He felt a deep hurt, as though he were bleeding inside

Μερικές φορές, ακόμα και όταν είσαι εγώ, η ομοφυλοφιλία πονάει. Μερικές φορές ποθείς την ηρεμία της υποταγής στη μίζερη ηθική και τη σακάτικη αισθητική της πάγκοινης αποδοχής.

Ως έφηβος, δεν έζησα τον τρόμο της ανακάλυψης ότι είμαι πούστης. Έζησα μάλλον τον ενθουσιασμό της επιλογής μου, με την πρόσθετη αγαλλίαση της διαφορετικότητας, που δεν είχα ιδέα τότε ότι κοστίζει. Παίζοντας με συνομήλικους και συμμαθητές, ανακάλυψα τη χαρά του έρωτα. Παίζοντας με μεγαλύτερους άντρες και καθηγητές, ανακάλυψα την έκσταση του οργασμού. Λίγο καιρό μετά κατάλαβα και εγώ τί σήμαιναν όλες αυτές οι φωταψίες.

Το γεγονός ότι θυμάμαι πάρα πολύ καθαρά διάφορα περιστατικά από τον καιρό εκείνο, δηλαδή περιστατικά που μου συνέβησαν πριν είκοσι τόσα χρόνια, πιστοποιεί τη σημασία τους. Θυμάμαι λοιπόν μία ανθρώπινη καθηγήτρια από το λύκειο που με συμβούλευε να μην εμπιστεύομαι κανέναν γιατί στο σύλλογο των καθηγητών ακουγόταν ότι είμαι "ιδιόρρυθμος" – ο ευφημισμός δεν ήταν αυτός που χρησιμοποιούσε, βεβαίως, ο απάνθρωπος σύλλογος διδασκόντων, οι διδάσκοντες ήσαν πολύ πιο πικάντικοι στους χαρακτηρισμούς, όπως έμαθα αργότερα: τοιούτος, ανώμαλος, πούστης, ντιγκιντάγκας. Απλώς η ανθρώπινη καθηγήτρια χρησιμοποιούσε την κωδική ονομασία "ιδιόρρυθμος" ως πιο ευγενική. Θυμάμαι ότι αναρωτιόμουν τί τους ένοιαζε αν ήμουν ή δεν ήμουν ιδιόρρυθμος, καθώς δεν συνήθιζα, ακόμη, να φιλιέμαι ή να γαμιέμαι με τους ωραίους συμμαθητές στο σχολικό προαύλιο. Θυμάμαι ότι δεν είχα καθόλου την αίσθηση ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αγάμητοι, κακογαμημένοι, κακόμοιροι, δυστυχείς, αλλά αντίθετα με ενδιέφερε, ακόμη, η αποδοχή τους.

Θυμάμαι ακόμη τους συμμαθητές πριν από το μάθημα της γυμναστικής. Επικρατούσε πάντα η γνωστή εφηβική επιδειξιομανία, το γνωστό εφηβικό horse play την ώρα που τα αγόρια άλλαζαν για τη γυμναστική. Εκτός όταν ήμουν και εγώ εκεί. Εκτός όταν πλησίαζα, χαμογελαστός, την παιγνιδίζουσα συντροφιά. Τότε τα παιχνίδια κόβονταν και μία ξαφνική αιδημοσύνη κατέκλυζε τους συμμαθητές μου. Δεν προσπαθούσαν πλέον, δίκην αστεϊσμού, να πιάσει ο ένας τον πούτσο του άλλου. Σοβάρευαν. Κάλυπταν βιαστικά τα γυμνά τους μέλη. Όχι ότι θα τους την έπεφτα, ούτε ήμουν καμιά κραγμένη. Είχα όμως, με κάποιους από αυτούς, επιδοθεί σε ιδιορρυθμίες και … ο φόβος φυλάει τα έρημα.

Θυμάμαι τον Απόστολο και την ημιτελή συνουσία για την οποία ποτέ δεν συγχώρησα τον φίλο που μας διέκοψε. Ο Απόστολος ήταν πολύ όμορφος. Και εγώ ήμουν δεκαεφτά ετών. Ρομαντικός έφηβος, πίστεψα ότι και αν ακόμη μας διέκοψαν σε αυτήν την απόπειρα, θα ακολουθούσαν και άλλες. Την άλλη μέρα στο σχολείο, ο Απόστολος μου είπε ορθά κοφτά ότι δεν ήθελε να ξαναμιλήσουμε, δεν ήθελε να με ξαναδεί, δεν ήθελε να έχει τίποτα να κάνει μαζί μου. Δυο τρία χρόνια μετά τον είδα μπάρμαν σε ένα μπαρ των Εξαρχείων. Τον χαιρέτησα τυπικά, του πλήρωσα διπλό το ποτό μου και έφυγα σαν κυνηγημένος.

Θυμάμαι ακόμη τον Δημήτρη, τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα. Έχω ξαναγράψει γι αυτόν. Ήμαστε συνομήλικοι. Πρωτοσυναντηθήκαμε έξω από το αμφιθέατρο Τριανταφυλλοπούλου, στο υπόγειο της Νομικής. Είχα βγει για να πάρω λίγο αέρα μεσούσης της παραδόσεως μιας κυρίας Μαντουβάλου περί της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Δημήτρης ήταν φοιτητής της Νομικής, ακριβώς συνομήλικός μου, δηλαδή γεννημένος την ίδια μέρα. Ευειδής, αν και όχι κούκλος, είχε πάντως μία σπιρτάδα, ένα σαρκασμό, ένα καυστικό χιούμορ και τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Και επειδή τον ερωτεύτηκα δεν μπορούσα να του την πέσω.

