ἐνημέρωση

“I just called 
to fill you in,”
                  one says.

Rae Armantrout


Παίρνω γιὰ νὰ σ᾽ ἐνημερώσω
πὼς ἡ νόσος
δὲν εἶναι τελικὰ τόσο σοβαρή.

Ἡ πρόγνωση 
δὲν εἶναι τραγική.
Θέλω νὰ πῶ, 
θὰ ζήσω.

Θὰ χρειαστεῖ ἁπλῶς
κάποια πράγματα ν’ ἀλλάξουν
στὴ ζωή μας
συνεπείᾳ τῶν ἀναπόφευκτων
ἀκρωτηριασμῶν.

Κάποιες φυσιολογικὲς λειτουργίες
θὰ ὑποβοηθοῦνται μηχανικά. Ἄλλες
θὰ σταματήσουν ὁλωσδιόλου. Ἐπίσης,
τὸ σχῆμα τοῦ σώματος θ᾽ ἀλλάξει. Οἱ δυνατότητες
κίνησης θὰ περιοριστοῦν, δὲν θὰ εἶναι
δυνατὸ νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπίτι, τοὐλάχιστον
ὄχι χωρὶς προσεκτικὸ προγραμματισμό, κι ἐσὺ
θὰ χρειαστεῖ, φοβᾶμαι, νὰ ἐκπαιδευθεῖς ὥστε
νὰ συντονίζεις καὶ νὰ ὑποστηρίζεις τὶς διαδικασίες
τῆς ἐπιβίωσης.

(Οἱ πιὸ ριζικὲς ἀλλαγὲς
ἐπίκεινται. Ἔχουν προγραμματισθεῖ
τρεῖς ἀκόμη ἐγχειρήσεις
καὶ μερικὲς μικροεπεμβάσεις
γιὰ τὴν τοποθέτηση σωλήνων
καὶ μηχανισμῶν
γιὰ τοὺς ὁποίους καλύτερα
νὰ μὴ μιλᾶμε.)

Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶναι 
πὼς πιὰ δὲν γνωρίζω 
ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο.
Ἀπὸ ποιό σημεῖο καὶ πρὶν
θεωρεῖται κανεὶς ἀκόμη
ἀνθρώπινο πλάσμα 
καὶ δὲν ἔχει μετατραπεῖ
σὲ φυτό, ἂς ποῦμε, ἢ σὲ μηχανή.

Ὄχι ὅτι πιστεύω πὼς οἱ ἄνθρωποι
εἴμαστε ἀνώτεροι˙
ἁπλῶς ἀποστρέφομαι τὴν ἀσάφεια:
θέλω νὰ ξέρω τί εἶμαι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

δρόμος

Ἀδειάζει ξαφνικὰ τὸ σῶμα σου

ὁ θώρακας κυρίως σοῦ φαίνεται

σὰν νὰ ἔμεινε κέλυφος κενὸ

χωρὶς καρδιά, χωρὶς πνεύμονες

χωρὶς ἀνάσα, χωρὶς χτύπους,

θὰ σὲ πάρει νομίζεις ὁ ἄνεμος

τρέμει τὸ περίβλημά σου ἄδειο

νοιώθεις πὼς σὰν στάχτη θὰ διαλυθεῖ.

Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ διαπιστώνεις

πὼς εἶσαι ἀκόμη ἐκεῖ, ἔφυγε ὁ φόβος

ὅπως ἦρθε, ἀστραπιαῖα καὶ ἀναίτια.

Ἐπεισόδιο στιγμιαίας παράλυσης

αὐτὸ εἶναι ὁ φόβος, μὲ τὴ διαφορὰ

πὼς κάθε φορὰ εἶναι σὰν πρώτη φορὰ

ἀπροετοίμαστο πάντα καὶ ἔκπληκτο

σὲ καταλαμβάνει καὶ δὲν ἔχεις ποτὲ

γιὰ τὴν ἔκβαση καμμιὰ βεβαιότητα

δὲν σὲ διδάσκει ἡ ἐπανάληψη

ὥσπου σὰν ριπὲς καταφθάνουν

ἀπανωτὲς οἱ στιγμὲς τῆς παράλυσης

καὶ τὰ ἐπεισόδια αὐτὰ γίνονται

σημεῖα μιᾶς μόνιμης στίξης.

