συνταγὴ

Πρὶν λίγα μόλις χρόνια, ὄχι πάνω ἀπὸ εἴκοσι, ὁμολογοῦσε κανεὶς μόνο σὲ στενοὺς φίλους, καὶ μόνο χαμηλόφωνα καὶ ἐμπιστευτικά, ὅτι γράφει ποιήματα. Ἀκόμη κι ἔτσι, ὅμως, αἰσθανόταν καὶ κάπως ἄβολα μὲ αὐτὴν τὴν ἐκμυστήρευση, καθὼς συχνότατα (καὶ δικαίως, τὶς περισσότερες φορές) μιὰ τέτοια δήλωση, ἀκόμη καὶ ἂν γινόταν σὲ συνθῆκες ἐχεμύθειας, ἀντιμετωπιζόταν μὲ χλευασμό. Πλέον, φαίνεται ὅτι ἔχουν ξεπεραστεῖ αὐτὰ τὰ συμπλέγματα: τὸ νὰ λέει κανεὶς ὄχι ἁπλῶς ὅτι γράφει ποιήματα ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ποιητὴς ἔχει φτάσει νὰ θεωρεῖται, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἐξίσου θεμιτό, καὶ ἐπιθυμητὸ σὲ κάποιους κύκλους, μὲ τὸ νὰ λέει ὅτι εἶναι διευθυντὴς πολιτικοῦ γραφείου γνωστοῦ βουλευτῆ ἢ ἠθοποιὸς μὲ καριέρα σὲ δημοφιλῆ σήριαλ τῆς τηλεόρασης.

 

Τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς στὴν κοινὴ πρόσληψη δὲν μπορῶ νὰ τὶς προσδιορίσω μὲ βεβαιότητα, ὑποθέτω, ὅμως, πὼς ἔχουν παίξει κάποιο ρόλο:

  • τὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης μὲ τὴν ὑπερπροσφορὰ ποιήσεως, ἀκέραιας ἢ ἐξ ἀποσπασμάτων, μὲ ἢ χωρὶς φλορὰλ εἰκόνες,
  • ἡ πληθώρα χώρων, εἰκονικῶν καὶ ἔντυπων, ὅπου μπορεῖ κανεὶς ἀνέξοδα νὰ δημοσιεύσει τὶς ποιητικές του ἀπόπειρες,
  • ἡ σωρεία βραβείων καὶ διακρίσεων ποὺ ἀφειδῶς καὶ ἐνίοτε ἀκατανοήτως ἐπιδαψιλεύονται σὲ νέους ποιητές,
  • οἱ ἀλλεπάλληλες ἀποθεωτικὲς παρουσιάσεις βιβλίων, δίκην μπουλουκιοῦ, ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον
  • ἡ γενναιόδωρη προβολὴ τῶν νέων (καὶ ὡραίων) ποιητῶν ἀπὸ τὰ ἀγοραῖα, ἔστω καὶ ἂν διανέμονται δωρεάν, ἔντυπα, μὲ φωτογραφικὰ ἀφιερώματα τύπου «ὁ George Le Nonce καὶ οἱ γάτοι του μαγειρεύουν sushi».

 

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅποιες κι ἂν εἶναι οἱ αἰτίες, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι δεδομένο: ἡ ἰδιότητα «ποιητὴς» δὲν ἐπιφέρει πλέον χλεύη, οὔτε ὁδηγεῖ τοὺς φέροντες στὴν ἀνυποληψία˙ ἀντιθέτως, μπορεῖ ὄχι μόνον δόξα ἀλλὰ ἀκόμη καὶ γκόμενο/γκόμενα νὰ σοῦ ἐξασφαλίσει, ἂν παίξεις τὰ χαρτιά σου σωστά, ἄν, δηλαδή, φροντίσεις ὄχι ἁπλῶς νὰ γράφεις ποιήματα, ἀλλὰ νὰ γράφεις μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ προσπορισθεῖς τὴν μέγιστη δυνατὴ ἀποδοχή, τὴν τιμητικότερη δυνατὴ ὑποδοχή, τὸν πιὸ ἀπύθμενο δυνατὸ θαυμασμό. Χρειάζεται μόνον νὰ ἀκολουθήσεις καὶ στὴν ποίησή σου καὶ στὴν ἐν γένει (δημόσια τοὐλάχιστον) συμπεριφορά σου μερικοὺς ἁπλοὺς κανόνες.

