εὔζωνες

Πολλά, πάρα πολλὰ ποιήματα γράφονται καὶ ἐκδίδονται. Σὲ ἱστολόγια καὶ προσωπικὲς ἱστοσελίδες, σὲ συλλογικὲς (ἢ ἔστω συλλογικότερες) ἱστοσελίδες, σὲ λογοτεχνικὰ καὶ παραλογοτεχνικὰ περιοδικά, καὶ φυσικὰ σὲ βιβλία: τυπώνονται περισσότερα ποιητικὰ βιβλία παρὰ ποτέ, διπλάσια σχεδὸν ἀπὸ ὅσα ἐκδίδονταν πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια, καὶ ὑπερδεκαπλάσια ὅσων ἐκδίδονταν πρὶν ἀπὸ τριάντα χρόνια, σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ biblionet.

 

Τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ἐντυπωσιακῆς ἄνθισης τῆς ποίησης στὴ νεοελληνικὴ γραμματεία δὲν ἔχω πρόθεση νὰ τὶς συζητήσω – ὁ καθένας μπορεῖ νὰ κάνει τὶς δικές του ὑποθέσεις. Αὐτὸ ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει καὶ ποὺ θέλω νὰ σχολιάσω ἐδῶ εἶναι μᾶλλον οἱ συνέπειες τῆς ἀνθοφορίας.

 

Ἔκανα τὸ ἑξῆς πείραμα: ἐξέτασα τὸν κατάλογο τῶν ποιητικῶν βιβλίων ποὺ ἐκδόθηκαν πρὶν ἀπὸ τριάντα χρόνια, ὅταν δηλαδὴ ἤμουν εἰκοσαετὴς καὶ σχετικῶς ἀθῶος, καὶ σημείωσα τί ποσοστὸ ἀπὸ αὐτὰ εἶχα διαβάσει τότε καὶ μπορῶ ἀκόμη νὰ θυμηθῶ, ἔστω μέσες ἄκρες, τὸ περιεχόμενό τους. Τὸ ἀποτέλεσμα μὲ ξάφνιασε: 48%, ποὺ εἶναι, πάντως, λιγότερα ἀπὸ σαράντα βιβλία. Στὴ συνέχεια ἐπανέλαβα τὸ πείραμα μὲ ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἐκδόθηκαν πρὶν δέκα χρόνια˙ τὸ ἀποτέλεσμα γιὰ τὸ ἔτος 2007 ἦταν ἕνα μίζερο 5%, καὶ σὲ ἀπόλυτο ἀριθμὸ 21 μόλις βιβλία.

 

Φυσικά, αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα μιᾶς προσωπικῆς στατιστικῆς, ἐπηρεασμένα σαφῶς καὶ ἀπὸ τὶς δυνατότητες τῆς ἐπιλεκτικῆς μου μνήμης καὶ ἀπὸ τὶς διακυμάνσεις στὴν ἀναγνωστικὴ ἐνασχόλησή μου μὲ τὴν ποίηση καὶ ἀπὸ τὸ προσωπικό μου ποιητικὸ γοῦστο καὶ ἀπὸ ἀστάθμητους παράγοντες τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται ὅτι ὅσο καλὴ θέληση κι ἂν ἔχει κανείς, ὅσο ἐπιεικὲς καὶ ἀσύδοτο κι ἂν εἶναι τὸ ποιητικὸ γοῦστο του, ὅσο πολὺ χρόνο καὶ χρῆμα κι ἂν ἔχει στὴ διάθεσή του, παραμένει ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ μπορέσει νὰ παρακολουθήσει μὲ συνέπεια καὶ μὲ ἀξιώσεις ἀφομοίωσης τὴ σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή, καθὼς μιλᾶμε γιὰ σχεδὸν δύο βιβλία τὴν ἡμέρα!

