φθόνος

Πάντα πίστευα πὼς μιὰ γρήγορη ἀνάγνωση ἀρκεῖ, ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἁπλῶς ἀναγνωριστικός:  φαίνεται πρὶν ἀκόμη τελειώσει κανεὶς τὴν πρώτη ἀνάγνωση ἂν αὐτὸ ποὺ διαβάζει εἶναι πράγματι ποίημα ἣ ἁπλῶς παριστάνει τὸ ποίημα˙ δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ἐπιμείνει, δὲν χρειάζεται νὰ βασανιστεῖ.

 

Τελευταῖα ἔχω ἀρχίσει νὰ ἀμφιβάλλω. Ὄχι γιὰ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεωροῦσα ποιητικά, δὲν ἀμφιβάλλω γι᾽αὐτά, διότι αὐτὰ  παραμένουν ποιήματα μὲ ὅση καχυποψία καὶ ἂν τὰ ξαναδιαβάζω. Ἀμφιβάλλω, ὅμως, ὅλο καὶ περισσότερο, γιὰ ὅσα ἔχω ἀπορρίψει. Διότι μπορεῖ ἐμένα νὰ μοῦ φαίνεται ὄτι τὰ ἴδια τὰ ὑποτιθέμενα αὐτὰ ποιήματα δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης, ἀλλὰ εἶναι πάρα πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ διαλαλοῦν ὅτι τὰ ἀσήμαντα αὐτὰ κειμενάκια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποιήματα, ἀλλὰ σπουδαῖα ποιήματα.

 

Φαίνεται λοιπὸν πὼς δικό μου ἦταν τὸ λάθος, πὼς ἡ ἀντίληψή μου περὶ τῆς «ποιητικότητας» δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐξάλλου, ὅσο κι ἂν προσπάθησα, ὅσο κι ἂν μελέτησα, ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ ὁρίσω τὴν «ποιητικότητα», ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ περιγράψω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸ ποίημα ποίημα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅταν λείπει, λείπει καὶ ἡ ποίηση. Ἁπλῶς ἀποφαινόμουν τόσα χρόνια, μὲ ἐπιπολαιότητα ὅπως προκύπτει, ὅτι ἐτοῦτο τάχα εἶναι ποίημα καὶ ἐκεῖνο τάχα δὲν εἶναι, στηριγμένος σὲ κάποιο ἀσαφὲς ἔνστικτο ποὺ προφανῶς λόγῳ ἀλαζονείας ἢ βλακείας θεωροῦσα ἀλάθητο, τρομάρα μου!

 

Βέβαια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ πρέπει νὰ μοῦ ἀναγνωρισθεῖ ὅτι μόνο ὡς πρὸς τίς, ἂς ποῦμε, ἀρνητικὲς κρίσεις ἔσφαλα: γιὰ ὅσα ποιήματα ἔχω θεωρήσει καλά, σπανίως διατυπώνουν ἀμφιβολίες οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα˙ στὴ χειρότερη περίπτωση, δὲν διατυπώνουν τίποτα. Ἄρα, κατέληξα, τὸ πρόβλημά μου εἶναι πὼς δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν ποίηση παντοῦ ὅπου ὑπάρχει, ὄχι πὼς δὲν μπορῶ νὰ τὴν διακρίνω καθόλου. Καὶ καθὼς ποιήματα προσπαθῶ κι ἐγὼ νὰ γράφω, ἐνδέχεται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐγὼ νὰ τὰ ἀπορρίπτω ὄχι μόνο λόγῳ ἀλαζονείας καὶ βλακείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φθόνο. Εἶναι, μάλιστα, πολὺ πιθανὸ νὰ μὲ τυφλώνει ὁ φθόνος ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐπαινοῦν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα, ἐνῶ σωπαίνουν (ὅταν εἶμαι τυχερός, διότι ἐνδέχεται καὶ νὰ ψέγουν) γιὰ τὰ δικά μου.