 

Ὁ πρῶτος κανόνας εἶναι θεματολογικός: τὸ ποιητικό σου πόνημα, εἴτε χαϊκοὺ εἶναι εἴτε ἔπος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχει ξεκάθαρο θέμα. Μπορεῖς, ἀσφαλῶς, νὰ ἀναφέρεσαι, ἤ, ἀκόμη καλύτερα, ὑπογείως νὰ ἐγγίζεις θέματα ὅπως ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης, ὁ χρόνος καὶ ἡ μνήμη, ἡ ποίηση καὶ ἡ τέχνη γενικότερα, ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης, καὶ ἡ οὐρανία Ἀφροδίτη. Ὁ ἀναγνώστης, ἐντούτοις, δὲν θὰ πρέπει σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μπορεῖ μὲ βεβαιότητα νὰ διακρίνει συγκροτημένο θέμα στὸ πόνημά σου, μόνον νύξεις θεμάτων, διότι ἡ ποίηση, ὅπως ξέρουμε ἀπὸ τὶς σχολικὲς ἤδη ἀναλύσεις, εἶναι λόγος ὑπαινικτικός. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὑπάρχουν θέματα τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρει οὔτε ἀκροθιγῶς νὰ ὑπαινιχθεῖς, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, οἱ μὴ ἐξιδανικευμένες σαρκικὲς ἀπολαύσεις. Φρόντισε, λοιπόν, κατὰ τὴ διόρθωση τῶν πονημάτων σου, νὰ προσθέσεις ὀλίγα νεφελώματα, κατὰ προτίμηση ἀρχαιοπρεπῆ, σὲ ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στὰ σώματα καὶ στὶς ἡδονές τους. Ἔτσι, ὄχι ἁπλῶς δὲν θὰ κατηγορηθεῖς γιὰ «χυδαιότητα», ἀλλὰ θὰ ἐπαινεθεῖς γιὰ τὴν ὑπόρρητη αἴσθηση τοῦ ἐρωτισμοῦ ποὺ διαπνέει τὶς γραμμές σου.

 

Ὁ δεύτερος κανόνας εἶναι λεξιλογικός: τὸ σῶμα τοῦ ποιητικοῦ σου ἔργου θὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνει λέξεις σπάνιες, οἱ ὁποῖες θὰ ἀναγκάσουν τὴν συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν ἀναγνωστῶν νὰ ἀνατρέξει στὰ λεξικά. Δὲν χρειάζεται οἱ λέξεις αὐτὲς νὰ εἶναι πολλές, τρεῖς τέσσερις ἀνὰ συλλογὴ ἀρκοῦν, καὶ πάντως ὄχι περισσότερες ἀπὸ τρεῖς ἀνὰ δεκαεξασέλιδο. Διότι ὅπως μᾶς ἔχει διδάξει ἡ σχετικὴ ἐπιφυλλιδογραφία, ἡ λεξιθηρία δὲν εἶναι ἀρετή (ὅλα τὰ εἰς -θηρία εἶναι ἀποφευκτέα), ἀλλὰ τὸ πλούσιο λεξιλόγιο ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ ὁποιοδήποτε συγγραφικὸ ἔργο, πόσο μᾶλλον γιὰ ἔργο ποιητικό. Διάλεξε λοιπὸν μερικὲς τυχαῖες λέξεις ἀπὸ τὸ πόνημά σου καὶ ἀντικατάστησέ τες μὲ σπανιότερες ποὺ θὰ βρεῖς στὰ λεξικὰ συνωνύμων. Καὶ μὴ σὲ ἀνησυχεῖ ἂν πρόκειται γιὰ λέξεις ποὺ δὲν χρησιμοποιήθηκαν τὰ τελευταῖα δυὸ τρεῖς χιλιάδες χρόνια, ὡς ποιητὴς εἶσαι αὐτονοήτως ὁπαδὸς τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἑνότητας: ἡ γλώσσα εἶναι μία, καὶ ὅπως ἡ Μακεδονία, εἶναι ἑλληνική. Μὴ σὲ ἀνησυχεῖ ἐπίσης ἂν δὲν γνωρίζεις πῶς κλίνονται οἱ λέξεις ποὺ ἐπέλεξες, ἢ ἂν σοῦ διαφεύγει κάποια πτυχὴ τῆς σημασίας τους, νὰ θυμᾶσαι πὼς εἶσαι ποιητὴς καὶ ἑπομένως ἔχεις ποιητικὴ ἄδεια ὡς πρὸς τὰ γραμματικὰ λάθη καὶ τὸ ἀκαταλόγιστο ὡς πρὸς τὰ σημασιολογικά (δὲς σχετικὰ καὶ τὸν πρῶτο κανόνα).