 

Ἑπομένως, εὔκολα ἐξηγεῖται τὸ γεγονὸς τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ βιβλία ἐκδίδονται χωρὶς νὰ διαβάζονται, ἢ χωρὶς νὰ διαβάζονται ὅσο θὰ μποροῦσαν καὶ ἀπὸ ὅσους θὰ μποροῦσαν. Ἐξηγεῖται ἐπίσης τὸ ὅτι οἱ παρουσιάσεις καὶ οἰ κριτικὲς ποιητικῶν βιβλίων εἶναι κατὰ κανόνα σύντομες, γενικόλογες καὶ ἀσαφεῖς: προφανῶς, οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὶς γράφουν κατ᾽ ἐπάγγελμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὸ χρόνο νὰ διαβάσουν οὔτε κἂν τὰ (λίγα, συγκριτικῶς) βιβλία ποίησης περὶ τῶν ὁποίων γράφουν. Ἐξηγεῖται, τέλος, καὶ ἡ φρενίτιδα μὲ τὴν ὁποία κάποιοι ποιητὲς ἐπιδίδονται σὲ δημόσιες σχέσεις κολακείας καὶ ὑποταγῆς: ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ξεχωρίσει τὸ βιβλίο τους ἀνάμεσα σὲ τόσες ἑκατοντάδες, χρειάζεται, προφανῶς, νὰ τὸ “τρέξουν”.

 

Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ δυσκολεύομαι νὰ ἐξηγήσω, ἴσως ἐπειδὴ ἀποτελεῖ καὶ δική μου ἰδιοτροπία, εἶναι ἡ στάση τῶν ὑπολοίπων, τῆς πλειονότητας δηλαδὴ τῶν ἐκδιδόμενων ποιητῶν, τῶν ἑξακοσίων περίπου ποιητῶν ἐτησίως ποὺ δὲν φαίνεται νὰ θέλουν ἢ νὰ μποροῦν νὰ “τρέξουν” τὰ βιβλία τους, βιβλία ποὺ μὲ πολὺ κόπο (καὶ συχνότατα μὲ ἔξοδα ποὺ εἶναι, ὁπωσδήποτε, σημαντικὰ ἐν μέσῳ τῆς κρίσης) καταφέρνουν νὰ ἐκδώσουν καὶ ἐπιμένουν νὰ ἐκδίδουν, ἂν καὶ γνωρίζουν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διαβασθοῦν παρὰ ἀπὸ ἐλάχιστους φίλους τους, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν προφανῶς νὰ τὰ διαβάσουν καὶ ἀπὸ τὸ χειρόγραφο.

 

Μοῦ θυμίζουν τοὺς εὔζωνες αὐτοὶ οἱ ποιητές, εἰδικὰ ἂν εἶναι νέοι, ὡραῖοι, εὐσταλεῖς καὶ παραχαϊδεμένοι. Τοὺς φαντάρους δηλαδὴ τῆς Προεδρικῆς Φρουρᾶς, πού, πρωὶ καὶ βράδυ, κάθε Κυριακή, κάθε ἑορτή, κάθε ἐπίσημην ἡμέρα, σκαρφαλώνουν στὸν ἱερὸ βράχο τῆς Ἁκρόπολης καὶ μὲ συνοδεία ζωντανῆς μουσικῆς ἀνεβάζουν, χωρὶς θεατές, τὴν παράσταση τῆς ἔπαρσης καὶ τῆς ὑποστολῆς τῆς σημαίας˙ καθὼς τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ Ἀκρόπολη εἶναι κλειστὴ γιὰ τὸ κοινό, μόνον οἱ ἴδιοι οἱ εὔζωνες μποροῦν νὰ θαυμάσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον˙ μόνο ποὺ γι᾽ αὐτούς, πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ ἀγγαρεία˙ αὐτοὶ ποὺ ἴσως θὰ ἀπολάμβαναν τὴν τελετὴ δὲν ἔχουν, καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποκτήσουν, πρόσβαση στὴν (ἀμφίβολης, οὕτως ἢ ἄλλως, αἰσθητικῆς) ἰδιωτικὴ αὐτὴ φαντασμαγορία.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἀποτυχημένοι ποιητὲς

