Αἴρει, σὰν τὸ τσιγκέλι, τὸ ἄχθος τῶν μελῶν του: γιὰ μιὰ μετάφραση τῆς Πλὰθ

ariel

 

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς ποίησης εἶναι ἡ προθυμία πολλῶν ποιητῶν νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ αὐτὸ ποὺ νομίζουν ὅτι ἀποτελεῖ τὴν παγκόσμια ποιητικὴ παραγωγή. Καὶ ἡ προθυμία αὐτὴ δὲν εἶναι βέβαια προβληματικὴ ἀπὸ μόνη της, δημιουργεῖ ὅμως σοβαρὰ προβλήματα ὅταν οἱ ποιητὲς δὲν εἶναι πραγματικὰ σὲ θέση νὰ διαβάσουν τὴν παγκόσμια ποιητικὴ παραγωγὴ λόγῳ πλημμελοῦς γνώσης ξένων γλωσσῶν καὶ λόγῳ μιᾶς ἰδιαίτερα διαδεδομένης ἀνάμεσα στοὺς ποιητὲς ἀλαζονείας ποὺ δὲν τοὺς ἐπιτρέπει κἂν νὰ ὑποψιασθοῦν ὅτι ἡ ἀνάγνωσή τους τῆς παγκόσμιας ποίησης μπορεῖ νὰ εἶναι πλημμελὴς λόγῳ ἄγνοιας.

Διαβάζοντας μεταφράσεις ποίησης καμωμένες ἀπὸ νεοέλληνες ποιητές, συχνὰ διαπιστώνω πὼς οἱ μεταφραστὲς ἔχουν τόσο ἀνεπαρκὴ γνώση τῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ὁποία μεταφράζουν ὥστε ἡ κατανόησή τους τῶν πρὸς μετάφραση ποιημάτων εἶναι τὸ λιγότερο ἐλλιπής,  μὲ συχνὰ κωμικοτραγικὲς παραναγνώσεις. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι δὲν τοὺς φαίνονται περίεργες οἱ συχνὲς ἀσυνέπειες καὶ ἀσυναρτησίες ποὺ προκύπτουν στὰ μεταφράσματά τους, ἀλλὰ φαντάζονται ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἀσυναρτησίες καὶ ἀσυνέπειες ἀποτελοῦν στοιχεῖα τῆς ποίησης τοῦ πρωτοτύπου. Φυσικά, παίρνουν ἔτσι καὶ ἄλλους στὸ λαιμό τους, τοὺς ἀναγνῶστες τῶν ἐν λόγῳ μεταφρασμάτων, οἱ ὁποῖοι, δεδομένης τῆς ὀμερτὰ τῶν κριτικῶν, βασίμως ὑποθέτουν ὅτι οἱ ἀσυναρτησίες, οἱ ὑφολογικὲς ἀκροβασίες, οἱ ἀκατανόητες φράσεις, οἱ ἀσαφεῖς εἰκόνες καὶ τὰ ἀλλοπρόσαλλα σχήματα λόγου ἀποτελοῦν στοιχεῖα τοῦ πρωτοτύπου καὶ ὄχι ἀποτυχίες τῶν μεταφραστῶν. Ἐν συνεχείᾳ, τόσο οἱ μακάριοι μεταφραστὲς ὅσο καὶ κάποιοι ἀφελεῖς ἀναγνῶστες ποὺ γράφουν καὶ οἱ ἴδιοι ποιήματα ἀναπαράγουν παρόμοιες ἀσυνέπειες καὶ ἀσυναρτησίες στὴ δική τους ποίηση, πιστεύοντας μάλιστα ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν ἔμμεσες ἀναφορὲς στὴν ξενόγλωσση ποίηση καὶ ἀκκιζόμενοι σὲ κείμενά τους καὶ συζητήσεις περὶ τῆς ποιήσεως ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἀφομοιώσει τὰ διδάγματα, ξερωγώ, τῆς Κάρσον καὶ τῆς Ἄρμαντραουτ, ἐνῶ οἱ ἐπικριτές τους, τοὺς ὁποίους θεωροῦν ἐπαρχιῶτες τῆς ποιητικῆς ψωροκώσταινας, ἁπλῶς τόσο ξέρουν τόσο λένε, διότι δὲν ἔχουν ἰδέα, οἱ ἀδαεῖς, τί πρόοδο ἔχει κάνει ἡ ποίηση ἀλλοῦ, δηλαδὴ στὴν κακοχωνεμένη καὶ κακομεταφρασμένη Ἑσπερία.

Σὰν δεῖγμα τῆς μεταφραστικῆς ἀποτυχίας καὶ τῆς ψευδοποιητικῆς οἴησης στὴν ὁποία ἀναφέρομαι, θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσω ἕνα ποίημα ἀπὸ τὴ μετάφραση τοῦ ἀποκατεστημένου Ἄριελ τῆς Σύλβιας Πλάθ, ποὺ ἐξέδωσαν ἠ Ἑλένη καὶ ἡ Κατερίνα Ἡλιοπούλου ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Μελάνι τὸν Νοέμβριο τοῦ 2012. Γιὰ τὴν ἔκδοση αὐτὴ ἔχουν γραφτεῖ ἤδη ἀρκετά, καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουν γραφτεῖ ἀναφέρονται κυρίως στὸ μεγαλεῖο τῆς ποίησης τῆς Πλὰθ καὶ ἐλάχιστα στὴ μετάφραση, ἡ ὁποία, ὑπονοεῖται (ὅταν δὲν δηλώνεται ἀπερίφραστα) ὅτι εἶναι ἐπιτυχημένη. Δὲν ἔχει πέσει στὰ νύχια μου, ὡστόσο, καμμιὰ κριτικὴ ἢ ἔστω παρουσίαση τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου ποὺ νὰ ἐπικεντρώνεται, ὅπως πιστεύω θὰ ὤφειλε, στὴν ποιότητα καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς μετάφρασης τῶν ἀδελφῶν Ἡλιοπούλου. Μπορεῖ ὅσοι ἔγραψαν γιὰ τὸ βιβλίο νὰ ἦσαν ἁπλῶς εὐγενεῖς καὶ γι᾽ αὐτὸ νὰ ἀπέφυγαν τὸν σχολιασμὸ τῆς μετάφρασης˙ μπορεῖ, ὅμως, καὶ νὰ θεωροῦνται ψιλὰ γράμματα ὅλα αὐτὰ καὶ σημασία γι᾽ αὐτοὺς νὰ ἔχει μόνο τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς ἔκδοσης, σὲ ὁποιαδήποτε μετάφραση, τοῦ ἀποκατεστημένου Ἄριελ.

Ἐπέλεξα νὰ ἐξετάσω ἐδῶ ἕνα μόνο ποίημα, ἐπειδὴ θεωρῶ δίκαιο νὰ ἐξετασθεῖ ἡ συνολικὴ λειτουργία τοῦ ποιήματος καὶ ὄχι μεμονωμένες λέξεις, φράσεις ἢ στίχοι. Καὶ διάλεξα ἕνα ποίημα σχετικὰ περιορισμένης ἔκτασης, δεκαοκτὼ στίχων, στὸ ὁποῖο νομίζω ὅτι δειγματίζονται τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ μεταφραστικὰ προβλήματα τοῦ βιβλίου τῶν ἀδελφῶν Ἡλιοπούλου. Ἂς διαβάσουμε, λοιπόν, τὴ μετάφραση τοῦ ποίηματος You’re, ὅπως ἐμφανίζεται στὴ σελίδα 110 τῆς ἔκδοσης:

 

ΕΙΣΑΙ

Σαν κλόουν ολόχαρος, στηριγμένος στα χέρια σου.