Γίναμε φίλοι. Στενοί φίλοι. Βγαίναμε κάθε βράδυ. Cafe Amsterdam στην οδό Σίνα, Αερόστατο στα σκαλάκια της Διδότου, Τραμ στη Μαυρομιχάλη, Green Door στην Καλλιδρομίου, και κυρίως Ίντριγκα στη Θεμιστοκλέους. Μέρη όπου μπορούσαμε να καθόμαστε και να μιλάμε. Και μιλούσαμε πολύ, ποτέ δεν βαρεθήκαμε ο ένας τον άλλο. Ένα βράδυ θέλησα να τον γνωρίσω στο φίλο μου που είχε διακόψει τη συνουσία με τον Απόστολο. Θυμάσαι, Κώστα; Και σε αυτήν την περίσταση, ο Κώστας λειτούργησε ως Άλλος. Για πρώτη φορά ο Δημήτρης και εγώ φιληθήκαμε. Μετά καθήσαμε σε ένα παγκάκι κάπου και αρχίσαμε να χαϊδευόμαστε πιο έντονα, παίζοντας τάχα ότι προσπαθούμε να κάνουμε τον Κώστα να αισθανθεί αμηχανία.

Την άλλη μέρα, ο Δημήτρης δεν μου τηλεφώνησε, ούτε απάντησε στα τηλεφωνήματά μου. Ξανασυναντηθήκαμε μετά μία εβδομάδα. Σε ένα πολύβουο καφενείο που πρότεινε αυτός. Μου εξήγησε, με περισσή αυθάδεια, ότι δεν ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά είχε από την πρώτη στιγμή καταλάβει ότι εγώ είμαι. Και ότι το βράδυ που φιλιόμασταν ενώπιον του Άλλου, με φίλησε μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί η έντονη υποψία του ότι είμαι πούστης. Και από αυτό αποκόμισε διανοητική ικανοποίηση. Και επομένως δεν υπήρχε λόγος να ξανασυναντηθούμε.

Ήξερα ότι έλεγε ψέμματα. Ήξερα ότι, σαν τον Απόστολο, είχε φοβηθεί. Και εκ των υστέρων καταλαβαίνω την εύκολη επιλογή του. Αλλά τότε με είχε συνθλίψει. Ήταν ήδη Απρίλιος. Έζησα σε μια ερμητική απομόνωση ώς το καλοκαίρι. Ένα καλοκαιρινό βράδυ, αναπάντεχα, ο Δημήτρης μου τηλεφώνησε. Με ρώτησε αν θα ήθελα να βγούμε. Αρνιόμουν από τότε τα δεσμά της επιφύλαξης και του είπα ναι.

Μου πήρε ώρα να ετοιμαστώ – ήθελα να είμαι πολύ ωραίος. Φόρεσα ένα λευκό πουκάμισο, το στενό μου μαύρο τζην, την αγαπημένη μου κολώνια, που ήταν η ίδια που φορούσε και αυτός, και ανηφόρισα προς τη Δεξαμενή. Ο Δημήτρης ήταν ήδη εκεί. Με έναν ασήμαντο φίλο του. Η τιμωρία μου που υπήρχα ήταν (ή έτσι τουλάχιστον φαινόταν ακόμη) να παρίσταμαι σε μία συζήτηση στην οποία δεν μπορούσα να συμμετέχω. Ο Δημήτρης και ο φίλος του μιλούσαν για ποδόσφαιρο, για κοινούς τους γνωστούς, για ιστορίες από το σχολείο, με σαφή την πρόθεση να με αποκλείσουν από την κουβέντα. Εγώ έπινα τη μία μπύρα μετά την άλλη, δεκάδες μπύρες. Κάποια στιγμή, ο φίλος του Δημήτρη μίλησε για μουσική. Πριν προλάβει ο Δημήτρης να αλλάξει εντέχνως το θέμα, παρά το μεθύσι μου, κατάφερα να ανατρέψω την κατάσταση: ο Δημήτρης δεν ήξερε από μουσική και βρέθηκε ξαφνικά, αφρίζων, στη θέση του ανήμπορου ωτακουστή που είχε προορίσει για μένα.

Ο φίλος του Δημήτρη έφυγε μετά από λίγο. Εγώ ζήτησα από το Δημήτρη να με στηρίξει ώσπου να βρω ένα ταξί – είχα συναίσθηση πόσο μεθυσμένος ήμουν. Ο Δημήτρης με πήρε αγκαλιά και καθώς περπατούσαμε στην οδό Αναγνωστοπούλου άρχισε να με φιλά και να με χαϊδεύει. Θυμάμαι ότι δάκρυσα από τη συγκίνηση. Είδαμε μία οικοδομή. Ο Δημήτρης μου είπε "σε θέλω πολύ. Θάθελες να μπούμε εδώ μέσα;" Μπήκαμε στη σκοτεινή οικοδομή, μακριά από τα βλέμματα του κόσμου. Εκεί έφαγα μια μπουνιά στο στομάχι. "Με πόνεσες," του είπα χαμογελαστά πιστεύοντας ότι πρόκειται για αστείο. "Θα σε σκοτώσω, αγριοπουστάρα" μου απάντησε με μια γροθιά στο μάτι. Ακολούθησαν κλωτσιές, πολλές μπουνιές, εγώ μεθυσμένος, πεσμένος κάτω, έντρομος, ανίκανος να αντιδράσω. Όταν τον είδα να με πλησιάζει εκ νέου κλωτσώντας, με ένα μαδέρι στα χέρια, ξύπνησε, μπροστά στο φόβο του θανάτου, φαντάζομαι, η ελάχιστη ενέργεια που είχα ακόμη και σύρθηκα έξω ενώ το μαδέρι προσγειωνόταν στην πλάτη μου.

Κατηφόρισα κατρακυλώντας ώς τη Σόλωνος. Μπήκα σε ένα ταξί. Ο ταξιτζής τρόμαξε. Ήμουν μες στα αίματα. Με βοήθησε να ανέβω στο σπίτι μου και έπεσα στο κρεβάτι. Έμεινα έτσι λίγες μέρες, σε κατάσταση κατατονίας. Με βρήκε η αδερφή μου μετά καμιά βδομάδα, ανήσυχη εισβάλλοντας στο σπίτι μου με το κλειδί της. Χρειάστηκαν πολλοί μήνες και αρκετά ψυχοφάρμακα για να μπορέσω να ξαναβγώ από το σπίτι μόνος.

