βιογραφισμὸς

Διάβαζα πρὸ ἐτῶν ἕνα συμπαθητικό, ἂν καὶ μᾶλλον ἀσήμαντο, μυθιστόρημα ποὺ εἶχε γράψει φίλη φίλης τὴν ὁποία θὰ ὀνομάσω ἐδῶ Φιλουμένα. Στὶς πρῶτες πενήντα σελίδες τοῦ μυθιστορήματός της, ἔπεσα πάνω σὲ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴ δική μου ζωή, τὴν ὁποία προφανῶς θὰ πρέπει κάποτε νὰ εἶχα διηγηθεῖ σὲ κάποια ἀπὸ τὶς συναθροίσεις ποὺ ὀργάνωνε ἡ κοινή μας φίλη. Στὶς ὐπόλοιπες διακόσιες σελίδες τοῦ βιβλίου ἀναγνώρισα μερικὲς ἀκόμη ἱστορίες ποὺ εἶχα ἀκούσει ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους στὶς ἴδιες προφανῶς λίγες συναθροίσεις, τὶς ὁποῖες εἶχε προφανῶς ἐπίσης ἀκούσει καὶ ἀξιοποιήσει ἡ Φιλουμένα στὸ μυθιστόρημά της.

 

Ὁμολογῶ πὼς ἐνοχλήθηκα κάπως. Ἂν εἶναι δυνατόν, σκέφτηκα μὲ ἀγανάκτηση, νὰ γίνεται ἡ ζωή μου μυθιστόρημα καὶ μάλιστα χωρὶς τὴν ἄδειά μου! Φυσικά, ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ἦταν ὑπερβολική: δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τὴ “ζωή μου” ἀλλὰ γιὰ μιὰ ἱστορία ποὺ εἶχα ἀφηγηθεῖ καὶ ἡ ὁποία ἐντάχθηκε ὡς πρώτη ὕλη σὲ ἕνα μυθιστόρημα. Ἐπίσης, ἡ ἀντίδρασή μου ἦταν ἀδικαιολόγητη: ἀσφαλῶς καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνας συγγραφέας νὰ ἀντλεῖ  ὑλικὸ ἀπὸ τὰ βιώματά του, ἔμμεσα καὶ ἄμεσα, καὶ νὰ ἐπεξεργάζεται αὐτὸ τὸ ὑλικὸ στὴ διαδικασία τῆς γραφῆς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἔκτοτε ἀποφεύγω νὰ μιλῶ ὅταν εἶναι παρούσα ἡ ἐν λόγῳ συγγραφέας˙ καὶ ἐὰν πῶ κάτι παρουσίᾳ της, φροντίζω νὰ εἶναι ἐντελῶς κοινότοπο καὶ ἀσήμαντο, καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μὴν περιλαμβάνει κανενὸς εἴδους ἀφήγηση.

 

Στὴν ποίηση, βεβαίως, φαντάζεται κανεὶς ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Τὰ ποιήματα σπανίως πλέον ἀφηγοῦνται ἱστορίες καὶ ἀκόμη σπανιότερα ἱστορίες ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι βασίζονται σὲ ἀληθινὰ βιώματα, εἴτε τοῦ ποιητῆ εἴτε τοῦ περιγύρου του. Ἐντούτοις, ἀκούει κανεὶς καὶ γιὰ ποιήματα σχόλια ὅπως “τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔγραψε ἡ ποιήτρια μετὰ τὸ διαζύγιό της, καὶ ἀναφέρεται στὴν τελευταία περίοδο τοῦ ἄτυχου γάμου της” ἢ “ἡ ποιητικὴ αὐτὴ συλλογὴ ἐμπνέεται ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ μου καὶ περιγράφει τὶς χαρὲς τῆς μητρότητας”“αὐτὸ τὸ ἐρωτικὸ ποίημα τὸ ἔγραψα γιὰ σένα, ἀγαπημένε μου”. Καὶ ὑπάρχουν σαφῶς ποιήματα σπουδαῖα τὰ ὁποῖα ὄχι ἁπλῶς στηρίζονται ξεκάθαρα σὲ βιωματικὸ ὑλικὸ ἀλλὰ καὶ δηλώνονται ἀπερίφραστα ὡς (αὐτο)βιογραφικά, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὰ ποιήματα τῶν Birthday Letters τοῦ Hughes.