Κρυφάκουγα προχθὲς δύο νέους καὶ ὡραίους ποιητὲς νὰ συζητοῦν. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δὲν κρυφάκουγα, καθὼς ἔχω λάβει, σὲ γενικὲς γραμμές, καλὴ ἀνατροφή˙ διάβαζα ἁπλῶς μιὰ συνομιλία τους στὸ facebook, ἐκτεθειμένη στὰ βλέμματα ὅλων τῶν (πολλῶν) διαδικτυακῶν φίλων τους, ἀλλὰ ἡ συνομιλία τους ἔμοιαζε τόσο μὲ ἰδιωτικὴ συζήτηση, ὥστε αἰσθάνθηκα σὰν ὠτακουστής. Μιλοῦσαν γιὰ κάποιον ἀποτυχημένο, μεγαλύτερης ἡλικίας, ποιητή, χωρὶς νὰ τὸν κατονομάζουν. Ἀποδοκιμαστικὰ μιλοῦσαν, ἀσφαλῶς, καὶ μὲ κάποια κακεντρέχεια, ἀλλὰ μόνο οἱ ἴδιοι ἤξεραν σὲ ποιόν καὶ σὲ τί ἀναφέρονταν. Καὶ σκέφτηκα, μὲ θλιμμένη παράνοια, ὅτι θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ ἀναφέρονται καὶ σὲ ἐμένα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἂν καὶ ἀμέσως μετὰ ἀντιλήφθηκα πὼς δὲν θὰ μποροῦσαν, διότι θὰ ἔπρεπε καταρχὰς νὰ μὲ ξέρουν ὡς ποιητὴ πρὶν μπορέσουν νὰ μὲ κατατάξουν στοὺς ἀποτυχημένους.

 

Πάντως, βοηθούντων καὶ τῶν πάντα παραμονευόντων συμπλεγμάτων, μὲ ἔβαλαν σὲ σκέψεις οἱ δύο εὐειδεῖς ποιητές.  Καὶ ἀναρωτήθηκα: εἶναι, ἂς ποῦμε, ἐπιτυχημένη ποιήτρια ἡ φίλη μου ποὺ ἔχει πάρει δυὸ βραβεῖα γιὰ τὰ δυό της ποιητικὰ βιβλία,  ποὺ γνωρίζει προσωπικὰ ἑκατοντάδες ποιητὲς καὶ ποιήτριες, ποὺ ἐμφανίζεται σὲ σχεδὸν ὅλες τὶς ποιητικὲς ἐκδηλώσεις ἀνὰ τὴν ἐπικράτεια, ποὺ ἀνθολογεῖται σὲ ὅλα τὰ περιοδικὰ καὶ τὶς ἱστοσελίδες, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔντυπες ἀνθολογίες; Προφανῶς, ναί, εἶναι πετυχημένη˙ ἀδιαφιλονίκητη ἡ ἐπιτυχία της κι ἂς μὴ μοῦ ἀρέσουν ἐμένα τὰ ποιήματά της. Ἐγώ, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ποὺ ἐλάχιστοι ἔχουν διαβάσει ποιήματά μου, ποὺ δὲν ἤμουν ποτὲ ὑποψήφιος γιὰ κανένα βραβεῖο, ποὺ δὲν ἐμφανίζομαι σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις, ποὺ δὲν ἀνθολογοῦμαι πουθενά, ποὺ γνωρίζω ἐλάχιστους ποιητὲς καὶ ποιήτριες, μὲ τὰ ἴδια ἀκριβῶς κριτήρια, εἶμαι ἐξίσου ἀδιαφιλονίκητα ἀποτυχημένος ποιητής.

 

Τὸ πρόβλημα, βέβαια, καὶ ἴσως ἡ σωτήρια σκέψη γιὰ κάτι σὰν καὶ τοῦ λόγου μου, εἶναι ὅτι ἡ σύμφραση “πετυχημένος/ἀποτυχημένος ποιητής” εἶναι παράδοξη, ὅτι τὰ ἐπίθετα “πετυχημένος” καὶ “ἀποτυχημένος” ἐννοιολογικὰ δὲν συλλαμβάνουν κάτι ποὺ μοῦ φαίνεται οὐσιῶδες στὴν περίπτωση τοῦ ποιητῆ καὶ τοῦ ποιήματος, ἐνῶ ἀντίθετα τονίζουν κάτι ποὺ ἐγὼ θεωρῶ ἐπουσιῶδες καὶ ἄσχετο.