Η Α., η πιο αγαπημένη μου φίλη, που την έχασα πριν δύο χρόνια, μου έκανε τόσο καλό όσο και η ψυχοθεραπεία. "Ξέρεις," μου είπε, "ο Ernst Roehm, αλλά πιθανότατα και ο ίδιος ο Himmler, και πολλά από τα στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, ήσαν ομοφυλόφιλοι. Αυτό εξηγεί τη μανία με την οποία κατεδίωξε εν συνεχεία ο Ναζισμός τους gay. Οι gay φυλακισμένοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως είχαν το μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας, γύρω στο 60%. Τους φέρονταν χειρότερα παρά στους πολιτικούς, τους τσιγγάνους και τους εβραίους. Γιατί αντιπροσώπευαν το είδωλό τους που ήθελαν να απορρίψουν. Την απειλή όχι στη ζωή ή στο καθεστώς τους, αλλά στην ταυτότητά τους."

Δεν εκπλήσσομαι λοιπόν πια που ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που ευχαρίστως θα έστελναν εμένα και τους ομοίους μου στο Dachau. Το αξίζουμε.

Θυμάμαι ακόμα συμβάντα λιγότερο προσωπικά, εξίσου τραγικά, που όσο τα ξανασκέφτομαι τόσο πείθομαι για την ανάγκη να είμαστε πιο υποψιασμένοι, πιο επιφυλακτικοί, πιο μαχητικοί εμείς οι πούστηδες.

Θυμάμαι το δεύτερο μεγάλο έρωτα της ζωής μου, και αυτόν χωρίς ανταπόδοση, αλλά για πολύ διαφορετικούς λόγους. Εδώ θα χρησιμοποιήσω ένα ψεύτικο όνομα, από σεβασμό για τη μνήμη του. Θα τον πω Αντώνη. Ο Αντώνης ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερός μου, και είχε και αυτός το είδος της ευφυίας που θαυμάζω. Έκανα ό,τι μπορούσα για να είμαι όσο το δυνατόν πιο συχνά κοντά του. Δεν ήξερα αν είναι ομοφυλόφιλος, ούτε αν θα ήταν δεκτικός σε κάποια ερωτική μου κίνηση. Ένα βράδυ με κάλεσε για φαγητό στο σπίτι του. Η πλήρης συλλογή του περιοδικού Αμφί στη βιβλιοθήκη με ενθάρρυνε.

"Μη μου πεις ότι δεν το είχες καταλάβει," είπε ο Αντώνης. "Δεν ήμουν σίγουρος," του απάντησα και πήγα να τον αγκαλιάσω. "Γιώργο, καλύτερα όχι. Είμαι μεγάλος για σένα και εξάλλου υπάρχουν πολλά που δεν ξέρεις."

Τα έμαθα μετά δύο χρόνια. Ο Αντώνης ήταν στο νοσοκομείο. Στη μάνα του από το χωριό είπαν πως είχε λευχαιμία. Μιλάμε για το έτος 1989 – το AIDS εθεωρείτο αποκλειστικά νόσος των κιναίδων, τιμωρία τους από το θεό για το κουσούρι τους, ώστε να απαλλαγεί η κοινωνία μας από τα μιάσματα που ούτε τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ούτε τα gulag κατάφεραν ολοσχερώς να εξολοθρεύσουν. Αν έλεγαν στην κυρά Φρόσω την τσεμπεροφορούσα από το χωριό ότι ο γιος της έχει την αρρώστια των πούστηδων, πίστευαν ότι θα τη σκότωνε η γνώση. Στην πραγματικότητα, όταν το έμαθε, από ατύχημα, γύρισε στο χωριό και τον ξέγραψε. Και αυτή και η υπόλοιπη οικογένεια. Και οι φίλοι.

Δεν ήρθαν ούτε στην κηδεία. Θα χάρηκαν, μάλλον, που απαλλάχθηκαν από έναν ακόμη μιαρό που ήταν κάποτε φίλος, αδερφός, παιδί τους, αλλά που δεν είχε ποτέ καμία σχέση με αυτό που εκείνοι θα μπορούσαν να αποδεχθούν.

Τον ίδιο καιρό, δούλευα σε ένα φροντιστήριο. Ο πιο ωραίος και πιο έξυπνος από τους μαθητές ήταν ομοφυλόφιλος. Εγώ ήμουν κρυφή στη δουλειά. Η διευθύντρια κοιτούσε τα αποτελέσματα των μαθητών στο διαγώνισμα. "Για δες!" είπε. "Η κουνίστρα έπιασε 100%."

Την χαστούκισα και έφυγα την ίδια στιγμή. Ένιωσα ότι δεν είχα καμιά άλλη επιλογή. Και από τότε έπαψα να κρύβομαι, ανεξαρτήτως περιβάλλοντος. Από τότε αποφάσισα ότι θα είμαι ομοφυλόφιλος στα μούτρα τους, ιδιαίτερα δε στα μούτρα αυτών που είναι ιδιαίτερα φασίστες.

Αλλά δεν είναι εύκολο, όσο και αν το παίζει κανείς υπεράνω. Όταν παραιτήθηκα από μία άλλη δουλειά, για λόγους ακραιφνώς επαγγελματικούς, η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού όπου δούλευα άρχισε αμέσως να διαδίδει πως στη νέα μου δουλειά προσελήφθην μόνο και μόνο γιατί έκανα τσιμπούκια στον εργοδότη.