 

Τὸ ζήτημα, ὅμως, δὲν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ βιωματικοῦ ὑλικοῦ σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο, καὶ ἰδιαίτερα σὲ ἕνα ποίημα, ἀλλὰ ἡ διαχείριση τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Στὶς περισσότερες περιπτώσεις σπουδαίων ἔργων, τὸ βιωματικὸ ὑλικὸ εἶναι (καὶ πρέπει νὰ εἶναι) παρόν, μὲ τρόπο περισσότερο ἢ λιγότερο ἐκκωφαντικό˙ ἡ δὲ ἀπουσία βιωματικῆς βάσης συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ στιχουργήματα ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀσήμαντα, ποὺ στὴν καλύτερη περίπτωση ἁπλῶς ἀπηχοῦν ποιήματα ἄλλων. Ὅπως, ὅμως, γνωρίζουμε ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς λεγόμενης “ἐξομολογητικῆς” ποίησης (ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Lowell), ἡ ἐξομολόγηση τῶν μύχιων σκέψεων καὶ τὸ ξεχείλισμα συναισθημάτων δὲν ἀρκεῖ: ἡ ποίηση μπορεῖ καταρχὰς νὰ ἀντλεῖ ὑλικὸ ἀπὸ μιὰ βιωματικὴ βάση, ὅμως τὸ ὑλικὸ αὐτὸ τὸ ἐπεξεργάζεται, τὸ ἀλλοιώνει, καἰ συχνὰ τὸ διαστρέφει ὥστε νὰ μπορέσει νὰ μιλήσει γιὰ τὸ πραγματικὸ θέμα της, ποὺ ὁπωσδήποτε ξεπερνᾶ τὸ μεμονωμένο βίωμα.

 

Ἂν ἡ “Λάζαρος” τῆς Plath ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ τὶς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας τῆς νεαρῆς ποιήτριας, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογράφους της – ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ὑπῆρχαν, καθὼς κανένας δὲν θὰ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν βίο μιᾶς ἀσήμαντης αὐτοβιογραφούμενης στιχοπλόκου. Ὁμοίως, ἂν οἱ “Μέρες τοῦ 1908” τοῦ Καβάφη ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ ἕναν ὡραῖο νεαρὸ ποὺ κάποτε εἶδε καὶ σφοδρὰ ἐπιθύμησε ὁ ποιητής, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογραφίζοντες παραναγνῶστες τοῦ Freud κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἢ τοὺς μελετητὲς καὶ ἀκολούθους τῆς Sedgwick στὶς μέρες μας.

 

Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἐνδιαφέρει, ἐμένα τοὐλάχιστον, στὴν ποίηση δὲν εἶναι ἡ πιστότητά της στὸ προσωπικὸ βίωμα ποὺ ἐνδεχομένως ὑπόκειται τοῦ κάθε ποιήματος, ἀλλὰ ἡ ἀποτελεσματικότητά της ὡς λογοτεχνίας. Ἐφόσον γιὰ νὰ διαβάσει ἕνα ποίημα χρειάζεται κανεὶς νὰ ἀνιχνεύσει συγκεκριμένα περιστατικὰ τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ (ἤ, ὅπως εἴδαμε, τῶν ζωῶν γνωστῶν καὶ φίλων του!) καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ λειτουργία τοῦ ποιήματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν περιστατικῶν αὐτῶν, τὸ ποίημα ἔχει ἀποτύχει ὡς τέτοιο. Πιθανὸν νὰ εἶναι χρήσιμο ὡς ἡμερολογιακὴ ἐγγραφή, ὡς συναισθηματικὸ ξέσπασμα ἢ ἁπλῶς ὡς θρῆνος, ἀλλὰ ποίημα δὲν εἶναι. Ἡ σύνθεση ἑνὸς ποιήματος προϋποθέτει  ἔλεγχο καὶ ἐπεξεργασία τοῦ βιώματος καὶ προϋποθέτει ἐπίσης, καὶ κυρίως, ἀπόλυτο ἔλεγχο τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ τὴ δόμησή του.

 

Βεβαίως, ὑπάρχουν πάντα, ὑπάρχουν ἀκόμη, καὶ οἱ ποιηματογράφοι ποὺ ἐκφράζουν ἁπλῶς τὸν ψυχικό τους κόσμο ἢ τὸ σκίρτημα τῆς ἄνοιξης, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἀναγνῶστες ποὺ ζητοῦν ἁπλῶς κάτι μὲ τὸ ὁποῖο νὰ μπορέσουν νὰ ταυτιστοῦν σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ τοὺς πνίγουν τὰ συναισθήματά τους. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἦταν πιὸ ὠφέλιμο καὶ γιὰ τοὺς μὲν καὶ γιὰ τοὺς δὲ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ποίηση καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ἄλλο, προσφορότερο κειμενικὸ εἶδος: τὸ φθηνὸ καψουροτράγουδο – καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ καψουροτράγουδα ἐν γένει, διότι αὐτὰ ὑπερβαίνουν συχνότατα τὸ μεμονωμένο ἀποτύπωμα μιᾶς τυχαίας καψούρας, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ τραγουδοῦσε ἄλλοτε, ἂς ποῦμε, ἡ Στέλλα Μπεζεντάκου.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

