ἐπύλλιον

καὶ σὺ μέν, ὦ Ὑμέναιε, γάμων μολπαῖον ἀοιδὰν
ἐς θρήνων γοερὸν φθέγμα μεθηρμόσαο


Ἤμουν μοναχικὸ παιδί, δὲν εἶχα φίλους, δὲν ἔβγαινα 
ἀπὸ τὸ σπίτι παρὰ μόνο γιὰ νὰ πάω στὸ σχολεῖο,
κι ἐκεῖ ὅμως προσπαθοῦσα νὰ εἶμαι μόνος, δὲν μιλοῦσα
στ᾽ ἄλλα παιδιά, δὲν ἔτρεχα, δὲν ἔπαιζα, δὲν τραγουδοῦσα,
ἡ μαμά μου ἔλεγε πάντα «καλύτερα, ἀγόρι μου, 
νὰ μὴν ἔχεις πολλὰ πολλά, δὲν ξέρεις τί σόι παιδιὰ εἶναι, 
ἂν θὰ σὲ κοροϊδέψουν, ἂν θὰ σὲ πειράξουν, μόνος σου
καλύτερα, θὰ εἶσαι πιὸ ἀσφαλὴς» κι ἐγὼ ὑπάκουα,
ἂν καὶ δὲν φοβόμουν πὼς θὰ μὲ πειράξουν τὰ ἄλλα παιδιά,
οὔτε γνώριζα γιατί θὰ ἤθελαν νὰ μὲ κοροϊδέψουν,
ἁπλῶς ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ μὴν κάνω φίλους, καὶ πάντα
ἤμουν ὀκνηρὸς καὶ διάλεγα ὅ,τι δὲν ἤθελε κόπο.
Ἔτσι συνέχισα καὶ στὰ ὕστερα παιδικά μου χρόνια,
πιστὸς στὶς βολικὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, τῆς ἥσσονος
πάντα προσπαθείας ὁπαδός, ἄλλωστε εἶχε πιὰ γίνει
ἀκόμη δυσκολότερο νὰ ἐπιχειρήσω φιλίες 
νὰ συνάψω, ἐφόσον ὅλοι γύρω μου μὲ ἤξεραν πιὰ
ὡς ἐρημίτη, ποὺ δὲν ἀπολάμβανε συναναστροφὲς
καὶ συνάφειες˙ δὲν μὲ πλησίαζαν, οὔτε μοῦ μιλοῦσαν.


Ἀλλὰ στὰ χρόνια ποὺ μεσολάβησαν, ἐνῶ ἐγὼ πιστά,
σταθερὰ συμμορφωνόμουν, μὲ ὅλο καὶ πιὸ λίγο κόπο
στὶς γνωστὲς ὁδηγίες τῆς μαμᾶς, ἐκείνη παραδόξως,
(ἢ ἴσως ὄχι, καθὼς τὰ συνηθίζουν αὐτὰ οἱ γονεῖς,
ἀλλάζουν τοὺς κανόνες διαρκῶς, γιὰ νὰ μὴν εἶσαι ποτὲ 
καλὸ παιδί) ἀναθεωροῦσε τὶς παληὲς ἀπόψεις της
κι ἔφτασε μάλιστα νὰ μὲ παρακινεῖ νὰ κάνω φίλους,
μὲ ἀγωνία προφανῶς γιὰ τὴν κοινωνικοποίησή μου
ποὺ εἶχε τόσο ἀργήσει ὥστε φαινόταν ἀδύνατη.
Συμμορφώθηκα καὶ πάλι, ὀκνὸς μὲν ἀλλὰ καὶ πρόθυμος
πάντοτε νὰ παραστήσω πὼς τῆς κάνω τὴ χάρη ὥστε
μὲ στάχτη στὰ μάτια νὰ μὲ ἀφήνει στὴν ἡσυχία μου,
καὶ στὰ δεκατρία μου εἶχα ἤδη πολλὲς ἱστορίες 
νὰ τῆς διηγηθῶ γιὰ τοὺς φίλους μου καὶ γιὰ τὶς ζωές τους, 
ἱστορίες ἀληθινὲς κυρίως, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ
διανθισμένες μὲ λεπτομέρειες ἐπινοημένες
κωμικὲς συνήθως, ποὺ στόχευαν στὴν ἀληθοφάνεια
ἀλλὰ καὶ στὴν τέρψη τῆς μοναδικῆς μου ἀκροάτριας.


Πάντως, εἶχα καταφέρει πράγματι νὰ δημιουργήσω
ἕναν πολὺ μικρὸ κύκλο οἰονεὶ φίλων: δύο ἀγόρια 
καὶ τρία κορίτσια˙ μιλούσαμε συχνὰ στὸ τηλέφωνο, 
μερικὲς φορὲς πηγαίναμε καὶ βόλτα ἢ στὸ σινεμά, 
πολὺ σπανιότερα πήγαινα στὰ σπίτια τους τὰ βράδια,
ἀλλὰ στὴ μαμὰ ἔλεγα πὼς βρισκόμασταν καθημερινὰ
σχεδόν, καὶ πήγαινα μόνος  μου μεγάλες βόλτες στὸ πάρκο
ὅπου παρατηροῦσα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρωτεύονταν.


Ποτέ, θυμᾶμαι, δὲν  ἐρχόταν κάποιος φίλος στὸ σπίτι μου.
Δὲν ἔφταιγε πὼς ντρεπόμουν γιὰ τὴ λειψή μου οἰκογένεια,
δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε αὐτό, τὸ δήλωνα μάλιστα σ᾽ὅλους,
ἔλεγα δὲν ἔχω πατέρα ἐγώ, εὐτυχῶς ἔφυγε 
καὶ τὸ ἐννοοῦσα, μ᾽ ἄρεσε αὐτὴ ἡ παραφωνία.
Ντρεπόμουν, ὅμως, γιὰ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι, γιὰ τὸ γεγονὸς
ὅτι μέναμε σὲ προσφυγικό, εἴχαμε μωσαϊκὸ
στὸ πάτωμα, δὲν ὑπῆρχε ἀσανσέρ. Κι ἔτσι ἀπέφευγα
νὰ καλέσω φίλους καὶ συμμαθητὲς γιὰ νὰ διαβάσουμε
ἤ, τὸ πιθανότερο, νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ παίξουμε.


