κενὰ σημαίνοντα ἐσκεμμένως ἐρριμμένα

Ἂν καὶ συχνὰ οἱ ποιητὲς ὁμνύουν στὴν ἁπλότητα, ἡ ποίηση ποὺ παράγουν, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σύγχρονη, σπανίως εἶναι ἁπλή. Ἀντιθέτως, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν εἶναι εὔκολο ὁ ἀναγνώστης νὰ κατανοήσει τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής˙ καὶ ἂν προσπαθήσει νὰ περιγράψει τί ἤθελε νὰ πεῖ ὁ ποιητής, θὰ μιλήσει ἀναγκαστικὰ χωρὶς σιγουριά, προτείνοντας τὴν “ἀνάγνωσή” του ὡς μία ἀπὸ τὶς πιθανὲς ἀναγνώσεις, ὁπωσδήποτε ὄχι τὴ μοναδική.

 

Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν πιθανῶν ἐκδοχῶν εἶναι, ἀναμφίβολα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης ποὺ γοητεύουν πολλοὺς ἀναγνῶστες. Αὐτό, ὅμως, ποὺ συχνὰ παρατηρῶ στὴν παραγωγὴ πολλῶν σύγχρονων ποιηματογράφων εἶναι κάτι διαφορετικό: δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάπου, ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιτρέπουν ἐνδεχόμενες διαφορετικὲς ἀναγνώσεις˙ πρόκειται μᾶλλον γιὰ ποιήματα ποὺ ἐσκεμμένα στριμώχνουν στοὺς στίχους τους ὅσο περισσότερα (ταιριαστὰ καὶ ἀταίριαστα) σημεῖα καὶ σύμβολα μπορεῖ ὁ δημιουργός τους, μὲ στόχο ἀκριβῶς νὰ χτισθεῖ μιὰ πλαστὴ πολυσημία ποὺ θὰ κρύψει τὴν ἀπουσία νοήματος ἤ, ἀκόμη χειρότερα, τὴν κοινοτοπία τοῦ νοήματος.

 

Ἂς διαβάσουμε ἕνα παράδειγμα τέτοιου ποιήματος:

 

Με αγκάλιασες
και τα χέρια σου
σαν άνθη σαρκοβόρα
αιχμαλώτισαν
του κορμιού μου τις ελπίδες
για να με σκορπίσουν ύστερα
στάχτη στο πέλαγος
μιας άνυδρης εγκατάλειψης.

 

Τί θέλει νὰ πεῖ, λοιπόν, ἐδῶ ἡ ποιήτρια; Ὅτι τὴν ἐγκατέλειψε τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της καὶ ἡ ἐγκατάλειψη αὐτὴ τὴν ἔκανε νὰ νιώσει σὰν νεκρή; Ὅτι οἱ ἐλπίδες της διαψεύσθηκαν; Ὅτι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της, καίτοι ὡραῖο σὰν ἄνθος, τὴν ἔφαγε ζωντανή; Ὅτι τὸν χωρισμὸ ἀκολούθησε ἡ ξηρασία; Ἢ μήπως ἡ ὑγρασία, λόγῳ τοῦ πελάγους; Ἢ ὑπονοεῖται ὁ πνιγμός;

 

Ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι “τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά”, ἢ “ὅλα αὐτά”, ποὺ ὅμως εἶναι τὸ ἴδιο, καθὼς ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ κοινοτοπίες ποὺ θὰ συγχωρούσαμε ἴσως σὲ μιὰ φίλη ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, καὶ ποὺ ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν κάποτε κάποιο ποίημα, ἀλλὰ ὡς ἔχουν δὲν εἶναι ποίημα. Ἁπλῶς οἱ κοινοτοπίες ἔχουν μεταμφιεσθεῖ ἐδῶ σὲ ποίημα διὰ τῆς (κοινῆς) μεθόδου τῶν σχετικῶς μὴ ἀναμενόμενων ἢ καὶ ἀντιφατικῶν συμφράσεων καὶ τῆς (ἐκ)βιασμένης δῆθεν πολυσημίας. Παραμένει ποιητικὰ ἀδικαίωτο ὅτι τὰ χέρια παρομοιάζονται μὲ ἄνθη, καὶ μάλιστα σαρκοβόρα˙ ὅτι τὰ σαρκοβόρα ἄνθη αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν καταβροχθίζουν˙ ὅτι τὰ ἄνθη αἰχμαλωτίζουν, καὶ μάλιστα ἐλπίδες, καὶ αἰχμαλωτίζουν ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ὄχι, ἂς ποῦμε, τοῦ μυαλοῦ˙ ὅτι ξαφνικὰ ἡ τροφὴ τῶν σαρκοβόρων ἀνθέων μετατρέπεται σὲ στάχτη καὶ σκορπίζεται στὸ πέλαγος˙ ὅτι παρὰ τὸ πέλαγος, ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι ἄνυδρη. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ ἐξυπνακισμούς: ἂς χώσω καὶ μιὰ ἄνυδρη ἐδῶ, λίγη στάχτη ἐκεῖ, κανένα σαρκοβόρο παραπέρα, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σκοτεινότερο, ποιητικότερο, ὑπερβατικότερο. Ὁ πληθωρισμὸς τῶν ἀτάκτως ἐρριμμένων καὶ στανικῶς παραταχθέντων σημαινόντων ἀκυρώνει, στὴν πραγματικότητα, τὸ ποίημα καὶ ἀποκαλύπτει πὼς ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα, ἢ δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα ποὺ νὰ ἀξίζει νὰ ἀκουσθεῖ.

 

Αὐτὸ ποὺ μᾶλλον δὲν ὑποψιάζονται πολλοὶ ἐπίδοξοι ποιητὲς εἶναι ὅτι ἂν πράγματι ἔχουν κάτι νὰ ποῦν (καὶ ἐννοῶ ἂν ἔχουν νὰ ποῦν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ “θαυμᾶστε με, εἶμαι κι ἐγὼ ποιητής!”), ὁ ποιητικὸς τρόπος νὰ τὸ ποῦν ἀποστρέφεται τὸν πληθωρισμὸ τῶν σημαινόντων καὶ ἀνοίγει πραγματικὰ ὁρίζοντες πολυσήμαντων ἀναγνώσεων μέσα ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὰ μονοσήμαντη, συνεκτικὴ γραφή. Τὸ παρακάτω ποίημα, γιὰ παράδειγμα, τῆς Ἀγγελικῆς Ἐλευθερίου (ἀπὸ τὴ συλλογή της Θὰ Καπνίζω, τοῦ 2004) θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ παρόμοια ἀφετηρία, ἐρωτικῆς ματαίωσης, ἐγκατάλειψης, χωρισμοῦ ἢ θανάτου. Ἐδῶ, ὅμως, ἡ γραφή εἶναι πεζολογική, μᾶλλον περιγραφική, καὶ μόνο μιὰ λέξη φαίνεται ἀσυνήθιστη μέσα στὰ συμφραζόμενά της: ἡ λέξη “μπρούντζινη”, τὸ μοναδικὸ ἐπίθετο τοῦ ποιήματος, ὄχι τυχαῖα τοποθετημένη στὸν τελευταῖο στίχο, ὅπου νοηματοδοτεῖ τὸ ποίημα καὶ τὸν ἑαυτό της.

 

Δεν σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ᾽χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου – σαν μέσα από ρωγμή –
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούτζινη μέρα

 

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ τρόπος τῆς Ἁγγελικῆς Ἐλευθερίου σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ὁ μοναδικὸς ποιητικὸς τρόπος. Διατείνομαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι πράγματι ποιητικός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο παράδειγμα, γιατὶ ἐδῶ τὸ “ἀνοιχτὸ” σημαῖνον (ἡ μπρούντζινη μέρα) δικαιώνεται ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ποιήματος ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό ἀντὶ νὰ στριμώχνεται σὲ ἕνα σωρὸ ψευδοποιητικῶν συμφράσεων καὶ νοηματικῶν συμφύρσεων χωρὶς σκοπό. Καὶ ἡ μπρούντζινη μέρα τῆς Ἐλευθερίου μένει στὴ μνήμη τοῦ ἀναγνώστη ὡς σύμβολο, ἐνῶ τὰ σαρκοβόρα ἄνθη, οἱ ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ἡ ἄνυδρη ἐγκατάλειψη τῆς ἄλλης ποιήτριας θὰ ξεχαστοῦν στὴν ἑπόμενη σελίδα, ἂν βεβαίως δὲν κλείσει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο ὁριστικὰ προτοῦ κἂν γυρίσει σελίδα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