Κι ὅσο ἁπλώνεται πίσω σου ἡ ζωὴ

σὰν χιλιόμετρα ποὺ ἤδη ἔχεις διανύσει

σὲ δρόμο ἐρημικὸ τῆς ἐπαρχίας

τόσο πιὸ καθαρὰ διακρίνεις

ἀπὸ τὸν καθρέφτη τοῦ αὐτοκινήτου

τὴν ἀσυνέχεια τοῦ ὁδοστρώματος

τὰ ἀπροσδόκητα αὐτὰ ἐπεισόδια

ἐπαναλαμβανόμενης στιγμιαίας παράλυσης 

στριμωγμένα χωρὶς λόγο σὲ κάδους

ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ στήνουν οἱ διαδηλωτὲς

στὴ μέση τοῦ δρόμου καὶ καῖνε.

Ὅσο κι ἂν πυκνώνουν τὰ φοβικὰ ἐπεισόδια

ἔτσι εἶναι, λές, ἡ ζωή, δὲν τὴν σταματοῦν

λίγες μικρὲς ἀκαριαῖες παύσεις

σηκώνεσαι καὶ συνεχίζεις ἀνάμεσα

στὰ καιόμενα ὁδοφράγματα

καὶ προχωρᾶς καὶ ξαναπέφτεις

καὶ ξανασηκώνεσαι καὶ προχωρᾶς

καὶ δὲν ξέρεις πότε θὰ φτάσεις στὸ τέρμα,

οὕτως ἣ ἄλλως, θὰ ἔρθει ἀναπάντεχα,

δὲν θὰ προφτάσεις νὰ φοβηθεῖς

ἡ νόσος ἀδιάγνωστη θὰ σὲ σύρει ὣς ἐκεῖ.

Sylvia Plath – μιὰ ἀντίφαση

Ὑπάρχει μιὰ ἀνάγνωση τῆς ποίησης τῆς Πλάθ ποὺ στηρίζεται κατὰ βάση στὶς συνθῆκες τοῦ βίου καί, κυρίως, τοῦ θανάτου της. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι, βεβαίως, βιογραφικὴ καὶ «ψυχολογική», καὶ θυμίζει τὴν ἀφελῶς χαρακτηριζόμενη ὡς φροϋδικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀπὸ τὸν Μαλάνο. Ἐντούτοις, ἀποτελεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες τὴν πιὸ δημοφιλὴ ἀνάγνωση, μιὰ ἀνάγνωση ποὺ κυριαρχεῖ, πιστεύω, ὄχι μόνο ἐνισχυόμενη  ἀπὸ τὴ δημοσίευση τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἡμερολογίων τῆς ποιήτριας ποὺ ὤθησε καὶ ὠθεῖ πολλοὺς νὰ ἀναζητοῦν ἀφετηρίες καὶ ἑρμηνεῖες τῶν ποιημάτων τῆς Πλὰθ σὲ περιστατικὰ τῆς ζωῆς της, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ζωὴ τῆς ποιήτριας περιλαμβάνει πράγματι κάποια ἀπὸ τὰ στοιχεῖα πού, καθὼς διευκολύνουν τὴν κατάταξη τῆς Πλὰθ στοὺς «καταραμένους» ποιητές, συγκινοῦν τὶς πιὸ εὐαίσθητες ψυχὲς (ὄχι ὅμως ἀπαραιτήτως καὶ τὰ πιὸ κοφτερὰ μυαλὰ) ἀνάμεσα στοὺς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης: τὴν ψυχικὴ νόσο, τὶς ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες αὐτοκτονίες ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν αὐτοχειρία, σὲ νεαρὴ μάλιστα ἡλικία, τῆς ποιήτριας. 