 

Αὐτὴ ἡ φρικτὴ ὑποψία (ἡ τόσο προφανής, ἐντούτοις, ἡ τόσο τετριμμένη) πολὺ μὲ ἔχει ταράξει. Καὶ προσπαθώντας νὰ τὴν ἀποδείξω ψεύτικη, ἐπιστρέφω τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅλο καὶ συχνότερα σὲ ποιήματα ποὺ ἔχω κατὰ καιροὺς ἀποφασίσει ὅτι δὲν εἶναι ποιήματα, ἐπιστρέφω μὲ πρόθεση νὰ βασανίσω τὰ κριτήριά μου καὶ νὰ ἀποκαλύψω τὰ ταπεινὰ κίνητρά μου, ἐπιστρέφω καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω καὶ προσπαθῶ, καὶ προσπαθῶ πολὺ σκληρά, νὰ βρῶ τί μοῦ κρύβει τόσα χρόνια ὁ τυφλός μου φθόνος, ποιά πολύτιμη ποιητικὴ οὐσία ἀρνοῦμαι τόσα χρόνια νὰ ἀναγνωρίσω. Ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ μὴν βρίσκω τίποτα.

 

Καὶ τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι λίγο πιὸ ψύχραιμα, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν θὰ βρῶ: δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ἡ λύση τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι νὰ βρῶ τὴν «ποιητικότητα» ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι τὴν βρῆκα, καὶ (ἂν τὸ ἀντέξει τὸ στομάχι μου) νὰ διαλαλήσω κι ἐγὼ ὅσα ἀκριβῶς διαλαλοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα. Διότι ἡ πραγματικὰ φρικτὴ ὑποψία ποὺ πιστεύω ὅτι μὲ πολὺ πιὸ ἐκκωφαντικὸ τρόπο ἐπιβεβαιώνεται εἶναι πὼς κάποιοι τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζουν ἐπίσης καλὰ ὅτι «ποιητικότητα» δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου διαλαλοῦν ὅτι κατοικεῖ. Ἔχουν ὅμως γερὸ στομάχι καὶ ἀποτελεσματικότατη μέθοδο γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ φθονήσουν κανέναν ποτέ: νὰ λένε αὐτὸ ποὺ εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ σωπαίνουν γιὰ ὅσα εἶναι ἀληθινά.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φιλοδοξία

Ὅλοι ὅσοι γράφουμε καὶ ἐκθέτουμε τὰ γραπτά μας σὲ δημόσια θέα εἴμαστε φιλόδοξοι. Γράφουμε προφανῶς γιὰ νὰ μᾶς διαβάσουν καὶ πιστεύουμε (ἢ τοὐλάχιστον ἐλπίζουμε) ὅτι αὐτὰ ποὺ γράφουμε ἀξίζει νὰ διαβαστοῦν. Ἡ φιλοδοξία αὐτὴ μοῦ φαίνεται ἀναγκαία, καθὼς ἡ ἔλλειψή της ἀναγκαστικὰ συνεπάγεται τὴ σιωπή.

 

Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἀπὸ τοὺς διακινούμενους ποιητὲς φαίνεται πὼς ὑποκινοῦνται ἀπὸ  μιὰ φιλοδοξία διαφορετικοῦ τύπου, μιάν, ἂς ποῦμε, ρεαλιστικὴ φιλοδοξία (κατὰ τὴν Realpolitik):  νὰ συνθέσουν ποιήματα ποὺ νὰ ἀρέσουν στοὺς δυνάμει ὁμοίους τους, ποιήματα ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὴν ἔνταξή τους στὸ κλὰμπ τῶν ποιητῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων, ὥστε νὰ συλλέξουν τὰ σχετικὰ ὀφέλη, ἄυλα (ἀναγνώριση, ἐπαίνους, βραβεῖα, δόξα) ἀλλὰ καὶ χειροπιαστἀ (δημόσιες ἢ ἡμιδημόσιες ἀμειβόμενες θέσεις, ἐπιχορηγήσεις, ὑποτροφίες, ἴσως ἀκόμη καὶ εἰσπράξεις ἀπὸ πωλήσεις ἢ δραματοποιήσεις ποιημάτων).

