à la manière de

Ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα μου καβαφικὰ ἀνέκδοτα εἶναι τὸ παρακάτω, ποὺ βρῆκα στὰ “καβαφικὰ τετράδια” τοῦ Τίμου Μαλάνου. Ὁ Μαλάνος ἦταν, λέει, τότε εἰκοσαετής, θαυμαστὴς τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη, καὶ ἐπισκεπτόταν συχνὰ τὸν ποιητή:

“Μιὰ μέρα τοῦ εἶπα, πὼς εἶχα γράψει, στὴ δική του τὴν τεχνοτροπία, ἕνα ἱστορικὸ ποίημα, μὲ θέμα τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο. Τὸ διάβασε, κι ἔπειτα, παίρνοντας ἕναν-ἕναν τοὺς στίχους του, μοῦ λέει: “Αὐτὸς εἶναι Καβαφικός, αὐτὸς δὲν εἶναι Καβαφικός, αὐτὴ ἡ παρένθεση εἶναι Καβαφική, αὐτὴ ἡ λέξη δὲν εἶναι Καβαφική”. Φυσικά, ὅ,τι δὲν ἦταν Καβαφικό, τὸ μετέτρεψε σὲ Καβαφικό. Στὸ τέλος, βγῆκε ἕνα στιχούργημα à la manière de… ὁ ἴδιος ὅμως δὲν ἔβλεπε (ἢ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤθελε νὰ δεῖ) ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καταλήγαμε στὴν παρωδία. Ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως τὸν ἐνδιέφερε ἦταν ὁ μαθητὴς (ἕνας μαθητής), ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε.”

Τὸ ἀνέκδοτο μπορεῖ νὰ εἶναι ἢ νὰ μὴν εἶναι ἀληθινό, εἶναι πάντως ἀναμφίβολα ben trovato. Τὴν ἐποχὴ ποὺ φέρεται νὰ διαδραματίζεται τὸ περιστατικό, ὁ Καβάφης ἔχει ἤδη κάποια φήμη, ὄχι βέβαια ἀνάλογη μὲ τὴν ἀξία του, ἀλλὰ πάντως ἔχει ξεπεράσει τὰ στάδια τῆς ἀδιαφορίας, τῆς χλεύης, τῆς χλιαρότητας, καὶ θεωρεῖται πιὰ σημαντικὸς ποιητής. Λογικὸ εἶναι ἕνας αἰγυπτιώτης νέος φανατικὸς γιὰ γράμματα νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὔνοια τοῦ Καβάφη, λογικὸ εἶναι νὰ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ νὰ ζητάει τὴ συμβουλή του, λογικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ τοῦ ὑποβάλλει τὰ πρωτόλειά του πρὸς σχολιασμὸ καὶ βελτίωση. Ἐξίσου λογικὸ βρίσκω τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ παρεμβάσεις τοῦ Καβάφη σὲ ἕνα ποίημα ποὺ προγραμματικὰ τοῦ παρουσιάζεται σὰν καβαφικῆς τεχνοτροπίας ἀποσκοποῦν στὴν ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη καβαφικότητα τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐπεξεργασίας. Τέλος, θεμιτὸ βρίσκω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ποιητῆ νὰ ἀποκτήσει μαθητὲς ἢ ἀκολούθους: ἀνήκει πιά, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ βάσανα καὶ ἐπιθέσεις, στοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς τῆς ἐποχῆς καὶ εἴθισται οἱ νεοσσοὶ νὰ ἀκολουθοῦν καὶ νὰ μιμοῦνται τοὺς ἐπιφανεῖς.