à la manière de

Ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα μου καβαφικὰ ἀνέκδοτα εἶναι τὸ παρακάτω, ποὺ βρῆκα στὰ “καβαφικὰ τετράδια” τοῦ Τίμου Μαλάνου. Ὁ Μαλάνος ἦταν, λέει, τότε εἰκοσαετής, θαυμαστὴς τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη, καὶ ἐπισκεπτόταν συχνὰ τὸν ποιητή:

“Μιὰ μέρα τοῦ εἶπα, πὼς εἶχα γράψει, στὴ δική του τὴν τεχνοτροπία, ἕνα ἱστορικὸ ποίημα, μὲ θέμα τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο. Τὸ διάβασε, κι ἔπειτα, παίρνοντας ἕναν-ἕναν τοὺς στίχους του, μοῦ λέει: “Αὐτὸς εἶναι Καβαφικός, αὐτὸς δὲν εἶναι Καβαφικός, αὐτὴ ἡ παρένθεση εἶναι Καβαφική, αὐτὴ ἡ λέξη δὲν εἶναι Καβαφική”. Φυσικά, ὅ,τι δὲν ἦταν Καβαφικό, τὸ μετέτρεψε σὲ Καβαφικό. Στὸ τέλος, βγῆκε ἕνα στιχούργημα à la manière de… ὁ ἴδιος ὅμως δὲν ἔβλεπε (ἢ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤθελε νὰ δεῖ) ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καταλήγαμε στὴν παρωδία. Ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως τὸν ἐνδιέφερε ἦταν ὁ μαθητὴς (ἕνας μαθητής), ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε.”

Τὸ ἀνέκδοτο μπορεῖ νὰ εἶναι ἢ νὰ μὴν εἶναι ἀληθινό, εἶναι πάντως ἀναμφίβολα ben trovato. Τὴν ἐποχὴ ποὺ φέρεται νὰ διαδραματίζεται τὸ περιστατικό, ὁ Καβάφης ἔχει ἤδη κάποια φήμη, ὄχι βέβαια ἀνάλογη μὲ τὴν ἀξία του, ἀλλὰ πάντως ἔχει ξεπεράσει τὰ στάδια τῆς ἀδιαφορίας, τῆς χλεύης, τῆς χλιαρότητας, καὶ θεωρεῖται πιὰ σημαντικὸς ποιητής. Λογικὸ εἶναι ἕνας αἰγυπτιώτης νέος φανατικὸς γιὰ γράμματα νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὔνοια τοῦ Καβάφη, λογικὸ εἶναι νὰ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ νὰ ζητάει τὴ συμβουλή του, λογικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ τοῦ ὑποβάλλει τὰ πρωτόλειά του πρὸς σχολιασμὸ καὶ βελτίωση. Ἐξίσου λογικὸ βρίσκω τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ παρεμβάσεις τοῦ Καβάφη σὲ ἕνα ποίημα ποὺ προγραμματικὰ τοῦ παρουσιάζεται σὰν καβαφικῆς τεχνοτροπίας ἀποσκοποῦν στὴν ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη καβαφικότητα τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐπεξεργασίας. Τέλος, θεμιτὸ βρίσκω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ποιητῆ νὰ ἀποκτήσει μαθητὲς ἢ ἀκολούθους: ἀνήκει πιά, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ βάσανα καὶ ἐπιθέσεις, στοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς τῆς ἐποχῆς καὶ εἴθισται οἱ νεοσσοὶ νὰ ἀκολουθοῦν καὶ νὰ μιμοῦνται τοὺς ἐπιφανεῖς.