 

Συνήθως ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία παράγει ποιήματα πολτοῦ, ἀλλὰ ἂν εἴμαστε δίκαιοι θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, κι ἂς μὴν τὸ θέλουμε, ὅτι ὑπάρχουν σαφῶς καὶ περιπτώσεις ρεαλφιλόδοξων ποιητῶν ποὺ γράφουν καλὰ ποιήματα. Στὸ κάτω κάτω δὲν εἶναι τόσο δύσκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕνα καλὸ ποίημα. Ἀρκεῖ νὰ ξέρει γράμματα, νὰ διαθέτει λίγο μυαλὸ καὶ νὰ εἶναι ἀποφασισμένος: μπορεῖ τότε νὰ ἐφαρμόσει ὅσα τὸν διδάσκει ἡ μελέτη τῆς ποίησης ὥστε τεχνικὰ νὰ εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ δημιούργημά του, νὰ ἐπιλέξει κάποιο θέμα ἐνδιαφέρον καὶ κατὰ προτίμηση ἐπίκαιρο, νὰ τὸ ἐπεξεργασθεῖ μὲ τρόπο ὑπολογισμένα καινοφανή, καὶ νὰ ξοδέψει κάποιες ὧρες συνθέτοντας τὸ ποίημά του μὲ προσοχὴ καὶ μὲ σεβασμὸ στὶς σύγχρονες τάσεις καὶ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς.

 

Φοβᾶμαι, ὅμως, πὼς ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία ἔχει μᾶλλον κοντὰ ποδάρια. Διότι στὴν καλύτερη περίπτωση θὰ ὁδηγήσει σὲ λίγα καλὰ ποιήματα καὶ στὴν χειρότερη σὲ λίγα πρόσκαιρα ὀφέλη. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ  ὁδηγήσει σὲ ποιήματα σημαντικά. Τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει ἄλλου εἴδους φιλοδοξία, τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει νὰ ἐπιθυμεῖ κανεὶς νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα ποὺ θὰ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ, δηλαδὴ ἕνα ποίημα ποὺ θὰ διαφέρει, ποὺ θὰ προσθέτει, ποὺ θὰ προωθεῖ τὴν ὑπόθεση τῆς ποίησης – καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα ἀντιμετωπίζουν τὴν ἐχθρότητα τῶν ρεαλιστῶν˙ καὶ δικαίως, διότι καθὼς ἀνατρέπουν τὰ δεδομένα, ἀποτελοῦν ἀπειλή, τόσο γιὰ τοὺς ρεαλφιλόδοξους, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ τρέφουν καὶ ἀνταμείβουν τὶς ρεαλιστικὲς φιλοδοξίες ὥστε νὰ διασωθοῦν.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἡ πλήρης τάξη

Προσφάτως μὲ ρώτησε καλὸς φίλος τὴ γνώμη μου γιὰ ἕναν σύγχρονο ποιητή. «Καλὸς εἶναι» τοῦ εἶπα, «ἐνίοτε μάλιστα πολὺ καλός, ἀλλὰ δὲν εἶναι σημαντικός». Τὴν ἰδιωτικὴ αὐτὴ ἐτυμηγορία τὴν ξεστόμισα χωρὶς νὰ πολυσκεφτῶ καὶ χωρὶς νὰ εἶμαι καθόλου σίγουρος ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ «σημαντικός». Καὶ φυσικά, τιμωρήθηκα. Ἀμέσως ὁ φίλος μου, χαμογελώντας σαρδόνια,  μὲ ρώτησε, πλατωνικῷ τῷ τρόπῳ, «τί εἶναι σημαντικός;». Ἀπάντηση, βέβαια, δὲν μπόρεσα νὰ δώσω, ἀλλὰ ἔδωσα, τοὐλάχιστον, ἕνα ἀμφιλεγόμενο, ὅπως ἀποδείχθηκε, παράδειγμα. Ὁ Σινόπουλος, τοῦ εἶπα, εἶναι μᾶλλον καλὸς ποιητής, ὄχι ὅμως σημαντικός. Ὁ Παπατσώνης, ὅμως, εἶναι προφανῶς σημαντικός. Ἡ σχετικὴ συζήτηση μὲ τὸν σαρδόνιο φίλο δὲν κράτησε πολύ˙ σχεδὸν ἀμέσως ἄλλαξα θέμα, καθὼς διαπίστωσα ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ ἐκφράσω αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦσα, διότι ἴσως δὲν ἤξερα καλὰ καλὰ τί ἐννοοῦσα.