Τὸ ζήτημα ποὺ προκύπτει ἀπὸ αὐτὴν τὴν συνήθεια τῶν ἀκολούθων καὶ τῶν μιμητῶν δὲν εἶναι ὅτι παράγονται καὶ δημοσιεύονται στιχουργήματα à la manière de…, ὅπως τὸ θέτει ὁ Μαλάνος. Αὐτά, ἐφόσον ἀναγνωρίζονται ὡς τέτοια, δὲν βλάπτουν κανέναν˙ ἀντιθέτως, θὰ μποροῦσαν νὰ ὠφελήσουν τοὺς νέους ποιητὲς ὡς χρήσιμες ποιητικὲς ἀσκήσεις σὰν αὐτὲς ποὺ συχνὰ καλοῦνται πράγματι νὰ κάνουν στὶς μέρες μας σὲ σεμινάρια καὶ πανεπιστημιακὰ προγράμματα δημιουργικῆς γραφῆς. Ὑπάρχει, ὅμως, μιὰ σημαντική, πιστεύω, διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ χρήση τῆς μιμητικῆς γραφῆς ὡς ὠφέλιμης ἄσκησης καὶ στὴν ὑστερόβουλη χρήση τῆς μίμησης ὡς ὠφέλιμης κολακείας. Καὶ σὲ πεῖσμα τῆς ἐμφανοῦς πρόθεσης τοῦ Μαλάνου στὴν ἐξιστόρησή του αὐτὴ νὰ ψέξει, γιὰ μιὰν ἀκόμα φορά, τὴν κατ᾽αὐτὸν “ἐπαινοθηρία” τοῦ Καβάφη, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη ἀνάγνωση τοῦ περιστατικοῦ, τόσο προφανὴς μάλιστα ὥστε εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς ὁ παμπόνηρος Μαλάνος δὲν τὴν πρόσεξε. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ δείχνει τὴν ὑστεροβουλία τοῦ νεαροῦ ἀκολούθου μᾶλλον παρὰ τοῦ ἀναγνωρισμένου ποιητῆ: ὁ φέρελπις νεαρὸς ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ σέβη του στὸν καθιερωμένο, τὸν ἐπαινεῖ, τὸν κολακεύει, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μιμεῖται συνειδητὰ καὶ ἐμπρόθετα τὸ ὕφος καὶ νὰ ἀκολουθεῖ τὴ θεματολογία τοῦ καθιερωμένου, καὶ δὲν διστάζει νὰ ζητήσει καὶ τὴ συμβουλὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ τελευταίου ὥστε νὰ ἀποκτήσει, χάρη στὴν ἀπροκάλυπτη αὐτὴ κολακεία, καὶ ὁ ἴδιος κάποια θέση στὰ γράμματα. Καὶ φυσικά, τὴ θέση αὐτὴ τὴν κερδίζει στὸ τέλος! Ὁ ἴδιος ὁ Μαλάνος μᾶς λέει ὅτι ὁ Καβάφης “ἔσπρωξε ὣς τὴ δημοσίευση” τὸ ἐν λόγῳ στιχούργημα (ἂν καὶ ὑπάρχουν ἄλλες μαρτυρίες ὅτι ὁ ἵδιος ὁ Μαλάνος, βεβαίως, πάσχισε νὰ τὸ δημοσιεύσει).

Καὶ ἂν τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώσει ὁ νεαρὸς Μαλάνος γιὰ νὰ δεῖ ποίημά του δημοσιευμένο ἦταν νὰ ἐγκαταλείψει κάθε σχέδιο γιὰ δικό του ποίημα καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ κατασκευάσει ἕνα ποίημα à la manière de Cavafy, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἔγκριση καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ λογοτεχνικοῦ σιναφιοῦ τῆς ἐποχῆς, τὸ τίμημα ποὺ πληρώνουν πολλοὶ σύγχρονοί μας ποιητὲς δὲν διαφέρει καὶ πολύ: καὶ αὐτοὶ ἐπίσης γράφουν à la manière de, ἐπιλέγοντας μάλιστα, συχνὰ συνειδητά, ὄχι πρότυπα συγγενικὰ πρὸς τὴν δική τους (ἀνύπαρκτη συνήθως) ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση, ἀλλὰ τὰ πρότυπα μὲ τὴν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο˙ καὶ αὐτοὶ κολακεύουν ἀκατάπαυστα τοὺς ἐπιφανεῖς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς κλειδοκράτορες˙ καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, πληρώνουν καὶ ἀπολύτως ὑλικὸ τίμημα, τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἐκδότη δηλαδή, ποὺ μὲ ἀφοσίωση στὴν νεοελληνικὴ ποίηση θὰ τυπώσει (καί, ἂν εἶναι τυχεροί, θὰ διανείμει) τὸ ἔργο τους.