Πόδια στ᾽ αστέρια, φεγγαροκέφαλος,

με βράγχια σαν ψάρι. Θρίαμβος της κοινής λογικής

ενάντια στη χαζομάρα του ντόντο.

Τυλιγμένος στον εαυτό σου σαν καρούλι,

αγρεύεις το σκοτάδι σου όπως οι κουκουβάγιες.

Μουγγός σαν γογγύλι από την 4η Ιουλίου ως την Πρωταπριλιά,

ω εσύ ανερχόμενε, καρβελάκι μου.

 

Ασαφής σαν ομίχλη και πολυαναμενόμενος σαν γράμμα.

Από την Αυστραλία κι ακόμη πιο μακριά.

Σκυμμένος Άτλας, πολυταξιδεμένη μας γαρίδα.

Στη φωλίτσα σου ζεστός σαν μπουμπούκι και βολεμένος

σαν γαύρος παστός μέσα στο βάζο.

Ένα καλάθι χέλια, όλο κυματισμούς

χοροπηδηχτός σαν μεξικάνικο φασόλι.

Σωστός, σαν επιτυχημένο άθροισμα.

Ένα λευκό μητρώο, με το δικό σου πρόσωπο.

 

Παρατηρῶ ὅτι σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ μετάφραση εἶναι πιστή. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἔχουν ἐπιλέξει νὰ μεταφράσουν στίχο στίχο, μὲ ὅση ἀκρίβεια μποροῦν, ἀποδίδοντας κάθε λέξη, μὲ λιγότερη ἢ περισσότερη ἐπιτυχία. Παρατηρῶ, ὅμως, ἐπίσης, ὅτι ὅταν οἱ μεταφράστριες δυσκολεύονται, ὅταν δηλαδὴ δὲν κατανοοῦν, δὲν διστάζουν νὰ ἀποδώσουν μὲ ἀρκετὰ μεγάλη ἐλευθερία αὐτὸ ποὺ φαντάζονται ὅτι λέει ἡ φράση.

Στὸ “Εἶσαι” μερικὲς ἀπὸ τὶς δυσκολίες κατανόησης ποὺ φαίνεται ὅτι προέκυψαν ἐντοπίζονται στὰ ἑξῆς σημεῖα:

  • Στὸν δεύτερο στίχο, ὅπου τὰ πόδια στὰ ἀστέρια μᾶς κάνουν νὰ φανταζόμαστε ἕναν γαλαξιακῶν διαστάσεων γίγαντα, ἐνῶ τὸ to the stars τοῦ πρωτοτύπου ὑποδηλώνει ἁπλῶς τὴ στάση τοῦ σώματος, μὲ τὰ χέρια κάτω καὶ τὰ πόδια νὰ κοιτάζουν τὰ ἀστέρια.
  • Στὸν τρίτο καὶ τέταρτο στίχο, ὅπου ἡ ἀκατανόητη φράση περὶ τοῦ θριάμβου τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ τῆς χαζομάρας τοῦ ντόντο ἀποδίδει τὸ a common-sense /Thumbs-down on the dodo’s mode. Δὲν γνωρίζω ποῦ εἶδαν τὸν θρίαμβο τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ τὴν χαζομάρα οἱ μεταφράστριες, ὑποψιάζομαι ὅμως ὅτι μᾶλλον δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ τὸ συγκείμενο τοῦ ποιήματος.
  • Στὸν ἕβδομο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες μᾶλλον θεώρησαν παράδοξο νὰ ψαρεύει μιὰ κουκουβάγια καὶ ἐπέλεξαν νὰ ἀποδώσουν τὸ trawl μὲ τὸ εὐπρεπὲς καὶ ἀσαφὲς ἀγρεύω˙ καὶ πάλι, φαίνεται πὼς δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ γιὰ ποιό λόγο θὰ ἔπρεπε τὸ πλάσμα αὐτὸ νὰ ψαρεύει καὶ ὄχι, βεβαίως, νὰ ἀγρεύει!
  • Στὸν ἑνδέκατο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες ὰποφάσισαν ὅτι τὸ γράμμα τοῦ δέκατου στίχου προέρχεται ἀπὸ τὴν Αὐστραλία, καὶ ὄχι ὅτι τὸ πρόσωπο στὸ ὁποῖο τὸ ποίημα ἀπευθύνεται βρίσκεται ἀκόμη πολὺ μακρυά.
  • Στὸν δωδέκατο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες δὲν ἦσαν σίγουρες σὲ τί ἢ σὲ ποιόν ἀναφερόταν τὸ Atlas στὸ πρωτότυπο, καὶ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἀφήσουν ἔτσι ἀσαφὴ καὶ χωρὶς ἄρθρο (γενικῶς μὲ τὰ ἄρθρα δὲν φαίνεται νὰ τὰ πηγαίνουν πολὺ καλά), προφανῶς μὴ ἀντιλαμβανόμενες ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὸν μυθικὸ Ἄτλαντα.
  • Στὸν δέκατο ὄγδοο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες ἐπέλεξαν νὰ ἀποδώσουν τὸ clean slate μὲ γραφειοκρατικὴ γλώσσα καὶ νὰ μιλήσουν γιὰ λευκὸ μητρῶο.

Στὴν πραγματικότητα, τὰ λάθη αὐτὰ δὲν θὰ εἶχαν ἰδιαίτερη σημασία καὶ οἱ δασκαλίστικες ἐπισημάνσεις μου θὰ ἦσαν ἁπλῶς ἀνόητα σχολαστικές, ἐὰν παρὰ τὶς μικρὲς αὐτὲς “ἀπιστίες”, ἔβγαινε κάποιο νόημα. Τὸ πρόβλημα, ὅμως, εἶναι ὅτι νόημα δὲν βγαίνει. Καί, τὸ χειρότερο, ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν λαθῶν καθὼς καὶ κάποιων ἄστοχων, τὸ λιγότερο, ὑφολογικῶν ἐπιλογῶν, εἶναι ἀδύνατο νὰ δεῖ ὁ ἀναγνώστης πῶς συνδέονται ὅλα αὐτὰ καὶ σὲ ποιόν ἢ σὲ τί, τέλος πάντων, ἀπευθύνεται τὸ ποίημα˙ ἄν, ὅμως, διαβάσει κανεὶς τὸ πρωτότυπο, τὰ πράγματα ξεκαθαρίζουν, τὸ νόημα τοῦ ποιήματος ἀποκαθίσταται καὶ ἡ μετάφραση ἀποκαλύπτεται ἀκόμη πιὸ ἀποτυχημένη.