Καὶ ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ ἀντίφαση: πενήντα τόσα χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Ariel, ἡ Πλὰθ θεωρεῖται πλέον ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ποιήτριες τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἔχουν γραφτεῖ ἑκατοντάδες βιβλία καὶ χιλιάδες ἄρθρα καὶ διατριβὲς γιὰ τὴν ποίησή της, ἡ ἐπίδρασή της εἶναι τέτοια ὥστε νὰ μὴν μᾶς ἐκπλήσσουν ἰσχυρισμοὶ σὰν τῆς Rose[1] ὅτι ἡ Πλὰθ ἔχει στοιχειώσει τὴ σύγχρονη κουλτούρα, παρ᾽ὅλα αὐτὰ οἱ ἀναγνώσεις τῆς ποίησής της ποὺ δὲν στηρίζονται καὶ δὲν ἀναφέρονται στὴ ζωή της ἢ στὸ θάνατό της εἶναι ἐλάχιστες. Ἡ ἴδια ἡ ποίηση τῆς Πλάθ, δηλαδὴ ἡ δομή καὶ ἡ τεχνική της, παίζει τρίτο ἢ τέταρτο ρόλο μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ὀρυμαγδὸ ἀναφορῶν στὴ ζωή της, ποὺ δὲν περιορίζεται, ὅπως θὰ περίμενε κανείς, στὴν πὸπ κουλτούρα, ἀλλὰ κυριαρχεῖ καὶ στὴν φιλολογικὴ ἔρευνα. Ἡ τελευταία, κατατάσσοντας μὲ παραπλανητικὴ εὐκολία τὴν Πλὰθ στοὺς «ἐξομολογητικοὺς» ποιητές, δεδομένου μάλιστα ὅτι ὑπῆρξε μαθήτρια τοῦ Λόουελ, θεωρεῖ ὅτι νομιμοποιεῖται νὰ διαβάζει καὶ νὰ ἑρμηνεύει κάθε στίχο της μὲ βάση πληροφορίες ἁλιευμένες ἀπὸ ποικίλες βιογραφικὲς πηγές, δημοσιευμένες καὶ μή. Δὲν φαίνεται νὰ ἐνδιαφέρει ὅτι ἡ μαθητεία τῆς Πλὰθ στὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση συνέπεσε μὲ τὴν πρώιμη περίοδο τῆς ποίησής της, στὴν ὁποία οἱ ἴδιοι μελετητὲς δυσκολότερα ἀνιχνεύουν βιογραφικὰ στοιχεῖα, οὔτε ὅτι ἡ ἴδια ἀποκήρυξε θεαματικὰ τὴν ἐξομολογητικὴ ποίηση καὶ μιλοῦσε γιὰ ἕνα διαφορετικὸ ποιητικὸ σχέδιο[2], οὔτε ὅτι τὰ ὥριμα ποιήματά της ἀπομακρύνονται προγραμματικὰ ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο βίωμα ἐπιδιώκοντας νὰ μιλήσουν γιὰ καθολικότερα καὶ (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ:) σημαντικότερα ζητήματα.

Ἡ ἐπίδραση τῆς Πλὰθ στοὺς σύγχρονους ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ἀπὸ τὸ 1970 καὶ μετὰ εἶναι, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, τεράστια, τόσο στὸν ἀγγλόφωνο κόσμο ὅσο καὶ ἀλλοῦ, ἀκόμη καὶ στὴν ἑλληνικὴ ποίηση. Καὶ ἐδῶ, ὅμως, ἡ ἴδια ἀντίφαση παρατηρεῖται: μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις (π.χ. τὴν ποίηση τοῦ Ἀλέξη Τραϊανοῦ ἤ, ἐν μέρει, τῆς Νανᾶς Ἠσαΐα), ἡ ἐπίδραση αὐτὴ εἶναι ἐπιφανειακή, σχεδὸν ἀποκλειστικὰ (καὶ συνήθως κάλπικα) θεματολογική, καὶ ἑπομένως ἀρνητική.

Οἱ τεχνικὲς ποὺ ἀνέπτυξε ἢ ἀξιοποίησε ἡ Πλὰθ δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν ἀπασχολήσει ἰδιαίτερα τοὺς μελετητές της, οὔτε νὰ ἔχουν γίνει ἀντιληπτὲς ἀπὸ τοὺς ὑποτιθέμενους ἀκολούθους ποὺ «μαθήτευσαν» στὴν ποίησή της:  ἡ περίτεχνη ἀξιοποίηση ἠχητικῶν σχημάτων  ποὺ ὑπογραμμίζουν ἢ ὑπονομεύουν αὐτὸ ποὺ (φαίνεται ὅτι) δηλώνεται ξεπέφτει σὲ τυχαία χρήση ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὁμοιοκαταληξιῶν˙ ἡ ἀναβίωση τῆς τεχνικῆς τῶν «μεταφυσικῶν» ποιητῶν ποὺ χτίζουν μιὰ συνεκτικὴ μεταφορὰ ἢ ἀλληγορία ἡ ὁποία διέπει κλιμακούμενη ὁλόκληρο τὸ ποίημα ξεπέφτει σὲ πληθωρισμὸ τυχαίων σχημάτων λόγου καὶ «ὑπερρεαλιστικὴ ἐπίδραση»˙ ἡ ἀνοικειωτικὴ ἐκτεταμένη χρήση τοῦ δραματικοῦ μονολόγου σὲ ὕφος καθημερινῆς ὁμιλίας μὲ θεματολογία κάθε ἄλλο παρὰ καθημερινὴ ξεπέφτει σὲ συγγραφὴ μονολόγων ποὺ ἀπηχοῦν φτηνὰ τηλεοπτικὰ σήριαλ.

Ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ θεματικὴ τῆς ὥριμης ποίησης τῆς Πλάθ, τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη χειρότερα[3]: ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιθυμίας μὲ φαινομενικὴ ἀφορμὴ ἕνα περιστατικὸ νοσηλείας, οἱ μελετητὲς ψάχνουν νὰ βροῦν ποιά ἀκριβῶς νοσηλεία της τὴν «ἐνέπνευσε» καὶ κατὰ πόσον ἡ ἔκβαση τῆς νοσηλείας ἦταν εὐτυχής, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοί της γράφουν ποιηματάκια σχετικὰ μὲ τὸν πόνο τῆς σκωληκοειδίτιδας˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴν ἀδυνατότητα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ ὑποκειμένου, οἱ μελετητὲς μετρᾶνε σὲ πόσα ἠλεκτροσὸκ ὑποβλήθηκε καὶ πόσες συνεδρίες ἔκανε μὲ τὴν ψυχοθεραπεύτριά της, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν στιχάκια γιὰ πόνους ψυχῆς καὶ θανάσιμες ἐρωτικὲς ἀπογοητεύσεις˙ ὅταν ἡ Πλὰθ γράφει γιὰ τὴ γέννα καὶ τὸν θάνατο ὡς ὄψεις τῆς ἴδιας ἀνθρώπινης κατάστασης, οἱ μελετητὲς καταγράφουν πῶς καὶ ποῦ γέννησε τὸ κάθε της παιδὶ καὶ πόσο εὔκολη ἢ δύσκολη ἦταν ἡ κάθε γέννα, ἐνῶ οἱ ἀκόλουθοι γράφουν θρήνους γιὰ παιδάκια ποὺ πέθαναν. 

Δυστυχῶς, ἡ πιὸ ὠφέλιμη ἄσκηση πάνω στὴν ποίηση τῆς Πλὰθ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοκιμάσουν τόσο οἱ μελετητὲς ὅσο καὶ οἱ ποιητὲς φαίνεται πὼς εἶναι πλέον ἀδύνατη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς δημοφιλίας τῆς ποιήτριας. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ θὰ στηριζόταν στὴ μελέτη τῆς ποίησής της χωρὶς καμμιὰ ἀναφορὰ στὸ ὄνομά της, χωρὶς κἂν τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας νὰ ἀποκαλύπτεται κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μελέτης. Ἀλλὰ καθὼς ὅλοι λίγο πολὺ ἔχουν ἀκουστὰ καὶ τὰ ποιήματά της καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο καὶ τὸν θάνατο τῆς ποιήτριας, ἡ εὐκαιρία αὐτὴ ἔχει χαθεῖ: εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ διαβάζουμε τὴν Πλὰθ ὑπὸ τὴν παραμορφωτικὴ σκιὰ τοῦ μύθου της.


1. Rose, Jacqueline, The Haunting of Sylvia Plath (Bath: Virago, 1991)

2. Συνέντευξη στὸν Peter Orr: I think that personal experience is very important, but certainly it shouldn’t be a kind of shut-box and mirror-looking, narcissistic experience.  Στὸ Peter Orr, ed., The Poet Speaks: Interviews with Contemporary Poets (London: Routledge & Kegan Paul, 1966), σ. 169.

3. Τὰ τρία παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν ἀφοροῦν διαδοχικὰ τὰ ποιήματα In Plaster, Lady Lazarus καὶ Edge, ποὺ ἔχω μεταφράσει ἐδῶ.