Ὅταν, ἑπομένως, ξαφνικὰ στὰ δεκατέσσερα, εἶπα
στὴ μαμὰ πὼς θὰ ἐρχόταν ὁ Βασίλης τὸ ἀπόγευμα
ἐξεπλάγη, πρώτη φορὰ φίλος τοῦ γιοῦ της στὸ σπίτι της,
χάρηκε πολύ, εἶχε μιὰν ἀπόδειξη πιὰ πὼς δὲν ἤμουν
μονόχνωτος, οὔτε ἀποσυνάγωγος, μὰ φαινόταν πὼς
ὑπῆρχαν συνομήλικοί μου ποὺ μοῦ ἔκαναν παρέα˙
ἔφτιαξε λοιπὸν τυρόπιττα καὶ κέικ καὶ πῆγε καὶ πῆρε
ἀναψυκτικά, κι ὕστερα χτενίστηκε καὶ στολίστηκε, 
ὥστε νὰ ὑποδεχθεῖ καθὼς πρέπει τὸν καλό μου φίλο,
ἀνυποψίαστη πὼς ἡ παρουσία της, ἔστω κατὰ
τὴν ὑποδοχή, ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἀνεπιθύμητη
ἀλλὰ καὶ ντροπιαστική. Δὲν τῆς εἶπα, ἐντούτοις, τίποτα, 
δὲν θέλησα νὰ τῆς χαλάσω τὴ χαρά, ἐξάλλου εἶχα
ἤδη συμβιβασθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Βασίλης
θὰ μὲ λυπόταν ἔτσι κι ἀλλιῶς, πιθανότατα μάλιστα
θὰ αἰσθανόταν καὶ κάποια ἀποστροφὴ ἀντικρίζοντας
τὸν περιβάλλοντα χῶρο, καὶ πόσο παραπάνω κακὸ 
θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἡ χαρωπὴ μαμὰ στὴν εἴσοδο;


Ὁ Βασίλης ἦρθε, πράγματι, στὴν ὥρα του, καὶ μάλιστα
χαμογέλασε στὴ μαμά, τὴν συνεχάρη γιὰ τὸ κέικ
καὶ γενικὰ ἦταν εὔχαρις καὶ προσηνής, ἦταν ὅπως 
ἀκριβῶς εἶχε ἐλπίσει ἡ μαμά μου ὅτι θὰ ἦταν.
Καθησυχασμένη, λοιπόν, μᾶς ἄφησε ἐπιτέλους μόνους,
ἔκλεισα ἀμέσως καὶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου πίσω της
καὶ τότε διαπίστωσα μὲ τρόμο πὼς δὲν εἶχα ἰδέα,
παρὰ τὴν μεγάλη μου ἐπιθυμία νὰ συναντήσω 
τὸν ἀγαπημένο μου φίλο μακρυὰ ἀπ᾽ τὰ βλέμματα
τῶν ἀντιπαθῶν καὶ φιλοπερίεργων συμμαθητῶν μας,
ἐπιθυμία τόσο ἐπείγουσα ὥστε νὰ ὁπλιστῶ
μὲ τὸ θάρρος νὰ τὸν δεχθῶ στὸν ἀπαγορευμένο χῶρο,
δὲν εἶχα ἰδέα τί θὰ μπορούσαμε ἐκεῖνος κι ἐγὼ
νὰ ποῦμε ἢ νὰ κάνουμε τώρα ποὺ βρισκόμασταν τόσο
κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἄγνωστων ἐπιθυμιῶν μας.
Διότι ἐπίγνωση, βεβαίως, ἢ ἔστω συναίσθηση,
ὑπῆρχε ἐκατέρωθεν πὼς δὲν ἦταν ἀθώα οὔτε
ἡ πρόσκληση ἀλλὰ οὔτε ἡ πρόθυμη ἀποδοχή της.
Ἐντούτοις, τώρα ποὺ ὅλα φαίνονταν νὰ βαίνουν κατ᾽εὐχήν,
χάθηκε κι ἡ ἐπίγνωση, χάθηκε καὶ ὁ στόχος. Καθόμουν
ἁπλῶς πλάι του στὸ μονό μου κρεββάτι καὶ κοιτοῦσα
τὸ μωσαϊκὸ στὸ πάτωμα χωρὶς νὰ τοῦ λέω λέξη. 