Διότι τὸ ποίημα ἀπευθύνεται σὲ ἕνα ἕμβρυο ποὺ βρίσκεται, προφανῶς, ἀκόμη στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Αὐτὸ εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ δίνει νόημα καὶ συνέπεια στὸν φαινομενικὰ ἀσύνδετο κατάλογο περιγραφῶν ποὺ παρατίθενται στὶς δύο ὄχι τυχαῖα ἐννεάστιχες στροφές. Ἂν ξαναδιαβάσει κανεὶς τὸ ποίημα μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο, ἀντιλαμβάνεται πόσο ταιριαστὲς εἶναι οἱ ἡμερομηνίες στὸν ὄγδοο στίχο, ἀλλὰ καὶ οἱ περιγραφὲς καὶ οἱ μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων αὐτῶν ποὺ ἔχουν χαθεῖ ἢ ἀκυρωθεῖ στὴ μετάφραση. Ἀντιλαμβάνεται ἐπίσης κανεὶς καὶ ἄλλα λάθη τῆς μετάφρασης, ὅπως κάποιες ὑφολογικὲς ἐπιλογὲς ποὺ προφανῶς δὲν ταιριάζουν ὅταν ἀπευθύνεται κανεὶς σὲ ἀγέννητο παιδί (ὅπως οἱ λέξεις ἀγρεύεις, ἀνερχόμενε, ἄθροισμα καὶ μητρῶο). Τέλος, παρατηρεῖ κανεὶς καὶ λάθη στὴ σύνταξη: τὸ ὑποκείμενο καὶ τὸ ρῆμα (you’re) ὑπονοεῖται στὴν ἀρχὴ κάθε φράσης καὶ ἐπιβάλλει στὴ μετάφραση νὰ ἀκολουθηθεῖ σύνταξη κατηγορουμένου, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔχει γίνει προφανῶς ἀντιληπτὸ καὶ δυσχεραίνεται ἀκόμη περισσότερο ἡ ἀνάγνωση τοῦ ποιήματος.

 

Γι᾽αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι πρὶν ἀκόμη ἀνοίξει ἡ συζήτηση γιὰ ζητήματα ὕφους ἢ μουσικότητας, θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν ζητήματα πιὸ οὐσιώδη ἀκόμη: προβλήματα στοιχειώδους κατανόησης λέξεων, ἐκφράσεων καὶ συντακτικῶν δομῶν, προβλήματα στοιχειώδους κατανόησης ὕφους καὶ ροῆς τοῦ λόγου. Διότι ὅση ποιητικὴ ἄδεια κι ἂν σοῦ ἐπιδαψιλεύσει ἡ μούσα σου, ὅποια μεταφραστικὴ θεωρία κι ἂν ἐπικαλεσθεῖς, ὅσες ἀνάγκες τοῦ ρυθμοῦ κι ἂν χρησιμοποιήσεις ὡς ἄλλοθι, τὰ λεξιλογικὰ λάθη παραμένουν λάθη, οἱ συντακτικὲς παρανοήσεις παραμένουν παρανοήσεις καὶ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὰ ὑφολογικὰ ἐπίπεδα τῆς γλώσσας παραμένει τραγική. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι τὸ μεταφρασμένο ποίημα δὲν βγάζει νόημα, ὅσο ξεκάθαρο κι ἂν εἶναι τὸ πρωτότυπο.

Λάθη σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς σὲ σχεδὸν ὅλα τὰ ποιήματα τῆς ἔκδοσης αὐτῆς τοῦ  Ἄριελ. Ἐντελῶς ἐνδεικτικά, ὅσο ἀφορᾶ τὸ λεξιλόγιο, state of repair δὲν εἶναι ἡ ἀποκατάσταση (οὔτε ἡ ἐπισκευή, παρεμπιπτόντως), shift δὲν σημαίνει ἐπιδεικνύω, freakish δὲν σημαίνει φρικτός, suck breath (καὶ μάλιστα like mileage) δὲν σημαίνει ἀγκομαχῶ (καὶ μάλιστα σὰν μηχανή!), καὶ κάτι ποὺ περιγράφεται ὡς unasked for μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι εὐπρόσδεκτο, ἀλλὰ σίγουρα δὲν εἶναι ἀπρόσμενο.

Ὡς πρὸς τὴ γραμματικὴ καὶ τὴ σύνταξη, ἂς σημειώσουμε, καὶ πάλι ἐνδεικτικά, ὅτι στὰ ἑλληνικά, τὰ ποιητικὰ αἴτια δὲν εἰσάγονται μὲ γιά, ὁ παρακείμενος δὲν ἐκφράζει ἀόριστο παρελθοντικὸ χρόνο, καὶ τὸ ἀόριστο ἄρθρο τῆς ἀγγλικῆς δὲν μεταφράζεται πάντα (γιὰ τὴν ἀκρίβεια, σπανίως μεταφράζεται) ὡς ἕνας, μιά, ἕνα, ἐνῶ ἀντίθετα τὸ ὁριστικὸ ἄρθρο εἶναι ἀπαραίτητο πρὶν ἀπὸ τὰ κύρια ὀνόματα στὴ γλώσσα μας.

Βεβαίως, θὰ μποροῦσε κανεὶς μὲ θρασύτητα νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἐπιλέγει ἀμφίβολες ἢ σόλοικες μεταφράσεις σὲ κάποιες περιπτώσεις διότι τὸν ἐνδιαφέρει περισσότερο ἡ ἀπόδοση τοῦ ὕφους τοῦ πρωτοτύπου καὶ ὅτι στὸ βωμὸ τοῦ ὕφους ἀναγκάστηκε νὰ θυσιάσει τὴν ὀρθότητα˙ ὅταν, ὅμως, στὴ μετάφρασή του ἐμφανίζεται καὶ τὸ τσιγκέλι ποὺ αἴρει ἄχθος καὶ τὸ ἐπεξεργασμένο χιόνι καὶ ἡ γυμνὴ ὀξείδωση τοῦ κόνδορα, τότε οἱ ἀξιώσεις νὰ χτίσει ὕφος ἔχουν πάει περίπατο πρὸ πολλοῦ.

Τέλος, περιμένει κανείς, ἰδιαίτερα ὅταν μιὰ μετάφραση ποιητικοῦ ἔργου συνοδεύεται ἀπὸ περισπούδαστη εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καὶ σημειώσεις, ὅτι κάποιες στοιχειώδεις πραγματολογικὲς ἀναφορὲς εἶναι γνωστὲς στὸν μεταφραστὴ καί, ἂν δὲν ἐπισημαίνονται στὶς σημειώσεις, τοὐλάχιστον ἀποδίδονται μὲ τρόπο ποὺ νὰ δείχνει ὅτι ἔγιναν κατανοητὲς καὶ κυρίως ποὺ νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἀναγνώστη νὰ τὶς ἐπισημάνει: δὲν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα, ἂς ποῦμε, νὰ ἀναφέρεσαι στὰ “μαντίλια τῆς Ἰσιδώρας”, ὅταν ἡ ἀναφορὰ εἶναι στὴν Ἰσιδώρα Ντάνκαν καὶ στὸν φρικτὸ θάνατό της˙ οὔτε νὰ ἀναφέρεσαι σὲ “ναζιστικὰ” ἀμπαζούρ, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἀμπαζοὺρ ἀπὸ ἀνθρώπινο δέρμα θυμάτων τῶν ναζιστικῶν στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μετάφραση ἑνὸς σημαντικοῦ ἔργου τῆς παγκόσμιας γραμματείας ποὺ συνυπογράφει γνωστὴ ποιήτρια τῆς νεότερης ἑλληνικῆς γραμματείας, ἴσως δὲν θὰ ἄξιζε τὸν κόπο νὰ ἀσχοληθεῖ κανείς. Ἀλλὰ σὲ μιὰ χώρα ὅπου ἀκόμη καὶ καλοὶ ποιητὲς μεταφράζουν προχείρως καὶ πλημμελῶς σπουδαῖα ἔργα τῆς παγκόσμιας ποίησης (ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ἀριστοτέλη Νικολαΐδη καὶ τὴ φαιδρὴ μετάφρασή του τῶν Ἁπάντων τοῦ Ἔλιοτ), ὅπου ἔχουμε φθάσει νὰ μεταφράζει ἄλλη ποιήτρια τὸ “a case of dog food” περίπτωση σκυλοτροφῆς, καὶ νὰ θεωρεῖται, παρ᾽ ὅλα αὐτά, σπουδαία μεταφράστρια τῆς Sexton, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἀρχίσουν νὰ ἐπισημαίνονται τὰ ὀλισθήματα. Ἂν μή τι ἄλλο, ὤστε νὰ πάψει νὰ διαιωνίζεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ μετάφραση τῆς ποίησης εἶναι ἕνας εὔκολος τρόπος νὰ αὐξηθεῖ ἡ ἀνταλλακτικὴ ἀξία τοῦ ποιητῆ – μεταφραστῆ στὸ χρηματιστήριο τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου. Καὶ κυρίως, ὥστε νὰ σταματήσουν οἱ ἀθῶοι ἀναγνῶστες νὰ πιστεύουν ὅτι ἡ Πλὰθ καὶ ἡ Σέξτον, γιὰ παράδειγμα, ἔγραφαν ἀσυναρτησίες ἢ ὅτι οἱ ἀσυναρτησίες ποὺ πράγματι γράφουν οἱ ὑποτιθέμενοι ἐπίγονοί τους ἐν Ἐλλάδι βαδίζουν στὰ χνάρια σπουδαίων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν.