Στην πολυκατοικία που μένω τώρα με τον αγαπημένο μου, υπάρχει μια γυναίκα που μένει στο δεύτερο, η οποία αν συναντηθούμε στην εξώπορτα ή στο ασανσέρ, γυρίζει την πλάτη και μας κλείνει την πόρτα στα μούτρα.

Σε ένα εστιατόριο όπου συχνάζαμε, η dj, όταν της ζητήσαμε, όντας η τελευταία παρέα που είχε απομείνει, να βάλει ένα τραγούδι που μας άρεσε (rock, μη φανταστείτε τίποτε βίσση), απάντησε εριστικότατα "δεν τα παίζω εγώ αυτά τα πούστικα."

Μια φίλη του Γ., όταν της είπαμε ότι το απόγευμα θα κρατήσουμε το εφτάχρονο αγοράκι μιας άλλης φίλης, μας είπε, με βέβηλη αθωότητα, "μα σας το εμπιστεύεται;"

Σε ένα ξενοδοχείο στη Μύκονο πριν μερικά χρόνια, ο γκόμενος της μαγείρισσας πήρε ένα όπλο στη μέση του lobby και απειλούσε ότι θα σκοτώσει όλες τις βρωμοαδερφές που είχε πήξει το νησί.

Ο φίλος μου ο Β. όταν πηγαίναμε για μπάνιο στη θάλασσα, σε ερημική παραλία, δεν έβγαζε ποτέ το μαγιό του μπροστά μου, αν και ήξερα ότι απολάμβανε το γυμνισμό όσο και εγώ. Όταν τον ρώτησα, μου απάντησε, "ξέρεις ότι δεν έχω πρόβλημα με τους gay, αλλά δεν μπορώ και να ξεπουτσωθώ μπροστά σου."

Δεν έχω το χρόνο ούτε τη διάθεση πια να μηνύσω ή να δείρω όλα αυτά τα τέρατα. Απλώς φεύγω. Φεύγω μακριά τους και περιορίζομαι στο στενό κύκλο των ανθρώπων που είναι ανθρώπινοι.

Με κουράζει όμως, ακόμη και σήμερα, όλη αυτή η φυγή. Η διαρκής αναζήτηση ενός ασφαλούς περιγύρου, όπου δεν θα δέχομαι ούτε εκούσιες ούτε ακούσιες προσβολές. Όπου αν θέλει να με βρίσει κανείς θα με βρίζει για αυτά που του έκανα, χωρίς να χρησιμοποιεί την εύκολη λύση του να με βρίζει επειδή είμαι πούστης, ιδιαίτερα εφόσον εγώ πρώτος δηλώνω σε όλους τους τόνους ακριβώς ότι είμαι πούστης και άρα υποτίθεται ότι έχω εξουδετερώσει την υβριστικότητα του χαρακτηρισμού.

Ακόμη και χωρίς όλα αυτά τα εκτρώματα, υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες στην ομοφυλοφιλία, ιδιαίτερα όταν κανείς αντιλαμβάνεται τί ακριβώς του συμβαίνει, τί ακριβώς επιθυμεί. Δεν μπορώ να αντισταθώ στην παράθεση ενός ακόμη εξαίσιου αποσπάσματος από το Queer:

Could it be possible that I was one of those subhuman things? I walked the streets in a daze, like a man with a light concussion – just a minute, Doctor Kildare, this isn't your script. I might well have destroyed myself, ending an existence which seemed to offer nothing but grotesque misery and humiliation. Nobler, I thought, to die a man than live on, a sex monster.

Οι περισσότεροι από εμάς το έχουμε ζήσει αυτό το συναίσθημα κάποια στιγμή. Μερικοί το έχουμε απωθήσει, έχουμε ξεχάσει πως μπορέσαμε ποτέ να σκεφτούμε έτσι για τον εαυτό μας. Υπάρχουν όμως ακόμη έφηβοι που αυτοκτονούν επειδή είναι πούστηδες. Υπάρχουν ακόμη αδερφές στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα που τις διώχνουνε από τα σπίτια τους στην αγνή Ελληνική επαρχία επειδή γαμιούνται.

Και υπάρχει, κυρίως, η σιωπηρή πλειονότητα, η οποία αποδέχεται δήθεν, αλλά σε κάθε ευκαιρία θα χρησιμοποιήσει τη σεξουαλικότητά μου εναντίον μου, ως βρισιά, επειδή μπορεί. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι σκύλοι γλείφουν τα αρχίδια τους επειδή μπορούν. Αλλά η σιωπηρή πλειονότητα στερείται αρχιδιών και ευλυγισίας, άρα απλώς εμέσσει – με άλλα λόγια ό,τι μπορεί ο καθένας κάνει.

θα πληρώσω εγώ για σένα – hommage à Paola

Μοῦ συνέβη κάτι συγκλονιστικὸ προχθές. Ἔλαβα ἕνα ἠλεκτρονικὸ μήνυμα, χωρὶς τίτλο, καὶ ἐξαιρετικὰ σύντομο σὲ περιεχόμενο. Ἔλεγε ἁπλῶς «μὲ συγκίνησες». Τὸ ὑπέγραφε μία θεά, no less: ἡ Πάολα. Καὶ ὅπως ἀνακάλυψα στὴ συνέχεια, ἀναφερόταν μᾶλλον σὲ παλιότερο κείμενό μου, στὸ ὁποῖο ἐλάχιστα, δυστυχῶς, ἀναφερόμουν στὴν Πάολα καὶ ὅλα ὅσα ἀντιπροσωπεύει. Τὸ νὰ πῶ ὅτι συγκινήθηκα ποὺ κατάφερα μὲ τὶς δυο τρεῖς φράσεις μου ἐκείνου τοῦ κειμένου νὰ συγκινήσω τὴν Πάολα θὰ ἦταν πολὺ λίγο. Στὴν πραγματικότητα, νιώθω ὄχι ἀπλῶς συγκίνηση, ἀλλὰ τὴν ἀγαλλίαση τοῦ νεοφώτιστου ὅταν ἐμφανίζεται μπροστά του ὁ ζωντανὸς θεός. Γιατί ἡ Πάολα, ποὺ δὲν τὴ γνωρίζουν καὶ δὲν τὴν ἀναγνωρίζουν στὶς μέρες μας ὅσοι θὰ ἔπρεπε (ὁ εὐειδὴς Τ μόλις μὲ ρώτησε ποια εἶναι!!!), δὲν εἶναι ἀπλῶς μία θεά. Εἶναι ἐπίσης ἕνας θεός.