Πέρασαν ἴσως ἕνα δυὸ λεπτὰ κι ἄρχισα νὰ ἱδρώνω,
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
κάτι νὰ πῶ μοῦ ἔκοβε καὶ τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
ὁ Βασίλης, ὅμως, εὐτυχῶς, παρέμεινε ἀπτόητος 
καὶ χαμογελαστὸς καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἤμουν πιὰ βέβαιος
πὼς θὰ πεθάνω ἢ θὰ φύγει τρέχοντας ἀπὸ τὸ σπίτι
τοῦ τρελλοῦ, «θέλεις νὰ παλέψουμε;» μὲ ρώτησε κι ἔβγαλε
πρὶν ἀπαντήσω τὸ μπλουζάκι του κι ἔμεινα ἔκπληκτος
νὰ κοιτάζω τὸ γυμνὸ στέρνο του, νὰ περιεργάζομαι
τὴν ἁμυδρὴ τριχοφυία ποὺ μόλις εἶχε ἐμφανισθεῖ
στὸ στομάχι του, μιὰ λεπτὴ γραμμὴ ποὺ διέκοπτε ξαφνικὰ
ἡ φόρμα του κρύβοντας τὴ συνέχεια τῆς διαδρομῆς της
μὲ μιὰ σεμνοτυφία ἀναπόφευκτα ἐρεθιστικὴ 
ποὺ σχεδὸν ἀμέσως προξένησε ἐμφανεῖς ἀντιδράσεις
στὸ σῶμα μου. Βιαστικά, γιὰ νὰ μὴν προσέξει τὴν ἀλλαγή, 
ἔβγαλα κι ἐγὼ τὴ μπλούζα μου καὶ πέσαμε στὸ κρεββάτι 
σὰν ζῶα˙ παλεύαμε, βαριανασαίναμε καὶ ξέραμε
καὶ οἱ δύο πιὰ γιὰ ποιό λόγο συναντηθήκαμε καὶ τί
ἀκριβῶς ἐσήμαινε ἡ πάλη αὐτὴ τῶν σωμάτων μας,
κι ἂς περιοριστήκαμε στὴν ἀθώα ἐξερεύνηση
τῶν ἐπιδράσεων τῆς ἁφῆς, τῆς ἐπαφῆς καὶ τῆς πίεσης
αὐτή, τὴν πρώτη μας φορὰ μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο.
Ὅταν ἡ ἔνταση πέρασε τὸ ὅριο τοῦ παιχνιδιοῦ,
σὰν συνεννοημένοι σταματήσαμε τὴν ἴδια στιγμὴ
καὶ οἱ δυό, χαμογελάσαμε, χαϊδέψαμε ὁ ἕνας 
τὸν μηρὸ τοῦ ἄλλου καὶ σηκωθήκαμε ἀπ᾽τὸ κρεββάτι.
Ξαναφορέσαμε τὰ μπλουζάκια μας καὶ παίζαμε κάποιο
ἐπιτραπέζιο ὅταν ἡ μαμὰ χτύπησε τὴν πόρτα
καὶ ρώτησε ἂν θέλουμε νὰ μᾶς ἑτοιμάσει βραδινὸ
κι ὁ Βασίλης τῆς εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ φύγει δυστυχῶς,
ἐξάλλου ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀπάντηση περίμενε
καὶ ἡ μαμά μου, δεδομένου ὅτι δὲν εἶχα καλέσει 
τὸν Βασίλη γιὰ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους προετοιμασία
θὰ ἀπαιτοῦσε μία πρόσκληση σὲ δεῖπνο, ἄλλου εἴδους
διαχείριση, ὁπότε ἀναμενόμενη κι εὐπρόσδεκτη
ἡ ἄρνηση τοῦ Βασίλη, δὲν μὲ κατέβαλε, τοῦ εἶπα
ὅμως κι ἐγὼ «τὴν ἄλλη φορὰ τότε», καὶ μὲ κοίταξε 
στὰ μάτια καὶ συμφώνησε, «ναί, τὴν ἄλλη φορά», κι ἤθελα
νὰ τὸν φιλήσω μὰ φυσικὰ δὲν γινόταν ἐνώπιον
τῆς μαμᾶς καὶ δὲν ἤξερα τότε ἂν θὰ γινόταν ποτὲ
ἀκόμη κι ἂν καμμιὰ μαμὰ δὲν ἦταν παρούσα, ἐντούτοις
ἤμουν ἀφάνταστα χαρούμενος, τὸν ἀποχαιρέτησα
καὶ μόλις ἔκλεισε ἡ ἐξώπορτα, «πολὺ καλὸ παιδὶ»
εἶπε ἡ μαμά μου καὶ συμφώνησα καὶ χαμογέλασα.


Ἔπεσα ἤρεμος γιὰ ὕπνο, σὰν νἆταν ὅλη μου ἡ ζωὴ 
ὀνειρική, σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα φοβηθεῖ τίποτα,
σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχα ἀνησυχήσει γιὰ τίποτα, σὰν 
ποτὲ νὰ μὴν εἶχα πεῖ ψέμματα, γιατὶ δὲν χρειαζόταν.
Τὴ νύχτα, ὅμως, τίποτα δὲν μένει στὴ θέση του, καμμιὰ
ἠρεμία δὲν μένει ἀδιατάρακτη, καὶ δὲν φτουράει
κανεὶς ἐφησυχασμός. Πρὶν περάσει μιὰ ὥρα, ξύπνησα
κάθιδρως. Ξαφνικά, δὲν ἦταν πιὰ σαφῆ καὶ ξεκάθαρα 
τὰ γεγονότα τῆς προηγούμενης μέρας, ἐφιάλτες
εἶχαν καταστρέψει τὴ βεβαιότητά μου, φοβόμουν
νὰ πάω σχολεῖο, φοβόμουν καὶ νὰ σκεφτῶ τὸν Βασίλη, 
ἔνοιωθα σὰν ν᾽ἀνεβάζω πυρετό, ἡ ἀγωνία νὰ βρῶ 
τὴ σημασία μοῦ ἔκοβε τὴ μιλιὰ καὶ τὴν ἀνάσα, 
μόλις πῆγε ἑφτὰ ἡ ὥρα φώναξα μὲ βραχνὴ φωνὴ
τὴ μαμά μου, ὑλοποιήθηκε φοβισμένη μπροστά μου,
εἶπα «εἶμαι ἄρρωστος», τὸ θερμόμετρο μ᾽ἐπιβεβαίωσε,
ἡ μαμὰ πῆγε στὴ δουλειά, ἐγὼ ἔμεινα στὸ κρεββάτι
τρέμοντας ἀπὸ φόβο κι ἀπὸ τὸν πυρετό, κοκκαλωμένος,
ἡ μαμὰ τηλεφωνοῦσε κάθε μισὴ ὥρα, ρωτοῦσε
ἂν ἤμουν καλύτερα, ἂν ἔπρεπε νὰ φωνάξει γιατρό,
τὸ σήκωνα καὶ μὲ ὑποκρισία τὴν καθησύχαζα
καὶ θύμωνα μὲ τὴν ἐπιμονή της καὶ μὲ τὸν φόβο μου,
γιατὶ φοβόμουν, ὄχι πὼς ὁ Βασίλης δὲν μὲ ἤθελε,
ἀλλὰ πὼς δὲν θὰ τὸ μάθαινα ποτέ, γιατὶ θὰ πέθαινα
ἐδῶ, μόνος στὸ κρεββάτι μου, ἀπὸ ἀβεβαιότητα.
Ὥσπου τὸ μεσημέρι, στὶς δύο καὶ τέταρτο ἀκριβῶς,
χτύπησε ξανὰ τὸ τηλέφωνο καὶ ἦταν ὁ Βασίλης,
«μᾶς ἔλειψες» μοῦ εἶπε «εἶσαι καλά;» κι ἀμέσως ἔγινα 
καλὰ καὶ τοῦ εἶπα ὅτι βαριόμουν τὸ πρωὶ κι ἔκανα 
τὸν ἄρρωστο καὶ γέλασε καὶ εἶπε «νὰ προειδοποιεῖς
ὅμως, νὰ μὴν ἀνησυχῶ» καὶ γέλασα κι ἐγὼ καὶ εἶπε
«θἄρθω τὸ ἀπόγευμα νὰ σὲ δῶ, ἀφοῦ εἶσαι ἄρρωστος
ὑποτίθεται, ἔχω καὶ δικαιολογία, μὲ θέλεις;»
καὶ τοῦ εἶπα πὼς ἀσφαλῶς τὸν θέλω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ
γνωρίζαμε καὶ οἱ δύο ἀκριβῶς τί σήμαινε «σὲ θέλω»
καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ νὰ ἀκυρωθεῖ.