Τοὐλάχιστον στὸ ἀγαπημένο μου καβαφικὸ ἀνέκδοτο τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖ (καὶ ἀργότερα ἐγκαταλείπει) ὁ φέρελπις ποιητὴς εἶναι, πράγματι, νέο καὶ ἀνατρεπτικό, ἀποτελεῖ πράγματι τομὴ στὴ νεοελληνικὴ ποίηση καὶ παραμένει, ἀκόμη καὶ σήμερα, σημαντικὴ στιγμὴ τῆς παγκόσμιας ποίησης. Δὲν ἔχει βλάψει τὴν ποίηση ἰδιαίτερα ὁ ἑσμὸς τῶν μιμητῶν τοῦ Καβάφη τὰ τελευταῖα ἑκατὸ χρόνια, ἐνῶ πολλοὶ ποὺ μαθήτευσαν στὸ καβαφικὸ ἐργαστήρι ἔχουν πράγματι κομίσει δῶρα σημαντικὰ στὴν τέχνη τῆς ποιήσεως.

Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος ὑστερόβουλος μιμητισμὸς μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπιλέγει ὡς πρότυπα ποιητὲς ποὺ κατάφεραν, μὲ μεθόδους ποὺ κανεὶς δὲν συζητεῖ, νὰ ἐπιβληθοῦν στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο, χωρὶς νὰ ἔχουν δημιουργήσει (ἢ νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ δημιουργήσουν) ἔργο πρωτότυπο ἢ σημαντικὸ καὶ χωρὶς νὰ ἐπιχειροῦν πλέον νὰ δημιουργήσουν τέτοιο ἔργο˙ ποιητὲς ποὺ ξεκίνησαν τὴν σταδιοδρομία τους στὰ γράμματα μὲ στιχουργήματα μιμητικὰ ἄλλων καὶ συνεχίζουν μιμούμενοι τὰ δικά τους παλαιότερα μιμητικὰ στιχουργήματα, κορδωνόμενοι σὰν γυμνοὶ βασιλεῖς στὸ τελματῶδες ἀδιέξοδο ὅπου ἡγεμονεύουν.

Ὁ μηχανισμὸς τῆς διακίνησης καὶ διάδοσης τῆς λογοτεχνίας δὲν ἀφήνει πολλὰ περιθώρια: οἱ ποιητικὲς δημόσιες σχέσεις εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ποιητῶν. Ἀλλὰ καθὼς τὰ πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα συνάπτονται αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δημόσιες σχέσεις συναποτελοῦν τὸ συχνὰ μισαλλόδοξο καθεστώς, τὸ ὁποῖο ἀποστρέφεται ὅ,τι μπορεῖ νὰ τὸ ὑπονομεύσει καὶ ἀνταμείβει ὅ,τι τὸ ἀναπαράγει, ἡ δημόσια ὁδὸς τῆς καταξίωσης καταλήγει στὸν ἀναμηρυκασμό. Τὸ παράδοξο ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τῆς ἐπιβίωσης τοῦ ποιητικοῦ ἔργου εἶναι ἐπίσης ἡ συνθήκη τῆς ἀκύρωσής του: γιὰ νὰ ἐπιβιώσει (δηλαδή: νὰ διακινηθεῖ, νὰ διαβασθεῖ, νὰ διακριθεῖ) τὸ ἴδιο τὸ ἔργο πρέπει νὰ παγιδευθεῖ στὴ φόρμα καὶ στὴ θεματικὴ τοῦ ἤδη τελματωμένου παρελθόντος, καθὼς τὰ μέσα τῆς ἐπιβίωσης βρίσκονται στὰ νύχια ἀκριβῶς τοῦ τελματωμένου παρελθόντος.