Θεὲς εἶναι, μὲ τὸν ἕνα ἢ μὲ τὸν ἄλλον τρόπο, οἱ περισσότερες τράνς. Θεὲς μὲ τὴν ἔννοια ἑνὸς πλάσματος ποὺ ἔπλασε τὸν ἑαυτό του, δημιούργησε τὴν εἰκόνα του, προκάλεσε τὴν ἐπιθυμία στὴν ὁποία ὑπόκειται. Θεές, ἐπίσης, μὲ τὴν κοινὴ ἔννοια τῆς πρωτοκαθεδρίας τοῦ glamour, τοῦ αἰχματωλισμοῦ τοῦ βλέμματος τῶν ἀνδρῶν, τῆς προσέλκυσης τοῦ φθόνου τῶν γυναικῶν. Καὶ φυσικά, ὅπως δηλώνει εὐθαρσῶς ἡ Πάολα στὴ σελίδα της στὸ Pathfinder, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ εἶσαι θεά.

Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ πλάθεις τὸν ἑαυτό σου τὴν κάθε στιγμή, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ προσφέρεις εἰς τὸ διηνεκὲς τὴν ψευδαίσθηση τῆς ἡδονῆς σὲ ἄνδρες ποὺ ποτὲ δὲν τὴν τόλμησαν, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐκτίθεσαι στὸ φθόνο καὶ στὸ φόβο, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐνσαρκώνεις αὐτὸ ποὺ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους εἶναι ἄγνωστο.

Καὶ ἐμένα μοῦ εἶναι ἄγνωστο. Αἰσθάνομαι ὅτι σχεδὸν δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μιλᾶω. Μου πήρε χρόνια νὰ μάθω νὰ συναναστρέφομαι αὐτὲς τὶς θεὲς χωρὶς ρατσισμό. Στὴν ἀρχή, μπορῶ νὰ πῶ ὅτι τὶς φοβόμουν. Θυμᾶμαι στὰ ἐφηβικὰ μου χρόνια, καθώς περίμενα ἕνα βράδι τὸ λεωφορεῖο, σταμάτησε μία μὲ τὸ αὐτοκίνητό της καὶ μὲ προσκάλεσε μέσα. «Νὰ σὲ πάω ἐγώ, ἀγόρι μου, νὰ μὴν κουραστεῖς». Ἔφυγα τρέχοντας, ἀλλὰ τὴ σκεφτόμουν γιὰ μέρες. Δὲν ἤμουνα δα καὶ κανένας παρθένος. Κολακεύτηκα, ἀλλὰ συγχρόνως μὲ τρόμαξε τὸ ἄγνωστο.

Μετὰ εἶδα κάποια στιγμή Τὴ Χρονιὰ μὲ τὰ Δεκατρία Φεγγάρια. Μὲ ἄλλαξε αὐτὴ ἡ ταινία.

Μετὰ πήγα στὴ Σεχραζάτ, στὴ Θεσσαλονίκη, σὲ μιὰ ἐκδρομὴ λίγων ἡμερῶν. Ἐκεῖ γνώρισα τὶς πιὸ κατατρεγμένες τράνς. Ἀγόρια ποὺ τὰ εἶχαν πετάξει ἀπὸ τὰ σπίτια τους μὲ τὶς κλωτσιὲς ἐπειδὴ ἦσαν πούστηδες καὶ βρῆκαν διέξοδο στὸ ἀστραφτερὸ glamour τῆς ἀμφίεσης τῆς σταρ. Μετὰ ξέπεσαν, βρέθηκαν σὲ αὐτὸ τὸ ταβερνομπάρ τοῦ Βαρδάρη νὰ τραγουδᾶνε καὶ νὰ χορεύουν καὶ νὰ συντροφεύουν τοὺς νταλικέρηδες (μικρόψωλους, κατὰ τὴν ἀλάνθαστη ἀνθρωπογεωγραφία τῆς Πάολας) ποὺ ἔπιναν ρετσίνα στὰ τραπέζια τὰ βαμμένα μὲ λαδομπογιά.

Δὲν ἔκανα ἀκόμα παρέα μὲ τὶς τράνς, ἀλλὰ ἄρχισα νὰ τὶς καταλαβαίνω. Τὰ βασικὰ δηλαδή. Ὅτι εἶχαν δικαίωμα στὴ ζωή. Οὔτε αὐτὸ δὲν ἦταν αὐτονόητο. Ἄρχισα ἐπίσης νὰ τὶς θαυμάζω. Νὰ θαυμάζω πῶς, κόντρα σὲ ὅλα, ἔβγαιναν στὴν πίστα τῆς Σεχραζάτ καὶ γίνονταν θεές. Νὰ θαυμάζω πῶς ἀκόμα καὶ οἱ ξεπεσμένες τρὰνς τῆς Σεχραζάτ, οἱ ἱερὲς πόρνες, ἔλαμπαν πραγματικά ἐνῶ τὶς ἀποθέωναν οἱ πιστοί τους πελάτες.