“and so the nonce-world, which became my world, closed about me”

Σὲ κάποιο μάθημα γλωσσολογίας πρὶν πολλὰ χρόνια, ὅταν ἀκόμη ἤμουν φοιτητής, ἕνας εὐφυέστατος καθηγητὴς μᾶς εἶχε παρουσιάσει καμμιὰ δεκαριὰ προτάσεις καὶ μᾶς εἶχε θέσει τὸ ἐρώτημα ἄν, κατὰ τὴ γνώμη μας, οἱ προτάσεις αὐτὲς προέρχονταν ἀπὸ γραπτὰ φυσικῶν ὁμιλητῶν τῆς γλώσσας. Οἱ φοιτητὲς διαβάσαμε τὶς προτάσεις καὶ ἀπαντήσαμε ὁμόφωνα πὼς ὄχι, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση φυσικὸς ὁμιλητὴς νὰ ἔχει παραγάγει τέτοιες προτάσεις, καθὼς τὰ λάθη ποὺ περιεῖχαν οἰ προτάσεις αὐτὲς ἦσαν ὀφθαλμοφανῆ καὶ σοβαρά˙ προφανῶς, εἴπαμε, ἐπρόκειτο γιὰ ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώριζαν καλὰ τὴ γλώσσα στὴν ὁποία προσπαθοῦσαν νὰ ἐκφρασθοῦν.

 

Ὁ καθηγητὴς χαμογέλασε μὲ αὐτοσυγχαρητήρια συγκατάβαση καὶ μᾶς ἀποκάλυψε τὴν πραγματικὴ προέλευση τῶν προτάσεων ποὺ μὲ τόση βεβαιότητα εἴχαμε ἀποφανθεῖ πὼς περιεῖχαν γλωσσικὰ λάθη: ὅλες ἀνεξαιρέτως προέρχονταν ἀπὸ ποιήματα ἐπιφανῶν σύγχρονων ποιητῶν καὶ μάλιστα τὰ ποιήματα αὐτά, ποὺ στὴ συνέχεια διαβάσαμε, ἦσαν ὅλα σπουδαῖα ποιήματα. Καὶ φυσικά, μὲ τὴν εὐκολία καὶ τὴν ἀδιαντροπιὰ τῆς νεότητας, ἀλλάξαμε ἀμέσως γνώμη: τελικά, εἴπαμε, δὲν ἐπρόκειτο, βεβαίως, περὶ λαθῶν, ἦταν προφανὲς πὼς τὰ δείγματα αὐτὰ ἀντιπροσώπευαν δημιουργικἐς ἀποκλίσεις ἀπὸ τοὺς γλωσσικοὺς κανόνες, τὶς ὁποῖες βεβαίως ἐπιχειρήσαμε ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀναλύσουμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε.

 

Σκοπὸς τοῦ καθηγητῆ, ὅπως ἀποδείχθηκε, ἦταν νὰ μᾶς δείξει πόσο προβληματικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ λάθους. Παρεμπιπτόντως, ὅμως, ἡ χρήση παραδειγμάτων προερχόμενων ἀπὸ τὸν ποιητικὸ λόγο, μᾶς ἔδειξε ἐπίσης καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι ἡ ποιητικὴ γλώσσα λειτουργεῖ μὲ κανόνες ποὺ δὲν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μὲ τοὺς κανόνες τῆς συμβατικῆς γλώσσας˙ ὅτι ἡ ποίηση χτίζει μιὰ ἰδιαίτερη γλώσσα τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς δικούς της σκοπούς, ποὺ πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τοὺς κατὰ βάση ἐπικοινωνιακοὺς σκοποὺς τῆς συμβατικῆς γλώσσας.