Τὸ ζήτημα ποὺ προκύπτει ἀπὸ αὐτὴν τὴν συνήθεια τῶν ἀκολούθων καὶ τῶν μιμητῶν δὲν εἶναι ὅτι παράγονται καὶ δημοσιεύονται στιχουργήματα à la manière de…, ὅπως τὸ θέτει ὁ Μαλάνος. Αὐτά, ἐφόσον ἀναγνωρίζονται ὡς τέτοια, δὲν βλάπτουν κανέναν˙ ἀντιθέτως, θὰ μποροῦσαν νὰ ὠφελήσουν τοὺς νέους ποιητὲς ὡς χρήσιμες ποιητικὲς ἀσκήσεις σὰν αὐτὲς ποὺ συχνὰ καλοῦνται πράγματι νὰ κάνουν στὶς μέρες μας σὲ σεμινάρια καὶ πανεπιστημιακὰ προγράμματα δημιουργικῆς γραφῆς. Ὑπάρχει, ὅμως, μιὰ σημαντική, πιστεύω, διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ χρήση τῆς μιμητικῆς γραφῆς ὡς ὠφέλιμης ἄσκησης καὶ στὴν ὑστερόβουλη χρήση τῆς μίμησης ὡς ὠφέλιμης κολακείας. Καὶ σὲ πεῖσμα τῆς ἐμφανοῦς πρόθεσης τοῦ Μαλάνου στὴν ἐξιστόρησή του αὐτὴ νὰ ψέξει, γιὰ μιὰν ἀκόμα φορά, τὴν κατ᾽αὐτὸν “ἐπαινοθηρία” τοῦ Καβάφη, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη ἀνάγνωση τοῦ περιστατικοῦ, τόσο προφανὴς μάλιστα ὥστε εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς ὁ παμπόνηρος Μαλάνος δὲν τὴν πρόσεξε. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ δείχνει τὴν ὑστεροβουλία τοῦ νεαροῦ ἀκολούθου μᾶλλον παρὰ τοῦ ἀναγνωρισμένου ποιητῆ: ὁ φέρελπις νεαρὸς ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ σέβη του στὸν καθιερωμένο, τὸν ἐπαινεῖ, τὸν κολακεύει, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μιμεῖται συνειδητὰ καὶ ἐμπρόθετα τὸ ὕφος καὶ νὰ ἀκολουθεῖ τὴ θεματολογία τοῦ καθιερωμένου, καὶ δὲν διστάζει νὰ ζητήσει καὶ τὴ συμβουλὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ τελευταίου ὥστε νὰ ἀποκτήσει, χάρη στὴν ἀπροκάλυπτη αὐτὴ κολακεία, καὶ ὁ ἴδιος κάποια θέση στὰ γράμματα. Καὶ φυσικά, τὴ θέση αὐτὴ τὴν κερδίζει στὸ τέλος! Ὁ ἴδιος ὁ Μαλάνος μᾶς λέει ὅτι ὁ Καβάφης “ἔσπρωξε ὣς τὴ δημοσίευση” τὸ ἐν λόγῳ στιχούργημα (ἂν καὶ ὑπάρχουν ἄλλες μαρτυρίες ὅτι ὁ ἵδιος ὁ Μαλάνος, βεβαίως, πάσχισε νὰ τὸ δημοσιεύσει).

Καὶ ἂν τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώσει ὁ νεαρὸς Μαλάνος γιὰ νὰ δεῖ ποίημά του δημοσιευμένο ἦταν νὰ ἐγκαταλείψει κάθε σχέδιο γιὰ δικό του ποίημα καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ κατασκευάσει ἕνα ποίημα à la manière de Cavafy, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἔγκριση καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ λογοτεχνικοῦ σιναφιοῦ τῆς ἐποχῆς, τὸ τίμημα ποὺ πληρώνουν πολλοὶ σύγχρονοί μας ποιητὲς δὲν διαφέρει καὶ πολύ: καὶ αὐτοὶ ἐπίσης γράφουν à la manière de, ἐπιλέγοντας μάλιστα, συχνὰ συνειδητά, ὄχι πρότυπα συγγενικὰ πρὸς τὴν δική τους (ἀνύπαρκτη συνήθως) ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση, ἀλλὰ τὰ πρότυπα μὲ τὴν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο˙ καὶ αὐτοὶ κολακεύουν ἀκατάπαυστα τοὺς ἐπιφανεῖς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς κλειδοκράτορες˙ καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, πληρώνουν καὶ ἀπολύτως ὑλικὸ τίμημα, τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἐκδότη δηλαδή, ποὺ μὲ ἀφοσίωση στὴν νεοελληνικὴ ποίηση θὰ τυπώσει (καί, ἂν εἶναι τυχεροί, θὰ διανείμει) τὸ ἔργο τους.

