
Έχω πολλά να κάνω έξω από αυτόν τον ροδόκηπο. Η επιστροφή, όμως, είναι πια μία αναγκαιότητα που δύσκολα θα μπορούσα να ακυρώσω. Δεν ξέρω γιατί εξακολουθώ να ιστολογώ, ενώ οι άνθρωποι έχουν προ πολλού υπερισχύσει του μέσου και ο δικός μου τρόπος μπορεί να είναι μόνο εξόριστος· θα έπρεπε να έχω προσέξει από την αρχή ότι οι όροι είναι διαφορετικοί· θα έπρεπε από την αρχή να αποφύγω την εμπλοκή σε αυτήν την ήττα. Ο ιστολογικός χώρος ήταν πάντα παραδομένος στην επικοινωνία, ήταν πάντα το σαθρό βάθρο στο βρώμικο πάρκο, εγώ φταίω που δεν το πρόσεξα εγκαίρως.
Και επέτρεψα να εξαρτηθώ από την καθημερινή έκθεση. Και αφέθηκα να γράφω μανιωδώς. Και παρέδωσα το πρόσωπό μου στα κτήνη.

Απολαμβάνω, ωστόσο, την παλίρροια των ιστολόγων περισσότερο τώρα που φεύγω διαρκώς. Όπως απολαμβάνει κανείς πιο πολύ τη ζωή του όταν την παρατηρεί από κάποια απόσταση, κι ας ξέρει πως επιλογές προσέγγισης δεν υπήρχαν ποτέ. Η τοιχογραφία είναι καθηλωτικά γοητευτική: το άσχημο παιδάκι που δέρνει όποιον βρει μπροστά του γιατί δεν το παίζεις, ο παλίμπαις που ψάχνει στον ιστό μισό πτώμα για να λιπάνει το μοναχικό του γήρας, ο παροπλισμένος επαΐων που απολαμβάνει τις διαδικτυακές δάφνες όσο αργά και αν ήρθαν, ο φθονερός σκαραβαίος που χορεύει από τάφο σε τάφο. Ακόμη πιο γοητευτικός γίνεται ο πήλινος έφηβος που θα αλλάξει τον κόσμο, με τις μελέτες του, με τις παραπομπές του, με το περισπούδαστο ύφος χιλίων φιλοσόφων και τρισχιλίων ιεροφαντών.
Ο θλιβερός παρατηρητής υποκρίνεται πως δεν αντιλαμβάνεται ότι στα προσωπεία του συμπυκνώνεται η πεμπτουσία του τσίρκου των τεράτων. Σκαρφαλώνει περήφανος στο σαθρό βάθρο και αποφαίνεται ως εάν δεν υπήρχαν οι εκατοντάδες πρόστυχοι θεατές στις κερκίδες, ως εάν το νούμερό του ήταν παράσταση κορυφαίας τέχνης, ως εάν δεν περιστοιχειωνόταν από τα λοιπά τέρατα σε αυτό το βαριετέ της αποτυχίας.

Η παρουσία της Εκάτης είναι αμφισβητούμενη. Ωστόσο, οι πιστοί της εμφανίζονται επί σκηνής. Χαιρετίζουν το μέλλον που θα χτίσει ο αιματώδης σύμφωνα με τις προφητείες τους. Είναι άφυλοι, αλλά είναι πάντα εκεί: ηδονοβλεψίες, μεφιστοφελείς, δολοφόνοι. Οι κινήσεις των σωμάτων τους καθορίζουν τις κινήσεις της σφαίρας. Το κοινό κρέμεται στην άκρη των νημάτων ανυποψίαστο για την ανδρείκελη φύση της ύπαρξής του. Κινείται, αν και παράλυτο. Χειροκροτεί, αν και δεν έχει χέρια. Τρέχει, αν και δεν έχει πόδια. Επαινεί, αν και δεν έχει στόμα.
Ο θλιβερός ηθοποιός αλλάζει υστερικά, με ταχύτητα ιλιγγιώδη, προσωπεία, προσπαθώντας να βρει ένα πρόσωπο ελκυστικό για να παρουσιάσει. Και κανένα προσωπείο δεν είναι καινούριο. Και κανείς δεν νοιάζεται. Οι υποκριτές, εδώ και χιλιάδες χρόνια, εμφανίζονται με γυμνό πρόσωπο, αλλά αυτός δεν θα το μάθει ποτέ.

Κάποια στιγμή, το θέαμα θα περιοριστεί δραστικά, θα περάσει σε χώρο ιδιωτικό, όπου οι παραστάσεις θα είναι εσωτερικές και η πρόσβαση δύσκολη. Έτσι θα καλλιεργηθεί και πάλι η ψευδαίσθηση της μοναδικότητας, της ιδιαιτερότητας, της ιδιορρυθμίας (όταν η ζωή ορίζεται ψευδαισθητικά, η γραφή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη). Θα ανοιχτεί μία υποθετική τάφρος που θα χαρίσει στον ηθοποιό την ευδαιμονία μιας προσωρινής επίφασης προστασίας. Ώσπου το κοινό να εκφυλιστεί ξανά.

[Nico: Abschied]






















