εἰλικρινής, λέξεις ὅπως ἄδειος καὶ ἀσήμαντος
ἦταν σὰν νὰ εἶχαν ξυπνήσει κάποιο συναίσθημα στὴ μνήμη μου
ποὺ εἶχε τώρα προσκολληθεῖ στὴν παρούσα κατάσταση
καὶ στὸ πρόσωπο αὐτὸ μπροστά μου.

Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε.  Τὰ δάκρυά του ἔλαμπαν
κοκκινόχρυσα στὸ φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ὕστερα ἔφυγε.

Ἔξω ἔπεφτε τὸ χιόνι,
τὸ τοπίο μεταλλασσόταν σὲ μιὰ σειρὰ
ἀπὸ κοινότοπες γενικεύσεις
διάστικτες ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ αἰνιγματικὰ
σχήματα ἐκεῖ ὅπου εἶχε μετατοπιστεῖ τὸ χιόνι.
Ὁ δρόμος ἦταν λευκός, ὅλα τὰ δέντρα ἦσαν λευκά –
Ἐπιφανειακὲς ἀλλαγές, ἀλλὰ μήπως αὐτὲς δὲν εἶναι οἱ μόνες
ποὺ βλέπουμε ποτέ;