 

Ἔλα, γιατὶ βιαστικὰ μεγαλώνω: ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο τῆς Παυλίνας Μάρβιν

Ἡ Παυλίνα Μάρβιν δὲν εἶναι ἄγνωστη σὲ ὅσους ἀσχολοῦνται, ἔστω καὶ λίγο, μὲ τὴν ποίηση. Χρόνια τώρα δημοσιεύει ποιήματά της σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ ἐμφανίζεται σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις. Ἐντούτοις, τὸ πρῶτο της βιβλίο, μὲ τίτλο Ἱστορίες ἀπ᾽ὅλον τὸν κόσμο μου καὶ μικτὸ περιεχόμενο (ποιήματα καὶ σύντομα πεζογραφήματα) κυκλοφόρησε μόλις πρὶν λίγες βδομάδες, σὲ ἕνα ἰδιαίτερα καλαίσθητο καὶ φροντισμένο τομίδιο ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται, λοιπόν, κατὰ μία ἔννοια, γιὰ πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, δεδομένου ὅτι μόλις ἐκδόθηκε τὸ πρῶτο της βιβλίο, ἀλλὰ συγχρόνως γιὰ συγγραφέα γνωστὴ στοὺς παροικοῦντες τὴ λογοτεχνικὴ σκηνή. Φαίνεται, ἑπομένως, ὅτι ἡ Μάρβιν ἄφησε νὰ περάσει ἀρκετὸς καιρὸς κατ᾽ ἀρχὰς μαθητείας καὶ ἐν συνεχείᾳ τριβῆς μὲ τὸ ὅποιο λογοτεχνικὸ γίγνεσθαι προτοῦ ἀποτολμήσει τὴν ἔκδοση αὐτοτελοῦς ἔργου της σὲ μορφὴ βιβλίου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δημιουργεῖ τὴ βάσιμη ὑποψία ὅτι ἡ Μάρβιν δὲν βιάζεται, ὅτι παίρνει στὰ σοβαρὰ τὴν ἐνασχόλησή της μὲ τὴ γραφή, ὅτι τὸ βιβλίο ποὺ κρατᾶμε στὰ χέρια μας εἶναι προϊὸν μακρᾶς, γιὰ τὰ δεδομένα νεαρῆς πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, ἐπεξεργασίας καὶ πιθανότατα αὐστηρῆς ἐπιλογῆς. Συγχρόνως, δημιουργοῦνται στὸν ἀναγνώστη προσδοκίες γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ βιβλίου ὑψηλότερες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ θὰ ταίριαζαν μὲ ἕνα τυχαῖο πρῶτο βιβλίο.

Τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο δικαιώνει, σὲ μεγάλο βαθμό, αὐτὲς τὶς προσδοκίες. Οἱ Ἱστορίες ἀπ᾽ὅλον τὸν κόσμο μου εἶναι πράγματι καλὸ βιβλίο, καὶ μάλιστα, ἂν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι εἶναι ἕνα πρῶτο βιβλίο, θὰ μποροῦσα νὰ τὸ χαρακτηρίσω πολὺ καλό. Ἂν καὶ ἡ συγγραφέας ἀποφεύγει νὰ τὸ χαρακτηρίσει ποιητικό, φροντίζοντας μάλιστα στὸ biblionet τὸ βιβλίο νὰ ἐμφανίζεται σὲ δύο κατηγορίες, τῆς ποίησης ἀλλὰ καὶ τῆς πεζογραφίας, θὰ κατέτασσα χωρὶς δισταγμοὺς τὸ βιβλίο στὰ ποιητικά, καὶ ὄχι στὰ πεζογραφικὰ ἢ ὑβριδικά. Οἰ Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου περιλαμβάνουν ἕντεκα ποιήματα σὲ στίχο καὶ δεκατρία πεζόμορφα κείμενα, ἀλλὰ μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα, τὸ πρῶτο, θὰ περιέγραφα ὡς διήγημα, ἂν δὲν πίστευα ὅτι πρόκειται μᾶλλον γιὰ ἀτελὲς ποίημα.

Τὸ βιβλίο περιλαμβάνει πέντε σύντομες ἑνότητες: «Νοσοκόσμος», μὲ ἑφτὰ κείμενα˙ «Γειά σου γιαγιά» μὲ τρία˙ «Κοσμήτωρ» μὲ δύο˙ «Ψυχοϊστορία» μὲ τρία˙ καὶ «Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου» μὲ ἐννιά.