 

Στὸ λεξικὸ βλέπω ὅτι πετυχημένος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει διακριθεῖ στὴ σταδιοδρομία του ἢ στὸ ἔργο ποὺ ἔχει ἀναλάβει καὶ στὸ ὁποῖο ἔχει ἀφοσιωθεῖ. Στὸ βαθμὸ ποὺ προϋποτίθεται ἀφοσίωση καὶ ἔργο, θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη “ἐπιτυχημένος” γιὰ νὰ χαρακτηρίσει ἕναν ποιητή. Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ βάρος πέφτει στὴν διάκριση καὶ στὴ σταδιοδρομία: πετυχημένο δὲν θὰ ἔλεγαν ἕναν ποιητὴ ποὺ ἁπλῶς ἔχει ἀφοσιωθεῖ στὸ ἔργο του, ἀλλὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ ἔχει διακριθεῖ στὸ ἔργο ποὺ ἔχει ἀναλάβει, ἄρα ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ συναίσθηση ὅτι ἔχει ἀναληφθεῖ ἔνα ἔργο, ὅτι ἔχει χτισθεῖ (ἢ τοὐλάχιστον χτίζεται) μιὰ σταδιοδρομία, μιὰ καριέρα σὰν νὰ λέμε, ὑπάρχει ἡ προϋπόθεση ὅτι εἶναι κανεὶς “ἐπαγγελματίας” ποιητὴς (ὅπως τὸ ἔθεσε, παραδόξως ὄχι ἐπικριτικά, μιὰ συνομήλική μου ποιήτρια) καὶ ἐπιδιώκει καὶ καταφέρνει νὰ διακριθεῖ, δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀξία του ἀπὸ τοὺς λογοτεχνικοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ τοῦ ἀποδοθοῦν τιμές. Βεβαίως, ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ ποιητῆ προϋποθέτει, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, ὅτι ὑπάρχει πράγματι κάποια ἀξία. Ἀλλὰ ἐπ᾽αὐτοῦ ἔχει ἀπαντήσει ὁ χρόνος, ποὺ γκρεμίζει στὴ λήθη ἐξίσου ποιητὲς τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀναγνωρίσθηκε κάποτε θεσμικὰ καὶ ποιητὲς ποὺ ποτὲ δὲν ἔλαβαν κανενὸς εἴδους ἀναγνώριση, ἀλλὰ ποὺ ἐπίσης χαρίζει διάρκεια ἐξίσου σὲ ἔργα ποιητῶν ποὺ ἀναγνωρίστηκαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ ποιητὲς ποὺ ἀνακαλύφθηκαν πολὺ ἀργότερα. Γιὰ νὰ μὴν προσβάλω ἐγχώριες εὐαισθησίες, θὰ ἀναφέρω ὡς ἀκραῖα παραδείγματα δυὸ Ἄγγλους ποιητές: τὸν σπουδαῖο Gerard Manley Hopkins, ἀπολύτως ἀποτυχημένο στὴν ἐποχή του, καὶ τὸν δικαίως ξεχασμένο Alfred Austin, ὁ ὁποῖος ὅμως διετέλεσε poet laureate στὸν καιρό του, ἔλαβε δηλαδὴ τὴ σημαντικότερη διάκριση ποὺ δίνεται σὲ ποιητὲς στὴ χώρα του – βεβαίως, αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ γράφει στίχους γιὰ τὰ γενέθλια τῆς βασίλισσας καὶ ὅποτε γεννιέται καμμιὰ πριγκηποπούλα, ἀλλὰ τί νὰ γίνει, ἡ τιμὴ τιμὴ δὲν ἔχει!