Ἀκολούθησαν πολλὲς ἀκόμη ἐπισκέψεις, δικές του
καὶ δικές μου, πότε στὸ σπίτι του και πότε στὸ δικό μου,
χωρὶς πιὰ τὸν φόβο τῆς μεταμέλειας καὶ τοῦ χλευασμοῦ,
μὲ τὸ ἴδιο πάντα τελετουργικό: ἀμοιβαία κατ᾽ἀρχὰς 
ἀμηχανία˙ γρήγορο γδύσιμο˙ ἐπίμονο βλέμμα˙
ψεύτικη πάλη ὅπου κανένα σημεῖο τῶν σωμάτων
δὲν ἔμενε ἀνεξερεύνητο˙ τέλος, κοφτὲς ἀνάσες 
μὲ τὰ πρόσωπα κολλημένα καὶ τὰ κορμιὰ ν᾽ἀναρριγοῦν.


Καταλαβαίνετε, πιστεύω, ποιά ἦταν ἡ συνέχεια 
τῆς ἱστορίας μας˙ στερεῖται ἄλλωστε πρωτοτυπίας.
Ἀντιθέτως, θὰ λέγαμε ὅτι μοιάζει μὲ κοινότοπη
ἀμερικάνικη ταινία, ἢ Bildungsroman ἂν εἶναι
κανεὶς ἐπιεικής, πάντως πέρασαν περίπου τρεῖς μῆνες
ὥσπου ὁ Βασίλης κι ἐγὼ νὰ δώσουμε τὸ πρῶτο φιλὶ
στὸ στόμα, ὥσπου νὰ ἐμφανιστεῖ κάποια ἀνησυχία
στὸ βλέμμα τῆς μαμᾶς, ὥσπου δηλαδὴ νὰ καταλάβουμε
ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ περιγράψει κανεὶς
τὰ παιχνίδια μας καὶ μὲ βεβαιότητα νὰ ὀνομάσουμε
τελικὰ ἔρωτα τὶς πράξεις μας, μεταξύ μας ἀσφαλῶς,
καθὼς καὶ οἱ πράξεις καὶ οἱ λέξεις ἦσαν ἐμπιστευτικές,
πάντα μὲ τὴν πόρτα κλειστή, μὲ τὴ μαμὰ νὰ καραδοκεῖ,
μὲ ἐξέλιξη ἀργή, σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μυστική,
ἀναπόδραστη, ἐντούτοις, σὰν τὸ σπέρμα ποὺ ἀναβλύζει
κάθε φορὰ ποὺ δυὸ ἔφηβοι παραδίδονται στὸν πόθο.
Καὶ φυσικά, λίγους ἀκόμη μῆνες μετά, τολμήσαμε
περισσότερα, καταργήθηκε τὸ ἄλλοθι τῆς πάλης
καὶ πιὰ μόλις ἔκλεινε ἡ πόρτα πέφταμε μὲ τὰ μοῦτρα
ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, γδυνόμασταν τελείως, φιλιόμασταν
καὶ σταδιακὰ δοκιμάζαμε ὅλες τὶς στάσεις, τὶς πράξεις
καὶ τὶς κινήσεις ποὺ χαρίζουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἡδονή.


Ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι τέτοιες συνευρέσεις,
καὶ μάλιστα ὅταν σημαίνουν τὸ τέλος τῆς παρθενίας,
ἐντυπώνονται στὸν νοῦ κι ἀφήνουν ἀναμνήσεις δυνατὲς
καὶ ἀνεξίτηλες, ἐναγκαλισμῶν καὶ ὀργασμῶν, ἐγὼ
θυμᾶμαι, παραδόξως, μονάχα τὰ μάτια τοῦ Βασίλη 
πῶς κοίταζαν ἐπίμονα πότε τὰ μάτια μου καὶ πότε
τὴν κλειστὴ πόρτα. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὰ ἐπιτραπέζια,
τὶς μουσικὲς ποὺ ἀκούγαμε, Siouxsie, Cure καὶ Joy Division,
φόρμες γυμναστικῆς, βαμβακερὰ μπλουζάκια, μποξεράκια,
πεταμένα στὸ πάτωμα ἢ στὴν καρέκλα τοῦ γραφείου,
μπλὲ καραβάκια στὰ ξεχασμένα παιδικά μου σεντόνια
καὶ τὸν «θαυμαστὸ κόσμο τῶν ζώων», ποὺ τὸν ξεφυλλίζαμε
ξαπλωμένοι μπρούμυτα στὸ πάτωμα ἐνῶ χαϊδεύαμε
ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ ἀμφίθυμη, κατά τι τολμηρή,
τρυφερότητα στὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας, ἀκριβῶς
ὅπως ὅταν φιλᾶς κάποιον στὸ μάγουλο, ἀλλὰ φροντίζεις
λίγο ν᾽ἀγγίξουν τὰ χείλη σου τὰ δικά του, ἐλάχιστα
νὰ ξεμυτίσει ἡ γλώσσα σου ἀπὸ τὰ χείλη, κοιτώντας
τον συγχρόνως κατάματα, μειδιώντας μὲ προσδοκία. 