Δὲν ἔχω διέξοδο νὰ προτείνω, δὲν ὑπάρχει συμπέρασμα, δὲν ὑπάρχει πρόταση. Μόνο μιὰ ἐπισήμανση, μᾶλλον κοινότοπη: τὸ οὐσιῶδες ἔργο εἶναι πάντα ἔργο ἐν προόδῳ:  τὸ παρελθὸν – ἔστω καὶ τυπωμένο – ἔργο ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ τὸ μελλοντικὸ ἔργο ἀναθεωρεῖ καὶ ἀνανοηματοδοτεῖ˙ ὅσο τὸ παρὸν ἀκυρώνεται, τὸ τέλμα ἁπλώνεται χρονικά. Ὁ θάνατος τῆς ποίησης θὰ ἔρθει not with a bang, but a whimper. Καὶ θὰ εἶναι ἀναντίστρεπτος.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

the proof of the pudding

Κάθε ποίημα ἐνσωματώνει μιὰν ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ λεγόμενα ποιήματα ποιητικῆς, οὔτε μιλῶ γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐνδεχομένως ἕνας ποιητὴς διατείνεται σχετικὰ μὲ τὴν ποίηση, εἴτε σὲ κείμενα καὶ συνεντεύξεις εἴτε στὰ ἴδια τὰ ποιήματά του˙ μιλῶ γιὰ τὴν ἀντίληψη περὶ τῆς ποίησης ἡ ὁποία διαφαίνεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάνει κανεὶς ποίηση.

 

Καμμιὰ φορὰ ἡ ρητῶς διατυπωμένη «θεωρία» τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν ποίηση φαίνεται νὰ μὴν ἔχει ἰδιαίτερα στενὴ σχέση μὲ τὸ ποιητικό του ἔργο. Οἱ ἀναφορές, ἂς ποῦμε, τῆς Κατερίνας Γώγου στὴν ποίηση (στὸ Μὲ λένε Ὀδύσσεια κυρίως, ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἀπόντες ἐν μέρει) εἶναι μᾶλλον κοινότοπες, τοῦ συρμοῦ καὶ ἐν τέλει ἀντιφατικὲς πρὸς τὴν ἴδια τὴν ποιητική της πράξη, ἡ ὁποία ἀρθρώνει μὲ πολὺ πιὸ στιβαροὺς ὅρους μιὰν ἀντίληψη τῆς πολιτικῆς ποίησης ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴν ἔχει παληώσει σχεδὸν σαράντα χρόνια μετά. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς λίγες περιπτώσεις ὅπου ἡ ποιητικὴ πράξη εἶναι ἀνώτερη τῆς θεωρίας, διότι ἀκριβῶς ἡ Γώγου ἔχει γράψει ποιήματα τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν καὶ ἀνατρέπουν τὶς κάπως ἀφελεῖς ἀντιλήψεις ποὺ μοιάζει νὰ ἁναπαράγουν κάποια ἀπὸ τὰ ὕστερα ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἔχει γράψει.

 