 

Τὸ ζητούμενο, ὅμως, ὅταν κάνει κανεὶς ποίηση δὲν εἶναι οἱ δάφνες, ἡ σταδιοδρομία, ἡ ἀναγνώριση, τὰ βραβεῖα, οἱ κύκλοι ποιητῶν καὶ οἱ ἑταιρεῖες συγγραφέων, δὲν εἶναι δηλαδὴ ἡ “ἐπαγγελματικὴ” σχέση μὲ τοὺς θεσμοὺς γύρω ἀπὸ τὴν ποίηση. Τὸ ζητούμενο εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ἔργο, καὶ ἡ ἀφοσίωση σὲ αὐτό. Καὶ ἀφοσίωση θὰ πεῖ νὰ συνεχίζει κανεὶς νὰ γράφει ποίηση, ἔστω καὶ ὑπὸ δημόσια ἀδιαφορία (ἡ ὁποία ποτὲ – κακὰ τὰ ψέμματα –  δὲν εἶναι εὐχάριστη), πασχίζοντας πάντα νὰ βρεῖ τὸν μοναδικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ γραφτεῖ αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ γράψει. Τὶς περισσότερες φορές, ὁμολογουμένως, θὰ καταλήξει σὲ ἀποτυχία, καὶ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν θὰ διακριθεῖ: τὶς περισσότερες φορὲς θὰ ἀποτύχει νὰ γράψει αὐτὸ ποὺ μόνο νὰ ὑποψιάζεται μπορεῖ ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ γραφτεῖ καὶ ποὺ ἔχει προσπαθήσει σκληρὰ νὰ γράψει. Ὅταν, ὅμως, καὶ ἐάν, τὰ καταφέρει, ἡ πιθανὴ πικρία τῆς ἀποτυχίας ἐξαφανίζεται αὐτοδικαίως. Διότι οἱ ὅροι τῆς ἀποτυχίας ἢ τῆς ἐπιτυχίας δὲν εἶναι πλέον ἁπλῶς ἐπουσιώδεις, ἔχουν καταστεῖ ἀνόητοι καὶ ἀδιανόητοι. Καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι παρὰ παρηγοριὰ στὸν ἄρρωστο ὥσπου νὰ βγεῖ ἡ ψυχή του, ἀλλὰ ἐνδέχεται τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλίσει ὅτι θὰ ἐπιμείνει ὁ ἄρρωστος ὥσπου νὰ βγεῖ ἐπιτέλους αὐτὴ ἡ ψυχή.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

βιογραφισμὸς

Διάβαζα πρὸ ἐτῶν ἕνα συμπαθητικό, ἂν καὶ μᾶλλον ἀσήμαντο, μυθιστόρημα ποὺ εἶχε γράψει φίλη φίλης τὴν ὁποία θὰ ὀνομάσω ἐδῶ Φιλουμένα. Στὶς πρῶτες πενήντα σελίδες τοῦ μυθιστορήματός της, ἔπεσα πάνω σὲ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴ δική μου ζωή, τὴν ὁποία προφανῶς θὰ πρέπει κάποτε νὰ εἶχα διηγηθεῖ σὲ κάποια ἀπὸ τὶς συναθροίσεις ποὺ ὀργάνωνε ἡ κοινή μας φίλη. Στὶς ὐπόλοιπες διακόσιες σελίδες τοῦ βιβλίου ἀναγνώρισα μερικὲς ἀκόμη ἱστορίες ποὺ εἶχα ἀκούσει ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους στὶς ἴδιες προφανῶς λίγες συναθροίσεις, τὶς ὁποῖες εἶχε προφανῶς ἐπίσης ἀκούσει καὶ ἀξιοποιήσει ἡ Φιλουμένα στὸ μυθιστόρημά της.