Ἔτσι περνοῦσαν οἱ βδομάδες, εὐχάριστες καὶ κρυμμένες.
Δὲν εἶχα τότε τὸ χάρισμα νὰ προβλέπω πὼς ἡ χαρὰ
τελειώνει πάντα ξαφνικά, ὅπως πέφτει ἡ γκιλλοτίνα,
κι ἡ ἀμεριμνησία μου ἐνίσχυε τὴν ἀπόλαυση.
Ἦταν ὡραία ἡ συντροφιὰ τοῦ Βασίλη, τὸ σῶμα του
ἦταν ὡραῖο, οἱ συζητήσεις μας, οἱ συναντήσεις μας,
οἱ συνευρέσεις μας ἦσαν ὡραῖες. Δὲν μοῦ πέρασε κἂν
ἀπὸ τὸ μυαλὸ μιὰ Παρασκευὴ ποὺ δὲν τηλεφώνησε,
παρ᾽ὅλο ποὺ τριακόσια τόσα βράδια μοῦ τηλεφωνοῦσε
ἀνελλιπῶς, πὼς συνέβαινε κάτι κακό. Ὑπέφερα
ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν πίστευα πὼς αὐτὴ ἡ παράλειψη
ἀποτελοῦσε προμήνυμα τέλους, καὶ σίγουρα ὄχι
τοῦ τέλους τοῦ ὁποίου ὄντως ἦταν ἡ ἐπισφράγιση.
Τηλεφώνησα τὴν ἑπομένη, βρῆκα τὸν πατέρα του,
ἀκατανόητα μοῦ φάνηκαν ὅσα διεκτραγώδησε:
γιὰ ξαφνικοὺς πόνους στὴ μέση, γενικὴ ἀδυναμία, 
νοσοκομεῖο, ἐξετάσεις, ἄγνωστη ἔκβαση, αὐτὸ 
κυρίως δὲν εἶχε νόημα, ἡ φρικτὴ λέξη «ἔκβαση»
λὲς καὶ μιλούσαμε γιὰ ἀγῶνες, γιὰ μάχες ἢ γιὰ δίκες,
ἐνῶ ἐπρόκειτο σαφῶς περὶ ἐλαφρᾶς ἀσθενείας,
τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νἄχει παιδὶ δεκαπέντε χρονῶν;
Πῆγα, βεβαίως, εὐθὺς στὸ νοσοκομεῖο, δὲν ρώτησα
κἂν ἂν ὑπάρχει ἐπισκεπτήριο καὶ τί ὥρα, πήγαινα
κάθε βράδυ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀκόμα καὶ ὅταν
τὸν μετέφεραν στὴν ἀπομόνωση καὶ μᾶς ἀνάγκαζαν
νὰ φορᾶμε μάσκες κι ἀποστειρωμένες ποδιὲς πρὶν μποῦμε,
ἀκόμα καὶ τότε συνέχισα, πήγαινα κάθε βράδυ
καὶ δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία πὼς ὅλα
αὐτὰ ἦσαν παροδικά, ἕνα δυσάρεστο διάλειμμα
ποὺ θὰ περνοῦσε καὶ θὰ ξεχνιόταν σὲ λίγες ἑβδομάδες.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο τυφλωμένος ἀπὸ ἔρωτα
νὰ ὑποψιαζόμουν ὅτι δὲν ἦταν αἰσιόδοξη
ἡ πρόγνωση, ὅτι δὲν εἶναι παιχνίδι ἡ λευχαιμία.
Ἴσως ἂν δὲν ἤμουν τόσο ἀδαὴς νὰ ἀμφισβητοῦσα
τὴν ἀναιδὴ βεβαιότητα πὼς οἱ νέοι δὲν πεθαίνουν.
Ἤμουν, ὅμως, νέος, βαριὰ ἐρωτευμένος καὶ ἀδαής.
Καὶ μοιραῖα, ὅπως εἴθισται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις,
λίγες μέρες μετὰ ὁ Βασίλης ἔφυγε˙ κι ὄχι ὅπως
λέμε πὼς φεύγει κάποιος γιὰ νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ, ὄχι!
Ἔφυγε κατὰ τὸν χυδαῖο εὐφημισμὸ ποὺ δηλώνει
τὴν ἀναπόφευκτη καὶ ὁριστικὴ ἀνθρώπινη μοίρα˙
πέθανε, δηλαδή˙ μὲ λόγια ποιητικά, ἀναχώρησε
ἀπὸ τὴ ζωή μου κι ἀπὸ τὴ ζωή˙ ξαφνικὴ ἀρρώστια
κι ἔμεινα πάλι μόνος ὅπως ἤμουν πάντα˙ μ᾽ἕνα πένθος
ὅμως, καινούριο ἀπόκτημα, ἐπίμονο ἀπόστημα,
ποὺ ἐκδηλωνόταν ὄχι τόσο σὰν παράπονο, ἀλλὰ 
μᾶλλον σὰν σύγχυση κι ἀπορία ἐνώπιον τοῦ τέλους,
αὐτῆς τῆς ἀκατανόητης ἀλλὰ μόνιμης διακοπῆς
ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει καὶ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ 
νὰ ἀντέξει. Εἶναι, βλέπετε,  ἀπάνθρωπος ὁ θάνατος
τῶν ἀνθρώπων: καίει τὰ τείχη τοῦ σώματος καὶ διαλύει 
τὰ σπλάχνα τους καὶ σκορπίζει τὶς σκέψεις τους σὲ ἄγνωστο
ἀχαρτογράφητο προορισμό, τὴν κόλαση μᾶλλον,
ὅπου δὲν ὑπάρχουν πιὰ οἱ ἄνθρωποι ὅπως τοὺς ξέραμε,
μὲ καρδιὰ καὶ μὲ σῶμα καὶ ὄργανα ζῶντα κι ἐπείγοντα. 


Σαράντα, σχεδόν, χρόνια μετά, δὲν ἔχω μάθει ἀκόμα
ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ἔχω καταλάβει πῶς δραπετεύει
κανεὶς ἀπ᾽τὸ πένθος,  ἡ ἀνάμνηση τοῦ Βασίλη μένει
πάντα στὴ σκέψη μου, πρώτη σὲ μιὰ μακρὰ πλέον σειρὰ
πεθαμένων μὲ τοὺς ὁποίους κάποτε συνυπήρξαμε,
παίξαμε, ἀνακαλύψαμε, ἑνωθήκαμε κι ὕστερα 
χάθηκαν, καὶ μὲ καθέναν ποὺ χανόταν ἔχανα κι ἐγὼ
λίγη ἀκόμα σιγουριά, λίγη ἀκόμα βεβαιότητα.
Ἐδῶ ποὺ ἔχω φτάσει, εἶναι φυσική μου κατάσταση
ἡ ἀπορία, τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐκπλήξει
γιατὶ τίποτα δὲν περιμένω, τίποτα δὲν γνωρίζω,
τίποτα δὲν προβλέπω˙ τὸ μέλλον δὲν ὑπάρχει, τὸ παρὸν
βαλτώνει, μόνο τὸ παρελθὸν ἐπιβιώνει, ἔγκλειστο
σὲ φρικτὲς ἀναμνήσεις ἀνυποψίαστων ὀνειρικῶν
ἐρώτων, ἐφηβικῶν παιχνιδιῶν, στείρων ἀνακαλύψεων
χωρὶς σημασία. Οἱ καθρέφτες δὲν ξέρω πιὰ τί δείχνουν,
οἱ ἀναμνήσεις δὲν γνωρίζω πόσο εἶναι ἀληθινές,
πόσες λεπτομέρειες ἐπινοήθηκαν καὶ ἀπὸ ποιόν,
ἂν ἦταν ἡ ἀληθοφάνεια ὁ στόχος ἢ ἡ τέρψη, 
κυρίως ποιός ἀστόχησε, ποιός βρέθηκε στὴ θέση αὐτὴ
νὰ μπλέκει ψέμματα μὲ ἀλήθειες, χωρὶς παρὸν καὶ μέλλον.