Συνήθως, ὅμως, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο: οἱ ἀπόψεις ποὺ ἐκφράζουν οἱ ποιητὲς γιὰ τὴν ποίηση εἶναι μεγαλόσχημες, σπουδαιοφανεῖς καὶ καμμιὰ φορὰ ἀκόμη καὶ ἐνδιαφέρουσες ἢ ἀνατρεπτικές, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ποιητική τους πράξη δὲν ἀνταποκρίνεται στοὺς ἰσχυρισμούς τους, οὔτε δικαιώνει τὶς ἀνακοινωμένες προθέσεις τους. Καὶ τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ προκύπτουν τότε ἀντιπροσωπεύουν μιὰν ἐξ ὁρισμοῦ ἀποτυχημένη προσπάθεια νὰ συμβιβασθεῖ ἡ ἐλλειμματικὴ ποιητικὴ πράξη μὲ τὴν φιλόδοξη ποιητικὴ θεωρία, ἡ ὁποία ἐν προκειμένῳ σερβίρεται ὡς προγραμματικὴ ποιητικὴ δήλωση. Ἀλλὰ τὰ ἀσυμβίβαστα δὲν συμβιβάζονται: τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανεὶς δὲν θὰ μᾶς τὸ ποῦν οὔτε οἱ ἀφορισμοὶ ποὺ ἐκτοξεύει στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, οὔτε οἰ συνεντεύξεις του, οὔτε τὰ κριτικά του κείμενα, οὔτε τὰ δοκίμιά του, οὔτε κἂν τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχει γράψει˙ τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανείς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἂν εἶναι, ἐν τέλει, ποιητής, θὰ μᾶς τὸ πεῖ μόνο ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑλοποιοῦνται οἱ ὅποιες ἀπόψεις καὶ προθέσεις του, δηλωμένες ἢ ἄδηλες, στὸ σῶμα τῶν ποιημάτων του. Καὶ γι᾽αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο (ὅσο κι ἂν εἶναι ἐνδιαφέρον) ἕνας ποιητὴς νὰ γράφει καὶ κριτικὰ καὶ θεωρητικὰ κείμενα: ὡς ποιητής, ἀρκεῖ νὰ γράφει ποιήματα.

 

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἄλλες ἰδιότητες σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση ἢ μὲ τὸν πολιτισμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ συγκεντρώνει ἕνας ποιητής, ὡς ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Μπορεῖ, ἂς ποῦμε, ἕνας ποιητὴς νὰ εἶναι ἐπίσης διευθυντὴς λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ, κριτικός, ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων, δάσκαλος στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, πρύτανις, ἢ μεγαλοκληρονόμος. Καὶ μπορεῖ ὑπὸ τὴν ὅποια ἄλλη του ἰδιότητα νὰ δίνει συνεντεύξεις περὶ τῆς ποίησης ὡς ἀνατρεπτικῆς δύναμης ἢ περὶ τῆς ποίησης ὡς ἐθνικῆς κληρονομιᾶς. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ μιλάει κανεὶς γιὰ τὴν ποίηση ὡς ἐπανάσταση, ἐνῶ στρογγυλοκάθεται ὁ ἴδιος στὴν ἕδρα τῆς Ποιήσεως τῆς Ἀκαδημίας. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σὲ ποιό ἀκριβῶς βάθρο στρογγυλοκάθεται κανεὶς καὶ τί δηλώνει ἐνῶ στρογγυλοκάθεται στὸ βάθρο του, ἀλλὰ τί ποιήματα γράφει.

 

Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι ποιητής, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι οὔτε ἡ δημόσια παρουσία σου, οὔτε οἱ θέσεις καὶ οἱ τιμὲς ποὺ ἔχεις ἀποδεχθεῖ, οὔτε κἂν ἡ χυδαιότητα μὲ τὴν ὁποία ἀξιοποιεῖς τὴ θέση σου γιὰ νὰ ἐπιβάλλεις ἀνθρώπους καὶ ἔργα καὶ γιὰ νὰ ἐξοστρακίσεις ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἔργα. Τὸ βασικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ τῆς ἀναρρίχησής σου στὰ περὶ τὴν ποίηση ἀξιώματα καὶ τῆς ποιότητας τῶν ποιημάτων σου, μιὰ σχέση συνήθως ἀντίστροφης ἀναλογίας: ἀναρρίχηση ἀπὸ τὴ μιά, καθίζηση ἀπὸ τὴν ἄλλη, καθὼς ἡ δαφνοστεφὴς αὐταρέσκεια εὔκολα ὁδηγεῖ σὲ ἀναμηρυκαστικὴ ἐπανάληψη τῶν ἤδη παρωχημένων (ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑπῆρξαν κάποτε) ποιητικῶν ἐπιτευγμάτων σου. Εἶναι λογικό, δεδομένου ὅτι ἡ κοινοτοπία καὶ ἡ κενολογία εὔκολα κερδίζουν τὴ μαζικὴ ἀποδοχή, καθὼς ὄχι μόνο δὲν ἀπειλοῦν κανέναν, ἀλλὰ κολακεύουν καὶ τοῦ καθενὸς τὴν ἀμάθεια.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ποίηση τοῖς μετρητοῖς