 

Τὸ κάθε ποίημα (καὶ μιλῶ ἐδῶ γιὰ σημαντικά, βεβαίως, ποιήματα καὶ ὄχι γιὰ προϊόντα ἀκατάσχετης ποιηματογραφίας) ἀποτελεῖ ἕνα νέο, μοναδικὸ σύστημα σημείων (ἕνα nonce system, θὰ ἔλεγαν – καὶ ἔχουν πράγματι πεῖ – οἱ Ἄγγλοι) τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν στὴν συγκεκριμένη, μοναδικὴ συνάρθρωσή τους καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἡ λεγόμενη “ποιητικὴ ἄδεια”, ποὺ ἀναγνωρίζει στὴν ποιητικὴ γλώσσα τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλίνει ἀπὸ τοὺς συμβατικοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ λεξιλογίου, εἶναι μόνο ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου. Ἡ οὐσία βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν προφανῶν καὶ δικαιολογημένων ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ποιητικὴ ἄδεια ἀποκλίσεων, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου ἀνατρέπεται ἢ ὑποσκάπτεται ἡ γλώσσα ὡς ἀνθρώπινη ὁμιλία: ἡ ποίηση δὲν ἀκολουθεῖ τὶς ἐπικοινωνιακὲς συμβάσεις, ἀλλὰ ἀντίθετα στηρίζεται στὴν ἀνοικείωση τοῦ ἀναγνώστη ἀπὸ αὐτές.

 

Ὅταν, γιὰ παράδειγμα, στὸ ποίημά της “Ὁ Ἐπικήδειος”, γράφει ἡ Ἀλόη Σιδέρη “Ἂς εἶναι τὰ νησιὰ σου ἐλαφρά, Ἰόνιο πέλαγος!” μπορεῖ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε καμμιὰ ἀπόκλιση ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς, τῆς σύνταξης ἢ (ἂν δὲν εἴμαστε πολὺ αὐστηροὶ) τοῦ λεξιλογίου, ἀλλὰ ἡ λειτουργία τῆς γλώσσας εἶναι σαφῶς ποιητικὴ καὶ ὄχι ἐπικοινωνιακή: ἡ κλητικὴ ἀπευθύνεται στὸ Ἰόνιο πέλαγος, καὶ ὄχι, ὡς εἴθισται κατὰ τὴν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία, σὲ κάποιον ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει ἢ νὰ ἀπαντήσει˙ τὸ ἐπίθετο “ἐλαφρὰ” περιγράφει τὰ νησιά, σὲ μιὰ σύμφραση ποὺ ξενίζει τὸν φυσικὸ ὁμιλητὴ τῆς ἑλληνικῆς καὶ ὁπωσδήποτε δὲν ἀπαντᾶ στὴ συμβατικὴ χρήση τῆς γλώσσας˙ συγχρόνως, ἡ εὐχὴ “ἂς εἶναι ἐλαφρὰ” ἀνακαλεῖ τὴ στερεότυπη ἔκφραση “ἂς εἶναι ἐλαφρὺ τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκεπάζει” καὶ ὁρίζει ἔτσι ἕνα περικείμενο πένθους˙ καὶ τελικὰ μέσω αὐτῶν τῶν ἀνατροπῶν τῶν συμβατικῶν χρήσεων τῆς γλώσσας προκύπτει ἡ εἰκόνα τοῦ πελάγους ὡς ἀγαπημένου νεκροῦ τὸν ὁποῖο πενθοῦμε ἢ νοσταλγοῦμε. Ἡ δύναμη τοῦ καταληκτήριου αὐτοῦ στίχου τοῦ ποιήματος στηρίζεται ἀκριβῶς στὶς γλωσσικὲς ἀνατροπές˙ δὲν καταφεύγει ἡ ποιήτρια, ὅπως θὰ ἔκανε ἕνας ἀποτυχημένος ποιητής, σὲ συμβατικὰ σχήματα λόγου (φτηνὲς μεταφορὲς τύπου “τὸ πέλαγος ἔνα πτῶμα” ἢ παρομοιώσεις ὅπως “τὸ πέλαγος σὰν νεκρὸς ποὺ κεῖται στὸν τάφο του”), διότι δὲν τὰ χρειάζεται: δουλειά της εἶναι ἡ ποίηση, ὄχι ἡ συμβατικὴ ποιηματογραφία τοῦ συρμοῦ.

 

Ἡ οὐσία τοῦ ποιητικοῦ φαινομένου μοῦ φαίνεται πὼς ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ: στὴ δημιουργία ἑνὸς συστήματος λόγου ποὺ ἀνακαλεῖ γιὰ νὰ ἀνοικειώσει, ποὺ ἀξιοποιεῖ γιὰ νὰ ἀνατρέψει, ποὺ ἀκυρώνει τὸ σύνηθες περικείμενο καὶ ὑπονομεύει τὴν ἐπικοινωνιακὴ σύνθήκη τῆς συμβατικῆς γλώσσας. Καὶ εἶναι προφανές, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ διαδικασία προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἄριστη γνώση τῆς γλώσσας καὶ τῶν συμβάσεών της. Εἶναι πιθανὸ, μάλιστα, πὼς εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας πολλῶν σύγχρονων ποιητῶν: ἡ ἀγλωσσιά τους.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἀποστείρωση

Ὅταν πῆρα τὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ ξεκινήσω νὰ ἐκτίθεμαι ὡς ἐπίδοξος ποιητής (σὲ προχωρημένη, ἤδη, ἡλικία γιὰ τέτοια πράγματα), εἶπα νὰ “συνδεθῶ” στὸ facebook μὲ ἄλλους ἐπίσης ἐπίδοξους καὶ μὴ ποιητές, τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ μὴν γνώριζα προσωπικά, βαυκαλιζόμουν ὅμως ὅτι μᾶς ἕνωνε τρόπον τινὰ τὸ κοινό μας ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴ λογοτεχνία. Μοῦ πῆρε χρόνια ὥσπου νὰ καταλάβω πὼς στὶς περισσότερες περιπτώσεις δὲν ὑπῆρχε τὸ κοινὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ τερματίσω τὴν εἰκονικὴ αὐτὴ φιλία, ἀλλὰ τὸν πρῶτο καιρὸ ἔστελνα αἰτήματα φιλίας ἀδιακρίτως, καὶ καθὼς αὐξανόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν λογοτεχνικῶν μου εἰκονικῶν φίλων, ἄρχισα νὰ λαμβάνω καὶ ἐγὼ τέτοια αἰτήματα ἀπὸ λογοτεχνίζοντες ἀγνώστους, οἱ ὁποῖοι φαντάζομαι ὑπέθεταν πὼς ἀφοῦ ἔχω τόσους λογοτεχνικοὺς φίλους, θὰ εἶμαι κι ἐγὼ λογοτέχνης!

 

Ἀπὸ τὶς πολλὲς εὐτράπελες περιπτώσεις τέτοιων λογοτεχνικῶν εἰκονικῶν φίλων, ἐκείνη ποὺ μοῦ ἔκανε τὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση ἦταν ἑνὸς σχετικῶς ἐπιφανοῦς συνομηλίκου μου, περὶ τοῦ ὁποίου τότε γνώριζα μόνον ὅτι εἶχε γράψει ἕνα δυὸ ποιητικὰ βιβλία μικρῆς ἐκτάσεως. Λέω, ὅμως, ὅτι ἦταν (σχετικῶς) ἐπιφανής, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δημοσίευε κριτικὲς καὶ κείμενα περὶ τῆς ποίησης σὲ διάφορα ἔντυπα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πιὸ ἔγκριτων, συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ποιητικὲς ἐκδηλώσεις καὶ παρουσιάσεις, καὶ συχνὰ ἀντάλλαζε δημόσιες φιλοφρονήσεις μὲ διάσημους ποιητὲς καὶ ποιήτριες ποὺ προφανῶς γνώριζε προσωπικά.

 

Ὁμολογῶ ὅτι, καθὼς παρὰ τὴν ἡλικία μου ἤμουν ἀκόμη κάπως ἀθῶος, δηλαδὴ ἀφελής, περὶ τὰ λογοτεχνικά, χάρηκα ὅταν ὁ ἐν λόγῳ συνομήλικος, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἀπατηλὰ φαινόμενα καθιερωμένος, ποιητὴς μοῦ ἔστειλε “αἴτημα φιλίας” στὸ facebook. Σκέφτηκα ὅτι ἀποτελοῦσε τὸ αἴτημα αὐτὸ ἕνα εἶδος ἀναγνώρισης ὅτι κι ἐγὼ μποροῦσα πλέον νὰ προσμετρηθῶ στὸ σινάφι, ὅτι κι ἐγὼ θὰ μποροῦσα ἴσως νὰ ἐμφανίζομαι ἔστω ὡς guest σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις, νὰ ἀρθρογραφῶ στὰ σοβαρὰ ἔντυπα, νὰ συνομιλῶ περὶ τέχνης καὶ περὶ ἠθικῆς μὲ τοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς ὄχι μόνο προηγούμενων, ἀλλά, δεδομένης τῆς καθυστερημένης εἰσόδου μου στὴ λογοτεχνικὴ σκηνή, καὶ ἑπόμενων γενεῶν!

 

Ἀποδέχθηκα, φυσικά, ἀσμένως τὸ “αἴτημα φιλίας” τοῦ ὁμηλίκου ἐπιφανοῦς, ἔριξα μιὰ γρήγορη ματιὰ στὸ προφίλ του, καὶ βγῆκα γιὰ ποτά, μὲ τὴν πρόθεση ὅταν ἐπιστρέψω, ἂν δὲν ἤμουν μεθυσμένος, ἢ τὴν ἑπόμενη μέρα, ἂν ἤμουν, νὰ περιδιαβάσω πιὸ προσεκτικὰ τὶς ἀναρτήσεις του καὶ νὰ καταθέσω τὰ ἀναγκαῖα λάικ.