[Πρώτη δημοσίευση στὸ ἀσσόδυο. Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Μαντεῖο.]

ἐνημέρωση

“I just called 
to fill you in,”
                  one says.

Rae Armantrout


Παίρνω γιὰ νὰ σ᾽ ἐνημερώσω
πὼς ἡ νόσος
δὲν εἶναι τελικὰ τόσο σοβαρή.

Ἡ πρόγνωση 
δὲν εἶναι τραγική.
Θέλω νὰ πῶ, 
θὰ ζήσω.

Θὰ χρειαστεῖ ἁπλῶς
κάποια πράγματα ν’ ἀλλάξουν
στὴ ζωή μας
συνεπείᾳ τῶν ἀναπόφευκτων
ἀκρωτηριασμῶν.

Κάποιες φυσιολογικὲς λειτουργίες
θὰ ὑποβοηθοῦνται μηχανικά. Ἄλλες
θὰ σταματήσουν ὁλωσδιόλου. Ἐπίσης,
τὸ σχῆμα τοῦ σώματος θ᾽ ἀλλάξει. Οἱ δυνατότητες
κίνησης θὰ περιοριστοῦν, δὲν θὰ εἶναι
δυνατὸ νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπίτι, τοὐλάχιστον
ὄχι χωρὶς προσεκτικὸ προγραμματισμό, κι ἐσὺ
θὰ χρειαστεῖ, φοβᾶμαι, νὰ ἐκπαιδευθεῖς ὥστε
νὰ συντονίζεις καὶ νὰ ὑποστηρίζεις τὶς διαδικασίες
τῆς ἐπιβίωσης.

(Οἱ πιὸ ριζικὲς ἀλλαγὲς
ἐπίκεινται. Ἔχουν προγραμματισθεῖ
τρεῖς ἀκόμη ἐγχειρήσεις
καὶ μερικὲς μικροεπεμβάσεις
γιὰ τὴν τοποθέτηση σωλήνων
καὶ μηχανισμῶν
γιὰ τοὺς ὁποίους καλύτερα
νὰ μὴ μιλᾶμε.)

Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶναι 
πὼς πιὰ δὲν γνωρίζω 
ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο.
Ἀπὸ ποιό σημεῖο καὶ πρὶν
θεωρεῖται κανεὶς ἀκόμη
ἀνθρώπινο πλάσμα 
καὶ δὲν ἔχει μετατραπεῖ
σὲ φυτό, ἂς ποῦμε, ἢ σὲ μηχανή.

Ὄχι ὅτι πιστεύω πὼς οἱ ἄνθρωποι
εἴμαστε ἀνώτεροι˙
ἁπλῶς ἀποστρέφομαι τὴν ἀσάφεια:
θέλω νὰ ξέρω τί εἶμαι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

δρόμος

Ἀδειάζει ξαφνικὰ τὸ σῶμα σου

ὁ θώρακας κυρίως σοῦ φαίνεται

σὰν νὰ ἔμεινε κέλυφος κενὸ

χωρὶς καρδιά, χωρὶς πνεύμονες

χωρὶς ἀνάσα, χωρὶς χτύπους,

θὰ σὲ πάρει νομίζεις ὁ ἄνεμος

τρέμει τὸ περίβλημά σου ἄδειο

νοιώθεις πὼς σὰν στάχτη θὰ διαλυθεῖ.

Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ διαπιστώνεις

πὼς εἶσαι ἀκόμη ἐκεῖ, ἔφυγε ὁ φόβος

ὅπως ἦρθε, ἀστραπιαῖα καὶ ἀναίτια.

Ἐπεισόδιο στιγμιαίας παράλυσης

αὐτὸ εἶναι ὁ φόβος, μὲ τὴ διαφορὰ

πὼς κάθε φορὰ εἶναι σὰν πρώτη φορὰ

ἀπροετοίμαστο πάντα καὶ ἔκπληκτο

σὲ καταλαμβάνει καὶ δὲν ἔχεις ποτὲ

γιὰ τὴν ἔκβαση καμμιὰ βεβαιότητα

δὲν σὲ διδάσκει ἡ ἐπανάληψη

ὥσπου σὰν ριπὲς καταφθάνουν

ἀπανωτὲς οἱ στιγμὲς τῆς παράλυσης

καὶ τὰ ἐπεισόδια αὐτὰ γίνονται

σημεῖα μιᾶς μόνιμης στίξης.

Κι ὅσο ἁπλώνεται πίσω σου ἡ ζωὴ

σὰν χιλιόμετρα ποὺ ἤδη ἔχεις διανύσει

σὲ δρόμο ἐρημικὸ τῆς ἐπαρχίας

τόσο πιὸ καθαρὰ διακρίνεις

ἀπὸ τὸν καθρέφτη τοῦ αὐτοκινήτου

τὴν ἀσυνέχεια τοῦ ὁδοστρώματος

τὰ ἀπροσδόκητα αὐτὰ ἐπεισόδια

ἐπαναλαμβανόμενης στιγμιαίας παράλυσης 

στριμωγμένα χωρὶς λόγο σὲ κάδους

ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ στήνουν οἱ διαδηλωτὲς

στὴ μέση τοῦ δρόμου καὶ καῖνε.