Παραδόξως, ἡ πρώτη ἑνότητα εἶναι, συγκριτικά, ἀδύναμη. Ξεκινἀει μὲ ἕνα διήγημα – παραμύθι, στὸ ὁποῖο ἤδη ἐντυπωσιάζει ἡ πολὺ καλὴ χρήση τῆς γλώσσας καὶ ὁ δουλεμένος ρυθμός, καὶ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἐνταχθεῖ στὰ δυνατὰ κείμενα τοῦ βιβλίου ἂν ἔλειπαν οἱ ἀχρείαστα ἐπεξηγηματικὲς καὶ κάπως διδακτικὲς δύο τελευταῖες παράγραφοι. Τὸ διήγημα φαίνεται νὰ θέτει κάποιους βασικοὺς θεματικοὺς ἄξονες ποὺ ἐπανέρχονται στὰ ὑπόλοιπα κείμενα τῆς ἑνότητας: τὴν παρατήρηση τῆς νόσου, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, τὴν φιλοπαίγμονα διάθεση ἀπέναντι στὴ νόσο, τὴν ἀδυναμία πραγματικῆς ἀντίδρασης ἀπέναντι στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο. Ἐντούτοις, στὴν ἴδια ἐνότητα περιλαμβάνονται καὶ δύο ποιήματα ποὺ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ συσχετίσει κανεὶς μὲ τὰ ἄλλα, τὸ «Τραγούδι τῆς μικρῆς μουσόπληκτης» καὶ τὸ «Φαινόμενο αὐτοχειριασμοῦ», ὅπου φαίνεται πὼς ἡ ποιήτρια ἐξερευνᾶ ἐρωτήματα περὶ τῆς ταυτότητας τοῦ ποιητῆ καὶ περὶ τῆς φύσης τῆς ποιητικῆς δημιουργίας. Συγχρόνως, τὰ κείμενα τῆς πρώτης ἑνότητας, ἂν καὶ ὅλα εἶναι γλωσσικὰ προσεγμένα, χρησιμοποιοῦν διαφορετικὲς τεχνικὲς καὶ ὕφη, ὄχι πάντα μὲ ἐπιτυχία, βλάπτοντας τὴ συνοχὴ τῆς πρώτης ἑνότητας τοῦ βιβλίου. Μᾶς ἀποζημιώνει, σἐ μεγάλο βαθμό, τὸ τελευταῖο ποίημα αὐτῆς τῆς ἑνότητας («Ὄνειρο παραμονὴ τῆς μετάγγισης»), τὸ ὁποῖο προαναγγέλλει τὴ δεύτερη ἑνότητα, ἐπιστρέφοντας μὲ ἀξιοθαύμαστη πυκνότητα στὴ θεματικὴ τῆς νόσου καὶ τῆς φιλοπαίγμονος, καίτοι ἀδιέξοδης, ἀντίδρασης σὲ αὐτἠν.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα, «Γειά σου Γιαγιά», εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἡ πιὸ συνεκτική, ἡ πιὸ καθαρὴ τοῦ βιβλίου. Περιλαμβάνει τρία ποιήματα, ἕνα πεζόμορφο καὶ δύο σὲ στίχους, συμπεριλαμβανομένου τοῦ πιὸ ἐκτεταμένου, ἀλλὰ καὶ πιὸ δυνατοῦ, ποιήματος τοῦ βιβλίου, ποὺ τιτλοφορεῖται «Μαύρη Μαγειρίτσα». Ἡ νεκρὴ γιαγιὰ ἐμφανίζεται, βεβαίως, καὶ στὰ τρία ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς, σὲ μιὰ ψευδοαυτοβιογραφικὴ ποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ ξεκινᾶ μὲ ἀναμνήσεις ἐξάρτησης καὶ καταλήγει στὸν ἀπρόθυμο ἀπογαλακτισμό («ἔλα, γιατὶ βιαστικὰ μεγαλώνω / δὲν εἶμ᾽ ἐγγονὴ κανενός»), κορυφαία ὅμως παραμένει ἡ «Μαύρη Μαγειρίτσα», ὅπου ἀποκαλύπτεται ἡ ἀμφίθυμη σχέση ἐξουσίας καὶ ὑποταγῆς ἣ προστασίας καὶ ἀνάγκης σὲ ἕνα σκηνικὸ ποὺ θυμίζει τὶς weird sisters τοῦ Μακμπὲθ καὶ πιθανῶς τὴν Anna Ebeler τῆς τέταρτης ἑνότητας.

Στὴν τρίτη ἑνότητα, μὲ τίτλο «Κοσμήτωρ» (πιθανῶς μὲ τὴν ἔννοια τοῦ παιδονόμου, ἀλλὰ ἐξίσου πιθανῶς καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ κοσμητῆ τῶν ἀγαλμάτων),  συναντᾶμε δύο ἐπίσης δυνατὰ ποιήματα γιὰ μιὰ στενή, κτητικὴ σχέση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι φιλικὴ ἢ ἐρωτική, μὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πραγματικὸς ἢ φασματικός, καὶ ποὺ πάντως χάνεται, καταλείποντας τὸν φόβο. Στὸ πρῶτο ποίημα, ὁ Ἰάκωβος φαίνεται πὼς εἶναι ὁ φανταστικὸς φίλος μιᾶς μικρῆς στὸ νηπιαγωγεῖο, ἴσως ἐγκαταλελειμμένος, ἴσως τραυματικὰ ἀνύπαρκτος («Κλαίω γιατί / ἀμφιβάλλω πὼς ὑπάρχει»), πάντως ἐμφατικὰ δικός της («Εἶναι δικός μου ὁ Ἰακωβος»). Στὸ δεύτερο ποίημα, τὸ πιὸ ἐνήλικο, κυριαρχεῖ ὁ φόβος. Καὶ ἀποκαλύπτεται πὼς δὲν ἐπρόκειτο γιὰ παιδικὸ παιχνίδι: ὁ Ἰάκωβος (ποὺ δὲν κατονομάζεται πιὰ) χάνεται, ἴσως πνίγεται, κυνηγημένος.

Ἡ τέταρτη ἑνότητα ἐπιγράφεται «Ψυχοϊστορία», συνδέοντας ἴσως τὶς προηγούμενες μὲ τὴν τελευταία. Τὸ πρῶτο ποίημα, μὲ μορφὴ τραγουδιοῦ ἢ παιγνιδιοῦ, εἶναι μιὰ προσωπική, ἀσαφὴς ὅσο καὶ παιγνιώδης, προγραμματικὰ ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἀπολογίας γιὰ ἀμφίβολα λάθη. Στὸ δεύτερο ποίημα, μὲ ἀκόμη πιὸ  παιγνιώδη διάθεση, ὁ Νέρων ὁμολογεῖ μὲ εὐκολία τὰ ἐγκλήματά του, ἀλλὰ ἀρνεῖται καὶ τιμωρεῖ ὅ,τι θεωρεῖ πὼς θὰ τὸν παρουσίαζε γελοῖο. Στὸ τρίτο ποίημα, μιὰ μεταμεσαιωνικὴ μάγισσα ὁμολογεῖ ἐπίσης τὰ ἐγκλήματά της ἐπιχαίροντας γιὰ τὶς συνέπειές τους. Τόσο ἡ παραδοχὴ λαθῶν καὶ ἐγκλημάτων ὅσο καὶ ἡ ἄρνησή τους παρουσιάζονται στὰ τρία ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς μὲ ἐλαφρότητα, ἀκόμη καὶ μὲ χιοῦμορ θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς˙ ἀκόμη καὶ στὸ τελευταῖο ποίημα, παρὰ τὴ βαρύτητα τοῦ ἐγκλήματος, ὁ τόνος καὶ ἡ ὁμοιοκαταληξία ὑπονομεύουν τὴν σοβαρότητα μὲ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσεγγίσει τὸ θέμα. Ἡ ὅλη ἑνότητα παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀστεῖο, ἴσως ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι ἀκριβῶς τόσο σοβαρό. Ἐντούτοις, τὰ δύο πρῶτα ποιήματα μοιάζουν μᾶλλον μὲ ἀσκήσεις, ἡ συμπερίληψη τῶν ὁποίων δὲν δικαιώνεται οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ τρίτο ποίημα τῆς ἑνότητας, ὅπου προβάλλει ἡ Anna Ebeler ὡς τιμωρός, μὲ δυνατὴ καὶ ἀδιαπραγμάτευτη φωνή.

Ἡ τελευταία ἑνότητα εἶναι καὶ αὐτὴ ποὺ ἔδωσε τὸν τίτλο της σὲ ὅλο τὸ βιβλίο: Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου. Πρόκειται γιὰ ἐννέα πεζόμορφα ποιήματα, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀφηγοῦνται πράγματι παράδοξες ἱστορίες, δικαιώνοντας τὸν τίτλο μὲ τὴν γεωγραφική τους κάλυψη, ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τόπους μακρινοὺς ὣς τόπους ἐσωτερικούς. Τὸ κοινὸ στοιχεῖο φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ἐρωτικὴ διάψευση, τὴν ὁποία τὰ ποιήματα αὐτῆς τῆς ἑνότητας ἐρευνοῦν μὲ διάφορες ἀφορμές, ἀληθοφανεῖς ἢ ὀνειρικές, καὶ ὑπὸ διαφορετικὰ πρίσματα. Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ βιβλίου, μὲ τὸν τίτλο «Μάθε με νὰ χωρίζω», εἶναι ἀποκαλυπτικὸ καὶ τῆς θεματολογίας καὶ τῶν δυνατοτήτων τῆς ποιήτριας καί, σὲ συνδυασμὸ μὲ κάποια ἄλλα ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς (σημειώνω ἐδῶ «Τὰ Ροῦχα τοῦ Παναγιώτη» καὶ τὶς «Τσαγιέρες»), ἀφήνει μιὰ ἰδιαίτερα θετικὴ συνολικὴ ἐντύπωση καὶ δημιουργεῖ ὑψηλὲς προσδοκίες γιὰ τὰ ἑπόμενα βήματα τῆς Μάρβιν.