Τοὐλάχιστον στὸ ἀγαπημένο μου καβαφικὸ ἀνέκδοτο τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖ (καὶ ἀργότερα ἐγκαταλείπει) ὁ φέρελπις ποιητὴς εἶναι, πράγματι, νέο καὶ ἀνατρεπτικό, ἀποτελεῖ πράγματι τομὴ στὴ νεοελληνικὴ ποίηση καὶ παραμένει, ἀκόμη καὶ σήμερα, σημαντικὴ στιγμὴ τῆς παγκόσμιας ποίησης. Δὲν ἔχει βλάψει τὴν ποίηση ἰδιαίτερα ὁ ἑσμὸς τῶν μιμητῶν τοῦ Καβάφη τὰ τελευταῖα ἑκατὸ χρόνια, ἐνῶ πολλοὶ ποὺ μαθήτευσαν στὸ καβαφικὸ ἐργαστήρι ἔχουν πράγματι κομίσει δῶρα σημαντικὰ στὴν τέχνη τῆς ποιήσεως.

Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος ὑστερόβουλος μιμητισμὸς μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπιλέγει ὡς πρότυπα ποιητὲς ποὺ κατάφεραν, μὲ μεθόδους ποὺ κανεὶς δὲν συζητεῖ, νὰ ἐπιβληθοῦν στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο, χωρὶς νὰ ἔχουν δημιουργήσει (ἢ νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ δημιουργήσουν) ἔργο πρωτότυπο ἢ σημαντικὸ καὶ χωρὶς νὰ ἐπιχειροῦν πλέον νὰ δημιουργήσουν τέτοιο ἔργο˙ ποιητὲς ποὺ ξεκίνησαν τὴν σταδιοδρομία τους στὰ γράμματα μὲ στιχουργήματα μιμητικὰ ἄλλων καὶ συνεχίζουν μιμούμενοι τὰ δικά τους παλαιότερα μιμητικὰ στιχουργήματα, κορδωνόμενοι σὰν γυμνοὶ βασιλεῖς στὸ τελματῶδες ἀδιέξοδο ὅπου ἡγεμονεύουν.

Ὁ μηχανισμὸς τῆς διακίνησης καὶ διάδοσης τῆς λογοτεχνίας δὲν ἀφήνει πολλὰ περιθώρια: οἱ ποιητικὲς δημόσιες σχέσεις εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ποιητῶν. Ἀλλὰ καθὼς τὰ πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα συνάπτονται αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δημόσιες σχέσεις συναποτελοῦν τὸ συχνὰ μισαλλόδοξο καθεστώς, τὸ ὁποῖο ἀποστρέφεται ὅ,τι μπορεῖ νὰ τὸ ὑπονομεύσει καὶ ἀνταμείβει ὅ,τι τὸ ἀναπαράγει, ἡ δημόσια ὁδὸς τῆς καταξίωσης καταλήγει στὸν ἀναμηρυκασμό. Τὸ παράδοξο ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τῆς ἐπιβίωσης τοῦ ποιητικοῦ ἔργου εἶναι ἐπίσης ἡ συνθήκη τῆς ἀκύρωσής του: γιὰ νὰ ἐπιβιώσει (δηλαδή: νὰ διακινηθεῖ, νὰ διαβασθεῖ, νὰ διακριθεῖ) τὸ ἴδιο τὸ ἔργο πρέπει νὰ παγιδευθεῖ στὴ φόρμα καὶ στὴ θεματικὴ τοῦ ἤδη τελματωμένου παρελθόντος, καθὼς τὰ μέσα τῆς ἐπιβίωσης βρίσκονται στὰ νύχια ἀκριβῶς τοῦ τελματωμένου παρελθόντος.