Στὰ χέρια μου ἔχουν πέσει ἑκατοντάδες ποιητικὰ βιβλία τὰ τελευταῖα χρόνια. Δύο ἀπὸ τὰ καλύτερα παραμένουν ἀνέκδοτα, ἀλλὰ γιὰ καλή μου τύχη οἱ συγγραφεῖς τους εἶναι φίλοι μου καὶ ἔτσι μοῦ δόθηκε τὸ προνόμιο νὰ τὰ διαβάσω. Ὑποθέτω, λοιπόν, πὼς ὑπάρχουν καὶ ἄλλα καλὰ ποιητικὰ βιβλία ποὺ δὲν ἔχουν ἐκδοθεῖ καὶ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ διαψεύσουν τὴν προσωπική μου ἐντύπωσή ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σύγχρονης ἐγχώριας ποιητικῆς παραγωγῆς εἶναι γιὰ τὰ σκουπίδια.

 

Τὰ δύο αὐτὰ βιβλία παραμένουν ἀνέκδοτα παρὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν συγγραφέων τους. Οἱ συγγραφεῖς τους τὰ ὑπέβαλαν σὲ ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐκτιμοῦσαν καὶ περίμεναν καιρό, πολὺ καιρό, νὰ μάθουν ἂν κατὰ τὴ γνώμη τῶν ἐν λόγῳ ἐκδοτικῶν οἴκων ἄξιζαν νὰ ἐκδοθοῦν. Ἔλαβαν ἀπάντηση ἀπὸ ἕναν ἐκδοτικὸ οἶκο ὁ καθένας – οἱ λοιποὶ δὲν ἀπάντησαν ποτὲ τίποτε, οὔτε κἂν ὅτι ἔχουν λάβει τὰ δακτυλόγραφα, ὑπάρχουν ὅμως ἐνδείξεις ὅτι τὰ ἔλαβαν, καθὼς προσέθεσαν τὶς ἠλεκτρονικὲς διευθύνσεις τῶν συγγραφέων στὶς λίστες τους ὥστε νὰ τοὺς ἀποστέλλουν μαζικὰ ἠλεκτρονικὰ μηνύματα στὰ ὁποῖα διαφημίζουν τὶς νέες τους ἐκδόσεις.

 

Οἱ δύο ἐκδότες ποὺ καταδέχθηκαν νὰ ἀπαντήσουν φαίνεται πὼς ἀξιολόγησαν θετικὰ τὰ δακτυλόγραφα καὶ συμφώνησαν νὰ τὰ ἐκδώσουν. Ζήτησαν, ὅμως, ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς μιὰ «μικρὴ συμμετοχὴ» στὰ ἔξοδα τῆς ἔκδοσης: τετρακόσια εὐρὼ ὁ ἕνας, πεντακόσια ὁ ἄλλος. Ἂς σημειωθεῖ ὄτι πρόκειται γιὰ μικροῦ ὄγκου βιβλία, δύο ἢ τριῶν   δεκαεξασέλιδων, ποὺ θὰ τυπώνονταν σὲ τριακόσια, τὸ πολύ, ἀντίτυπα. Ἂς σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι πρόκειται γιὰ μικροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐκδίδουν κυρίως ποίηση καὶ ποὺ θεωροῦνται περιφερειακοί, ἐκτὸς τῶν mainstream κυκλωμάτων, ἀλλὰ σοβαροὶ καὶ ἐπιλεκτικοί.