Στὶς Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου μπορεῖ νὰ διαβάσει κανεὶς ποιήματα δυνατά, στὰ ὁποῖα ἀκούγεται καθαρὴ ἡ φωνὴ μιᾶς ποιήτριας ποὺ ἔχει γνώση τοῦ ἀντικειμένου της καὶ τῶν τεχνικῶν τῆς ποίησης καὶ ἔχει δουλέψει τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Προσωπικά, ξεχωρίζω τὰ ἑξῆς: «Τὰ Ζιζάνια», «Ὄνειρο παραμονὴ τῆς μετάγγισης», «Μαύρη Μαγειρίτσα», «Ὁ συμμαθητής μου Ἰάκωβος», «Τσαγιέρες», «Τὰ ροῦχα τοῦ Παναγιώτη», «Μάθε με νὰ χωρίζω». Βεβαίως, περιλαμβάνονται ἐπίσης καὶ κείμενα στὰ ὁποῖα ἡ φωνὴ τῆς ποιήτριας χάνεται μὲ σκοπὸ μᾶλλον νὰ ἀναδειχθεῖ, ἢ ἴσως καὶ νὰ ἐπιδειχθεῖ, ἡ τεχνικὴ ἐπάρκεια ἢ δεξιοτεχνία τῆς ποιήτριας: ποιήματα-ἀσκήσεις, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι ἀδικοῦν τὸ σύνολο καὶ ὑπονομεύουν τὴν ἑνότητα καὶ τὴ συνοχὴ τοῦ ἔργου (ὅπως, γιὰ παράδειγμα, «τὸ τραγούδι τῆς μικρῆς μουσόπληκτης, τὰ δύο πρῶτα ποιήματα τῆς τέταρτης ἑνότητας ἢ «ἡ ἰδιόλεκτος»).  Στὴν πραγματικότητα, ἡ Μάρβιν δὲν ἔχει ἀνάγκη τέτοιων ἐπιδείξεων: ἡ παράλειψή τους θὰ ἔδινε στὸ σύνολο μεγαλύτερη ἐνάργεια καὶ μεγαλύτερη δραστικότητα.

Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι πολὺ ψιλὰ γράμματα γιὰ τοὺς περισσότερους δημιουργούς, ἀκόμη καὶ γιὰ κάποιους μὲ πολλὰ χρόνια καὶ πολλὰ ἔργα στὴν πλάτη τους. Καὶ ἡ μεμψιμοιρία ποὺ ἴσως φανεῖ ὅτι χαρακτηρίζει τὸ τελευταῖο μου σχόλιο γιὰ τὸ βιβλίο τῆς Μάρβιν ὑπεισῆλθε μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἡ ποιότητα τῆς γραφῆς της μὲ ἀναγκάζει νὰ θέλω νὰ εἶμαι αὐστηρότερος ἀπὸ ὅσο πρέπει ὅταν μιλάει κανεὶς γιὰ νέους (καὶ ἡλικιακὰ καὶ στὰ γράμματα) ποιητές.

Μακάρων βραχονησίδες: “Στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου” τοῦ Κυριάκου Συφιλτζόγλου

Τὰ ποιήματα περὶ ποιημάτων ἢ/καὶ περὶ ποιητῶν εἶναι δύσκολο νὰ ἀγνοηθοῦν. Ἡ ἴδια ἡ θεματολογία τους τὰ τοποθετεῖ στὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἀναγνωστῶν τῆς ποίησης, δεδομένου ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν γράφουν καὶ οἱ ἴδιοι ποιήματα καὶ ἀφιερώνουν, θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανείς, ἀρκετὸ ἀπὸ τὸν χρόνο τους στὴν μελέτη τοῦ ἔργου καὶ τοῦ βίου ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν προηγηθεῖ τῶν ἰδίων στὸ λογοτεχνικὸ κουρμπέτι, ἂν ὄχι μὲ πρόθεση μαθητείας, τοὐλάχιστον ἀπὸ περιέργεια.

[Ἔτσι τὰ ἔφερε ἡ κατάρα ὥστε κι ἐγὼ ἀκόμη, παραδόξως, τὴν πρώτη μου ἐμφάνιση στὰ ἀμιγῶς λογοτεχνικὰ τὴν ἔκανα (στὸ τεῦχος 9 τῆς Ποιητικς, τὸ 2012) μὲ ἕνα ποίημα αὐτῆς τῆς κατηγορίας, τιτλοφορημένο «Στιγμιότυπα μὲ νεκρὲς ποιήτριες». Τὸ ποίημα αὐτὸ πράγματι κίνησε κάποιο ἐνδιαφέρον, ἀρνητικὸ βεβαίως, καὶ προξένησε ἀντιδράσεις δυσανάλογες, ἀλλὰ τοῦ ὀφείλω τὸ μεγαλύτερο σὲ ἔκταση κείμενο ποὺ ἔχει γραφτεῖ γιὰ τὴν ποίησή μου: ἕνα δισέλιδο λιβελλογράφημα στὴν Φιλολογική, τὴν ὁποία ὣς τότε ἀγνοοῦσα καὶ ἔκτοτε περιφρονῶ.]

Εἶναι δύσκολο νὰ ἀντισταθεῖ κανεὶς σὲ αὐτῆς τῆς θεματολογίας τὴν ποίηση, εἴτε εἶναι φανατικὸς φίλος τῆς ποίησης εἴτε εἶναι δημιουργός. Ὡς ἀναγνῶστες, μᾶς ἰντριγκάρει ὄχι μόνο τὸ ἴδιο τὸ θέμα καὶ ὁ χειρισμός του, ἀλλὰ καὶ ἡ διαφαινόμενη σχέση τοῦ ἑκάστοτε ποιητῆ μὲ τοὺς ποιητὲς στοὺς ὁποίους ἀναφέρεται. Ὑποψιαζόμαστε πὼς τὰ περὶ ποιητῶν ποιήματα θὰ μᾶς ἀποκαλύψουν πῶς ἀντιλαμβάνεται ὁ ποιητὴς τὴ σχέση τῆς δουλειᾶς του μὲ τὴν δουλειὰ ἄλλων ποιητῶν, τί τὸν συγκινεῖ στὸν βίο καὶ στὸ ἔργο τῶν ἄλλων, τί θαυμάζει, τί θεωρεῖ ὅτι τὸν ἔχει ἐπηρεάσει. Ἐξίσου ἐνδιαφέροντα φαίνονται ἐπίσης τὰ ποιήματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἄλλους δημιουργούς (γιὰ παράδειγμα, πεζογράφους, φιλοσόφους, σκηνοθέτες, φωτογράφους), διότι καὶ αὐτά, βεβαίως, πιστεύουμε ὅτι ἀποκαλύπτουν τὴν στάση τοῦ ἑκάστοτε ποιητῆ ἀπέναντι στὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία καί, συχνά, τὴ θέση του στὴν περιπέτεια τῶν ἰδεῶν.