Δὲν ἔχω διέξοδο νὰ προτείνω, δὲν ὑπάρχει συμπέρασμα, δὲν ὑπάρχει πρόταση. Μόνο μιὰ ἐπισήμανση, μᾶλλον κοινότοπη: τὸ οὐσιῶδες ἔργο εἶναι πάντα ἔργο ἐν προόδῳ:  τὸ παρελθὸν – ἔστω καὶ τυπωμένο – ἔργο ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ τὸ μελλοντικὸ ἔργο ἀναθεωρεῖ καὶ ἀνανοηματοδοτεῖ˙ ὅσο τὸ παρὸν ἀκυρώνεται, τὸ τέλμα ἁπλώνεται χρονικά. Ὁ θάνατος τῆς ποίησης θὰ ἔρθει not with a bang, but a whimper. Καὶ θὰ εἶναι ἀναντίστρεπτος.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

the proof of the pudding

Κάθε ποίημα ἐνσωματώνει μιὰν ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ λεγόμενα ποιήματα ποιητικῆς, οὔτε μιλῶ γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐνδεχομένως ἕνας ποιητὴς διατείνεται σχετικὰ μὲ τὴν ποίηση, εἴτε σὲ κείμενα καὶ συνεντεύξεις εἴτε στὰ ἴδια τὰ ποιήματά του˙ μιλῶ γιὰ τὴν ἀντίληψη περὶ τῆς ποίησης ἡ ὁποία διαφαίνεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάνει κανεὶς ποίηση.

 

Καμμιὰ φορὰ ἡ ρητῶς διατυπωμένη «θεωρία» τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν ποίηση φαίνεται νὰ μὴν ἔχει ἰδιαίτερα στενὴ σχέση μὲ τὸ ποιητικό του ἔργο. Οἱ ἀναφορές, ἂς ποῦμε, τῆς Κατερίνας Γώγου στὴν ποίηση (στὸ Μὲ λένε Ὀδύσσεια κυρίως, ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἀπόντες ἐν μέρει) εἶναι μᾶλλον κοινότοπες, τοῦ συρμοῦ καὶ ἐν τέλει ἀντιφατικὲς πρὸς τὴν ἴδια τὴν ποιητική της πράξη, ἡ ὁποία ἀρθρώνει μὲ πολὺ πιὸ στιβαροὺς ὅρους μιὰν ἀντίληψη τῆς πολιτικῆς ποίησης ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴν ἔχει παληώσει σχεδὸν σαράντα χρόνια μετά. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς λίγες περιπτώσεις ὅπου ἡ ποιητικὴ πράξη εἶναι ἀνώτερη τῆς θεωρίας, διότι ἀκριβῶς ἡ Γώγου ἔχει γράψει ποιήματα τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν καὶ ἀνατρέπουν τὶς κάπως ἀφελεῖς ἀντιλήψεις ποὺ μοιάζει νὰ ἁναπαράγουν κάποια ἀπὸ τὰ ὕστερα ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἔχει γράψει.

 