 

Ὁ τρίτος κανόνας εἶναι δομικός: κανένα σου ποιητικὸ πόνημα δὲν πρέπει νὰ ἔχει ἀρχή, μέση καὶ τέλος, κανένας στίχος (ἐὰν γράφεις σὲ στίχους) δὲν πρέπει νὰ σταματᾶ ὅπου σταματᾶ γιὰ λόγους σύνταξης, ρυθμοῦ ἢ ἁρμονίας, καὶ κανένας τίτλος (ἐὰν χρησιμοποιεῖς τίτλους) δὲν πρέπει νὰ δηλώνει κάτι συγκεκριμένο ἢ σαφὲς περὶ τοῦ πονήματος. Τὰ ποιήματά σου πρέπει νὰ φαίνονται αὐθαίρετα, νὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τυχαιότητα σὲ ὅλα τὰ ἑπίπεδα. Καὶ ὁ πιὸ σίγουρος τρόπος νὰ πετύχεις αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐμπιστευθεῖς τὴν τυχαιότητα, νὰ ἀλλάζεις στίχο ὅπου νἆναι, νὰ κόβεις τυχαῖα φράσεις ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ νὰ τὶς κολλᾶς ἀλλοῦ, καὶ νὰ φροντίζεις κατὰ τὴν τελικὴ φάση τῆς σύνθεσης νὰ διαγράψεις τοὺς πρώτους καὶ τοὺς τελευταίους στίχους, διότι ποτὲ δὲν ξέρεις ποῦ μπορεῖ νὰ ἔχει παρεισφρήσει εἱρμός. Οἱ ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες εἶναι βέβαιο πὼς ὄχι μόνο θὰ ἀναζητήσουν ἀλλὰ καὶ θὰ ἀνακαλύψουν ἀξιοθαύμαστες ποιητικὲς δομὲς ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν, κι ἂν εἶσαι τυχερὸς θὰ γράψουν στὰ περιοδικὰ καὶ στὶς ἱστοσελίδες ἔξοχα ἑρμηνευτικὰ σχόλια, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχες στερηθεῖ ἂν δὲν ἀγκάλιαζες τὴν τυχαιότητα.

 

Ὁ τέταρτος κανόνας εἶναι ὁ ὑπερβατικός, γνωστὸς στοὺς παροικοῦντες καὶ ὡς σουρεαλιστικός (καὶ οὐχὶ ὑπερρεαλιστικός): φρόντισε νὰ διακοσμήσεις τὰ πονήματά σου μὲ ἀναφορὲς σὲ στοιχεῖα ποὺ δὲν ταιριάζουν σημασιολογικὰ μὲ τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ ὑποσκάπτουν δηλαδὴ ὅποιον λογικὸ εἱρμὸ ἔχει ἐπιβιώσει μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τρίτου κανόνα.  Μπορεῖς εὔκολα νὰ πετύχεις τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα χρησιμοποιώντας ἁπλῶς τὸν σύνδεσμο «καὶ» σὲ διάφορα τυχαῖα σημεῖα  ἀκολουθούμενο ἀπὸ ἕναν ἀταίριαστο ὅρο. Ἂν, γιὰ παράδειγμα, ἔχεις γράψει κάπου «τὰ μαλλιά μου ἄλουστα» μπορεῖς εὔκολα νὰ ἀπογειώσεις τὸν στίχο προσθέτοντας εἴτε ἕνα οὐσιαστικὸ («τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ φωνήεντά μου ἄλουστα») εἴτε ἕνα ἐπίθετο («τὰ μαλλιὰ μου ἄλουστα καὶ μελωδικἀ»). Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ κανόνα, διασφαλίζεις ἕναν ἀκόμη ἀναγκαῖο ροῦμπο στὰ σχόλια ποὺ θὰ γράψουν οἱ ἐπαρκεῖς γιὰ τὸ ἔργο σου, τὸν ροῦμπο περὶ ὑπερρεαλιστικῶν καταβολῶν ποὺ ἔχουν, ὅμως, ἀφομοιωθεῖ ἀξιοθαύμαστα.

 