Ἡ ποίηση αὐτῆς τῆς θεματολογίας ἔχει μακρὰ ἱστορία καὶ σχεδὸν τόσες ἐκφάνσεις ὅσες καὶ οἱ ποιητικοὶ τρόποι. Ἂς ἀναφέρω ἐδῶ, ἀπολύτως ἐνδεικτικὰ ὡς παραδείγματα ἐντελῶς διαφορετικῶν προσεγγίσεων σὲ αὐτὴ τὴ θεματική,  τὶς σαπφικὲς καὶ πινδαρικὲς ἀναφορὲς τῶν δν τοῦ Ὁρατίου, τὶς σκωπτικὲς ἀναφορὲς σὲ ὁμότεχνους καὶ ἀντίζηλους  τοῦ  Κάτουλλου, τὸ περίφημο Σύμφωνο τοῦ Πάουντ μὲ τὸν  Γουίτμαν, τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Κὴτς στὸν τάφο τοῦ Μπέρνς, τὰ ποιητικὰ δοκίμια τῆς Κάρσον μὲ ἀναφορὲς ἀπὸ τη Σαπφὼ καὶ τὸν Κάτουλλο ὣς τὴν Ντενέβ,  ἀλλὰ  καὶ στὰ καθ᾽ ἡμᾶς, τὶς σάλπιγγες τοῦ Σικελιανοῦ,  τὰ καφκικὰ τοῦ Σαχτούρη,  τὰ “φιλοσοφικὰ” χαϊκοὺ ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὰ πεζόμορφα σχεδὸν διασημότητας τοῦ Βλαβιανοῦ, ἢ τὰ σονέττα τῆς Νήσου τῶν Μακάρων τοῦ Βαγενᾶ.

Ὁμολογῶ ὅτι προσωπικὰ πράγματι ἀνήκω στοὺς φανατικοὺς ἀναγνῶστες ποίησης αὐτῆς τῆς θεματικῆς. Καὶ ὅταν ἕνας ποιητὴς τοῦ ὁποίου τὴν ποίηση ἐκτιμῶ πληροφοροῦμαι ὅτι ἔχει ἐκδώσει βιβλίο αὐτῆς τῆς κατηγορίας, τὸ προμηθεύομαι ἀμέσως καὶ τὸ διαβάζω μὲ λαχτάρα. Σὲ κάποιες περιπτώσεις (ὅπως, π.χ., τῆς Νήσου τῶν Μακάρων ἢ καὶ τοῦ Στεφάνου τοῦ Βαγενᾶ,  τοῦ  Σχεδν διάσημος τοῦ Βλαβιανοῦ, τῶν πιστολῶν σ ποιητ τοῦ Ρούβαλη καὶ τοῦ ἐν μέρει μόνον ὁμοειδοῦς σόπαλου Τραύματος τοῦ Στίγκα) δὲν διαψεύδομαι. Σὲ ἄλλες, ὅμως, ἡ διάψευση τῶν προσδοκιῶν εἶναι μεγάλη, ἠχηρὴ καὶ ἀκατανόητη.

Τέτοια περίπτωση ἀποτέλεσε γιὰ μένα τὸ βιβλίο τοῦ Κυριάκου Συφιλτζόγλου, Στ σπίτι το κρεμασμένου (Θράκα, 2015). Ἂς ξεκαθαρίσω ὅτι τὰ ποιήματα τοῦ Συφιλτζόγλου στὰ τρία προηγούμενα βιβλία του μοῦ εἶχαν ἀρέσει ἀπὸ ἀρκετὰ ὣς πολύ, καὶ μάλιστα τὸ  Μ φος νδιάνου (Μελάνι, 2014) τὸ βρῆκα ἐξαιρετικό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ  οἱ προσδοκίες μου ὅταν ἔπιασα  στὰ χέρια μου τὸ σπίτι το κρεμασμένου ἦσαν ἰδιαίτερα ψηλές. Ἐντούτοις, τὸ σπίτι το κρεμασμένου μὲ ἄφησε κατ᾽ἀρχὰς ἀδιάφορο καὶ ὅταν ἐπέστρεψα σὲ αὐτὸ μὲ θύμωσε κιόλας. Μὲ θύμωσε ὄχι ἐπειδὴ τὸ βρῆκα κακό (δὲν θυμώνω μὲ τὰ κακὰ βιβλία, ὅσο κι ἂν ἐπαινοῦνται ἢ/καὶ βραβεύονται), ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀκριβῶς διέψευσε τόσο βάναυσα τὶς προσδοκίες μου.

Βεβαίως, ὡς συνήθως, δὲν συμφωνοῦν μαζί μου αὐτοὶ ποὺ ξέρουν: τὸ βιβλίο ἀγαπήθηκε ἀπὸ πολλοὺς τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ, βραβεύθηκε ἀπὸ τὸν «ἀναγνώστη» καὶ κατὰ τὴν κυρία Τοπάλη καθιερώνει τὸν Συφιλτζόγλου ὡς ποιητή. Μόνη ἐξαίρεση στὴν ὁμόφωνα ἐπαινετικὴ ὑποδοχὴ τοῦ βιβλίου ἀποτέλεσε ἕνα σημείωμα τῆς Χριστίνας Λιναρδάκη. Ἀναρωτήθηκα λοιπὸν τί εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν μοῦ ἀρέσει στὸ σπίτι το κρεμασμένου, τί λάθος ἔχω κάνει στὴν ἐκτίμησή μου καὶ γιατί.

Ἡ ἀρχική μου ἀντίδραση ἦταν σαφῶς ἀπορριπτική, καὶ μάλιστα μὲ συνοπτικὴ διαδικασία: εὐκολάκι, εἶχα σκεφτεῖ, προχειροδουλειά, καὶ δὲν εἶχα, μάλιστα, διαβάσει τὸ βιβλίο ὣς τὸ τέλος, τὸ παράτησα κάπου μεταξὺ Μπέκετ καὶ Πλάθ, δηλαδὴ στὴ σελίδα 23. Ἐπέμεινα, ὅμως, καὶ ἐπέμεινα μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς κάτι μοῦ διέφευγε. Λίγες μέρες μετά, ξαναδιάβασα ὅ,τι εἶχα διαβάσει καὶ διάβασα καὶ τὸ ὑπόλοιπο βιβλίο, πολλὲς φορές, προσπαθώντας ἐναγωνίως νὰ βρῶ τί λάθος εἶχα κάνει. Καὶ δὲν τὰ κατάφερα. Ἡ ἐντύπωσή μου δὲν ἄλλαξε. Σχεδὸν ἕνα χρόνο καὶ πολλὲς προσεχτικὲς ἀναγνώσεις μετά, ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλίο ποὺ δὲν τηρεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδιναν τὰ προηγούμενα τοῦ Συφιλτζόγλου καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο τοῦ ποιητῆ, οὔτε βεβαίως μὲ φαινομενικὰ ὁμοειδῆ ἔργα ἄλλων, ὅπως αὐτῶν ποὺ ἀνέφερα παραπάνω.

Στὴν προσπάθειά μου νὰ ἐξηγήσω τὴν ἀπέχθεια ποὺ μοῦ προξένησε τὸ σπίτι το κρεμασμένου, ἔψαξα νὰ βρῶ ποιό εἶναι τὸ στοιχεῖο αὐτὸ ποὺ μοῦ ἀρέσει στὰ ὁμοειδῆ, ἔστω καὶ μὲ εὐρεία ἔννοια, ἔργα, τὸ ὁποῖο λείπει ἀπὸ τὸ σπίτι το κρεμασμένου. Τελικά, μετὰ ἀπὸ πολὺ βασάνισμα, βρῆκα δύο στοιχεῖα ποὺ λείπουν καὶ ἕνα ποὺ περισσεύει.