Ὅσο κι ἂν πυκνώνουν τὰ φοβικὰ ἐπεισόδια

ἔτσι εἶναι, λές, ἡ ζωή, δὲν τὴν σταματοῦν

λίγες μικρὲς ἀκαριαῖες παύσεις

σηκώνεσαι καὶ συνεχίζεις ἀνάμεσα

στὰ καιόμενα ὁδοφράγματα

καὶ προχωρᾶς καὶ ξαναπέφτεις

καὶ ξανασηκώνεσαι καὶ προχωρᾶς

καὶ δὲν ξέρεις πότε θὰ φτάσεις στὸ τέρμα,

οὕτως ἣ ἄλλως, θὰ ἔρθει ἀναπάντεχα,

δὲν θὰ προφτάσεις νὰ φοβηθεῖς

ἡ νόσος ἀδιάγνωστη θὰ σὲ σύρει ὣς ἐκεῖ.

παληὰ ἡμερολόγια, 2008-2018

But this flabby terror…
Nurse, it is a person! It is nerves
.

Robert Lowell,
“The Fat Man In The Mirror”

Μετὰ δέκα ἔτη

Σημαντικὴ ἡ ἐκδήλωση αὔριο, θὰ πρέπει νὰ παραστῶ, ὑποχρεοῦμαι ὡς ἐκ τῆς ἐργασίας μου. Μὲ ἐπισημότητα. Θὰ ἀσφυκτιῶ μὲ τὸ κοστούμι καὶ τὴ γραβάτα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ θυμᾶμαι τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὰ φόρεσα, στὴν Traviataτῶν τεσσαρακοστῶν γενεθλίων μου, εἴχαμε πάει σὲ θέατρο μυθικό, καὶ καμάρωνα τὸν Γιῶργο μου μὲ τὸ λινό του κοστούμι, ἦταν τόσο ὄμορφος καὶ μόνο στὴν εἰκόνα του μπορῶ πιὰ νὰ ἐλπίζω, στὴν ἀνάμνηση αὐτὴ ποὺ αὔριο θὰ ἐξουδετερώσει τὴν ἀσχήμια τῆς ἐπίσημης ἐκδήλωσης, γιατὶ μόνο ἡ μνήμη μπορεῖ νὰ θεραπεύσει, ἔστω προσωρινά, ὅ,τι ζοῦμε. 

Συντροφικότητα

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς εἶσαι θλιμμένος. Ὁ σύντροφός σου σὲ ξέρει καλά, βλέπει τὴ θλίψη στὰ μάτια σου παρὰ τὸ βεβιασμένο χαμόγελο ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν προστατεύσει, θλίβεται καὶ αὐτός, κάθεστε ἀμίλητοι καὶ δυστυχεῖς καὶ ἡ θλίψη τοῦ ἑνὸς ἐπιτείνει τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου˙ σὲ ἕναν διηνεκὴ βρόχο, ποὺ σᾶς σφίγγει καὶ σᾶς ἀπειλεῖ ἕως ὅτου ξεσπάει ἔνας ἀπολύτως ἄδικος καβγάς, ποὺ ὁδηγεῖ προφανῶς σὲ συμφιλιωτικὴ συνουσία˙ μετὰ τὸν ὀργασμό, ἐπιστρέφετε καὶ οἱ δύο στὴν προτεραία θλίψη, λίγο βαθύτερη κάθε φορά. Δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο, λοιπόν,  πὼς ἡ συντροφικότητα συμβάλλει στὴν εὐτυχία μας.

Ἀθροιστικὴ Κεφαλαλγία

Ἀνοίγω τὰ μάτια καὶ βλέπω ἕνα ποτήρι γεμᾶτο ὣς τὸ χεῖλος μὲ νερό. Θαυμάζω γιὰ λίγο τὴν τέλεια διαφάνεια καὶ ἁπλώνω τὸ χέρι νὰ πιάσω τὸ ποτήρι καὶ νὰ τὸ φέρω στὸ στόμα μου. Τότε ὅμως ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ποτήρι, ὑπάρχει ἁπλῶς τὸ νερό, τὸ ὁποῖο στέκεται ἐντελῶς παράδοξα σὲ σχῆμα ποτηριοῦ καὶ παριστάνει ὅτι πράγματι περιβάλλεται ἀπὸ ἕνα διαφανὲς ποτήρι. Μόλις τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ νοητὸ ποτήρι, ἡ ἰσορροπία τοῦ νεροῦ διαταράσσεται. Τὸ νερὸ χύνεται μισὸ στὸ χέρι μου καὶ μισὸ στὸ κομοδίνο. Τὸ βιβλίο ποὺ ἔχω ἀκουμπήσει στὸ κομοδίνο γίνεται μούσκεμα. Πρόκειται γιὰ τὸ Μέρες καὶ Νύχτες Χωρὶς Σημασία, ποὺ ἔχω χάσει ἐδῶ καὶ χρόνια.

Ξυπνῶ ἔντρομος καὶ διψασμένος. Στὸ κομοδίνο μου ὑπάρχει ἕνα ποτήρι καὶ ἕνα κουτὶ δυνατὰ παυσίπονα. Παρ᾽ὅλα αὐτὰ δὲν τολμῶ νὰ ἁπλώσω τὸ χέρι καὶ νὰ πιῶ. Βουτάω μὲ μιὰν ἀπότομη κίνηση τὰ παυσίπονα, σηκώνομαι καὶ τρέχω στὴν κουζίνα ὅσο πιὸ ἀθόρυβα μπορῶ, μὴν ξυπνήσει αὐτὸς ποὺ κοιμᾶται μαζί μου. Γεμίζω ἕνα ποτήρι νερὸ καὶ παίρνω δύο χάπια. Σὲ εἴκοσι λεπτὰ ὁ πόνος θὰ ἔχει περάσει καὶ θὰ μπορέσω νὰ ξανακοιμηθῶ.

Ὁ πόνος, ὅπως καὶ ὁ ἐφιάλτης, δὲν μοιράζεται.

Γαλάζιος Ἄγγελος

Ἀνασφαλὴς κοινὸς τόπος. Γεράσαμε προώρως, Ἰωάννη: φιλοτεχνοῦμε ὅ,τι μποροῦμε καὶ ἁγιογραφοῦμε ἀκούραστα (καίτοι κουραστικὰ) καλλίπυγους νεαροὺς μὲ δυνατοὺς μηροὺς καὶ ἀνεπίλυτες ἀντιστίξεις. Ἐδῶ καὶ αἰῶνες εἶναι γνωστὸ ὅτι δὲν ἔχουν τὸν χρόνο, οὔτε τὴν διάθεση, νὰ ἀπολαύσουν τὶς καθηλώσεις μας. Παρ᾽ὅλα αὐτά, ἀγαπητὲ Ἰωάννη, δὲν φταίει ὅτι ὁ ImmanuelRathδὲν γνώριζε τὰ ἐπικείμενα, ἀλλὰ ὅτι ἦταν ἐξ ὁρισμοῦ ἀνάπηρος καὶ ἀπροστάτευτος. Ἔτσι εἴμαστε ὅλοι, ἀτελεῖς καὶ ἀπροστάτευτοι, καὶ οἱ εὐεπίφοροι νεαροί, καὶ οἱ φιλόκαλοι μεσήλικες.