Ὁ πέμπτος κανόνας εἶναι ὁ συντεχνιακός, γνωστὸς στοὺς παροικοῦντες καὶ ὡς καρσονικός, λόγῳ τῆς εὐρέως διαδεδομένης στοὺς νεότερους, ἀγγλοσπουδαγμένους καὶ μή, ποιητές μας παρανάγνωσης καὶ παρανόησης τοῦ ἔργου τῆς σπουδαίας Καναδῆς ποιήτριας. Ὁ κανόνας αὐτὸς ἐπιβάλλει τὸ ἔργο σου ὄχι ἁπλῶς νὰ σχετίζεται ἀλλὰ καὶ νὰ παραπέμπει στὸ ἔργο, ἀλλὰ καὶ στὸν βίο, ἄλλων δημιουργῶν, στοὺς ὁποίους θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε, ἐπὶ ποινῇ δημόσιας ἀδιαφορίας, νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ τοὐλάχιστον δυὸ τρεῖς ποὺ δὲν εἶναι γνωστοὶ στὸ εὐρὺ κοινὀ, ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι μαϊντανοί. Βέβαια, δὲν θὰ ἀποφύγεις, καὶ δὲν σὲ συμφέρει νὰ ἀποφύγεις, τὸν Σολωμό, γιὰ παράδειγμα, ἢ τὴν Κικὴ Δημουλᾶ, ἀλλὰ καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀναφερθεῖς κάπου καὶ στὸν Ἄθω Δημουλά, ἂς ποῦμε, ὡς (φεῦ!) λιγότερο γνωστό, ἢ ἀκόμη καλύτερα στὸν σούφι ποιητὴ Sultan Bahu. Μπορεῖ ὁ κανόνας αὐτὸς νὰ φαίνεται δυσκολότερος ἀπὸ τοὺς προηγούμενους, ἀλλὰ μὴ φοβοῦ: στὴν πραγματικότητα χρειάζεται ἐλάχιστη δουλειά, καθὼς δὲν προϋποθέτει γνώση τοῦ ἔργου κανενὸς δημιουργοῦ, ἀλλὰ μόνο κάποιες βικιπαιδικῆς προελεύσεως πληροφορίες. Γιὰ παράδειγμα, δεῖτε τὸ ἑξῆς ἔξοχο ποίημα ποὺ μόλις σκάρωσα κατὰ τὴ συνταγή μου: «πρηνὴς παρατηρεῖ /τὰ γκρεμισμένα/ εἴδωλα/ καὶ ὄνειρα ὁ Sultan Bahu ἀπὸ τῆς /μητέρας του τὸ μαυσωλεῖο/ καθὼς φιλᾶ τὸ/ χῶμα καὶ τὴν ψυχή/ της». Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται νὰ ξέρει κανεὶς γιὰ τὸν Sultan Bahu ὥστε νὰ γράψει αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ἡ ἑξῆς πληροφορία ἀπὸ τὴν wikipedia: «his mother, Mai Rasti, herself a pious woman, has her own mausoleum in Shorkot». Οἱ ἐπιτροπὲς τῶν λογοτεχνικῶν βραβείων, ἐντούτοις, θὰ θαυμάσουν ἀναμφίβολα τὴν εὐρυμάθεια τοῦ ποιητῆ, καὶ θὰ τὴν ἐπαινέσουν στὰ σκεπτικά τους.

 

Ὁ ἕκτος καὶ τελευταῖος κανόνας δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ποίηση ἀλλὰ μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἐπίδοξου ποιητῆ καὶ μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ «κανόνας ἐπιβίωσης». Πρόκειται γιὰ κανόνα ἁπλὸ ἀλλὰ πολύτιμο, διότι εἶναι ὁ μόνος μὲ τὸν ὁποῖο μὴ συμμόρφωση σημαίνει βέβαιη ἀποτυχία. Στὴν ἁπλούστερη διατύπωσή του, ὁ κανόνας λέει: μὴν δυσαρεστήσεις ποτὲ μὲ κανέναν τρόπο κανέναν ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων ἢ δυνάμει ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων ἢ ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὁποιαδήποτε σχέση μὲ (δυνάμει) ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων. Προσοχή, ὅμως: δὲν ἐπιτρέπεται ἐδῶ οὔτε ἀμφισβήτηση οὔτε περίσκεψη περὶ τῆς ἔννοιας τοῦ ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων – ὅλοι ὅσοι γράφουν ὅ,τι καὶ ἂν γράφουν ὅπου καὶ ἂν τὸ γράφουν εἶναι δυνάμει ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, ὅπως εἶναι καὶ οἱ ἐκδότες βιβλίων καὶ περιοδικῶν, καὶ οἱ διαχειριστὲς ἱστοσελίδων, καὶ οἱ τυπογράφοι, καὶ οἱ βιβλιοπῶλες, ἀκόμη καὶ ὁ περιπτερὰς ἀπὸ ὅπου ἀγοράζει τσιγάρα ἡ Δημουλᾶ. Ἡ μόνη θεμιτὴ συμπεριφορὰ ἀπέναντί τους εἶναι ὁ ἀνυπόκριτος θαυμασμός. Ἀκρότητες ὅπως ἡ ἐπίδοση δώρων ἰδιοχείρως στοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων κατὰ τὶς δημόσιες ἐμφανίσεις τους δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖες, οὔτε ὅμως καὶ βλαβερές, κάθε ἄλλο. Πάντως, μὲ δεδομένο, καὶ ἐκφρασμένο, τὸν θαυμασμὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν καταφέρει κανεὶς νὰ ἀκολουθήσει παρὰ δυὸ τρεῖς ἀπὸ τοὺς πέντε πρώτους κανόνες, ἡ ἐπιτυχία του στὴν ἐγχώρια πολιτεία τῶν γραμμάτων εἶναι βεβαία!