 

Τὴν ἑπόμενη μέρα, ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, ὅταν ἐπέστρεψα ἐπιτέλους ἀπὸ τὴ βιοποριστική μου ἐργασία, μπῆκα στὸ facebook γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσω καὶ νὰ θαυμάσω τὶς ἀναρτήσεις τοῦ νέου μου εἰκονικοῦ φίλου. Ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερα: ὁ ἐπιφανὴς ὁμήλικος μὲ εἶχε, κιόλας (ὀρθῶς πράττων, ἀντιλαμβάνομαι ἐκ τῶν ὑστέρων), διαγράψει.  Μοῦ φάνηκε δυσεξήγητη ἡ πράξη του: ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε ἐπιδιώξει τὴν εἰκονικὴ αὐτὴ φιλία, καὶ ἐγὼ ἀμέσως τὴν εἶχα ἀποδεχθεῖ, τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε συμβεῖ μέσα σὲ λιγότερο ἀπὸ μία μέρα, ποὺ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ διαγραφή μου; Ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπορία μοῦ προξένησε τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν μετὰ λίγους μῆνες συνάντησα καὶ διὰ ζώσης τὸν ἄνθρωπο αὐτό, σὲ ποιητικὴ ἐκδήλωση βεβαίως (ποῦ ἀλλοῦ;), παρατήρησα ὅτι ἀπέφευγε ὄχι μόνον νὰ μὲ χαιρετήσει, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ μὲ κοιτάξει.

 

Μὲ ἀπασχόλησε ἀρκετὰ τὸ θέμα καὶ ἀναρωτήθηκα πολλὲς φορὲς ἔκτοτε τί μπορεῖ νὰ ἐνόχλησε τόσο τὸν ἐν λόγῳ ποιητὴ στὴν διαδικτυακή μου παρουσία, καθὼς μόνον αὐτὴν γνώριζε. Ἐξέτασα λοιπὸν μὲ τὰ μάτια ἑνὸς ἀνθρώπου τῆς ποιήσεως τὴν παρουσία μου στὸ διαδίκτυο. Καὶ εἶδα ὅτι ἐλάχιστες ἦσαν οἱ ἀναρτήσεις μου οἱ σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση. Ἀντίθετα, συχνὰ ἀναρτοῦσα φωτογραφίες ὡραίων, μερικὲς φορὲς ἡμίγυμνων ἀνδρῶν, καὶ εὐθέως ὁμοερωτικὰ κείμενα προσωπικοῦ ἢ οἰονεὶ προσωπικοῦ περιεχομένου, τόσο στὸ facebook ὅσο καὶ στὴν προσωπική μου σελίδα. Ἡ διαδικτυακή μου εἰκόνα δὲν ἦταν ἐπαρκῶς “ποιητική”.

 

Κατέληξα λοιπὸν ὅτι αὐτὸ ἐνόχλησε τὸν ἄνθρωπο τῆς ποιήσεως: τὸ γεγονὸς ὅτι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς φίλους του, ἡ διαδικτυακή μου παρουσία δὲν περιοριζόταν σὲ κουβέντες ποιητικὲς ἢ περὶ τῆς ποιήσεως, δὲν διέθετα, δηλαδή, τὸ σχεδὸν αὐτονόητο γιὰ τοὺς κύκλους τῶν ποιητῶν στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης ἀποστειρωμένο προφὶλ – βιτρίνα λογοτεχνικῶν ἐπιτευγμάτων καὶ φιλοδοξιῶν. Καὶ μάλιστα, χωρὶς ἀναστολές, ἀνέβαζα καὶ σχολίαζα περιεχόμενο σαφῶς ὁμοερωτικό, ὄχι ἀπαραιτήτως πορνογραφικῆς προθέσεως, ἀλλὰ πάντως οὔτε ψευδοπλατωνικό. Ἐπιπροσθέτως, στοὺς εἰκονικούς μου φίλους περιλαμβάνονταν καὶ ἀρκετοὶ (πού, ὄχι τυχαῖα, ἦσαν φίλοι καὶ στὴν πραγματικὴ ζωὴ) οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ποίηση καὶ τὴ λογοτεχνία, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἦσαν ἁπλῶς εὐειδεῖς!