 

Οἰ φίλοι συγγραφεῖς δὲν ἐξεπλάγησαν. Γνώριζαν ὅτι τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ τοὺς ζητηθεῖ κάποια οἰκονομικὴ συμμετοχὴ στὰ ἔξοδα τῆς ἔκδοσης, τὸ περίμεναν, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι λογικό, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὸ ἐπιβάλλουν τὰ σύγχρονα ἐκδοτικὰ ἤθη στὴν Ἑλλάδα. Συμφώνησαν, λοιπόν, νὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν ποὺ τοὺς ζητήθηκε, δώσανε τὰ χέρια, κλείσανε ἡμερομηνίες καὶ τιρὰζ καὶ ἔμειναν ἥσυχοι.

 

Λίγους μῆνες μετά, καὶ ἀφοῦ εἶχε ἤδη παρέλθει ἡ συμφωνημένη ἡμερομηνία ἔκδοσης ἀλλὰ οἱ ἐκδότες τηροῦσαν σιγὴ ἰχθύος, οἱ φίλοι συγγραφεῖς ἐπικοινώνησαν ἐκ νέου μὲ τοὺς ἐκδότες καὶ τοὺς ρώτησαν τί συμβαίνει. Χρειάστηκε, μάλιστα, νὰ ὲπικοινωνήσουν πολλὲς φορὲς ὥσπου νὰ πάρουν κάποια ἀπάντηση. Ἡ ἀπάντηση, ὅταν ἦρθε, πῆρε τὴ μορφὴ ἐρώτησης χονδρεμπόρου: «γιὰ πόσα ἀντίτυπα εἴχαμε πεῖ ὅτι ἐνδιαφέρεσαι; καὶ εἶσαι σίγουρος ὅτι εἴχαμε συμφωνήσει τόσα λίγα λεφτά; διότι αὐτὰ δὲν φτάνουν οὔτε γιὰ τὰ τυπογραφικά…»

 

Οἱ φίλοι συγγραφεῖς δικαίως ἐξοργίσθηκαν καὶ ἀποφάσισαν νὰ μὴν συνεχίσουν. Οἱ ἐκδότες, βεβαίως, ἀδιαφοροῦν, καθὼς ὑπάρχουν δεκάδες ἄλλοι ἐπίδοξοι ποιητὲς ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώσουν διπλά, καὶ τρίδιπλα καὶ τετράδιπλα.  Οἱ φίλοι μου, ὅμως, οἱ ὁποῖοι ὑπενθυμίζω ὅτι ἔχουν γράψει δύο ἀπὸ τὰ καλύτερα ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἔχω διαβάσει τὰ τελευταῖα χρόνια, δὲν ξέρω ἂν θὰ βροῦν τὸ κουράγιο νὰ ἀρχίσουν πάλι νὰ στέλνουν τὰ ποιήματά τους στοὺς ἐκδότες, εἰσπράττοντας εἴτε σιωπὴ καὶ ἀδιαφορία εἴτε ἀπαιτήσεις γιὰ χρήματα τὰ ὁποῖα καὶ ἂν ἀκόμη ἦσαν πρόθυμοι, κατὰ πᾶσα πιθανότητα δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ δώσουν. Διότι πράγματι τὰ τέσσερα ἢ πέντε κατοστάρικα ποὺ ζήτησαν καταρχὰς οἱ δῆθεν περιθωριακοὶ καὶ δῆθεν ἐκλεκτικοὶ ἐκδότες εἶναι λίγα σὲ σχέση μὲ ὅσα ζητοῦν οἱ λιγότερο περιθωριακοί: γύρω στὰ δύο χιλιάρικα, μαθαίνω, εἶναι ἡ μέση τιμὴ γιὰ τρία δεκαεξασέλιδα σὲ τριακόσια ἀντίτυπα, ἐνῶ ἂν ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος  τυχαίνει νὰ ἔχει παράδοση στὶς ποιητικὲς ἐκδόσεις ἢ διασυνδέσεις μὲ τὶς διάφορες ἐπιτροπὲς βραβείων, τὸ κόστος ἀνεβαίνει σημαντικά, καὶ μπορεῖ νὰ φτάσει καὶ τὶς πέντε χιλιάδες εὐρώ, ἰδιαίτερα ἂν ὁ ἐκδότης ἔχει ἀπὸ πάνω νὰ πληρώσει καὶ προμήθειες σὲ λογοτεχνικοὺς μαστρωπούς, σὲ ἀνθρώπους δηλαδὴ μὲ κάποιο ὄνομα στὴν πιάτσα ποὺ πληρώνονται ἀπὸ τὸν ἐκδότη μὲ τὸ κομμάτι γιὰ νὰ τοῦ προμηθεύουν «ψώνια» (ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται κατὰ κόρον ἀπὸ ἕναν τέτοιο ἐκδότη) πρόθυμα νὰ πληρώσουν ὥστε νὰ ἐκδοθοῦν.