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

παρεξηγήσεις

Ὁ Νάσος Βαγενᾶς, στὸ ποίημα μὲ τὸ ὁποῖο προλογίζει τὴν ἔξοχη Πανωραία του (Κέδρος, 2016), περιγράφει τὴν ἡρωίδα τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ μυθιστορήματος ὡς ἑξῆς:

«Ἡ θεία μου ἡ Πανωραία, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ ποιητικά (εἶχε τελειώσει μόνο τὸ δημοτικό), μιλοῦσε, χωρὶς νὰ τὸ ξέρει, μὲ γλώσσα ποιητική.

Ἀλλὰ μιλοῦσε καὶ κανονικά. Ἔλεγε τὰ σύκα σύκα, τὸ ψωμὶ ψωμί, τὴ σκάφη σκάφη, κάθε φορὰ ποὺ ἔπλενε τὴ στολὴ τοῦ ἀντρός της, ποὺ εἶχε βρεῖ ἡρωικὸ θάνατο στὴν Κορυτσά.»

Στὶς δύο αὐτὲς σύντομες παραγράφους, καταρχὴν ὁ ποιητὴς ἀντιδιαστέλλει τὴν «ποιητικὴ γλώσσα» πρὸς τὴν «κανονική», ἐμμέσως καὶ σαφῶς ἀναφερόμενος στὴν πιὸ αὐτονόητη ἴσως, τὴν πιὸ προφανή, ἰδιότητα τῆς ποιητικῆς γλώσσας: τὴν μὴ κυριολεκτικότητά της. Συγχρόνως, ὅμως, θέτει, ἐξίσου ἐμμέσως καὶ σαφῶς, δύο ἐρωτήματα τῶν ὁποίων οἱ ἀπαντήσεις εἶναι λιγότερο προφανεῖς καὶ αὐτονόητες: ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ διαθέτει γνώση τῶν «ποιητικῶν»˙ καὶ ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ γνωρίζει ὅτι αὐτὸ ποὺ παράγει εἶναι λόγος ποιητικός.

 

Στὸ πρῶτο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχει «ἰδέα ἀπὸ ποιητικὰ» ὁ ποιητής, ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ ἔδιναν οἱ περισσότεροι ποιητὲς εἶναι «ἀναμφιβόλως». Καὶ ἴσως γι᾽ αὐτὸ οἱ πιὸ πολλοὶ ἐπίδοξοι νέοι καὶ μεσόκοποι ποιητὲς στὴν Ἑλλάδα μελετοῦν καὶ συλλέγουν πληροφορίες καὶ γνώσεις περὶ τῆς ποίησης καὶ τῶν ποιητῶν, τὶς ὁποῖες σὲ πρώτη εὐκαιρία συμπεριλαμβάνουν ἀμάσητες καὶ ἐπιδεικτικὲς στὰ δικά τους πονήματα, μὲ ἄλλοθι κάποια ποιητικὴ σχολὴ ποὺ εἴτε ὑποτίθεται ὅτι ἀκολουθοῦν εἴτε (συνηθέστερα) ὑποκρίνονται ὅτι ὑπονομευτικὰ χλευάζουν. Τὰ παραγόμενα ποιήματα μπορεῖ νὰ μὴν ὁμιλοῦν γλώσσα ἰδιαιτέρως ποιητική, ἀλλὰ πάντως ὁμιλοῦν περὶ τῆς ποίησης, μὲ τὴν ψευδὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸ ἀρκεῖ, ὅπως ἔχει ἀρκέσει γιὰ τόσους μοντερνιστές, μεταμοντερνιστές, καὶ κυρίως μεταμεταμοντερνιστές. Δὲν ἀρκεῖ, ὅμως˙ πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως: ἀκόμη καὶ ἂν καταλήξουμε ὅτι ἡ γνώση γιὰ τὰ ποιητικὰ εἶναι πράγματι ἀναγκαία, δὲν συνεπάγεται πὼς εἶναι καὶ ἐπαρκής.