Συνήθως, ὅμως, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο: οἱ ἀπόψεις ποὺ ἐκφράζουν οἱ ποιητὲς γιὰ τὴν ποίηση εἶναι μεγαλόσχημες, σπουδαιοφανεῖς καὶ καμμιὰ φορὰ ἀκόμη καὶ ἐνδιαφέρουσες ἢ ἀνατρεπτικές, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ποιητική τους πράξη δὲν ἀνταποκρίνεται στοὺς ἰσχυρισμούς τους, οὔτε δικαιώνει τὶς ἀνακοινωμένες προθέσεις τους. Καὶ τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ προκύπτουν τότε ἀντιπροσωπεύουν μιὰν ἐξ ὁρισμοῦ ἀποτυχημένη προσπάθεια νὰ συμβιβασθεῖ ἡ ἐλλειμματικὴ ποιητικὴ πράξη μὲ τὴν φιλόδοξη ποιητικὴ θεωρία, ἡ ὁποία ἐν προκειμένῳ σερβίρεται ὡς προγραμματικὴ ποιητικὴ δήλωση. Ἀλλὰ τὰ ἀσυμβίβαστα δὲν συμβιβάζονται: τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανεὶς δὲν θὰ μᾶς τὸ ποῦν οὔτε οἱ ἀφορισμοὶ ποὺ ἐκτοξεύει στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, οὔτε οἰ συνεντεύξεις του, οὔτε τὰ κριτικά του κείμενα, οὔτε τὰ δοκίμιά του, οὔτε κἂν τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχει γράψει˙ τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανείς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἂν εἶναι, ἐν τέλει, ποιητής, θὰ μᾶς τὸ πεῖ μόνο ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑλοποιοῦνται οἱ ὅποιες ἀπόψεις καὶ προθέσεις του, δηλωμένες ἢ ἄδηλες, στὸ σῶμα τῶν ποιημάτων του. Καὶ γι᾽αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο (ὅσο κι ἂν εἶναι ἐνδιαφέρον) ἕνας ποιητὴς νὰ γράφει καὶ κριτικὰ καὶ θεωρητικὰ κείμενα: ὡς ποιητής, ἀρκεῖ νὰ γράφει ποιήματα.

 

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἄλλες ἰδιότητες σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση ἢ μὲ τὸν πολιτισμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ συγκεντρώνει ἕνας ποιητής, ὡς ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Μπορεῖ, ἂς ποῦμε, ἕνας ποιητὴς νὰ εἶναι ἐπίσης διευθυντὴς λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ, κριτικός, ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων, δάσκαλος στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, πρύτανις, ἢ μεγαλοκληρονόμος. Καὶ μπορεῖ ὑπὸ τὴν ὅποια ἄλλη του ἰδιότητα νὰ δίνει συνεντεύξεις περὶ τῆς ποίησης ὡς ἀνατρεπτικῆς δύναμης ἢ περὶ τῆς ποίησης ὡς ἐθνικῆς κληρονομιᾶς. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ μιλάει κανεὶς γιὰ τὴν ποίηση ὡς ἐπανάσταση, ἐνῶ στρογγυλοκάθεται ὁ ἴδιος στὴν ἕδρα τῆς Ποιήσεως τῆς Ἀκαδημίας. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σὲ ποιό ἀκριβῶς βάθρο στρογγυλοκάθεται κανεὶς καὶ τί δηλώνει ἐνῶ στρογγυλοκάθεται στὸ βάθρο του, ἀλλὰ τί ποιήματα γράφει.

 

Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι ποιητής, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι οὔτε ἡ δημόσια παρουσία σου, οὔτε οἱ θέσεις καὶ οἱ τιμὲς ποὺ ἔχεις ἀποδεχθεῖ, οὔτε κἂν ἡ χυδαιότητα μὲ τὴν ὁποία ἀξιοποιεῖς τὴ θέση σου γιὰ νὰ ἐπιβάλλεις ἀνθρώπους καὶ ἔργα καὶ γιὰ νὰ ἐξοστρακίσεις ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἔργα. Τὸ βασικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ τῆς ἀναρρίχησής σου στὰ περὶ τὴν ποίηση ἀξιώματα καὶ τῆς ποιότητας τῶν ποιημάτων σου, μιὰ σχέση συνήθως ἀντίστροφης ἀναλογίας: ἀναρρίχηση ἀπὸ τὴ μιά, καθίζηση ἀπὸ τὴν ἄλλη, καθὼς ἡ δαφνοστεφὴς αὐταρέσκεια εὔκολα ὁδηγεῖ σὲ ἀναμηρυκαστικὴ ἐπανάληψη τῶν ἤδη παρωχημένων (ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑπῆρξαν κάποτε) ποιητικῶν ἐπιτευγμάτων σου. Εἶναι λογικό, δεδομένου ὅτι ἡ κοινοτοπία καὶ ἡ κενολογία εὔκολα κερδίζουν τὴ μαζικὴ ἀποδοχή, καθὼς ὄχι μόνο δὲν ἀπειλοῦν κανέναν, ἀλλὰ κολακεύουν καὶ τοῦ καθενὸς τὴν ἀμάθεια.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]