 

Ὁμολογῶ πὼς ἐνοχλήθηκα κάπως. Ἂν εἶναι δυνατόν, σκέφτηκα μὲ ἀγανάκτηση, νὰ γίνεται ἡ ζωή μου μυθιστόρημα καὶ μάλιστα χωρὶς τὴν ἄδειά μου! Φυσικά, ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ἦταν ὑπερβολική: δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τὴ “ζωή μου” ἀλλὰ γιὰ μιὰ ἱστορία ποὺ εἶχα ἀφηγηθεῖ καὶ ἡ ὁποία ἐντάχθηκε ὡς πρώτη ὕλη σὲ ἕνα μυθιστόρημα. Ἐπίσης, ἡ ἀντίδρασή μου ἦταν ἀδικαιολόγητη: ἀσφαλῶς καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνας συγγραφέας νὰ ἀντλεῖ  ὑλικὸ ἀπὸ τὰ βιώματά του, ἔμμεσα καὶ ἄμεσα, καὶ νὰ ἐπεξεργάζεται αὐτὸ τὸ ὑλικὸ στὴ διαδικασία τῆς γραφῆς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἔκτοτε ἀποφεύγω νὰ μιλῶ ὅταν εἶναι παρούσα ἡ ἐν λόγῳ συγγραφέας˙ καὶ ἐὰν πῶ κάτι παρουσίᾳ της, φροντίζω νὰ εἶναι ἐντελῶς κοινότοπο καὶ ἀσήμαντο, καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μὴν περιλαμβάνει κανενὸς εἴδους ἀφήγηση.

 

Στὴν ποίηση, βεβαίως, φαντάζεται κανεὶς ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Τὰ ποιήματα σπανίως πλέον ἀφηγοῦνται ἱστορίες καὶ ἀκόμη σπανιότερα ἱστορίες ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι βασίζονται σὲ ἀληθινὰ βιώματα, εἴτε τοῦ ποιητῆ εἴτε τοῦ περιγύρου του. Ἐντούτοις, ἀκούει κανεὶς καὶ γιὰ ποιήματα σχόλια ὅπως “τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔγραψε ἡ ποιήτρια μετὰ τὸ διαζύγιό της, καὶ ἀναφέρεται στὴν τελευταία περίοδο τοῦ ἄτυχου γάμου της” ἢ “ἡ ποιητικὴ αὐτὴ συλλογὴ ἐμπνέεται ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ μου καὶ περιγράφει τὶς χαρὲς τῆς μητρότητας” ἢ “αὐτὸ τὸ ἐρωτικὸ ποίημα τὸ ἔγραψα γιὰ σένα, ἀγαπημένε μου”. Καὶ ὑπάρχουν σαφῶς ποιήματα σπουδαῖα τὰ ὁποῖα ὄχι ἁπλῶς στηρίζονται ξεκάθαρα σὲ βιωματικὸ ὑλικὸ ἀλλὰ καὶ δηλώνονται ἀπερίφραστα ὡς (αὐτο)βιογραφικά, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὰ ποιήματα τῶν Birthday Letters τοῦ Hughes.

 

Τὸ ζήτημα, ὅμως, δὲν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ βιωματικοῦ ὑλικοῦ σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο, καὶ ἰδιαίτερα σὲ ἕνα ποίημα, ἀλλὰ ἡ διαχείριση τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Στὶς περισσότερες περιπτώσεις σπουδαίων ἔργων, τὸ βιωματικὸ ὑλικὸ εἶναι (καὶ πρέπει νὰ εἶναι) παρόν, μὲ τρόπο περισσότερο ἢ λιγότερο ἐκκωφαντικό˙ ἡ δὲ ἀπουσία βιωματικῆς βάσης συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ στιχουργήματα ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀσήμαντα, ποὺ στὴν καλύτερη περίπτωση ἁπλῶς ἀπηχοῦν ποιήματα ἄλλων. Ὅπως, ὅμως, γνωρίζουμε ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς λεγόμενης “ἐξομολογητικῆς” ποίησης (ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Lowell), ἡ ἐξομολόγηση τῶν μύχιων σκέψεων καὶ τὸ ξεχείλισμα συναισθημάτων δὲν ἀρκεῖ: ἡ ποίηση μπορεῖ καταρχὰς νὰ ἀντλεῖ ὑλικὸ ἀπὸ μιὰ βιωματικὴ βάση, ὅμως τὸ ὑλικὸ αὐτὸ τὸ ἐπεξεργάζεται, τὸ ἀλλοιώνει, καἰ συχνὰ τὸ διαστρέφει ὥστε νὰ μπορέσει νὰ μιλήσει γιὰ τὸ πραγματικὸ θέμα της, ποὺ ὁπωσδήποτε ξεπερνᾶ τὸ μεμονωμένο βίωμα.