Ἐπιστρέφοντας στὴν Ἀθήνα, γνώρισα μία ἄλλη τράνς, τυχαία, στὸ σπίτι ἑνὸς μεγαλύτερου φίλου. Αὐτὴ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια γιὰ τὰ καλά. Δὲν ἦσαν ὅλες ξεπεσμένες, λοιπόν, δὲν ἦσαν ὅλες κατατρεγμένα, πεταμένα ἀγόρια ἀπὸ τὴν ἐπαρχία. Αὐτὴ εἶχε διαλέξει τὸ μοναχικό της δρόμο. Αὐτὴ εἶχε ἐπιλέξει νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν κατινιά, τὸ ρατσισμὸ καὶ τὴν ἀποστροφή τῶν ἀνθρώπων μὲ ἀντάλλαγμα τὴ λατρεία, τὴν κρυμμένη ἀλλὰ ἀπεριόριστη, μέχρι τρέλας, ἐπιθυμία, τὸν ἀνέκφραστο πόθο τῶν ἀνδρῶν. Ἤξερε τί ἔκανε. Καὶ τῆς ἄρεσε πραγματικά. Καὶ ἔλαμπε ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ αὐτὲς ποὺ εἶχα γνωρίσει στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀν καὶ ἦταν πιὸ τρομακτική, πιὸ ἀπειλητική, πιὸ ἀληθινή.

Ἔζησα, σὰν ξενέρωτος παρατηρητὴς ὁμολογουμένως, ὅλο αὐτὸ τὸ ὑπέροχο θέατρο, γνωρίζοντας κι ἄλλες μὲ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν. Ὅλες ἦσαν θεὲς. Ἀκόμη καὶ μία ἄσχημη, μεσόκοπη, ποὺ εἶδα ἕνα πρωὶ σὲ ἕνα ψιλικατζίδικο τοῦ Νέου Κόσμου, μὲ μπικουτί στὰ μαλλιά, ντυμένη μὲ μιὰ ρόμπα καπιτονέ, ἄβαφη, νὰ ψωνίζει φουρκέτες, μοῦ φάνηκε σὰν τὴν Ἄννα Μανιάνι, λίγο γερασμένη, ἀλλὰ πάντα Μάμα Ρόμα. Τῆς ὑποκλίθηκα.

Εἶδα καὶ κατινιές, καὶ μαλλιοτραβήγματα, καὶ προδοσίες, καὶ μικροκακίες, καὶ τσιγκουνιές, καὶ μωροφιλοδοξίες. Ὅλο τὸ φάσμα ἀπὸ τὴ Μάμα Ρόμα ὣς τὴ Μπλανς, ἀλλὰ πάντα περίτεχνο, πάντα στολισμένο, πάντα νὰ φέρει τὴ συναίσθηση τοῦ μαγνητισμοῦ τῶν βλεμμάτων.

Ἡ Πάολα, εἴπαμε, δὲν μπορεῖ σὲ καμιὰ κατηγορία νὰ ἐνταχθεῖ. A league of her own. Ἕνας θεός.

Ἔτυχε νὰ τῆς μιλήσω σὲ ἕνα καφέ στὴν πλατεία Ἐξαρχείων. Ἔμενε ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἔβγαζε συχνὰ βόλτα στὴν πλατεία ἕνα ὑπέροχο μαῦρο σκυλάκι. Τὴν Πάολα δὲν τὴ φοβήθηκα. Ἦταν κάτι τελείως διαφορετικὸ ἀπὸ τὶς ἄλλες. Εἶχε πράγματα νὰ σοῦ πει, πράγματα νὰ σὲ διδάξει. Καὶ ἡ μορφή της δὲν πρόδιδε οὔτε τὴν ἐμμονὴ τοῦ glamour ποὺ πιθανῶς μὲ εἶχε τρομάξει κάποτε, οὔτε τὸ θεατρινισμό ποὺ κάποιους ἀπωθεῖ.

Ἡ Πάολα δὲν ἔβλεπε διαχωριστικὲς γραμμὲς μεταξὺ gay, τράνς, λεσβιῶν… Δὲν ὑπῆρχε τότε gay κίνημα ὅπως τὸ μάθαμε ἀργότερα. Ὑπῆρχε τὸ ὑπόγειο τῆς Ζαλόγγου, τὸ πρῶτο ἈΚΟΕ, οἱ ἐξ Ἀμερικῆς σωτῆρες ποὺ μόνο ἡ Πάολα εἶδε τί ντενεκέδες ξεγάνωτοι ἦσαν, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἴχαμε θαμπωθεῖ ἀπὸ τὴν πλαστικὴ ὀμορφιὰ τοῦ γυμναστηρίου, τόσο σπάνια τότε…

Οὔτε ἤξεραν τῆς Πάολας οἱ ἀγῶνες περιορισμοὺς φύλου, ταυτότητας, κατεύθυνσης. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τζάμπα μάγκας. Αὐθεντικὴ ἀντιεξουσιάστρια, σὲ μία κατάληψη τοῦ Χημείου, ὅπου συζητούσαμε τί νὰ κάνουμε ἐνῶ οἱ μπάτσοι ἐκτόξευαν δακρυγόνα, βγῆκε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀγόρια ποὺ ἐγὼ ἀποκαλοῦσα ἀναρχίδια, γιατὶ τὸ παίζανε ἀπὸ μόδα ἀναρχικοί, μὲ πλατινένια σκουλαρίκια, καὶ χωρὶς ἀρχίδια· βγήκε λοιπόν ἕνα ἀπὸ αὐτὰ νὰ… καταθέσει τὶς προτάσεις του στὴ συνέλευση. Πρόεδρος τῆς συνελεύσεως, ἕνας βασιλιάς, ποὺ λέει καὶ ἡ Πλάτωνος.