 

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ μεσόκοπος ποιητὴς εἶναι μᾶλλον συντηρητικῶν ἀντιλήψεων ἢ ἀκόμη ὅτι πρόκειται γιὰ ὁμοφοβικὸ ἑτεροφυλόφιλο. Ἀλλὰ ὄχι, δὲν εἶναι τόσο ἁπλὰ τὰ πράγματα, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὁμοφυλόφιλος, καὶ μάλιστα ὄχι μόνο δὲν τὸ κρύβει, ἀλλὰ προσφάτως τὸ διαφημίζει καὶ τὸ ἀξιοποιεῖ, εὐνοούμενος συχνὰ καὶ ἀπὸ τὸν νεοαφιχθέντα ἐσμὸ τῶν κουὴρ διανοητῶν καὶ δημιουργῶν ποὺ κινοῦνται στὶς παρυφὲς τῆς ἐξουσίας. Στὴν ποίησή του, ὅμως, καὶ στὴν παρουσία του στὴ λογοτεχνικὴ σκηνή, ἀποφεύγει συστηματικὰ τὶς κακοτοπιὲς στὶς ὁποῖες θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει ἡ ὁμοερωτικὴ ἔκφραση. Καὶ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς κακοτοπιὲς εἶναι, προφανῶς, καὶ ἡ εἰκονικὴ φιλία μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐκφράζονται ὁμοερωτικὰ χωρὶς τὸ ἄλλοθι τῆς θεωρίας, τῆς ἀνάλυσης, τῆς παράστασης, ἢ τῆς πανεπιστημιακῆς αὐθεντίας.

 

Ὅπως μοῦ εἶπε καὶ κάποιος παλαιὸς φίλος ποὺ ξέρει καλὰ τὰ τοῦ ποιητικοῦ μάρκετινγκ, ἡ δική μου ποίηση, γιὰ παράδειγμα, θεωρεῖται στοὺς κύκλους αὐτοὺς gay ποίηση, ὄχι βεβαίως μὲ τὴν προφανέστατη ἔννοια ὅτι ὅταν ἀναφέρεται σὲ ἀντικείμενο ἐρωτικοῦ πόθου αὐτὸ εἶναι ὁμόφυλο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια μᾶλλον μιᾶς ποίησης δεύτερης (ἢ τρίτης ἢ τέταρτης) διαλογῆς, ἕνα εἶδος παραλογοτεχνικῆς παραγωγῆς εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος, στὴν ὁποία δὲν ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἔνταξης στὸν κατεξοχὴν λογοτεχνικὸ χῶρο. Μὲ ἄλλα λόγια, φαίνεται πὼς οἱ εὐήθεις αὐτοὶ ποιηματογράφοι καὶ ποιηματολόγοι ἔχουν θέσει συγκεκριμένες θεματολογικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ποιητικὴ παραγωγὴ ποὺ θεωροῦν ἀποδεκτὴ στὸ ἐγχώριο λογοτεχνικὸ πεδίο, τοῦ ὁποίου σαφῶς λειτουργοῦν ὡς κλειδοκράτορες˙ καὶ οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς ἀποκλείουν ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἐξόφθαλμο (ἔτσι φαντάζομαι θὰ τὸν περιέγραφαν) ὁμοερωτισμό.

 

Τὸ κωμικοτραγικὸ εἶναι πὼς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄχι μόνο δὲν αὐτοπροσδιορίζονται ὡς ὁμοφοβικοί, ἀλλὰ κάποιοι εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι ὁμοφυλόφιλοι, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι δὲν διστάζουν νὰ ἀρθρώνουν καὶ θεωρητικὸ λόγο μὲ ἀναφορὲς στὴν κουὴρ θεωρία ἢ ἀκόμη καὶ νὰ συμμετέχουν σὲ φιλομοφυλοφιλικὲς “ἀκτιβιστικὲς” δράσεις, κάτω ἀπὸ τὴν ὑγιὴ αἰγίδα, πάντως, συνήθως, κάποιας θεσμικὰ ἐξαγνισμένης μὴ κυβερνητικῆς ὀργάνωσης ἢ κάποιου ἱδρύματος πολιτισμοῦ. Ἀκόμη πιὸ κωμικοτραγικὴ εἶναι ἡ στάση τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν “τῆς ποιήσεως” ἀπέναντι σὲ ἀναγνωρισμένους πλέον ὁμοφυλόφιλους ποιητὲς τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι δὲν μάσησαν τοὺς στίχους τους σχετικὰ μὲ τὸ φύλο τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν γίνεται πιὰ νὰ ἐξορίσουν στὸ λογοτεχνικὸ περιθώριο ποὺ ὀνομάζουν gay ποίηση˙ οἱ συνήθως περισπούδαστες ἀναφορὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν στοὺς ἐν λόγῳ ποιητὲς δὲν μποροῦν καὶ δὲν καταφέρνουν νὰ κρύψουν τὴν κυρίαρχη ἀντίληψη, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἑξῆς: καίτοι ὀ Sandro Penna, γιὰ παράδειγμα, ἔγραφε ποιήματα γιὰ τὰ ἀγοράκια ποὺ ποθοῦσε καὶ ποὺ γαμοῦσε, κατάφερε νὰ γράψει σπουδαῖα ποιήματα, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ὁμοερωτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Τέτοιες ἐκφράσεις ἐμφανίζονται στὸν λόγο τῶν κλειδοκρατόρων πολὺ συχνότερα ἀπὸ ὅσο θὰ ἐπέτρεπε ἡ ἔστω ἐπιφανειακὴ ἐπαφή τους μὲ τὴν κουὴρ θεωρία, καὶ προδίδουν τόσο τὴ βαθύτατα ἀντιδραστικὴ ἀντίληψή τους γιὰ τὴν ποίηση, ὅσο ἐντέλει καὶ τὴν εὐήθειά τους.