 

Παρηγορήθηκα κάπως, ἐκ τῶν ὑστέρων, γιὰ τὴν ἀποτυχία μου νὰ λύσω τὸ πρόβλημα ἑρμηνείας ποὺ δημιούργησα, ξαναδιαβάζοντας ἕνα κείμενο τοῦ Ἔλιοτ, μὲ τίτλο «What is Minor Poetry?» δημοσιευμένο πρὶν ἑβδομήντα χρόνια. Παρηγορήθηκα, διότι καὶ ὁ Ἔλιοτ φαίνεται νὰ δυσκολεύεται νὰ ὁρίσει τί εἶναι μείζων καὶ ἐλάσσων ποίηση, καὶ μάλιστα δηλώνει ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀπερίφραστα ὅτι δὲν προτίθεται νὰ τὴν ὁρίσει στὶς δεκαοκτὼ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν! Βεβαίως, ἕνας μείζων ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως καὶ σημαντικός, οὔτε ἕνας ἐλάσσων ἀσήμαντος, ἀλλὰ ὁ Ἔλιοτ στὴν πραγματικότητα μιλᾶ γιὰ σημαντικὴ ἢ σπουδαία ποίηση, χρησιμοποιώντας τὸ important καὶ τὸ major ὡς συνώνυμα.

 

Γιὰ τὸν Ἔλιοτ, σημαντικὸς ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μεγάλα, συνθετικὰ ποιήματα, οὔτε ἐλάσσων ἢ ἀσήμαντος αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μόνο μικρὰ ποιήματα. Τὸ πρῶτο κριτήριο ποὺ θέτει ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἀντίδραση ποὺ προκαλεῖ τὸ ἔργο στὸν ἀναγνώστη ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ποίηση: τὸ ἔργο ἑνὸς μείζονος ποιητῆ, μᾶς λέει, παρωθεῖ τοὺς ἀναγνῶστες νὰ ἀναζητήσουν, καὶ νὰ διαβάσουν, ὅ,τι ἄλλο ἔχει γράψει ὁ ἐν λόγῳ ποιητής. Βεβαίως, τὸ κριτήριο αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκῶς άσφαλές, καθὼς ὁ ἀναγνώστης, ἀκόμη καὶ ὁ ἐραστὴς τῆς ποίησης, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλῶς κακόγουστος καὶ ἐντελῶς ἀπρόθυμος νὰ προσπαθήσει νὰ βελτιώσει τὸ γοῦστο του. Τὸ ἑπόμενο κριτήριο ποὺ θέτει, ὅμως, ὁ Ἔλιοτ, μοῦ φαίνεται πιὸ ἀσφαλές, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητα πιὸ σαφές: ὁ μείζων ποιητὴς χαρακτηρίζεται, μᾶς λέει, ἀπὸ μιὰ ἑνότητα ποὺ διατρέχει τὸ ἔργο του, τέτοια ὥστε ἡ ἀνάγνωση ὅλου τοῦ ἔργου φωτίζει τὴν ἀνάγνωση τῶν μεμονωμένων ποιημάτων. Καὶ μάλιστα, διαβάζοντας τὸ ἕνα ποίημά του μετὰ τὸ ἄλλο, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὰ ἴδια, δὲν πρόκειται γιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη μιᾶς πετυχημένης συνταγῆς (ὅπως, ἂς ποῦμε, στὴν περίπτωση πολλῶν συγχρόνων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν στὴ χώρα μας), ἀλλὰ τὸ κάθε ποίημα προσθέτει κάτι στὸ σῶμα τοῦ ἔργου καὶ ἐπιπροσθέτως ἡ γνώση τοῦ ὅλου ἔργου προσθέτει κάτι στὸ κάθε ποίημα. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ περίπτωση μείζονος ποιητῆ, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, στὰ καθ᾽ ἡμᾶς, εἶναι προφανῶς ὁ Καβάφης.