Ἐπανέκδοση

Μπορεῖ ἀκόμη νὰ συμβεῖ. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ συμβαίνει νὰ ἀκοῦν ξαφνικὰ τὰ εἰκοσάχρονα κάποιο παληὸ τραγούδι ἐπειδὴ μόλις βγῆκε σὲ remix, μπορεῖ νὰ σοῦ συμβεῖ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ εἰκοσάχρονα νὰ γκρεμίσει τὸν πολυετὴ κυνισμὸ τῆς ἐρωτικῆς λυσιτέλειας καὶ νὰ σὲ ὁδηγήσει πάλι στὸν πολυδαίδαλο δρόμο τῶν ἀτελέσφορων ραντεβοῦ˙ καὶ νὰ ἀνυπομονεῖς γιὰ τὴν ἑπόμενη συνάντηση˙ καὶ νὰ ἀδημονεῖς ὄχι γιὰ τὴν κατάκτηση τοῦ γυμνοῦ σώματος, ἀλλὰ γιὰ ἕνα φιλὶ στὸ στόμα.

Χαίρεσαι ἐνδομύχως, νοιώθεις σὰν δεκαεφτὰ ἐτῶν, κι ὔστερα θυμᾶσαι πόσο καταθλιπτικὴ ἦταν αὐτὴ ἡ ἡλικία, πόση κατατονία ἔφεραν ὅλες αὐτὲς οἱ μάταιες ἀναμονές, καὶ κυρίως πόσο μακρόπνοες ὑπῆρξαν οἱ ἐπιπτώσεις τους. Καὶ ἐπιστρέφεις τρέχοντας ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ξέφυγες, στὴ σοφία τῆς ἡλικίας σου.

Στοιχήματα

Ποτὲ δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε μὲ βεβαιότητα ποιός παίζει τὰ ἐρωτικὰ παιγνίδια στὰ ὁποῖα συμμετέχουμε καὶ ποιός ἁπλῶς ἀκολουθεῖ, δηλαδὴ ποιός εἶναι ὁ εὐειδὴς παίκτης ποὺ μοιράζει τὰ χαρτιὰ καὶ ποιός δυστυχὴς ἁπλῶς ποντάρει. Ὅταν, ὅμως, εἶναι κανεὶς σχεδὸν σίγουρος ὅτι ποντάρει καὶ δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογὴ παρὰ νὰ ἡττηθεῖ, τότε εἶναι σαφὲς ὅτι ἔχουν ἀλλάξει οἱ κανόνες καὶ ὅτι ὁ εὐειδὴς παίκτης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄγεται καὶ φέρεται. Ἡ κατάληξη, ὡστόσο, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ ἴδια˙ τὸ παιγνίδι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι στημένο˙ἡ ἧττα ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι βέβαιη.

Παράσιτο

Γιὰ φαντάσου!

Ξαφνικὰ διαπιστώνεις πὼς ἔχεις τὴν ἱκανότητα μιᾶς κάποιας ἐπικοινωνίας μὲ τὰ παράσιτα ποὺ κατοικοῦν στὸ σῶμα σου. Καὶ καθὼς τὰ  κοιτάζεις μὲ καθηλωτικὴ ἀηδία, ἕνα ἀπὸ αὐτὰ γυρίζει καὶ σοῦ λέει μὲ ὅλο του τὸ θράσος: «ἔ! ἐσύ! ἐσὺ ποὺ παρασιτεῖς μέσα μου, ἐσὺ ποὺ χωρὶς ἐμένα θὰ εἶχες σαπίσει! ντροπή σου!»

Καὶ παραδόξως, σκέφτεσαι πὼς δίκηο ἔχει ἀσφαλῶς, καὶ ντρέπεσαι.

Ταξίδι Ἐπαγγελματικὸ

Ἡμιθανὴς μετὰ ἀπὸ ἀδιάκοπες συναναστροφὲς τεσσάρων ἡμερῶν, ἐπιστρέφομαι ἀεροπορικῶς σὰν ἀπωλεσθὲν δέμα ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ξεκίνησα. Μὲ τὴν αἴσθηση πὼς στὴν πραγματικότητα δὲν ταξίδεψα, ἁπλῶς τοποθετήθηκα σὲ ἕναν θάλαμο βασανιστηρίων ἐπὶ τέσσερα εἰκοσιτετράωρα ἕως ὅτου οἱ τοῖχοι γύρω μου γκρεμίστηκαν. Καὶ τότε μὲ εἶδαν ξανὰ κοντά τους οἱ δικοί μου, ταλαίπωρο ἀλλὰ μᾶλλον ζωντανό, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁλοκλήρωναν τὴν ἀγρυπνία καὶ ξεκινοῦσαν γιὰ τὴν ταφή μου in absentia.

Ἀπήλογος

Ἐπιστρέφοντας στὸ παληὸ ἐκεῖνο ἡμερολόγιο γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ εἶχα ἐγκαταλείψει πρὸ καιροῦ, ξαναδιάβασα τὰ ἤδη γνωστὰ κείμενα καὶ διαπίστωσα ὅτι ἐδῶ καὶ δέκα σχεδὸν χρόνια δὲν ἔχει οὐσιωδῶς ἀλλάξει τίποτε, καίτοι μεσολάβησαν τόσες καταστροφές. Ἐξίσου ἀσφυκτικὸς ὁ ἐθισμός, ἐξίσου σφοδρὴ ἡ ἐπιθυμία. Βέβαια τώρα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ τὸ ἐπικείμενο τέλος. Ἀλλὰ οὔτε τότε ὑπῆρχε. Ἁπλῶς τότε ἐπρόκειτο ἁπλῶς γιὰ τὸ τέλος μιᾶς συναναστροφῆς, μιᾶς συνουσίας. Ἐνῶ τώρα.

[πρώτη δημοσίευση: frear.gr, 7 Νοεμβρίου 2018]