 

Ἐνῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ πιστεύουμε οἱ περισσότεροι (ἀκόμη καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς κλειδοκράτορες) ὅτι εἶναι ἐντελῶς παρωχημένες τέτοιου εἴδους συζήτησεις περὶ ἐρωτικοῦ προσανατολισμοῦ, ἡ πραγματικότητα μᾶς διαψεύδει. Τὰ ἐρωτικὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα κατακτοῦν περίοπτη θέση στὸ ἐγχώριο λογοτεχνικὸ πεδίο εἶναι σχεδὸν ὅλα ποιήματα προφανῶς (ἂν καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως ἀληθῶς) ἑτεροφυλοφιλικοῦ ἐρωτισμοῦ, καὶ μάλιστα ἀποστειρωμένου, εὐπρεπισμένου ἐρωτισμοῦ  – ἀκόμη καὶ ὅταν ἔχουν γραφτεῖ ἀπὸ ὁμοφυλόφιλους ποιητὲς καὶ ποιήτριες. Οἱ δὲ ὁμοφυλόφιλοι ποιητὲς καὶ ποιήτριες λειτουργοῦν στὴ βάση τοῦ παληοῦ, χυδαίου “δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἄλλους τί κάνει ὁ καθένας στὸ κρεββάτι του” καὶ συστηματικὰ κρύβονται ἢ ψεύδονται τόσο στὴν δημόσια παρουσία τους ὅσο καὶ στὴν ποίησή τους, προκειμένου νὰ μὴν ἀποκλεισθοῦν.

 

Μπορεῖ νὰ διαβάζουμε ὅλο καὶ συχνότερα κείμενα ἐπιδεικτικῆς ἐμβρίθειας στὰ ὁποῖα ἀναλύεται ἡ ποιητικὴ τοῦ δείνα ἢ τῆς τάδε μὲ ὄρους τῆς κουὴρ θεωρίας, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ τοὺς θεωρούμενους σοβαροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους δὲν θὰ ἐξέδιδε ἀνάμεσα στὰ βιβλία ποίησης τὰ ὁποῖα προωθεῖ, ἀκόμη κι ἂν πληρωνόταν, ποιητικὸ βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου μὲ περιεχόμενο σὰν αὐτὸ τοῦ Physical, τοῦ νέου ποιητῆ Andrew McMillan ποὺ κέρδισε πέρυσι τὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου τῆς Guardian. Καὶ ἀκόμη κι ἂν τὸ ἐξέδιδαν, σίγουρα δὲν θὰ δέχονταν νὰ τὸ τυπώσουν μὲ ἐξώφυλλο ἕνα γυμνὸ ἀντρικὸ σῶμα, συμπεριλαμβανομένου τοῦ γυμνοῦ κώλου, ὅπως ἔκανε ὁ οἶκος Jonathan Cape γιὰ τὸ βιβλίο τοῦ Andrew McMillan. Φυσικά, εἰδικὰ μετὰ τὴ βράβευση, τὸ βιβλίο τοῦ McMillan μπορεῖ κάλλιστα νὰ παρουσιασθεῖ στὴν Καθημερινὴ ἢ στὴν Νέα Ἑστία, ἀλλὰ γιὰ βιβλία Ἑλλήνων ποιητῶν μὲ ἀντίστοιχη θεματολογία, ὅταν καὶ ἂν καταφέρνουν νὰ (αὐτο)εκδοθοῦν, λόγος γίνεται μόνο, ἂν γίνει, ἐκτὸς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, καθὼς τὸ τελευταῖο ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργεῖ μὲ ὅρους μικροαστικῆς εὐπρέπειας τοῦ περασμένου αἰώνα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]