 

Ἂν ἡ “Λάζαρος” τῆς Plath ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ τὶς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας τῆς νεαρῆς ποιήτριας, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογράφους της – ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ὑπῆρχαν, καθὼς κανένας δὲν θὰ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν βίο μιᾶς ἀσήμαντης αὐτοβιογραφούμενης στιχοπλόκου. Ὁμοίως, ἂν οἱ “Μέρες τοῦ 1908” τοῦ Καβάφη ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ ἕναν ὡραῖο νεαρὸ ποὺ κάποτε εἶδε καὶ σφοδρὰ ἐπιθύμησε ὁ ποιητής, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογραφίζοντες παραναγνῶστες τοῦ Freud κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἢ τοὺς μελετητὲς καὶ ἀκολούθους τῆς Sedgwick στὶς μέρες μας.

 

Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἐνδιαφέρει, ἐμένα τοὐλάχιστον, στὴν ποίηση δὲν εἶναι ἡ πιστότητά της στὸ προσωπικὸ βίωμα ποὺ ἐνδεχομένως ὑπόκειται τοῦ κάθε ποιήματος, ἀλλὰ ἡ ἀποτελεσματικότητά της ὡς λογοτεχνίας. Ἐφόσον γιὰ νὰ διαβάσει ἕνα ποίημα χρειάζεται κανεὶς νὰ ἀνιχνεύσει συγκεκριμένα περιστατικὰ τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ (ἤ, ὅπως εἴδαμε, τῶν ζωῶν γνωστῶν καὶ φίλων του!) καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ λειτουργία τοῦ ποιήματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν περιστατικῶν αὐτῶν, τὸ ποίημα ἔχει ἀποτύχει ὡς τέτοιο. Πιθανὸν νὰ εἶναι χρήσιμο ὡς ἡμερολογιακὴ ἐγγραφή, ὡς συναισθηματικὸ ξέσπασμα ἢ ἁπλῶς ὡς θρῆνος, ἀλλὰ ποίημα δὲν εἶναι. Ἡ σύνθεση ἑνὸς ποιήματος προϋποθέτει  ἔλεγχο καὶ ἐπεξεργασία τοῦ βιώματος καὶ προϋποθέτει ἐπίσης, καὶ κυρίως, ἀπόλυτο ἔλεγχο τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ τὴ δόμησή του.

 

Βεβαίως, ὑπάρχουν πάντα, ὑπάρχουν ἀκόμη, καὶ οἱ ποιηματογράφοι ποὺ ἐκφράζουν ἁπλῶς τὸν ψυχικό τους κόσμο ἢ τὸ σκίρτημα τῆς ἄνοιξης, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἀναγνῶστες ποὺ ζητοῦν ἁπλῶς κάτι μὲ τὸ ὁποῖο νὰ μπορέσουν νὰ ταυτιστοῦν σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ τοὺς πνίγουν τὰ συναισθήματά τους. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἦταν πιὸ ὠφέλιμο καὶ γιὰ τοὺς μὲν καὶ γιὰ τοὺς δὲ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ποίηση καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ἄλλο, προσφορότερο κειμενικὸ εἶδος: τὸ φθηνὸ καψουροτράγουδο – καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ καψουροτράγουδα ἐν γένει, διότι αὐτὰ ὑπερβαίνουν συχνότατα τὸ μεμονωμένο ἀποτύπωμα μιᾶς τυχαίας καψούρας, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ τραγουδοῦσε ἄλλοτε, ἂς ποῦμε, ἡ Στέλλα Μπεζεντάκου.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]