 

Στὸ δεύτερο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀναγκαιότητας τῆς ποιητικῆς αὐτοσυνειδησίας, γιὰ νὰ μιλήσω τὴ (μὴ κανονικὴ ἀλλὰ καὶ μὴ ποιητικὴ) γλώσσα τους,  ἡ ἀπάντηση τῶν κατ᾽ ἐπιβολὴν ποιητῶν εἶναι καὶ πάλι προφανῶς καταφατική: ὁ ἀληθινὸς ποιητὴς γνωρίζει ἀκριβῶς τί κάνει καὶ εἶναι μάλιστα σὲ θέση νὰ ἀρθρώσει θεωρητικὸ καὶ κριτικὸ λόγο περὶ τῆς ποίησης, μᾶς λένε ἐν μέσῳ πολλῶν ἀναφορῶν σὲ ποιητές, θεωρητικοὺς καὶ κριτικοὺς τῆς λογοτεχνίας ποὺ (τοὺς φαίνεται ὅτι) συμφωνοῦν μαζί τους. Στὸ πλαίσιο αὐτό, πασχίζουν ὅλοι νὰ γράφουν σωρηδὸν ἐμβριθῆ κείμενα καὶ νὰ δίνουν συνεντεύξεις ὅπου ἡ γνώση τους γιὰ τὸ «ποιητικὸ φαινόμενο» μετριέται μὲ τὸν ὄγκο τῶν παραπομπῶν καὶ τῶν ἐπικλήσεων σὲ αὐθεντίες˙ δὲν εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν ἔχουν χρόνο γιὰ νὰ γράψουν παρὰ δέκα εἴκοσι ποιηματάκια τὸ χρόνο ἀκόμη καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν εἶναι εὔποροι ἢ εὐνοημένοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ συγκυρία καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τρῶνε ὀχτάωρα ἀσκώντας βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα. Πρόκειται, βεβαίως, καὶ πάλι γιὰ παρεξήγηση: ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ σου ὡς ποιητῆ καὶ τοῦ δημιουργήματός σου ὡς ποιήματος, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποτελεῖ ὅρο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν καταγραφὴ ἢ τὴ διαφήμισή της˙ αὐτὲς ἄλλους στόχους ὑπηρετοῦν, συχνὰ δὲ προξενοῦν θυμηδία, ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἐμβριθῶς αὐτοαναλυόμενος ὡς ποιητὴς διαψεύδεται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Καὶ πάλι, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἂν θὰ ἐκφρασθεῖ ἢ ὄχι ἡ συνείδηση τῆς ποιητικῆς πράξης, ἀλλὰ ἂν ἀποτελεῖ ἀληθὴ ἢ ψευδὴ συνείδηση, δηλαδὴ ἂν ἡ πράξη εἶναι ὅντως ποιητική.

 

Ἡ παρεξήγηση, ὅμως, ποὺ ὁδηγεῖ στὰ πιὸ τραγικά, ἢ στὰ πιὸ κωμικά, ἀποτελέσματα σχετίζεται μὲ τὸ πιὸ βασικό, τὸ πιὸ προφανές, τὸ πιὸ κοινότοπο: τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ποίησης δὲν εἶναι γλώσσα κυριολεκτική. Δυστυχῶς, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἑρμηνεύεται μὲ ὑπερβολικὰ κυριολεκτικὸ τρόπο καὶ οἱ ἐπίδοξοι ποιητὲς πασχίζουν νὰ στριμώξουν στοὺς στίχους τους μεταφορές, παρομοιώσεις, μετωνυμίες, ἀλληγορίες, καὶ οὔτω καθεξῆς, μὲ στόχο νὰ ἐκβιάσουν τὴν ἀμφισημία, τὴν πολυσημία ἢ τὴ σκοτεινότητα ποὺ πιστεύουν ὅτι θὰ ἀποτελέσει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποιητικοῦ (τους) ἔργου καὶ τῆς «κανονικῆς» ὁμιλίας.

 

Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη παγίδα: διότι ἡ ποίηση πράγματι δὲν κυριολεκτεῖ, ἀλλὰ τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο αἴρεται ἡ κυριολεξία δὲν εἶναι ἡ φράση, οὔτε ὁ στίχος, ἀλλὰ τὸ ποίημα. Ἡ ὑποψία ὅτι ἕνα φαινομενικὰ μονοσήμαντο ποίημα μπορεῖ νὰ ἀπογειωθεῖ δὲν φαίνεται νὰ περνάει ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἀκόμη καὶ ποιητῶν ποὺ ἔχουν διαβάσει καὶ ἔχουν ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια θαυμάσει καὶ Παπατσώνη, καὶ Φωκᾶ, καὶ Βαγενᾶ. Διότι, βεβαίως, αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ τὴν Πανωραία, ἂς ποῦμε, σπουδαῖο ἔργο δὲν εἶναι ἡ συμβατικὴ ἔλλειψη κυριολεξίας μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται τὰ λεξικά, ἀλλὰ ἡ δόμηση ἑνὸς φαινομενικὰ κυριολεκτικοῦ, μονοσήμαντου ἀφηγήματος, ποὺ ὅμως (ἢ μᾶλλον: ἑπομένως) κατορθώνει νὰ μιλήσει ποιητικά, δηλαδὴ χωρὶς νὰ κραυγάζει καὶ χωρὶς νὰ καλολογεῖ, καὶ γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία τοῦ ποιητῆ καὶ γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἐκφυλισμὸς

Ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα στὰ ὁποῖα ἐπιστρέφουν συχνὰ οἱ σύγχρονοί μας ποιητὲς εἶναι ἡ σχέση μὲ τὴν οἰκογένεια καὶ κυρίως μὲ τοὺς γονεῖς. Ἐλάχιστα πρῶτα ἢ δεύτερα βιβλία νέων ποιητῶν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς ποὺ δὲν περιέχουν ἀναφορὲς (συνήθως ἐκτεταμένες) σὲ κάποιου εἴδους οἰκογενειακὴ ἱστορία. Αὐτὸ εἶναι ἀσφαλῶς ἀναμενόμενο, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἡ ἐξερεύνηση τῶν ἀσφυκτικῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν ἀνήκει στὴν παράδοση ποὺ ἀναγνωρίζουν (ἢ ἔστω σιωπηλὰ ἀκολουθοῦν) οἱ σύγχρονοι ποιητές, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ πολιτεία καὶ ἡ παραγωγὴ τῆς λεγόμενης γενιᾶς τοῦ ἑβδομήντα ἔχει πάρει, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, τὴ θέση ποὺ εἶχε γιὰ τοὺς μεταπολεμικοὺς ποιητὲς ἡ γενιὰ τοῦ τριάντα˙ ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ οἱ πραγματικὲς συνθῆκες τῆς ζωῆς τῶν ἐν λόγῳ ποιητῶν καὶ ποιητριῶν καθιστοῦν τὴν «οἰκογενειακὴ» θεματολογία βιωματικὰ προσβάσιμη καὶ ἄρα πρόσφορη: οἱ περισσότεροι εἶναι νέοι σὲ ἡλικία, μὲ πρόσφατες τὶς μνῆμες τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν, ἐνῶ κάποιοι ἐνδέχεται νὰ μὴν ἔχουν κἂν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτούς, ἐλέῳ οἰκονομικῆς δυσπραγίας ἢ ἄρνησης ἀναζήτησης βιοπορισμοῦ λόγῳ ἀφοσίωσης σὲ ὅ,τι πιστεύουν πὼς εἶναι ἡ τέχνη τῆς ποιήσεως.

 

Λογικὸ εἶναι, λοιπόν, νὰ γράφονται ποιήματα γιὰ τὸν κλοιὸ τῆς οἰκογένειας. Καὶ δὲν εἶναι, νομίζω, τυχαῖο ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ καλύτερα τῶν δημιουργῶν τους. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶναι καλά, ξεχωρίζουν πάντως ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ὑπόλοιπων ποιημάτων τους λόγῳ γνησιότητας: ὁ δημιουργός, ἀκόμη καὶ ἂν ἀκολουθεῖ καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ μιὰ ποιητικὴ παράδοση, γράφει γιὰ κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνάγκη ἢ ἐπιθυμία νὰ μιλήσει, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει βιωματικὴ βάση, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ὁ ἐπίδοξος ποιητὴς νὰ ἐπικαλεσθεῖ προσωπικὴ ἐμπλοκή.

 

Κοντά, ὅμως, σὲ αὐτὰ τὰ ποιήματα, ἐμφανίζονται καὶ πολλὰ ἄλλα, ἄλλης θεματικῆς, τὰ ὁποῖα πράγματι προκαλοῦν ἔκπληξη. Ποιήματα ἀνθρώπων εἴκοσι πέντε, τριάντα ἢ σαράντα ἐτῶν ποὺ ἀναφέρονται σὲ θέματα ποὺ δὲν θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ ἀπασχολοῦν τὴ σύγχρονη ποίηση καὶ πολὺ λιγότερο τοὺς σύγχρονους ποιητές: θέματα ἐθνικῆς ταυτότητας, παληομοδίτικες ἠθογραφίες, ψευδοελιοτικὲς ἀναδιφήσεις τῆς μνήμης, ἐλυτικοῦ ἢ ἐνίοτε παλαμικοῦ τύπου ἐπικλήσεις σὲ μιὰ φύση ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά, σεφερικῆς ἀφετηρίας διάλογοι μὲ τὰ ἀγάλματα,…