Τὸ πρῶτο, λοιπόν, ποὺ λείπει ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Συφιλτζόγλου εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐμπλοκὴ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου. Τὰ πεζόμορφα, κατὰ κύριο λόγο, ποιήματα ποὺ συμπεριλαμβάνονται στὸ βιβλίο ἀναφέρονται σὲ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς «ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν», ἀπὸ τὸν Κάφκα ὣς τὸν Παζολίνι, ἀπὸ τὸν Καβάφη ὣς τὸν Μπουχάριν, ἀπὸ τὸν Ρόθκο ὣς τὸν Σαχτούρη, ἀπὸ τὸν Φιλύρα ὣς τὸν Κόνραντ. Ἡ εὐρυμάθεια τοῦ συγγραφέα εἶναι προφανής, ἀλλὰ ἡ σχέση τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου αὐτοῦ τοῦ βιβλίου μὲ τοὺς χαρακτῆρες ποὺ παρελαύνουν στὶς σελίδες του, ἂν ὑπάρχει, στὶς συντριπτικὰ περισσότερες περιπτώσεις δὲν μᾶς ἀποκαλύπτεται. Προσωπικά, αὐτὸ ποὺ διαβάζω στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου εἶναι μιὰ ἐγκυκλοπαιδικὴ περιήγηση, ὅπου παραμένει ἀπὸν τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ποὺ θὰ μποροῦσε (καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου, θὰ ἔπρεπε) νὰ συμμετέχει ἢ νὰ ἀντιδρᾶ στὰ ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀσύνδετα συμβάντα.

Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ λείπει εἶναι ἡ συνοχή, ἡ συνεκτικότητα, μὲ ἄλλα λόγια ἡ δομή, μὲ ἀκόμη σκληρότερα λόγια ὁ λόγος ὕπαρξης. Ὁ μόνος συνδετικὸς κρίκος μεταξὺ τῶν ποιημάτων εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ συγγραφεῖς ἢ ἀνθρώπους τῆς τέχνης καὶ ἐνίοτε τῆς ἐπιστήμης. Δὲν ὑπάρχει ὑφολογικὴ συνέπεια καὶ συνέχεια, δὲν ὑπάρχουν θεματικοὶ ἄξονες πάνω στοὺς ὁποίους θὰ μποροῦσε νὰ χτιστεῖ τὸ βιβλίο (σὲ ἀντίθεση, ἂς ποῦμε, μὲ τὸ Μὲ ὕφος ἰνδιάνου τοῦ ἰδίου). Στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου συνυπάρχουν κείμενα σεναριακά, ψευδοαποφθέγματικά, ἐπιστολικά, ἀφηγηματικά, ψευδοαυτοβιογραφικά, λυρικά, διαλογικά, τῶν ὁποίων, ὅμως, ἡ σχέση καὶ ἡ σύνδεση μένουν, παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ ἀναγνώστη, ἀφανεῖς. Σὲ κάποιες περιπτώσεις γίνονται ἀναφορὲς σὲ πραγματικὰ περιστατικὰ ἢ ἔργα, σὲ ἄλλες φαίνεται τυχαία ἢ αὐθαίρετη ἡ παρουσία τῶν συγκεκριμένων χαρακτήρων σὲ σκηνὲς ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ πρωταγωνιστεῖ ὁ καθένας. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀξιοποίηση, ἂς ποῦμε, βιογραφικῶν στοιχείων τῶν χαρακτήρων (ἂν καί, βεβαίως, συμβαίνει καὶ αὐτό, ὄχι ἰδιαιτέρως ἐπιτυχημένα, στὶς περιπτώσεις, γιὰ παράδειγμα, Καβάφη-Μαλάνου ἢ Πλὰθ-Χιούζ, ἢ Κάφκα-πατέρα).  Οὔτε πρόκειται γιὰ ἔμμεση ἢ ἄμεση ἀναφορὰ στὸ ἔργο τους (μολονότι συμβαίνει καὶ αὐτὸ ἐπίσης, στὶς περιπτώσεις, ἂς ποῦμε, τοῦ Μπόρχες ἢ τοῦ Σαχτούρη – τὸ ποίημα ποὺ ἀναφέρεται στὸν τελευταῖο νομίζω πὼς εἶναι, παρεμπιπτόντως, ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα καλὰ τῆς συλλογῆς, καὶ αὐτὸ σημαίνει κάτι, καθὼς δείχνει ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐμπλοκὴ μὲ τὸ ἀντικείμενο εἶναι ἀναγκαία συνθήκη γιὰ τὴν παραγωγὴ τῆς ποίησης). Δὲν πρόκειται οὔτε γιὰ μιὰ ἔμμεση, ὑπόγεια ἐξερεύνηση τοῦ φαινομένου τῆς δημιουργίας, ἢ τοῦ χρόνου, ἢ τοῦ θανάτου. Στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει θέμα. Πραγματικά, ἡ μοναδικὴ ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσα ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ δώσω στὸ ἐρώτημα «περὶ τίνος πρόκειται στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου;» εἶναι δὲν ξέρω.

Καὶ τὸ στοιχεῖο ποὺ δυστυχῶς περισσεύει θὰ τὸ περιέγραφα μὲ ἀγοραῖο τρόπο ὡς πόζα. Ὁ κίνδυνος μιὰ ποιητικὴ περιήγηση αὐτοῦ τοῦ εἴδους νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς πόζα καὶ ἀλαζονικὴ ἐπίδειξη εὐρυμάθειας ἐλλοχεύει πάντα. Ἐφόσον ὑπάρχει σοβαρὸς καὶ προφανὴς λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ ποιητικὴ ἐπίκληση τῶν δημιουργῶν ποὺ παρελαύνουν σὲ ἕνα ποιητικὸ ἔργο αὐτῆς τῆς κατηγορίας, ὁ ψόγος τῆς πόζας ἀναιρεῖται. Ἐὰν ὅμως, ὅπως ἐν προκειμένῳ, τὸ name dropping δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ διότι δὲν ἐξυπηρετεῖ κανέναν ἄλλο ποιητικὸ σκόπο, τότε μοιραῖα τίθενται ἐρωτήματα ὅπως γιατί γράφτηκε, καὶ κυρίως γιατί δημοσιεύθηκε, ατ τ βιβλίο; Ποιόν στόχο στόχευε ὁ ποιητής; Μιὰ ἐπίδειξη μοντερνισμοῦ μὲ μεταμοντέρνα ἐσσάνς; Τὴν ἐπίδοση διαπιστευτηρίων εὐρυμάθειας πρὸς τὴν ἀγράμματη ἀκκιζόμενη λογοτεχνίζουσα ἐλὶτ τῆς ἀποικίας μας; Ἢ μήπως πρόκειται γιὰ φάρσα καὶ  ὁ ποιητὴς παίζει καὶ μᾶς ἐμπαίζει, καγχάζοντας μὲ ὅσα περισπούδαστα γράφονται καὶ λέγονται μὲ ἀφορμὴ τὸ λιγότερο βασανισμένο, τὸ λιγότερο ἀξιοπρεπὲς ἀπὸ τὰ ἔργα του;

Εἰλικρινὰ ἐλπίζω ὅτι συμβαίνει τὸ τελευταῖο – ἡ ἐλπίδα, ἄλλωστε, πεθαίνει πάντα τελευταία.