Ἡ Πάολα δὲν τὸν ἄφησε. «Δὲν ἀνέχομαι ἐσὺ ποὺ μὲ βλέπεις στὰ Ἐξάρχεια καὶ μὲ βρίζεις ἀγριοπουστάρα νὰ εἶσαι ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς λὲς τί νὰ κάνουμε» τοῦ εἶπε. Καὶ καταλάβαμε. Κάποιοι πέσαμε πάνω του. Τὸν κατεβάσαμε ἀπὸ τὸ βῆμα. Ἄλλοι ἔκραξαν τὴν Πάολα. Δὲν πίστευα στὰ αὐτιά μου. Δὲν πίστευα ὅτι εἶχα διαδηλώσει παρέα μὲ κάποιους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν πίστευα ὅτι εἶχα πιστέψει πως εἴχαμε κάτι κοινό, ἐνῶ ἦταν καταφανὲς πως δὲν εἴχαμε τίποτα.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ θεὰ δὲν μάσησε. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ περισσότεροι τὴν ὑποστήριξαν. Ἀλλὰ ὄχι ὅλοι. Ὄχι ὅλοι. Ἀκόμα καὶ σὲ αὐτὸν τὸν χώρο, τὸν λεγόμενο ἀντιεξουσιαστικό, ἡ ἐξουσία τῆς δεδομένης ἀποδοχῆς εἶχε κερδίσει κάποιο ἔδαφος. Τὰ παιδιά αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἔπαιζαν ξύλο μὲ τοὺς μπάτσους γιὰ τὸ χαβαλέ, ἀλλὰ ἦταν προφανὲς ὅτι δὲν θὰ ἔβγαιναν στὸ πεζοδρόμιο γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ δεδομένο δικαίωμα τῆς τρὰνς στὴ ζωή.

Ἀντίθετα, ἡ Πάολα ὑποστήριζε καὶ τὰ δικά τους ἀκόμα δικαιώματα, τῶν διωκτῶν της. Σὲ κάθε εὐκαιρία.

Περήφανη ἔβγαζε τὸ περιοδικό της, Τὸ Κράξιμο, καὶ τὸ ποῦλαγε ἡ ἴδια στους μικροαστοὺς τοῦ σταθμοῦ τοῦ ἠλεκτρικοῦ τῆς Ὀμονοίας, διαλαλοῦσε «τὸ Κράξιμο, περιοδικό γιὰ τὴ σεξουαλικὴ σας ἀπελευθέρωση» στὸν ἴδιο ἀκριβῶς τόνο ποὺ τὰ τρομαγμένα κνιτάκια παραδίπλα φώναζαν «ὁ Ὁδηγητής, ὄργανο τῆς κομμουνιστικῆς νεολαίας Ἑλλάδας». Πιστεύω πως τὴ διασκέδαζαν κι ἐκεῖνη οἱ ἀντιδράσεις τῶν κυριούληδων καὶ τῶν κνιτῶν ὅσο διασκέδαζαν καὶ ἐμένα.

Ἡ σεξουαλικὴ ἀπελευθέρωση τῆς Πάολας εἶναι παροιμιώδης. Θυμᾶμαι μία σημείωση – ἀγγελία στὸ περιοδικό της ποὺ προσκαλοῦσε ὅσα ἀγοράκια διέθεταν μπάρες νὰ τὴν ἐπισκεφτοῦν, κάθε Πέμπτη, ἂν θυμᾶμαι καλά, στὸ διαμέρισμά της, γιὰ ἔρωτα. «Τοῦτες ἀς μὴν ἐνοχλήσουν». Ἔδωσε καινούριο νόημα στὸ open house τῶν μεγαλοαστῶν κυριῶν!

Κάποια στιγμή ἦρθαν τὰ ποιήματα. Οἱ φωτογραφίες, συγκλονιστικές, εἶχαν προϋπάρξει. Γυμνῶν νέων ποὺ καμιὰ σχέση δὲν εἶχαν μὲ τὰ πλαστικὰ μοντέλα, βγαίνανε στὸ Κράξιμο, μετὰ καὶ σὲ κάτι αὐτόνομα λευκώματα, καὶ μᾶς ὑποψίαζαν, ὅλους τοὺς ἀντιοχείς, γιὰ τὴν ὑποφώσκουσα εὐαισθησία.

Τὰ ποιήματα, ὅμως, εἶναι σπαρακτικά. Θυμᾶμαι αὐτὸ ποὺ δανείστηκα στὸν τίτλο ἐτούτου ἐδῶ τοῦ κειμένου. Ἡ ποιήτρια ἀπευθυνόταν σὲ ἕνα ἀγόρι, ποὺ σαφῶς εἶχες τὴν αἴσθηση ὅτι δὲν εἶχε γιὰ ἐκείνην ἐρωτικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἐκείνη δὲν τὴν ἔνοιαζε. Ἤθελε νὰ τοῦ δείξει τὴ νύχτα, ποὺ τὴν ἤξερε καλά, νὰ τὸν διασκεδάσει, νὰ πληρώσει ἀκόμα καὶ τὶς γυναῖκες μὲ τὶς ὁποῖες τὸ ἀγόρι θὰ συνευρισκόταν. «Θὰ πληρώσω ἐγὼ γιὰ σένα» — εἶμαι βέβαιος γιὰ αὐτὸν τὸ στίχο, ἀν καὶ, ἐπίτηδες, εἶπα νὰ γράψω γιὰ τὴν Πάολα χωρὶς νὰ ἀνατρέξω σὲ κανένα βιβλίο, σὲ καμία ὁδὸ Πανός, σὲ κανένα Κράξιμο. Νὰ δῶ καὶ πόσα εἶναι τὰ σημαντικὰ ποὺ θυμᾶμαι ἀπὸ τὸ παρελθὸν ποὺ μὲ καθόρισε.