 

Στὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις θὰ ἦταν μάταιο νὰ ἀναζητήσει κανεὶς βιωματικὴ βάση ἢ προσωπικὴ ἐμπλοκή. Ἀντιθέτως, εὔκολα διακρίνει κανεὶς τὴν παγερὴ ἀδιαφορία τοῦ δημιουργοῦ γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ὑποτιθέμενο θέμα του καὶ τὴν ἀπελπιστικὰ μιμητική, καὶ ἐπομένως κίβδηλη, ἐκζήτηση τοῦ χειρισμοῦ. Ἐδῶ, ὁ στόχος δὲν εἶναι νὰ δομηθεῖ ἕνα ποίημα, ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθεῖ ὁ δημιουργὸς ὡς ποιητικὸς παράγοντας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σχέση τοῦ ἐν λόγῳ δημιουργοῦ μὲ τὴν ποίηση εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως ψυχρὴ καὶ ἀπὸ δεύτερο ἢ τρίτο χέρι, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ δημιουργὸς δὲν εἶναι σὲ θέση οὔτε νὰ ἀναγνωρίσει διαφορετικοὺς ποιητικοὺς τρόπους, οὔτε βεβαίως νὰ ἀξιολογήσει τὴν ποίηση αὐτῶν ποὺ θέλει νὰ θεωρεῖ προγόνους του, ἀλλὰ οὔτε κἂν νὰ αἰσθανθεῖ συγγένεια πρὸς ἄλλους ποιητὲς ἢ ποιητικοὺς τρόπους. Τὸ μόνο τὸ ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται εἶναι ποιοί ἔχουν ἀναγνωριστεῖ, ὁποτεδήποτε καὶ μὲ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, ὡς μεγάλοι ἢ σπουδαῖοι ποιητές. Καὶ αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μοναδικὴ δική του σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο: ἡ φιλοδοξία να συγκαταλεχθεῖ κάποτε στοὺς σπουδαίους καὶ μεγάλους.

 

Ἔτσι συνωθοῦνται, συχνὰ στὸ ἴδιο ποίημα, χωρὶς γνώση, χωρὶς γοῦστο καὶ χωρὶς εὐαισθησία, κακοχωνεμένα καὶ ἀντιφατικὰ κακέκτυπα: καὶ τοῦ Σεφέρη καὶ τοῦ Καρυωτάκη˙ καὶ τοῦ Ἐμπειρίκου καὶ τοῦ Παλαμᾶ˙ καὶ τοῦ Ἐλύτη καὶ τοῦ Καβάφη˙ καὶ τοῦ Πάουντ καὶ τῆς Πλάθ. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ ψευδοποιητικὰ συμπιλήματα, βασισμένα σὲ πρόχειρες καὶ ἀφελεῖς συνταγές, καὶ ὄχι γιὰ ποιήματα. Ἀπουσιάζει ὄχι μόνο ἡ ὀργανικὴ σύνδεση τῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ ἡ λογικὴ καὶ τὸ νόημα, καὶ κυρίως ὁ λόγος ὕπαρξης: τὰ δημιουργήματα αὐτὰ κατὰ κανόνα δὲν σημαίνουν τίποτε, διότι δὲν ἐννοοῦν τίποτε. Καὶ δυστυχῶς, δὲν λείπει μόνον ἡ ἐνότητα ὕφους ἢ ἡ ὀργανικότητα τοῦ θέματος, λείπει καὶ μιὰ στοιχειώδης, θὰ ἔλεγα, ἠθικὴ στάση πού, στὴν προσωπική μου τοὐλάχιστον ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀποτελεῖ προϋπόθεση κάθε ἔργου τέχνης: τὰ ἔργα αὐτὰ γράφονται ὄχι ἐπειδὴ ὑπῆρξε ἀνάγκη νὰ γραφτοῦν, ὄχι ἐπειδὴ οἱ συγγραφεῖς τους εἶχαν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ συγγραφεῖς τους εἶχαν τὴν φιλοδοξία νὰ γίνουν συγγραφεῖς. Οὐσιαστικὰ ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἀπέναντι στὸ ἀντικείμενό τους, μιμοῦνται ὅσα ἔχουν (κακο)μάθει ὅτι βοήθησαν ἄλλους νὰ πετύχουν τὸν ἴδιο στόχο.

 

Καὶ τὰ καταφέρνουν, διότι ἀντιστάσεις δὲν ὑπάρχουν πιά: ἡ μελλοντικὴ ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας φοβᾶμαι ὅτι θὰ εἶναι μιὰ ἱστορία ἐκφυλισμοῦ, μὲ τὴν ἰατρικὴ ἔννοια.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]