 

Ἐπιστρέφοντας, ὅμως, στὸ παράδειγμα ποὺ ἔδωσα στὸν σαρδόνιο φίλο, μοῦ φαίνεται πὼς καὶ ὁ Παπατσώνης εἶναι ὁπωσδήποτε μείζων μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια: ἔργο σχετικὰ μικρὸ σὲ ἔκταση, ὅπου κάθε ποίημα προσθέτει στὸ ὅλο οἰκοδόμημα καὶ ἐπιπλέον ἡ γνώση τοῦ οἰκοδομήματος ἐντείνει τὴν ἀναγνωστικὴ ἀπόλαυση ποὺ προσφέρει τὸ κάθε ποίημα. Ὁ Σινόπουλος ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ προφανέστατα ἡ πρόθεση καὶ ἡ ἐπιδίωξή του ἦταν ἀκριβῶς νὰ δημιουργήσει μεῖζον ἔργο στὰ χνάρια τοῦ Σεφέρη, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ ἔχει ἐπιτύχει: τὰ ποιήματά του διαβάζονται βεβαίως, καὶ κάποια εἶναι καλά, ἀλλὰ στὸ ἔργο του λείπει ἡ ἑνότητα, λείπει ἡ πρόσθετη νοηματοδότηση ποὺ τὰ μεμονωμένα ποιήματα θὰ προσλάμβαναν ἀπὸ τὸ ὅλον. Στὰ συνθετικά του, δέ, ποιήματα, ἐνίοτε ἔχει κανεὶς τὴν αἴσθηση μιᾶς ἐπανάληψης ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἀποφευχθεῖ, ἑνὸς μηρυκασμοῦ ποὺ δὲν προσθέτει τίποτε στὸ ποιητικὸ σῶμα. Ἑντούτοις, στὴν κοινὴ ἀντίληψη, ποὺ ἀποτυπώνεται τόσο στὴν κριτικὴ ὅσο καὶ στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας, ὁ Σινόπουλος καὶ ὄχι ὁ Παπατσώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται μείζων ποιητής. Καὶ ἴσως τελικὰ νὰ ἔχει δίκηο ἡ κοινὴ ἀντίληψη: ἴσως μείζων ποιητὴς νὰ εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔχουν μάθει νὰ ἀναγνωρίζουμε ὡς μείζονα.

 

Ἀλλὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ μείζων ποιητής, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια, δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως σημαντικός. Καί, παραδόξως, τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ καταλάβω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει ἕνα ποίημα σημαντικό, τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ἔλιοτ, στὸ ἴδιο κείμενο, ἂν καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ περιγράφει ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ κάθε γνήσιο ποίημα, ἐνῶ ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ πιὸ οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ὁ ποιητής, μᾶς λέει, πρέπει νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, τὸ ὁποῖο νὰ εἶναι ἔστω λίγο διαφορετικὸ ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ἤδη πεῖ ὁποιοσδήποτε ἄλλος˙ καὶ ἐπιπλέον τὸ διαφορετικὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ δὲν τὸ λέει ἁπλῶς μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ τὸν μοναδικὸ διαφορετικὸ τρόπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν διαφορά.

 

Ἐδῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ἔχει κάτι διαφορετικὸ νὰ πεῖ καὶ ἔχει βρεῖ τὸν (μοναδικὸ) διαφορετικὸ τρόπο νὰ τὸ πεῖ. Ἑπομένως, οὐσιῶδες στοιχεῖο εἶναι τὸ θέμα τοῦ ποιήματος, καὶ αὐτὸ ἐπιβάλλει καὶ συγκεκριμένη τεχνικὴ ἢ «ἔκφραση». Ὁ Παπατσώνης προφανῶς περνάει καὶ αὐτὸ τὸ τέστ. Οἱ πολλοὶ ὄχι. Διότι τὸ κύριο πρόβλημα μὲ τοὺς πολλοὺς (ἀκόμη καὶ μὲ θεωρούμενες μείζονες ποιήτριες καὶ ποιητὲς) εἶναι ἀκριβῶς ἡ μανιέρα, ἡ ὁποία φοριέται σὲ ὅλα τους τὰ ποιήματα ἀνεξαρτήτως θέματος, ἂν βέβαια (πράγμα σπάνιο καὶ ἀμφίβολο) ὑπάρχει θέμα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι κανένα καινούριο ποίημά τους δὲν προσθέτει τίποτε ὄχι ἁπλῶς στὸ συνολικὸ σῶμα τῆς ποίησης, ἀλλὰ οὔτε κἂν στὴ δική τους ποίηση.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]