Τώρα λοιπόν ἡ Πάολα εἶχε τὴν τιμὴ νὰ διαβάσει τὶς δυο γραμμὲς ποὺ ἔγραψα γι’ αὐτήν. Καὶ μὲ ἔκανε νὰ θυμηθῶ καὶ τόσα ἀκόμη. Νὰ τὴν ψάξω στὸ διαδίκτυο καὶ νὰ βρῶ ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερα, μετὰ ἀπὸ τόσους ἀγῶνες, τόση ὀμορφιά, τόσο δόσιμο, τὴν κατατρέχουν. Ὄχι οἱ ἀπέξω ρατσιστές. Οἱ ἀπομέσα. Ὅταν πρωτοἄκουσα γιὰ τὸ Σύνδεσμο Ἀλληλεγγύης Τραβεστί καὶ Τρανσέξουαλ, δὲν χρειαζόταν νὰ ψάξω — ἤξερα ὅτι σαφῶς θὰ εἶναι ἔργο τῆς Πάολας. Τώρα βλέπω ὅτι καὶ ἀπὸ κει πάνε νὰ τὴν ἐξοστρακίσουν.

Τί ἔχει λοιπόν ἡ Πάολα ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὴν καταδιώκουν;

Μά, εἶναι ὁ θεός. Καὶ οἱ πολλὲς μικρὲς θεὲς δὲν μποροῦν αὐτὸ νὰ τὸ ἀντέξουν.

Νὰ εἶσαι καλά, Πάολα!

Lena Ghirlandata

Είδα προχθές στο Λολιτάκι για την επιστροφή της θείας Λένας και χάρηκα. Λίγο. Έχω όμως ακόμη την ελπίδα πως η επιστροφή θα είναι πλήρης. Με μουσικήν και με σημαίας. Όχι με ένα βιβλίο μόνο. Είμαι αχόρταγος.

Τρέχω, ωστόσο, να πάρω το βιβλίο.

Δεν είχα διαβάσει τα ένθετα έντυπα των κυριακάτικων εφημερίδων. Μόλις πριν λίγο είδα στο ΒημαDonna ένα άρθρο για αυτήν. Ο συντάκτης λέει πως την προηγούμενη φορά που της ζήτησε να τη συναντήσει του είπε

Ξέρετε… όσα ακούγονται για μένα είναι αλήθεια

Καθώς διάβαζα αυτή τη φράση, κατά τύχη έπαιζαν οι Τρισχαριτωμένοι Κήποι στο σιντόφωνο.

Θα τα ξαναπούμε στον κόσμο των τρελών

Θυμήθηκα πώς πριν μερικά χρόνια είχαμε πάει στο Παλλάς για μια συναυλία. Η Σαββίνα προς τιμήν της Λένας. Η Λένα παρούσα, αλλά στην πλατεία. Υπέροχη. ‘Οχι σαν Τζοκόντα, που λέει ο Χρονάς, αλλά σαν φιγούρα του Rossetti. La Ghirlandata. Να ήταν η Christina το μοντέλο; Μάλλον όχι. Μου αρέσει όμως να φαντάζομαι τη Λένα στο Goblin Market.

Ξέρετε… όσα ακούγονται για μένα είναι αλήθεια

Για λίγο ο κόμπος λύθηκε Όταν ο ήλιος αναδύθηκε.

Ξέρετε… όσα ακούγονται για μένα είναι αλήθεια

Αλλά το μετά της έχει μέσα του το άπειρο των επιλογών
Γνωστών και άγνωστων

Ξέρετε… όσα ακούγονται για μένα είναι αλήθεια

Ο Γ. με ρωτάει γιατί είμαι τόσο θλιμμένος τις τελευταίες δυο τρεις μέρες. Δεν ξέρω, λέω. Και μετά θυμάμαι. Η ίδια συζήτηση, είκοσι χρόνια πριν, με τη φίλη Λώρα. Δεν ήξερα γιατί ήμουν θλιμμένος. Μετά είδε το Bell Jar στην τσάντα μου. Αυτό διαβάζεις τώρα; Ναι. Μην αναρωτιέσαι λοιπόν. Τη θεία Λένα την ακούω κάθε μέρα. Η θεία Λένα δεν επιστρέφει. Είναι πάντα μέσα μας, ηδύποτη ρουμπινί.

Εξάπτει τη χυμώδη μας σύσταση.

3 Comments:

Αμβρόσιος said…
αφού φάμε την φέτα πορτοκάλι όμως :)
2/01/2006 12:53:56 πμ
Μαρκησία του Ο. said…
Ανταποκρινόμενοι με ρίγη στη ραχοκοκαλιά…Η συνέντευξη στη Βήμαdonna δεν μου άρεσε (όπως κι εκείνη στο Lifo).
Ξαφνικά ανακάλυψαν τη Λένα…που ήταν όλοι όταν εκείνη βυθιζόταν;
Τώρα έγινε la femme du jour…
η καλτ φιγούρα που επιστρέφει…
Έπρεπε να γίνει αυτό για να αναρωτηθούν όλοι τι απέγινε; να σκεφτούν τι μπορεί να έκανε μια τέτοια γυναίκα να σιωπήσει…;
Ναι, όσα ακούγονται για εκείνη είναι αλήθεια.Ίσως και να υπερβάλλω. Αλλά την αγαπώ υπερβολικά για να τη βλέπω σαλόνι στο Βημαdonna, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα επανέρθει.
Ίσως να το έχει κι αυτή ανάγκη. Να βγει σιγά σιγά από το καβούκι της. Να ξεχάσει ότι ήταν ξεχασμένη. Όχι μόνο επειδή το επέλεξε η ίδια, αλλά επειδή το επέλεξαν κι άλλοι…πάμε να γιορτάσουμε ρετρό τον έρωτα μαζί…
2/01/2006 10:02:37 πμ
still ill said…
Μόνο ο Θεός ξέρει πόσο λατρεύω την Πλάτωνος.
Μόνο αυτή γνωρίζει να μετουσιώνει σε λέξεις,ήχους,εικόνες τα ματ συναισθήματα μου.
“Σώπα και γω θα καταλάβω” μοιάζει να μου λέει.
Αν έλειπε αυτός ο κόμπος στο λαιμό,από την κάθε φορά που σε ακούω,θα ακούγες το “ευχαριστώ”
2/02/2006 01:45:36 πμ