 

Τὸ πιθανότερο εἶναι, ἑπομένως, ὅτι δὲν θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ποιήματα τῶν φίλων μου. Διότι οἱ φίλοι μου δὲν ἔχουν τὸ κουράγιο νὰ ξαναμποῦν σὲ αὐτὴ τὴ διαδικασία. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἂν εἶχαν τὸ κουράγιο, δὲν ἔχουν, ἢ δὲν διαθέτουν, τὰ ἀπαιτούμενα λεφτά.

 

Τὸ πιὸ ἀνησυχητικό, ὅμως, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἀπὸ τὰ ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἐκδίδονται καὶ ποὺ διαβάζουμε ὅλοι ὅσοι ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν ποίηση, τὰ συντριπτικὰ περισσότερα, τὸ 95% πιστεύω, ἔχουν ἐκδοθεῖ ὄχι ἁπλῶς μὲ ἔξοδα τοῦ συγγραφέα, ἀλλὰ καὶ μὲ μιὰ σημαντικὴ οἰκονομικὴ δωρεὰ τοῦ συγγραφέα πρὸς τὴν ἐπιχείρηση τοῦ ἐκδότη. Διότι βέβαια ἡ οἰκονομικὴ συνεισφορὰ τοῦ συγγραφέα εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τοῦ κόστους τῆς ἔκδοσης. Καὶ τὸ ὕψος τῆς δωρεᾶς καθορίζει συχνὰ καὶ τὴν «καριέρα» τοῦ βιβλίου: οἱ πιὸ ἀκριβοπληρωμένοι ἐκδότες ἔχουν τὶς κατάλληλες διασυνδέσεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἀναλάβουν τὴν προώθηση, μέσῳ πολλαπλῶν παρουσιάσεων καὶ ἐπαινετικῶν κριτικῶν, ἀλλὰ καὶ μέσῳ προτάσεων βιβλιοπωλείων καὶ ἐρασιτεχνῶν δῆθεν ἀλλὰ ἀμειβόμενων βιβλιοπωλῶν.

 

Παρ᾽ ὅλα αὐτά, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν χρηματιζόμενων ἐκδοτῶν καὶ συνεργατῶν τους ἐξακολουθοῦν ἀνερυθρίαστα νὰ καμώνονται πὼς εἶναι ἐπιλεκτικοί, πὼς τοὺς ἀφορᾶ ἡ ποιότητα, πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ὑπόθεση τῆς λογοτεχνίας. Ἐνῶ εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ μιμητικὸ ἀνακυκλωνόμενο σκουπιδιαριὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὴν σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή. Διότι τελικὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιόλογη ποιητικὴ παραγωγή, τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι αὐτὴ δὲν φτάνει συνήθως στὴν κατανάλωση: σπανίως οἱ καλοὶ ποιητὲς εἶναι εὔποροι καὶ ἀκόμη σπανιότερα εἶναι τόσο ψώνια ὥστε τὰ ἐλάχιστα χρήματα ποὺ βγάζουν νὰ τὰ διαθέτουν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ ἔργου τους.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]